Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 1

Chapter 1333 wordsPublic domain

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic; otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in (). The translator has added many footnotes that were not in the original. The text of these is in most cases included in []. He has also chosen to find and replace the English text of ancient works with the original in ancient Greek. As many Greeks have a better knowledge of English to ancient Greek, I also include the English translation within {}. In some instances there is a difference between the length or even the content of the chosen texts or the text in ancient Greek is not quoted in the book. I have also taken into account the table with errors/omissions of the Greek book.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε (). Ο Μεταφραστής έχει προσθέσει πολλές υποσημειώσεις που δεν είναι μέρος του αρχικού βιβλίου. Το κείμενό τους τις περισσότερες φορές περικλείεται σε []. Επίσης, επέλεξε να βρει και να παραθέσει στην αρχαία γλώσσα όλα τα αρχαία κείμενα που παραθέτει στα αγγλικά ο Murray. Επειδή πολλοί έλληνες έχουν καλλίτερη γνώση των αγγλικών από τα αρχαία ελληνικά, παραθέτω προς διευκόλυνσή τους το αγγλικό κείμενο, εντός {}. Σπάνια, υπάρχουν διαφορές εντός των δυο επιλεγμένων κειμένων (μήκος ή ακόμα και κείμενο) ή το αρχαίο κείμενο δεν υπάρχει στα αγγλικά στο βιβλίο. Έχω λάβει επίσης υπόψη τον πίνακα παροραμάτων του ελληνικού βιβλίου.

GILBERT MURRAY ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΟΥ ΤΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ

ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΙΣΘΕΙΣΑ ΔΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ. ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ

ΥΠΟ

ΣΙΜΟΥ ΜΕΝΑΡΔΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1922

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΤΗΣ ΜΟΥ ΜΗΤΡΟΣ

Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Α Σ Γ. Μ Ε Ν Α Ρ Δ Ο Υ

ΤΟ ΓΕΝΟΣ Ν. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ

ΕΚ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ιστορίας των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων έχομεν ελληνιστί αρκετάς. Πλην των πρωτοτύπων έργων των καθηγητών του Πανεπιστημίου _Κ. Ασωπίου_ (1) _Σπ. Σακελλαροπούλου_ (2) και _Γ. Μιστριώτου_ (3), έχομεν και μεταφράσεις των σπουδαιοτάτων ξένων συγγραφών. Δηλαδή (πλην των παλαιοτέρων) την του _Κ. Οδ. Μυλλέρου_ (4), την συνέχειαν αυτής υπό _Ι. Γ. Δοναλσώνος_ (5), και την υπό _Emil Heitz_ (6), το Εγχειρίδιον του _Β. Κοππίου_ (7), και τέλος την Ιστορίαν της ελληνικής λογοτεχνίας του _W. Christ_ (8). Ιδίως δε το τελευταίον τούτο έργον το πληρέστατον των σήμερον υπαρχόντων, δύναται να χρησιμεύση ως ασφαλής οδηγός εις τας μελέτας των φιλολόγων.

Προφανώς όμως στερούμεθα νεωτέρου συντόμου έργου, αποτεινομένου προς ευρύτερον κύκλον λογίων αναγνωστών μετά της αναγκαίας ακριβείας και σαφηνείας, την δ' έλλειψιν ταύτην εθεωρήσαμεν εξ αρχής ως σπουδαίαν κοινωνικήν ανάγκην, δεομένην ταχείας θεραπείας.

Τοιαύτα σύντομα έργα εδημοσίευσαν από των αρχών του τρέχοντος αιώνος γαλλιστί μεν ο _Α._ και _Μ. Croiset_ (1900) αγγλιστί δε o _Gilbert Murray_ (1902) γερμανιστί δε ο _U. v. Wilamowitz- Moellendorff_ (1912). Τούτων το μεν αξιόλογον Μanuel των αδελφών Croiset είναι περίληψις της πεντατόμου αυτών Histoire de la Litterature Grecque, το δε του Wilamowitz (δημοσιευθέν εν τη σειρά Die Kultur der Gegenwart του _Paul Hinneberg_) αποτείνεται μάλλον προς φιλολόγους εκφράζον τας γνώμας του ρηξικελεύθου καθηγητού, ενώ το προκείμενον έργον του Murray, καίπερ ουχ ήττον νεωτερίζον, δεν είναι τόσον δογματικόν, επειδή δ' εγράφη χάριν ευρυτέρου κοινού (εν τη σειρά Short Histories of the Literatures of the World) υπερέχει των λοιπών κατά την σαφήνειαν και την λογογραφικήν αξίαν.

Ο συγγραφεύς αυτού συνδυάζει τω όντι πολλά χαρίσματα και τίτλους. Είναι βασιλικός καθηγητής των Ελληνικών γραμμάτων εν Οξφόρδη και εταίρος της Βρεττανικής Ακαδημείας, είναι ο νεώτατος εκδότης του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Bibliotheca Oxoniensis, αλλ' είναι και ο ποιητικώτατος του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους μεταφράστης. Ο Murray θεωρείται καλλιτέχνης του αγγλικού στίχου και συγχρόνως είς των γλαφυρωτέρων της σήμερον πεζογράφων. Την ενάργειαν του ύφους του μαρτυρεί και το βιβλίον τούτο, ο δε τρόπος καθ' όν πραγματεύεται, καθώς παρετήρησεν ο _H. Weil_ (9), τα αρχαία πράγματα «dans le style le plus moderne, dans le gout du jour» καθιστά το έργον αληθώς ευάρεστον ανάγνωσμα.

«Η γενική μου μέθοδος (λέγει εν τω προλόγω της α' εκδόσεως του βιβλίου) είναι κάπως προσωπική και ανεξάρτητος των λοιπών. Εζήτησα κατ' αρχάς μεν απροβουλεύτως, έπειτα δε συστηματικώς — να γνωρίσω, όσον είναι δυνατόν — ποίοι άνθρωποι ήσαν οι παντοδαποί Έλληνες συγγραφείς, τι ηγάπα καθείς και τι εμίσει, πώς απέζη και πώς εδαπάνα τον καιρόν του. Εννοείται ότι τοιαύτη ζήτησις είναι δυνατή μόνον κατά την αττικήν περίοδον και ίσως κατά την εξαιρετικήν περίπτωσιν του Πινδάρου. Αλλ' η απόπειρα και αν μη άγη εις σαφή πορίσματα, δεν είναι ματαία. Διότι απαλλάσσει τον μελετητήν από της σφαλεράς αντιλήψεως των Ελλήνων ως ομοιομόρφων, ως πινακοθήκης ομογενών πλασμάτων, εχόντων τας αυτάς ιδέας, πεποιθήσεις και βλέψεις. Αληθώς η ποικιλία των μορφών εκείνων τας κάμνει τόσον ζωηράς, η μεγάλη απόστασις των σκοπών των, η διαφορά των κατορθωμάτων των και η δραστηρία ενέργεια ενός εκάστου, ήτις κατέστησε τα κατορθώματα δυνατά. Ουχί διά της «κλασσικής γαλήνης», ουδέ διά της «λατρείας του ανθρωπίνου σώματος», αλλ' ουδέ διά μόνων των διανοητικών και καλαισθητικών χαρισμάτων ανυψώθησαν εκείνοι από της βαρβαρότητος εις τα ύψη του μοναδικού των πολιτισμού· αλλά δι' ατρύτων κόπων και αγώνων, διά τόλμης και υπομονής, δι' αφοσιώσεως εις αρχάς, εθεώρουν υψηλάς, και προ πάντων διά επιμόνου και βαθείας σκέψεως.

«Αληθώς η εξωτερική, η πολιτική των ιστορία, καθώς πάντων των άλλων λαών, γέμει πολεμικής σκληρότητας και διπλωματικής πανουργίας. Αλλ' η εσωτερική των ιστορία, η ιστορία των στοχασμών, των αισθημάτων και των χαρακτήρων, είναι αληθώς μεγάλη. Είχον εμπόδια ενώπιόν των, σχεδόν ανύπαρκτα εις τον δρόμον ημών. Δεν είχον πείραν αρκετήν, διότι πρώτοι έπραττον τα πάντα· είχον όλως γλίσχρα τα υλικά μέσα και αι συγκινήσεις, οι πόθοι, οι φόβοι και αι ορμαί των ήσαν ίσως σφοδρότεραι και αγριώτεραι των ημετέρων. Αλλ' όμως εδημιούργησαν τας Αθήνας του Περικλέους και του Πλάτωνος».

Η τοιαύτη προς πάσαν άποψιν του αρχαίου βίου προσοχή είναι χαρακτηριστική. Ο Gilbert Murray είναι αντιπρόσωπος της νέας εν Αγγλία σχολής των Ελληνιστών, ήτις ζητεί ν' αναπαραστήση όχι μόνον την λογοτεχνίαν και την καλλιτεχνίαν των παλαιών Ελλήνων, αλλά και να διαδώση τι εφρόνουν εκείνοι περί ζητημάτων, όσα και σήμερον απασχολούσι την κοινωνίαν, περί των προβλημάτων των νέων επιστημών, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής, της οικονομικής, και μάλιστα της πολιτικής επιστήμης, ώστε αι παλαιαί εκείναι θεωρίαι να γίνωσι συντελεσταί της σημερινής σκέψεως και προόδου. Διότι ευλογώτατα πιστεύουσιν ούτοι ότι οι παλαιοί Έλληνες αν και δεν εστερέωσαν μέγα κράτος, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσαι, και οι Ρωμαίοι — και κατόπιν οι Έλληνες του Βυζαντίου, — κατενόησαν όμως κάλλιον παντός άλλου λαού την σχετικήν αξίαν της ανθρωπίνης ζωής, είδον βαθύτερον τα μεγάλα της προβλήματα και αν μη έλυσαν αυτά, επεζήτησαν την προσφορωτέραν λύσιν.

Αληθώς οι Άγγλοι φιλόλογοι καυχώνται ανέκαθεν ότι κατέστησαν την ελληνομάθειαν ενεργόν, ούτως ώστε, καθώς έλεγεν, αρχόμενος της εν Οξφόρδη διδασκαλίας του ο Murray, ο Όμηρος, ο Σοφοκλής και ο Πλάτων είναι δυνάμεις συνεχώς επιδρώσαι εις την αγγλικήν ψυχήν, σχεδόν όπως ο Σαικσπήρος, ο Βάκων και ο Μίλτων».

Τοιαύτης ισχυράς παρορμήσεως έχει, νομίζομεν, ανάγκην και το πολύ κοινόν της Ελλάδος, όπου διδάσκονται μεν επί πολλά έτη καθ' όλην την μέσην εκπαίδευσιν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά δυστυχώς εφαρμόζεται περί αυτών ό,τι λέγει γενικώτερον ο Faguet· «la scolarité est d' abord le triomphe et puis le trombeau des auteurs» (10).

Ημείς πιστεύοντες ότι το κακόν της αδιαφορίας ταύτης σπουδαίον λόγον έχει και την έλλειψιν βιβλίων αρεστών και προσιτών εις αναγνώστας έχοντας άλλην κυρίαν ασχολίαν παρά τας αρχαίας σπουδάς, προέβημεν εις την μετάφρασιν του ωραίου τούτου έργου, ελπίζοντες ότι θ' αγαπηθή τούτο και εν Ελλάδι όσον εν Αγγλία.

Η μετάφρασις γενομένη κατόπιν αδείας του φιλέλληνος συγγραφέως συνετελέσθη από του 1912. Αλλά διά να χρησιμεύση και ως εγχειρίδιον των φοιτητών και εις την γυμνασιακήν διδασκαλίαν, επεχειρήσαμεν κατ' ανάγκην όχι ολίγας προσθήκας, των οποίων αρκετάς επέβαλλεν ο από της συντάξεως αυτού διαρρεύσας χρόνος.

Εν πρώτοις, επειδή ευτυχώς εξηκολούθησεν εν Αιγύπτω η ανακάλυψις ελληνικών παπύρων και δημοσίευσις πολλών και αξιολόγων αρχαίων έργων, προσεθέσαμεν ακριβείς σημειώσεις περί των νέων ευρημάτων και της σπουδαιότητος εκάστου. Διότι άτοπον είναι ν' αγνοή αυτά το πολύ ελληνικόν κοινόν (11) όπερ ώφειλε να δείξη θερμότατον περί των παπύρων διαφέρον. Αλλά δεν εμνημονεύσαμεν, εννοείται, τους πολυαρίθμους παπύρους, όσοι περιέχουσι γνωστά ήδη κείμενα σωζομένων ποιητών και συγγραφέων, διότι τούτο κείται έξω του όμματος του προκειμένου τόμου.

Εξεθέσαμεν έπειτα υπό το κείμενον τας εν τω μεταξύ εκφρασθείσας περί τινων ζητημάτων νέας θεωρίας, ως π. χ. περί του θεάτρου, περί της διδασκαλίας των δραμάτων, περί της συμμετοχής του χορού, περί του σατυρικού δράματος κτλ., παρεπέμψαμεν δε και εις τα νέα σχετικά έργα. Εκ των νέων τούτων γνωμών σπουδαιοτάτη βεβαίως είναι η περί του Ομηρικού ζητήματος, καταλήξασα σήμερον εις τελείαν απόρριψιν της Βολφιανής θεωρίας. Επειδή δε την θεωρίαν ταύτην υποστηρίζει και ο ημέτερος συγγραφεύς, υποσελίδιοι δε παρατηρήσεις δεν θα ήσαν αρκετά σαφείς, καταχωρίζομεν το σχετικόν σημείωμα, κατ' ανάγκην βραχύ, μετά το τέλος του προλόγου τούτου.

Αναγκαίον εθεωρήσαμεν προσέτι να προσαρτήσωμεν βιβλιογραφίαν όπου καταλέγονται αι νεώτεραι και δοκιμώτεραι των συγγραφέων εκδόσεις· διότι παρετηρήσαμεν ότι πολλάκις και αι δημόσιαι βιβλιοθήκαι, αίτινες έχουσιν αρκετάς ελληνικάς εκδόσεις, στερούνται των νέων βοηθημάτων, ευλόγως δ' ελπίζομεν ότι σήμερον και των παλαιών και των νέων επαρχιών αι πόλεις θα φιλοτιμηθώσι να καταρτίσωσι χρησίμους βιβλιοθήκας, τουλάχιστον των Ελλήνων συγγραφέων, αρχαίων, μεσαιωνικών και νέων (12). Ευνόητον δε είναι ότι η βιβλιογραφία αύτη είναι σύμμετρος προς την έκτασιν και τον σκοπόν του έργου τούτου, πολλάκις δε περιωρίσθη εις τα κυριώτατα προς οικονομίαν χώρου.

Άλλη διαφορά της προκειμένης μεταφράσεως είναι ότι ενώ ο συγγραφεύς μεταφράζει πάντοτε τα κείμενα έμμετρα και πεζά, πολλάκις ελευθέρως, ημείς παρεθέσαμεν τα πρωτότυπα μετά των σχετικών παραπομπών, θεωρούντες οικειότερον προς αυτά τον κύκλον των ημετέρων αναγνωστών (13). Προσφεύγοντες δε συχνότερον εις τα κείμενα, επηνωρθώσαμεν ενίοτε φανεράς τινας παραδρομάς. Ουχί δε άπαξ εδηλώσαμεν και την διαφοράν της ημετέρας γνώμης. Αλλ' ίνα μη το βιβλίον μεταβάλη χαρακτήρα, απεφύγομεν τούτο, όσον ήτο δυνατόν. Διά τον αυτόν δε λόγον δεν επεξετείναμεν το τελευταίον κεφάλαιον του βιβλίου, το συντομώτατα πραγματευόμενον ως παράρτημα τα μετά τον Δημοσθένην.

«Όπως χρησιμοποιήσω κάλλιστα τον καθωρισμένον εις εμέ χώρον (λέγει ο συγγραφεύς), επιτύχω δε ποιάν τινα ενότητα του συνόλου, περιώρισα πολλαχώς τον σκοπόν του βιβλίου τούτου. Θεωρών τας Αθήνας ως το μόνον μέρος της Ελλάδος, περί ού έχομεν αρκετάς πραγματικάς ειδήσεις, επεχείρησα τρόπον τινά να συγκεντρώσω την προσοχήν του αναγνώστου εις την αττικήν περίοδον, την από Αισχύλου μέχρι Πλάτωνος. Περιώρισα λοιπόν εις το ελάχιστον την εξιστόρησιν της φιλοσοφίας και μετά πολλής στενοχωρίας απεφάσισα να παραλείψω εντελώς τον Ιπποκράτη και τους άλλους επιστήμονας. Τέλος δε διέκοψα την αφήγησιν εις τον θάνατον του Δημοσθένους και προσήρτησα μόνον ταχύ και ίσως δογματικόν διάγραμμα της μεταγενεστέρας λογοτεχνίας μέχρι της πτώσεως της αρχαίας θρησκείας, παραλείπων και βιβλία τόσον σπουδαία ως τους _Χαρακτήρας_ του Θεοφράστου και την _Περί ύψους_ πραγματείαν».

Ο μεταφράστης διδάσκων από του 1908 εν τω Πανεπιστημίω της Οξφόρδης την ιστορίαν της ελληνικής γλώσσης και των γραμμάτων, την από του σχηματισμού της αρχαίας κοινής διαλέκτου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν, από δε του 1911 παραδίδων το αυτό μάθημα εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω έτι εκτενέστερον, ήτοι αρχόμενος από των αρχαιοτάτων χρόνων, παρασκευάζει πεντάτομον Ιστορίαν της ελληνικής γραμματείας (14), αρχομένην από του Ομήρου και λήγουσαν εις τον Ροΐδην και τον Παλαμάν. Τοιαύτη μόνον ιστορία παριστάνει την ημετέραν γραμματείαν οποία πραγματικώς είναι, όχι δηλαδή ως πάλαι ποτέ νεκρωθείσαν, αλλ' ως αδιακόπως εξακολουθούσαν από τριών χιλιάδων ετών τον μοναδικόν της δρόμον.

Αλλ' έργον τόσον διεξοδικόν, όσον και αν είναι μετά εκατονταετή ελεύθερον βίον απαραίτητον εις το έθνος, είναι δυστυχώς απίθανον ότι θα εκδοθή ελληνιστί — τουλάχιστον εντός των προσεχών ετών, — ένεκα δυσκολιών πολλών, των οποίων μία βεβαίως είναι και ο πενταπλασιασμός, της τυπογραφικής δαπάνης.

Και του προκειμένου εγχειριδίου η έκδοσις αρξαμένη από του 1915, προσέκοψεν ένεκα του πολέμου εις την έλλειψιν ομοιομόρφου χάρτου. Όθεν υπήρξεν αναγκαίον να διαιρεθή εις δύο τεύχη, ών το πρώτον (μέχρι της σελ. 208) εδημοσιεύθη τω 1916, το δε δεύτερον και τελευταίον παραδίδεται σήμερον εις την φιλομουσίαν του ελληνικού κοινού.

&Σ. Μ.&

Εν Αθήναις 25 Μαρτίου 1922.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Η καθ' όλον τον παρελθόντα ΙΘ' αιώνα κρατήσασα θεωρία του Φριδ. _Wolf_ (1795) από των αρχών του τρέχοντος ήρχισε να καταρρέη, σχεδόν αφ' εαυτής.

Η άρνησις δηλαδή της ενότητος των Ομηρικών επών, στηριζομένη κυρίως εις την υπόθεσιν ότι κατά τον ένατον π. Χ. αιώνα δεν υπήρχε γραφή, παρεθάρρυνε τους Γερμανούς ιδίως φιλολόγους ν' ανευρίσκωσιν εκ πόσων και ποίων παλαιών μικροτέρων τεμαχίων και νεωτέρων προσθηκών είχον συρραφή κατά τον έκτον π. Χ. αιώνα υπό διαφόρων στιχουργών η _Ιλιάς_ και η _Οδύσσεια_. Επειδή δε μέτρον του τεμαχισμού τούτου ήτο φυσικά το ίδιον εκάστου κριτήριον, το ζήτημα κατά την φράσιν του _Blass_, κατηντήσε «τέλμα». Ούτω δύο των επιφανεστέρων φιλολόγων — ίνα παραλείψωμεν τους αφανεστέρους — ο επιγραφικός _A. Kirchoff_ ετεμάχιζε την _Οδύσσειαν_ (15) ο δε _W. Christ_ την _Ιλιάδα_ (1884). Συγχρόνως δε ο von Wilamowitz-Moellendorff (16) ανεύρισκεν εντός των δύο επών ίχνη πολλών διασκευαστών, παραχαρακτών, συμπιλητών και άλλων απροσκλήτων συνεργατών, ο δε _Carl Robert_ (17) διεμέλιζε κατ' άλλον ευφυά τρόπον την _Ιλιάδα_ τω 1901. Τοιουτοτρόπως ολίγιστοι απέμενον υπερασπισταί της ενότητος των επών, εξ αυτών δε διεκρίνοντο ο _Andrew Lang_ εν Αγγλία (18) και ο _Carl Rothe_ εν Γερμανία. Αλλά μετ' ολίγον τα πράγματα μετεβλήθησαν ουσιωδώς, καθώς αρκούσι να μαρτυρήσωσι τα επόμενα βιβλία, καίπερ πολλαχώς διαφωνούντα (19).

Τω 1904 ο _Fr. Blass_ εξέδωκεν το έργον (20) όπου ανεύρισκε και αυτός νοθείας της _Οδυσσείας_. Αλλά παραβάλλων τας δήθεν ανακολουθίας αυτής προς τον _Φάουστ_ του _Goethe_, εφώνει δικαίως προς τους πατριώτας του (σ 10) «ψέγετε και κατακόπτετε την _Οδύσσειαν_· και τυφλοί και μωροί, δεν βλέπετε ότι όλοι σας οι ψόγοι επαναπίπτουσιν εκατοντάκις περισσότεροι κατά του μεγίστου έργου του μεγίστου των ποιητών σας».

Δύο έτη βραδύτερον ο Άγγλος εκδότης των Ομηρικών επών και ύμνων, _I. W. Allen_, επαινών τον νεωτερισμόν του _Blass_ αντέτασσεν αυτόν προς την στενότητα των ιδεών των προτού και των συγχρόνων (21).

Τω 1909 εν Γαλλία ο λαογράφος _Α. van Gennep_ μελετών αρχαιολογικώς και λαογραφικώς το ζήτημα (22), συνεπέραινεν (σ. 60) ότι «εάν συνδέσωμεν τα ποιητικά φιλολογικά και αρχαιολογικά τεκμήρια, υποχρεούμεθα να αναγάγωμεν τα Ομηρικά έπη εις τον όγδοον ή ένατον π. Χ. αιώνα και να τοποθετήσωμεν αυτά εις τας νήσους . . . . Ταύτα κατά μέγα μέρος εποιήθησαν υπό μεγαλοφυούς ποιητού, όστις εχρησιμοποίησε μεν αρχαιοτέρας λαϊκάς παραδόσεις, αλλ' εξ αυτών συνέθεσεν έν αρμονικόν όλον».

Μετ' ολίγον ο _Carl Rothe_ εξέδωκε το περί _Ιλιάδος_ έργον (23) συμπεραίνων ότι «αι περί του χαρακτήρος του ποιήματος έρευναι καθιστώσι φανερώτερον ότι η ενότης αυτού δεν δύναται να είναι ή έργον συνειδητής δημιουργίας».

Τω 1911 ο γνωστός Ολλανδός φιλόλογος, ο κατόπιν εκδότης της Ιλιάδος (1912) και της Οδυσσείας (1917) _J. van Leeuwen_ εξέδιδε βιβλίον περί της συνθέσεως των επών (24)· αντικρούων δε τους Βολφιανούς έγραφεν εν τη «Μνημοσύνη» (25) ότι «και άλλα έθνη είχον ποιητάς, υμνήσαντας τους ήρωάς των αλλά μόνον η Ελλάς είχεν Όμηρον, οι δε κερματίζοντες αυτόν . . . καταστρέφουσιν αυτήν την ποίησιν του αθανάτου έπους». Εν δε τοις Προλεγομένοις (Ilias σ. XXII) επιφωνεί «Una haec via salutis. Ουχί εκ βιβλίων άλλων, αλλ' εξ αυτού του Ομήρου πρέπει να ζητηθή και δύναται να ευρεθή η γνώσις του Ομήρου».

Πολύ λεπτομερέστερον αναλύων προσφάτως (1914) εν Γερμανία την _Ιλιάδα_ ο _Erich Bethe_, κατέληξεν εις το πόρισμα, ότι «η ημετέρα _Ιλιάς_ στηρίζεται μεν επί παλαιού περιφήμου έπους 1500 περίπου στίχων . . αλλ' ιδρύθη επί στερεού, ζωηρότατα συγκινούντος και εις πέρας αγομένου σχεδίου. Βεβαίως στίχοι τινές παρενεβλήθησαν, αλλ' ουχί σκηναί» (26).

Κατά το αυτό έτος ο _Georg Finsler_ εξέδιδε το δεύτερον τον Homer αυτού και εν μεν τω α' τόμω εξήταζε «τον ποιητήν και τον κόσμον του» [εν δε τω β' (1918) την σύστασιν των επών] (27). Εν άλλω βιβλίω (28) τω 1912 αναπτύσσων τας περί του Ομήρου γνώμας των νεωτέρων, τας από _Dante_ μέχρι _Goethe_, επέλεγε· «προ πάντων ας αναγνωρίσωμεν το πρόσωπον του ποιητού» και ηύχετο επάνοδον «εις τους αλησμονήτους καιρούς του _Herder_».

Τοιουτοτρόπως ο _A. Shewan_ συνώψιζε την από του τέλους του ιθ' αιώνος μέχρι του 1912 ιστορίαν του Ομηρικού ζητήματος διά της λέξεως Reaction (αντίδρασις) (29). Ο δε Γάλλος _L. Laurand_ (30) τω 1913 επέγραφε το τελευταίον του βιβλιαρίου του κεφάλαιον «Écroulement des theories de Wolf» περαίνων το προηγούμενον εις την φράσιν «Sic transit gloria Wolfii!»! (σ. 60).

Αλλά σημειωτέον ότι ο Wolf εις την θεωρίαν του (31) παρήχθη εκ λόγων όχι τόσον εσωτερικών, δηλαδή των λεγομένων αντιφάσεων των επών, όσον εξωτερικών, της ελλείψεως γραφής, και εστήριξεν αυτήν εις επιμελέστατα συλλεχθείσας μαρτυρίας περί της συγκεχυμένης παραδόσεως αυτών (βλ. σελ. 77 σημ. 38, σελ. 143 σημ. 5, σελ. 147 σημ. 9).

Των μαρτυριών όμως τούτων ουδεμία είναι αρχαιοτέρα του Κικέρωνος, άλλου δε γνωστού συγγραφέως μόνον η του Ιουδαίου Ιωσήπου, αι δε πλείσται προέρχονται εξ ανωνύμων σχολίων (άπερ είχε προσφάτως εκδώσει ο _Villoison_) και του Σουίδα. Αλλά ποία κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής δουλείας κατέλαβε τους πενομένους λογίους της Ελλάδος ολιγωρία και ακρισία, βλέπομεν συχνά μεν παρά τω Παυσανία, συχνότατα δ' εν τω Λεξικώ του Σουίδα, όπου συνεφορήθησαν πλείστα χωρία τοιούτων γραμματικών (32). Οι δε προσάγοντες ως αρχαίον μάρτυρα και τον Ιωάννην Τζέτζην, τον ταλαίπωρον στιχουργόν των Κομνηνείων χρόνων, αγνοούσι βεβαίως ότι ο δεινός εκείνος Ομηριστής ηρμήνευε τα κατά την κρίσιν του Πάριδος ως εξής· «ρήτωρ γεγονώς ο Αλέξανδρος, πολλά συγγεγράφηκεν, οίμαι δε και αρχαιολογίας λόγους εξέθετο, οι δε ποιηταί εμυθεύσαντο ως θεαίς τε κριτής εγεγόνει και Αφροδίτη το μήλον επέδωκεν», έγραφε δε καυχώμενος ο Τζέτζης

_εμοί βιβλιοθήκη γαρ η κεφαλή τυγχάνει._

Αλλά και των μεταγενεστέρων τούτων μαρτυριών ουδεμία λέγει ότι επί Πεισιστράτου _συνετέθησαν_ τα Ομηρικά έπη, αλλά μόνον ότι _συνηθροίσθησαν_ και _κατετάχθησαν_, η δε υπόθεσις της συνθέσεως ανήκεν εις τον _Wolf_, όστις ενόμιζεν αυτήν ως ιστορικήν· historia loquitur (σ.142).

Αλλά σύνθεσις _Ιλιάδος_ και _Oδυσσείας_ εκ μικροτέρων ασμάτων επί Πεισιστράτου ή Ιππάρχου εν Αθήναις είναι πράγματι απιθανωτάτη, υποστηρίζεται δε μόνον υπό ολιγίστων, εν οίς ο _Μurray_ εν Αγγλία (33) και ο _Cauer_ εν Γερμανία. Ως ορθώς παρατηρεί ο _v. Leeuwen_, και αν πιστευθή η μεταγενεστέρα παράδοσις, αύτη αναφέρεται μόνον εις την αθηναϊκήν έκδοσιν των επών, ουχί δε εις την σύνθεσιν αυτών. Και πρώτον ποίος επετέλεσεν αυτήν; Ως άνδρας δυναμένους να «βοηθήσωσι» τους τυράννους εις την σύνθεσιν ο _Wolf_ μνημονεύει nominatim Ορφέα τον Κροτωνιάτην, τον ποιητήν των _Αργοναυτικών_, τον Ονομάκριτον τον Αθηναίον, Σιμωνίδην τον Κείον και τον Τήιον Ανακρέοντα». Αλλά περί μεν του Ονομακρίτου εφρόντισε να μας είπη ο Ηρόδοτος (Ζ, 6') ότι «επ' αυτοφώρω αλούς υπό Λάσου του Ερμιονέως εμποιέων εις τα Μουσαίου χρησμόν» εξωρίσθη υπό του Ιππάρχου, βδελυσσομένου τας παραποιήσεις αρχαίων ποιητών. Ο δε Σιμωνίδης αντί πόσου μισθού ειργάσθη και διατί απέκρυψε το κατόρθωμά του; Του δε Τηίου μελωδού η λύρα προφανώς δεν ήτο κατεσκευασμένη διά πράγματα τόσον τραγικά. Απομένει λοιπόν ο Ορφεύς ο Κροτωνιάτης· αλλ' αν ούτος συνειργάσθη, διατί φέρεται γράψας _Αργοναυτικά_ και ουχί _Ιλιάδα_ και _Οδύσσειαν_, αφού παρέλαβε μόνον άσματα διεσπαρμένα; Αλλά και αν όντως υπήρχε τότ' εν Αθήναις άλλος ποιητής, κρυπτόμενος υπό το ψευδώνυμον του Ομήρου, γεννώνται μέγισται απορίαι. Πώς κατώρθωσεν ο ποιητής εκείνος εκ των παλαιών «συγκεχυμένων ασμάτων» ν' αναπλάση όλην την προ 400 ή 500 ετών ιστορικήν περίοδον, αφού και πράγματα και έθιμα και γλώσσα είχον εν τω μεταξύ σπουδαιότατα μεταβληθή; Ούτω κατά τα 550 π. Χ. αι Μυκήναι είχον ήδη αφανισθή υπό του Άργους, και τούτου ισχυροτέρα είχεν αυξηθή η Σπάρτη, εν Ασία δ' είχον επικρατήσει καθώς ήδη παρετηρήθη, αι αποικίαι, προς δυσμάς δε όπου εμυθολόγει τας πλάνας του ο Οδυσσεύς, ήκμαζεν η Μεγάλη Ελλάς και η Σικελία, εις τους στρατούς είχεν εισαχθή το ιππικόν, εκ δε των πολιτειών είχον εκπέσει οι διοτρεφείς βασιλείς, και τα οχυρά των επί των ακροπόλεων μέγαρα είχον αντικαταστήσει ναοί των θεών. Εις την θρησκείαν επεφάνησαν νέοι θεοί, ο Διόνυσος, η Δημήτηρ και η Κόρη, ελατρεύθησαν ήρωες, ιδίως οι Διόσκουροι, οι κατά την _Οδύσσειαν_ αποθανόντες αδελφοί της Ελένης. Οι Δελφοί προσέλαβον δύναμιν μεγίστην, αντί δε της Ομηρικής «δίκης» και «θέμιδος» και της «αιδούς» υπήρχον πλέον «ρήτραι» και «θεσμοί» και «νόμοι». Τα κοινωνικά έθιμα είχον μεταβληθή και μάλιστα όχι προς το βέλτιον, αν παρατηρήσωμεν πόσον υψηλήν είχε θέσιν η Ελένη εν τω γ και η Αρήτη εν τω η και πόσον υποδεεστέραν είχεν εν Αθήναις θέσιν η σύζυγος και επ' αυτού του Περικλέους. Γλωσσικώς δε μόνον η εκ της ιωνικής διαλέκτου εξάλειψις του δίγαμμα δεικνύει πόσον ήτο το από του 800-550 π. Χ. ιστορικόν χάσμα.

Αλλ' ας ομιλήσωμεν και άλλως. Ήτο δυνατόν να συντελεσθή τοιαύτη «σύνθεσις» επών επί Ιππάρχου και να μη ακούση τίποτε ο Ηρόδοτος, ο ακούσας και διατυμπανίσας την μικράν πλαστογραφίαν του Ονομακρίτου; Ηδύνατο να παραπλανηθή την επαύριον ο Θουκυδίδης, ο γινώσκων και τας ελαχίστας λεπτομέρειας περί των Πεισιστρατιδών; Ήτο εύκολον ν' απατηθή ο Αριστοτέλης, ο γινώσκων τόσον ακριβώς την ιστορίαν του έκτου αιώνος των Αθηνών, και να θαυμάζη ως κατόρθωμα του παλαιού «θεσπεσίου» Ομήρου την «σύστασιν» των δύο επών, ενώ ακριβώς η σύστασις αύτη ήτο έργον άλλου, σχεδόν προχθεσινόν; Πάντως φανταζόμενοι τους μεγίστους εκείνους των αρχαίων ιστορικών ερευνητών ως ετοίμους να χάψωσι τας παραποιήσεις οιουδήποτε Συμαίου Σιμωνίδου, κάμνομεν φοβερόν αναχρονισμόν.

Αλλά καταβιβάζοντες αυθαιρέτως την σύνθεσιν των δύο επών από του παραδιδομένου χρόνου και τόπου, ήτοι από της Ιωνίας του 820 π. Χ. εις τας Αθήνας του 520, έν και μόνον έχομεν σπουδαίον εκ πρώτης όψεως πλεονέκτημα, την υποτιθεμένην περισσοτέραν τότε διάδοσιν της γραφής και της αναγνώσεως. Αληθώς εις την απόδειξιν ότι ο Όμηρος εντελώς ηγνόει την γραφήν και ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα τα παλαιά των αοιδών έπη» επέστησε την προσοχήν ο _Wolf_ (σ. 156) αύτη δ' έπεισε τους πλείστους Βολφιανούς. Και ο ημέτερος συγγραφεύς πιστεύει (σ. 22 του ανά χείρας βιβλίου) ότι «τα δύο έπη προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί τα 470 π. Χ . . . μόλις 40 έτη βραδύτερον· ο Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον».