Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 10
Ο καθαυτό διθύραμβος ήτο άσμα και χορός εις τιμήν του Διονύσου, έκπαλαι τελούμενος εν Νάξω, Θάσω, Βοιωτία και Αττική· το όνομα φαίνεται ως σύνθετον εκ του _Δι_ (=Διο-, θεο-) και _θρίαμβος, triumphus_. Ήτο δε άγριον και χαροποιόν άσμα, επιφαινόμενον κατά πρώτον μετά στροφής και αντιστροφής, αλλά κατόπιν αποβάλλει ταύτας και μένει σχεδόν άμετρον. Συνωδεύετο δε πιθανώς υπό μεταμφιέσεων· οι χορευταί παρίστανον τους ακολούθους του Βάκχου, όν ευρίσκομεν εν μέσω τοιούτων θιάσων επί των παλαιοτέρων αττικών αγγείων. Συνήθως καλούμεν αυτούς Σατύρους· αλλ' ο Σάτυρος είναι δαίμων τραγογενής, αυτοί δ' έχουσιν ώτα και ουράν ίππου, καθώς οι Κένταυροι. Η διαφορά του αισθήματος δεν είναι μεγάλη· οι Κένταυροι είναι πάσαι αι άγριαι δυνάμεις, όσαι θορυβούσι και σοβούσι και μέλπουσιν εντός των θεσσαλικών δασών· οι δε Σάτυροι είναι οι αρκαδικοί ορεινοί τράγοι, η προσωποποιία της αγριότητος, όλα τα ένστικτα, κείμενα και υπεράνω και υποκάτω του ορθού λόγου· κύριος αντιπρόσωπος αυτών είναι ο Παν, ο Αρκάς ποιμενικός θεός, όστις λίαν έχει προς τον Διόνυσον συγγένειαν. Εάν δε λέγεται ότι ο Αρίων ηύρεν, εδίδαξε και ωνόμασε τον διθύραμβον εν Κορίνθω, τούτο σημαίνει, πιθανώς ότι πρώτος ήνωσε το παλαιόν Διονυσιακόν άσμα μετά της ιδέας του Πανός· ότι πρώτος μετημφίεσε τους χορευτάς εις Σατύρους. Η Κόρινθος, η μετάγουσα εκ της Αρκαδίας εις την θάλασσαν, θα ήτο ο φυσικός τόπος τοιαύτης μεταβάσεως. Ούτως ο διθύραμβος ήτο ωδή τράγου, ήτοι «τραγωδία» και πράγματι, εξ αυτού λέγει ο Αριστοτέλης ότι προήλθεν η τραγωδία. Είναι δε άξιοσημείωτον ότι ο διθύραμβος, αφού εγέννησε την τραγωδίαν, συνέζησεν επί πολύ μετ' αυτής και επέζησε. Κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους η τραγωδία ήτο πράγματι νεκρά, ενώ η θυγάτηρ αυτής, η νέα κωμωδία, και ο πατήρ αυτής, ο αττικός διθύραμβος, έζων και εβασίλευον ακόμη.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ. — ΑΛΚΜΑΝ, ΑΡΙΩΝ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ.
Το όνομα ΑΛΚΜΑΝ είναι ο δωρικός τύπος του Αλκμέων, ο δε φέρων αυτό [κατά τον Σουίδαν] ήτο «Λάκων από Μεσσόας» (περί τα 650 π. Χ.)· αλλ' η αθηναϊκή φαντασία δεν ηδύνατο να χωνεύση την ιδέαν, ότι άνθρωπος Σπαρτιάτης υπήρξε ποιητής. Και περί μεν του Τυρταίου έπλασαν ότι ήτο Αθηναίος· περί δε του Αλκμάνος, εξ ολίγων τυχαίων λέξεων ενός των ποιημάτων του επενόησαν ότι αυτός ή οι πρόγονοί του ήλθον εκ της Λυδίας. Εντεύθεν εδημιουργήθη ολόκληρον μυθιστόρημα, ότι ήτο Λυδός, ότι υπήρξεν αιχμάλωτος των Κιμμερίων και επωλήθη κατόπιν πέραν της θαλάσσης εις την Σπάρτην, όπου τα χαριτωμένα του ποιήματα τού απέδωσαν την ελευθερίαν. Ο Αλκμάν πλησιάζει πολύ τους Λεσβίους ποιητάς· λαλεί εξ ιδίου ονόματος, μεταχειριζόμενος τον χορόν ως απλούν όργανον, διά δε τον προσωπικόν των ερωτικών του ασμάτων ήχον ο Αρχύτας (κατά τον δ' αιώνα π. Χ.) εθεώρει αυτόν ως ευρετήν της ερωτικής ποιήσεως. Γράφει δε ο Αλκμάν, όπως και η Σαπφώ, την δροσεράν διάλεκτον της κώμης του, ελευθέραν λογοτεχνικού ψιμυθίου· ο πολύς του ενθουσιασμός διά το _έτνος_ της Σπάρτης [17 (23)] ομοιάζει τον του Καρλάιλ διά το σκωτικόν porridge. Τα δε μέτρα του είναι απλά και καθαρά· το απόσπασμα [8(12)] — όπερ εμιμήθη ο Τέννυσον εν τω _In Memoriam_ — δεικνύει πού έφθανεν η ποίησίς του.
_Ου μ' έτι, παρθενικαί μελιγάρυες ιμερόφωνοι, γυία φέρειν δύναται· βάλε δη βάλε κηρύλος είην, όςτ' επί κύματος άνθος άμ' αλκυόνεσσι ποτήται νηδεές ήτορ έχων, αλιπόρφυρος είαρος όρνις_.
{ No more, oh, wild sweet throats, voices of love, will my limbs bear me; would, would I were a ceryl-bird, that flies on the flower of the wave amid the halcyons, with never a care in his heart, the sea-purple bird of the spring! }
Το μακρότατον απόσπασμα του Αλκμάνος είναι το επί αιγυπτιακού παπύρου, ευρεθέντος υπό του Mariette τω 1855, μέρος ωραίου παρθενίου, ήτοι χορικού άσματος παρθένων, περιέχον διαλόγους ημιχορίων. Όπου ακούομεν π. χ. ότι η Αγιδώ μεταξύ του λοιπού χορού είναι [στ. 46]
_εκπρεπής τως, ώσπερ αίτις εν βοτοίς στάσειεν ίππον παγόν αεθλοφόρον
{ a race-horse among cows, }
και ότι [51] α δε χαίτα τας εμάς ανεψιάς Αγησιχόρας επανθεί χρυσός ως ακήρατος,
{ the hair of my cousin Agesichora gleams like pure gold }
τούτο δεν σημαίνει ότι ο ποιητής εκφράζει «αγροίκως» και αναφανδόν τας ιδικάς του προτιμήσεις — αι αμνάδες του χορού θα εδέχοντο τότε να ψάλλωσι τοιούτους στίχους; — σημαίνει μόνον τα δύο ημιχόρια ανταλλάσσουσι _φιλοφρονήματα_. Το ποίημα τούτο, ανόμοιον προς τα λεσβιακά, έχει στροφικήν διαίρεσιν και είναι αξιόλογον ότι δεικνύει φανεράν τάσιν προς την ομοιοκαταληξίαν [στ. 4-5, 79-81]. Τοιαύτα ίχνη σκοπίμου ομοιοκαταληξίας ευρίσκονται και παρ' Ομήρω και Αισχύλω [_Επτά_, 778 κεξ. 785 κεξ.), ενώ οι ρήτορες και ο Σοφοκλής, παρά πάσαν την άλλην επιμέλειαν της ευφωνίας, δέχονται και οχληρά και πτωχά ομοιοκατάληκτα μετά τόσης ελευθερίας, όση σημαίνει απλώς ότι δεν ησθάνοντο την ιδιαιτέραν ταύτην σχέσιν των ήχων (149).
ΑΡΙΩΝ ο Μηθυμναίος είναι πολυθρύλητος ως ευρετής του διθυράμβου και διά την θαυμαστήν διάσωσίν του εκ της θαλάσσης· οι πειραταί του επέτρεψαν να παίξη τελευταίαν φοράν πριν τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν· αλλ' οι δελφίνες, όσοι συναχθέντες ήκουον, τον εκόμισαν βαστακτόν εις το Ταίναρον. Τούτο είναι μύθος παλαιός, λεγόμενος περί [του Τάραντος] του υιού του Ποσειδώνος, του Ενάλου εν Λέσβω και των θαλασσίων δαιμόνων Παλαίμονος, Μελικέρτου, και Γλαύκου αλλαχού. Τα έργα του Αρίονος εχάθησαν ενωρίς· ήδη κατά τον β' π. Χ. αιώνα Αριστοφάνης ο Βυζάντιος δεν ηδύνατο να εύρη ουδέ έν· αλλ' αξιόλογον απόσπασμα διθυράμβου του τετάρτου αιώνος, όπου ο ποιητής παριστά τον Αρίονα, περιήλθεν εις ημάς ως ιδικόν του κατά παραδρομήν του Αιλιανού, [του διηγουμένου τον μύθον της διασώσεως του ποιητού. (_Ζώων ιδιότ._ ΙΒ' 45)] (150).
Μέγιστος της παλαιοτέρας χορικής ποιήσεως αντιπρόσωπος είναι ΤΕΙΣΙΑΣ, ο επονομαζόμενος ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ο Ιμεραίος. Κυρίως ήτο Επιζεφύριος Λοκρός εκ Ματαύρου, εγράφη δε πολίτης της Ιμέρας κατά τους μακρούς εναντίον του εξακουστού τυράννου Φαλάριδος αγώνας. Μία των κατ' αυτού παρορμήσεων του Στησιχόρου ήτο ο μύθος ο περί του ίππου, όστις έγινε δούλος του ανθρώπου, διά να εκδικηθή την έλαφον. Ότε δε ο Φάλαρις κατίσχυσεν οριστικώς, ο Στησίχορος απεσύρθη εις την Κατάνην, όπου ο έξω της πύλης της πόλεως οκτάγωνος αυτού τάφος ήτο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έν των αξιοθεάτων της Σικελίας. Περί δε του ιδιωτικού του βίου πλην των κόκκων της γνησίας παραδόσεως, όσοι είναι δυνατόν να επιζώσιν εντός των πασιγνώστων εκείνων πλαστογραφιών, των Επιστολών του Φαλάριδος (151), γινώσκομεν έν μόνον γεγονός· ο ποιητής έπαθεν οφθαλμίαν, του εκολλήθη δε η ιδέα, ότι τούτο ήτο θεία οργή της Ελένης, την οποίαν είχε παραστήσει κατά τον συνήθη τρόπον πιθανώς εν τη _Ελένη_ ή τη _Ιλίου Πέρσει_. Τας δε τύψεις της συνειδήσεως επέτεινον και ιστορικαί απορίαι· ο ποιητής δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι όλη η Τροία αφέθη να καταστραφή απλώς διά να τέρπεται ο Πάρις. Εάν οι Τρώες δεν ηθέλησαν να παραδώσωσι την Ελένην, σημαίνει ότι ουδέποτε θα την είχον. Ο Στησίχορος λοιπόν εποίησε την διαβόητον εκείνην _Παλινωδίαν_·
_Ουκ έστ' έτυμος λόγος ούτος, ουδ' έβας εν ναυσίν ευσέλμοις, ουδ' ίκεο πέργαμα Τροίας_.
{ That tale was never true! Thy foot never stepped on the benched galley, nor crossed to the towers of Troy! }
Αγνοούμεν ακριβώς ποία ήτο η παραλλαγή του Στησιχόρου· ίσως ήτο η παρά Ηροδότω και Ευριπίδη, η παριστάνουσα την Ελένην ως διαφυγούσαν εις την Αίγυπτον, και όχι την Τροίαν. Αλλ' όπωςδήποτε ο ποιητής ικανοποίησε την Ελένην και ανέκτησε την όρασιν· κάτι τοιούτο λέγεται και περί του Ισλανδικού Skald Thormod.
Η προς την ελληνικήν ποίησιν υπηρεσία του Στησιχόρου ήτο τριττή· εισήγαγε τον επικόν μύθον εις την Δύσιν· ηύρε το σοβαρόν διηγηματικόν ύφος της λυρικής ποιήσεως· εζωογόνησε και μετεμόρφωσε μετά της αυτής τόλμης και καλής πίστεως, όπως τον μύθον της Ελένης, πλείστους των μεγάλων κανονικών μύθων. Όθεν αποκαλείται λυρικός Όμηρος και περιγράφεται υπό του Κοϊντιλιανού (Χ 1,62), ως «βαστάσας επί της λύρας τα βάρη του έπους».
Τα μέτρα, τα συνήθως ονομαζόμενα Στησιχόρεια — αν και είχον μεταχειρισθή αυτά προ του Στησιχόρου και άλλοι — δεικνύουσι τον κατά το ήμισυ επικόν χαρακτήρα. Σύγκεινται εξ ημιστιχίων εξαμέτρου, κατεσπαρμένων διά συντόμων ποικίλων στίχων, — επιτρίτων, αναπαίστων, ή απλώς καταληκτικών — όσοι ακριβώς αρκούσι διά να συντρίψωσι την μονοτονίαν και να καταστήσωσι τον στίχον λυρικόν. Και η λέξις συμφωνεί προς το σοβαρόν τούτο διάγραμμα· δεν είναι παθητική ουδέ λίαν ασματική, αλλά παρακολουθείται ευκόλως και είναι μάλλον αφηγηματική. Τούτο εξηγεί διατί τοιούτος ποιητής αφήκε τόσον ολίγα λείψανα· διότι διά μεν τους γραμματικούς δεν ήτο αρκετά δύσκολος, διά δε τους έπειτα φιλομούσους δεν είχε στίχους λαξευτούς. Οι αρχαίοι κριτικοί επαινούντες κατά τάλλα τον Στησίχορον, παραπονούνται ότι ήτο διεξοδικός· μόνη η _Ορέστεια_ εξετείνετο εις δύο βιβλία, και βεβαίως η _Ιλίου Πέρσις_ δεν ήτο βραχυτέρα· τα δε άπαντα αυτού κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους κατελάμβανον 26 βιβλία. Ο Στησίχορος είχε την αφθονίαν επικού ποιητού, όχι την λαμπρότητα, την οποίαν ο Πίνδαρος εσυνήθισε την Ελλάδα να προσδοκά παρά λυρικού· αλλ' όμως κατέλαβε θέσιν όλως εξαίρετον. (152) Ο Σιμωνίδης, όστις δεν θα υπερύψωνε ποιητήν, όν ήλπιζε να υπερβάλη, τον παρέζευξε μετά του Ομήρου·
_ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στησίχορος άεισε λαοίς_.
{ So sang to the nations Homer and St4esichorus. }
Εν Αθήναις κατά τον πέμπτον αιώνα ήτο πασίγνωστος· ο Σωκράτης τον επαινεί εν τω _Φαίδρω_, [243 Α] κωμωδεί δε αυτόν ο Αριστοφάνης. «_Ουδέ τα τρία των Στησιχόρου γινώσκει_» { Not to know three lines of Stesichorus } ήτο παροιμιώδης περιγραφή αγραμμάτου. Ουδείς δε σχεδόν υπήρχε τότε ποιητής, όστις έμεινεν ανεπηρέαστος υπό του Στησιχόρου, ουδέ ζωγράφος ή αγγειογράφος, όστις δεν παρέστησε, συνειδητώς ή μη, τας ποιητικάς αυτού αναπλάσεις των αρχαίων μύθων. Ο παρακολουθών την ιστορικήν ανάπτυξιν εκάστου μύθου πάντοτε σχεδόν ευρίσκει παρά Στησιχόρω την κυρίαν φάσιν, την μετάγουσαν από των παλαιοτέρων του μύθου λειψάνων εις την μορφήν ήν δεικνύει κατόπιν εν τη τραγωδία. Λόγου χάριν εν τω μύθω του Αγαμέμνονος η συγκέντρωσις της δράσεως εις την Κλυταιμήστραν, η δημιουργούσα αληθινήν τραγωδίαν εκ κοινού «φεουδαλικού» παραμυθίου, είναι ιδική του· το όνειρον της Κλυταιμήστρας, ότι εθήλαζεν όφιν, είναι ιδικόν του (153)· η προςποιητή παραφροσύνη του Ορέστου είναι πιθανώς ιδική του· ιδικά του είναι και πολλά επεισόδια της αλώσεως της Τροίας, μεταξύ δε τούτων, αν η παράδοσις αληθεύη, ήτο και η φυγή του Αινείου εις την Ιταλίαν.
Ταύτα αρκούσι προς απόδειξιν ότι ο Στησίχορος ήτο πρώτης τάξεως δημιουργική φαντασία — καίτοι, εννοείται, κανείς των μύθων εκείνων δεν ήτο εντελώς ιδικόν του εύρημα. Πλήρης μυθοπλαστία δεν ήτο δυνατή ειμή πολύ κατόπιν. Διά τους συγχρόνους του Στησιχόρου πας μύθος ήτο αληθινή ιστορία· ειδεμή, τι το όφελος της διηγήσεως αυτού; Η πρωτοτυπία έγκειται κατά μέγα μέρος εις την τόλμην, μεθ' ής ο αρχαίος εκείνος νους εξήταζε τους μύθους επικρίνων και μεταβάλλων ελευθέρως τας λεπτομερείας, αλλ' ουδ' επί στιγμήν υποπτεύων ότι ο όλος μύθος ήτο πλάσμα ή ότι αυτός έπλαττε. Και ο Πίνδαρος ήτο όμοιος· δεν ηδύνατο π. χ. να παραδεχθή ότι ο Τάνταλος παρέθεσε τον υιόν του ως δείπνον εις τους θεούς και ότι η Δημήτηρ έφαγε μέρος του ώμου του· αποδεικνύει λοιπόν, όχι ότι το όλον είναι μύθος, ουδέ ότι κείται πέρα των γνώσεων ημών — τοιούτος πυρρωνισμός δεν του ήρεσκεν — αποδεικνύει ότι ο Ποσειδών θα είχεν αναβιβάσει τον Πέλοπα εις τον ουρανόν ως οινοχόον, και ότι εν τω μεταξύ κάποιος «των φθονερών γειτόνων» [_Ολυμπ_. α', 75] επενόησε τον καννιβαλικόν μύθον. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα της «παλινωδίας».
Αλλά πλην τούτου, και οσάκις ο Στησίχορος δεν μετέβαλλε την μυθικήν ύλην, υπεδείκνυε γόνιμον ευφυίαν, επεκτείνων τον ποιητικόν αγρόν· πρώτος ενόησε πόσον εύμορφοι ήσαν μερικοί θρύλοι, περιφερόμενοι μεταξύ του ταπεινού λαού, ο θάνατος του εντροπαλού Δάφνιδος από λύπην, ότι κάποτε δεν εφάνη πιστός εις την αγάπην του — το ανεξάντλητον τούτο θέμα πάσης βουκολικής ποιήσεως κατόπιν· το διήγημα της ωραίας Καλύκης, η οποία λησμονηθείσα, ηυτοκτόνησε, της πιστής Ραδίνης, ήτις επέμενε ν' αγαπά τον εξάδελφόν της και όχι τον τύραννον της Κορίνθου. Τούτο είναι μέγιστον κατόρθωμα· είναι ό,τι έκαμε διά τον κόσμον ο Ευριπίδης ολίγον έπειτα, ότε το πνεύμα της Ελλάδος ελευθερωθέν από της αυστηράς αττικής παραδόσεως, ήτο έτοιμον πλέον να εννοή (154).
Η ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. — ΙΒΥΚΟΣ.
ΙΒΥΚΟΣ ο Ρηγίνος, δύο περίπου γενεάς μετά τον Στησίχορον, επέρασε βίον οδοιπόρου, διελθών και διά των αυλών του Πολυκράτους και του Περιάνδρου. Ως ο Αρίων, και αυτός ήτο γνωστός εις τους μεταγενεστέρους μάλλον εξ ενός μύθου, ότι ο φόνος του εξεδικήθη υπό των γερανών «ιβύκων» (155). Των δε μελών αυτού επαινούνται ιδίως τα χάριν παιδικών χορών. Ο Ίβυκος λέγεται ότι επέδειξεν αιολικόν και ιωνικόν πνεύμα διά δωρικής διαλέκτου και μουσικής, τα δε χαριτωμένα του αποσπάσματα, τα πλήρη γυναικείων θελγήτρων και ανθέων και πτηνών εξωτικών (156)
τάμος άυπνος κλυτός όρθρος εγείρησιν αηδόνας
{ bright sleepless dawn awaking the nightingales }
μαρτυρούσι τι σημαίνει τούτο. Περίεργον δε είναι ότι έργα του Στησιχόρου απεδίδοντο κάποτε εις αυτόν, λόγου χάριν τα *_Άθλα επί Πελία_. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο ποιητών ολίγην έχουσιν ομοιότητα, πλην του μέτρου (157).
ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ
Κατά την αυτήν ημέραν, έλεγον, καθ' ήν απέθανεν ο Στησίχορος, εγεννήθη εν Κέω ο μετ' αυτόν μέγας της όλης Ελλάδος λυρικός, ο Σιμωνίδης (556-468 π. Χ.). Έχων πολλήν παιδείαν και πολλάς συμπαθείας, ταχέως έγινε περίφημος και εκτός του κύκλου των ιωνικών νήσων. Ο γέρων Ξενοφάνης, ο ζων εν Ιταλία και αποθανών πριν ο Σιμωνίδης συμπληρώση τα 30, έφθασε να εξαγγείλη αυτόν ως ένδοξον. Ο Σιμωνίδης εταξείδευσε πολύ, πρώτον μεν, ως λέγεται, εις την Ελλάδα της Δύσεως κατά πρόςκλησιν των συμπολιτών του Στησιχόρου, έπειτα δε εις τας Αθήνας, εις την αυλήν του Ιππάρχου, μετά δε την δολοφονίαν του προστάτου του, εις την Θεσσαλίαν παρά τους Αλευάδας, και μίαν φοράν εις την Ασίαν κατά δε τα μηδικά ετάχθη όπου ώφειλε να ταχθή, δηλαδή μετά των εθνικών. Επέρασε δε τα γηρατεία του, καθώς και ο Αισχύλος, ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης, ο Επίχαρμος και άλλοι, εν τη αυλή του Ιέρωνος των Συρακουσών. Αφού δε ήτο ήδη εξακουστός κατά το τριακοστόν της ηλικίας έτος, ηλικιωμένος είχεν οικουμενικήν υπόληψιν, ανάλογον περίπου προς την του Βολταίρου. Ήτο ο τέλειος «σοφός», ο έξυπνος, ο ποιητής, ο φίλος των ισχυρών της γης, ο εξισούμενος προς αυτούς διά μόνης της δυνάμεως του πνεύματός του. Ταποφθέγματά του απεθησαυρίζοντο, τα δε ποιήματά του εσπουδάζοντο μετ' ακριβολογίας, εμφαινούσης είδος ειδωλολατρείας. Η φήμη ηγάπα να επαναλέγη την θαυμαστήν αυτού διάσωσιν εκ ναυαγίου και εκ της πτώσεως της στέγης του εν Κραννώνι μεγάρου, ότ' εφονεύθησαν οι πλείστοι του Σκόπα ξένοι. Ο Σιμωνίδης είχε βεβαίως πολύμορφον και πολύτροπον χαρακτήρα· ήτο ο εξ απορρήτων πολλών τυράννων, αλλά συγχρόνως και του αθηναϊκού δήμου· επήνεσε τον Ίππαρχον, αλλ' ύμνησε και τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα· γέρων δε [τω 476] προσεκλήθη εις την Σικελίαν διά να διαλλάξη τους δύο ισχυροτάτους τυράννους της Ελλάδος, [τον Θήρωνα του Ακράγαντος] και τον Ιέρωνα των Συρακουσών (158). Ο περί φιλαργυρίας ψόγος, ο επισκιάζων το όνομά του, προήρχετο πιθανώς εκ της συνηθείας του να γράφη κατά συμφωνίαν — όχι χάριν αορίστου και γενικής προστασίας, καθώς οι προγενέστεροι ποιηταί. Βεβαίως το παλαιόν σύστημα ήτο φιλικώτερον και ρωμαντικώτερον, αλλά κάπως δουλικόν. Ο Πίνδαρος εθρήνησε μεν την κατάργησιν αυτού, αλλά δεν εδοκίμασε να το επαναφέρη. Και πράγματι η αρχή του Σιμωνίδου ήτο η πλησιεστάτη προςέγγισις, η τότε δυνατή, προς τον ημέτερον τρόπον της ελευθέρας πωλήσεως της διανοητικής εργασίας εις το κοινόν. Ο Σιμωνίδης καθώς οι παλαιοτέροι λυρικοί, εποίει προ πάντων χάριν διαφόρων ευκαιριών — η ευκαιρία ήτο πότε εορτή, πότε νεογνόν, πότε η μάχη των Θερμοπυλών — και φαίνεται ότι πρώτος ηύρε τον επίνικον, το σοβαρόν καλλιτεχνικόν ποίημα προς τιμήν των κατά τους αγώνας νικητών. Βεβαίως ο επίνικος δεν είναι απλή ωδή επί νίκη — επί τη νίκη, λόγου χάριν, των ημιόνων του Σκόπα. Τοιαύτη ωδή μικράν θα είχε δύναμιν να χαρίση την αθανασίαν. Είναι ποίημα καθ' εαυτό εύμορφον και περίεργον, όπου ο ποιητής, — πληρωμένος, — παρενείρει μνείαν τινά των ημιόνων και του κυρίου αυτών.
Ο Σιμωνίδης έγραψε πολλά και ποικίλα· φέρονται διθύραμβοι, υπορχήματα, θρήνοι — πάντα ταύτα ιδίως θαυμαζόμενα — παρθένια, προςόδια, παιάνες, εγκώμια, επιγράμματα· αλλά τα θρησκευτικά του έργα δεν επαινούνται πολύ. Εάν όμως είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν την λέξιν «τέλειον» περί οιουδήποτε καλλιτεχνήματος, αύτη πρέπει να εφαρμοσθή κυρίως εις τα περί του μεγάλου αγώνος έργα του Σιμωνίδου — την περί της εν Αρτεμισίω ναυμαχίας ωδήν, και το εις τους νεκρούς των Θερμοπυλών επίγραμμα. Ταύτα παριστώσι το άκρον άωτον της ελληνικής _σωφροσύνης_, δηλαδή της εγκρατείας και της νηφαλιότητος, το αυστηρόν κάλλος, το απηλλαγμένον πάσης υπερβολής ή επιτηδεύσεως· είναι κοινός λόγος λεγόμενος περί απλών και αιωνίων πραγμάτων.
_Ω ξείν' αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι_ (159).
{ Stranger, bear word to the Spartans that we lie here obedient to their charge! }
Ο Σιμωνίδης είναι δεινός επίσης, όταν εκφράζη τον ανθρώπινον έλεον. Το μακρόν εκείνο απόσπασμα [Hiller 22] το παριστάνον την Δανάην, φερομένην εντός λάρνακος [επί των κυμάτων και κοιμίζουσαν το βρέφος] δικαιολογεί τον θαυμασμόν των αρχαίων κριτικών διά το ανυπέρβλητον πάθος. Εξ άλλου δ' όμως ο Σιμωνίδης είναι κατ' ουσίαν Ίων, «άνθρωπος του κόσμου» και είς των πατέρων της μαθήσεως. Δεν έχει δε ούτε λαμπρότητα, ούτε δύναμιν, ούτε θρησκευτικόν βάθος. Ο άλλος ποιητής, ο έχων πάντα ταύτα, έδειξε στάσιν όχι πρέπουσαν κατά τον ιερόν της πατρίδος του αγώνα. Όθεν η Ελλάς εστράφη προς τον Σιμωνίδην, όχι τον Πίνδαρον, όπως γράψη τα επιτύμβια των ηρωικών νεκρών της (160).
ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ.
Ο «οίκος των μεγαλοφυών» όπως κατήντησεν η αυλή του Ιέρωνος, φαίνεται ότι δεν ήτο και καταφύγιον της ειρήνης. Ιδίως ο Πίνδαρος ήτο γεννημένος διά να παρεξηγή και να μισή τον Σιμωνίδην. Ο δε Σιμωνίδης, αν και μεταξύ των ελαττωμάτων του δεν αναφέρεται και ο φθόνος, ήτο δηκτικός και ήξευρε να εκδικήται. Ότε, παραδείγματος χάριν, επείραξεν αυτόν άσημος ποιητής, ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ ο Ρόδιος, γνωστός κυρίως εκ της απρεπούς ωδής διά την καταδίκην του Θεμιστοκλέους, ως προδότου,
«_Ουκ άρα Τιμοκρέων μούνος Μήδεσσιν ορκιατομεί· αλλ' εντί κάλλοι δη πονηροί· ουκ εγώ μόνα κόλουρις· εντί και άλλαι αλώπεκες_»
{ " Not Timocreon alone makes compacts with the Medes ; I am not the only dock-tail ; there are other foxes too! }
Ο Σιμωνίδης απήντησεν απλώς γράψας το επιτύμβιόν του ως εξής·
_Πολλά φαγών και πολλά πιών και πολλά κακ ειπών ανθρώπους, κείμαι Τιμοκρέων Ρόδιος_.
{ Here lies Timocreon of Rhodes, who ate much, drank much, and said many evil things. }
Περί των ποιημάτων του Τιμοκρέοντος σιωπή (161).
ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ.
Και ο ανεψιός του Σιμωνίδου, ο Βακχυλίδης, έζη εν τη αυλή του Ιέρωνος και έγραφε κατά τα παραδείγματα του θείου του και του Πινδάρου. Κατόπιν ηύρε μιμητήν τον Οράτιον και θαυμαστήν τον αυτοκράτορα Ιουλιανόν, — αν και γενικώς εθεωρείτο δευτέρας τάξεως ποιητής (162). Το μέγιστον των τέως γνωστών αυτού αποσπασμάτων ήσαν 12 στίχοι παιάνος εις την Ειρήνην [Hiller]. (163) Αλλ' ο νέος πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου — ωραιότατον χειρόγραφον των μέσων του πρώτου π. Χ. αιώνος — περιέχει είκοσιν ωδάς του Βακχυλίδου, έξ αθίκτους, τας δε λοιπάς ευρισκομένας εις τα διάφορα στάδια της φθοράς. Τούτων έξ δεν είν' επίνικοι. Το ιδ' και ιε' φαίνονται ως μύθοι άνευ «θέσεως», ήτοι μεσαία μέρη, έτοιμα να προςαρμοσθώσιν εις ωδήν, όταν ήθελε παρουσιασθή ευκαιρία και πελάτης. Η τοιαύτη συνήθεια διασαφείται εκ πολλών ποιημάτων του Πινδάρου και του ε' αυτού του Βακχυλίδου, όπου ο μύθος αποτελεί χωριστόν σύνολον, δυνάμενον να παρεντεθή αλλαχού (αντιστροφή β' — αντιστρ. ε'). Ταύτα δηλαδή είναι ως οι loci communes, ούς έχουσι συντάξει οι εξ επαγγέλματος ρήτορες, ευρίσκονται δε και συνημμένοι εις λόγους και χωριστοί.
Ο Βακχυλίδης μας συγκινεί κυρίως ως ανήκων εις θαυμαστήν ομάδα, ως αναπνεύσας τον αυτόν αέρα και ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Αλλ' όμως και αυτός είναι πραγματικός και θελκτικός ποιητής. Η παλαιά κρίσις του Λογγίνου, ήν απεδέχοντο πάντες και καθ' ούς χρόνους ουδείς ηδύνατο να την πιστοποιήση, αποδεικνύεται σήμερον αληθινή και ακριβής. Ο Βακχυλίδης πράγματι δεν είναι Πίνδαρος, αλλ' όμως είναι «αδιάπτωτος» ποιητής και «πάντη κεκαλλιγραφημένος». Αυτό δ' επαυξάνει την αξίαν του νέου ερμαίου, διότι τώρα πρώτον μανθάνομεν τι ήτο κανονικός λυρικός ποιητής του πέμπτου π. Χ. αιώνος.
Μέχρι τούδε είχομεν μόνον τον Πίνδαρον, αλλ' ο Πίνδαρος ήτο όλως ακανόνιστος και αμίμητος. Ο Βακχυλίδης δεν είναι. Πιθανώς, οσάκις Αθηναίος τις ανελογίζετο λυρικήν ποίησιν, ενόει την ιδιάζουσαν ταύτην τέχνην του να κατεργάζεται κανείς και να σφυρηλατή τόσην γλώσσαν, όπως τόσον μέταλλον, κόπτων παράδοξα και ωραία σύνθετα, και καλλιτεχνών λεπτουργήματα γλωσσικά και μουσικά. Τοιαύτα περίπου είναι το _χάος_ και αι _πτέρυγες_ και η _νυξ_ και το _έαρ_ του χορικού των _Ορνίθων_ του Αριστοφάνους. Αληθώς ο Αριστοφάνης λαμβανόμενος ως λυρικός και απαλλασσόμενος του κωμικού φαίνεται αρκετά όμοιος προς τον ανευρεθέντα Βακχυλίδην.
Εξετάζοντες λεπτομερέστερον, παρατηρούμεν ότι η διάλεκτος, τα μέτρα, και τα θέματα του Βακχυλίδου είναι Πινδαρικά. Έχει δε προς τούτοις και Πινδαρικάς τινας αρχάς, την αντιπάθειαν προς την δημοκρατίαν, την θρησκευτικήν γαλήνην, την ελαφράν ηθικολογίαν, ήτις ίσως ήτο συνήθεια των ποιητών, των προσκολλωμένων εις δωρικούς τυράννους. Αλλ' αντί του ισχυρού και σκοτεινού μεγαλείου, όπερ είναι το κύριον του Πινδάρου χαρακτηριστικόν, ευρίσκομεν εδώ εύκολον διαφάνειαν, μαρτυρούσαν την ιωνικήν καταγωγήν και την Σιμωνίδειον διδασκαλίαν. Ο ρυθμός και ο τρόπος του Βακχυλίδου ομοιάζει τόσον συχνά προς τα νεώτερα επύλλια (ballades), ώστε ευκόλως ημπορούμεν να πιστεύσωμεν ότι τους στίχους του έψαλλον και ναύται, όπως λέγει μεν, αλλ' είναι σχεδόν απίστευτον, περί των ιδικών του στόχων ο Θηβαίος. [βλ. σ. 123]. Η μίμησις του Πινδάρου είναι συχνά καταφανεστάτη. Ιδίως εν τη ωραία ε' ωδή, όπου διηγείται τον εν τω Άδη διάλογον του Ηρακλέους και του Μιλεάγρου, η περιγραφή του αετού [στ. 24-26]
_ου νιν κορυφαί μεγάλας ίσχουσι γαίας ουδ' αλός ακαμάτας δυοπαίπαλα κύματα_
ενθυμίζει τον Πίνδαρον αμέσως· επίσης η αστραπιαία και ζωηρά εικών [στ. 63-67]
_ένθα δυστάνων βροτών ψυχάς εδάη παρά Κωκυτού ρεέθροις, οία τε φύλλ' άνεμος Ίδας ανά μηλοβότους πρώνας αργηστάς δονεί_.
Κατά το τέλος της ωδής ταύτης διερωτώμεθα, μήπως ευρέθημεν ενώπιον νέου τινός Πινδάρου. Αλλ' η ωδή εγράφη διά την αυτήν και ο α' _Ολυμπιόνικος_ του Θηβαίου νίκην και κατά το μέτρον είναι ομοιοτάτη προς τον β'. Στρεφόμενοι δε και πάλιν προς τα ποιήματα εκείνα, επανερχόμεθα εις το συμπέρασμα, ότι ο Πίνδαρος είναι απαράμιλλος και μόνος.
Πράγματι το ήκιστα Πινδαρικόν ποίημα του Βακχυλίδου είναι και το κάλλιστον. Η ις' ωδή, _Ηίθεοι ή Θησεύς_, διηγείται τον μέχρι τούδε σχεδόν άγνωστον μύθον, ότι ο Μίνως κομίζων εις την Κρήτην τους επτά νέους και τας επτά κόρας, επείραξεν εντός του πλοίου μίαν εξ αυτών και συνεκρατήθη υπό του Θησέως· ο θυμωθείς ήρως επεκαλέσθη τον πατέρα του, τον Δία, και προεκάλεσε τον Θησέα ν' αποδείξη ότι και αυτός ήτο υιός του Ποσειδώνος· τότε ο Θησεύς επήδησεν εις την θάλασσαν και έγινεν ευμενέστατα δεκτός [υπό της Αμφιτρίτης] και εστεφανώθη και περιεβλήθη πορφύραν εντός των _ερατών_ ανακτόρων, [όπου εχόρευον αι Νηρηίδες]. Ίσως ο Πίνδαρος και πολλοί άλλοι αρχαίοι θα εδίσταζον να παραστήσωσι τον Μίνωα τόσον χονδροειδή ή τον Δία αναγνωρίζοντα αυτόν ως υιόν του κατά τοιαύτην ώραν· αλλ' ουδ' ο Πίνδαρος ηδύνατο να φθάση την χαριτωμένην και διαυγή δροσερότητα, το πνεύμα εκείνο το νεουργόν και την θαλασσινήν πνοήν, ήτις αγλαΐζει την εκ του τάφου αναστηθείσαν ταύτην ωδήν του Βακχυλίδου.