Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 9
Και τα κύματα πότε μας πηδίζουν, Που 'ς τα νέφη σου φαίνεται πως να σαι, Και πότε τόσο ανέλπιστα βυθίζουν, Που μην ανοίξη η κόλαση φοβάσαι· Οι κουπηλάταις κατά με γυρίζουν, Βλασφημούν, και μου λένε Ανάθεμά σε. Η θάλασσα αποπάνου μας πηδάει, Και το καράβι σύψυχο βουλιάει.
Με χέρια και με πόδια ενώ 'ς εκείνη Την τρικυμιά, που μ' άνοιξε το μνήμα, Τινάζομαι με βία, και δε μ' αφίνει Να βγάλω το κεφάλι από το κύμα (74), Βρίσκομαι η έρμη ανάποδα 'ς την κλίνη, Που άλλαις φοραίς τη ζέσταινε το κρίμα, Και πικρότατα κλαίω πως είναι δίχως Το στεφάνι, που μώταξες, ο τοίχος.
Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ
_Καθώς εσημείωσα εις την υπόθεση, έμπαινε εις το σχέδιο του ποιήματος ένας Ιερέας θυσιασμένος από τον Αλή Πασά_.
10
Έψεναν τον ιερέα, και ο Αλής εφώναζε των δούλων του,
_Τα κάρβουνα του σκύλου ανάρια ανάρια._
Είχε μίαν απίστευτη ιλαρότητα. Πώς; τάχα αναπαύεται εις δροσερή χλωρασιά; Και ο Αλής περιπαίζοντάς τον «Τι σου φαίνεται, άγιε άνθρωπε; βλέπω καλά ότι είσαι συνειθισμένος να θαυματουργής· ολοένα γυρίζεις, δίχως να κινάς μήτε χέρι, μήτε πόδι, κ' είσαι όλος ένα κομμάτι. Εύγε σου· Παρακάλει τον Ιησού να σε σώση το γληγορότερο.» Τότε ο ιερέας κινώντας τα χείλη του πλέον φλογερά από τ' ανθράκια, έλεγε· «Ευλογημένη τούτη η φλόγα! Ακούω φτερούγιασμα που έρχεται μακρόθε, και μου φέρνει την ευωδία του κρίνου. Α! σε θωρώ, άγιε Άγγελε! Βέβαια εσύ θα έβρεξες δροσιά απάνου εις τούτα τα κάρβουνα, όμοια μ' εκείνη των παιδιών εις την κάμινο. Τι κάνει αυτός; Τεντώνει τ' αθάνατο δάχτυλο, και γράφει γράφει εις τον αέρα, ωσάν εις μάρμαρο, με πύριναις γραμμαίς πράματα τα οποία δεν εννοώ.»
_Εις το όραμα του ιερέα εφαίνετο ο Θάνατος του Πατριάρχη, και οι Βασιλείς της ιεράς Ενώσεως που εκαταπολεμούσαν την Ελευθερία. Έβλεπε και Τούρκων κεφαλαίς οπού εροβολούσαν μέσα εις τον λάκκο που ετριγύριζε το πολιορκημένο Μεσολόγγι, και ο ενθουσιασμένος μάρτυρας τους εφώναζε·_
Σταθήτ' εκεί· δε σας ξυπνάει 'ς τον λάκκον Η κραυγή των σκυλιών και των κοράκων.
Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ
11
«Επήγαινε με βία και δεν αργούσε· »Κύτταξέ με να ιδής πώς εκυττούσε.»
12
«Ετέλειωσες της θλίψης τον αγώνα· «Έλα κοντά μου, ερωτική τρυγόνα.»
13
Γυναίκα, ωιμέ, την εδική του κόρη!
14
Και τριγύρου τ' αυτί δεν αγροικάει Πάρεξ το ρεύμα οχ το κουπί πού στάει.
15
Τρέμει 'ς την πρύμνη η κόρη καθισμένη, Ξέπλεκα ομπρός ως κάτου τα μαλλιά της Να μη δη το φεγγάρι που προβαίνει.
16
Λογιάζει . . . . . . . . . . . . Κάθε εμπόδιο που βρίσκει 'ς το κουπί του, Πώς το κορμί της θυγατρός του αμπώχνει.
17
Και μήπως, 'ς τη στιγμή που θε ν' αράξη, Το κύμα 'ς τη στεριά του την πετάξη.
ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΑ
&Οπού τραγουδάει η Μαρία&
_Η Μαρία στέκει 'ς το παραθύρι, οπού αγναντεύει τη θάλασσα, περιμένοντας τον Λάμπρο· τραγουδάει η απαρηγόρητη μάννα, πρώτα «Τα δύο Αδέλφια», και ύστερ' από μικρή παύση την «Τρελλή Μάννα»._
Οι δυστυχείς, _σημειώνει ο ποιητής_, συνειθούν να τραγουδούν άσματα ανάλογα με την κατάστασή τους.
17
ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ
Ομοίως τ' αγγελούδια, Ανέσπερα αστέρια, Του Πλάστη απ' τα χέρια, Εβγαίναν λαμπρά
Κ' εφώναξαν· χαίρε, Νεοφώτιστο θάμα! Κ' εδένοντο αντάμα Με την αγκαλιά.
Και τ' άνθη απ' τα δέντρα Ξεπέφτουν, ιδές τα, Παράπολυ η ζέστα Του ηλιού τα βαρεί·
Ξεπέφτουν ανάμεσα 'Σ τα χόρτα του τόπου, Ως πέφτει του ανθρώπου Του μαύρου η ζωή.
Η Αυγούλα πού να 'ναι; Κοντεύει το βράδυ, Που μαύρο σκοτάδι Ξαπλώνει 'ς τη γη.
Πηγαίνει εκεί που ναι Ψηλό κυπαρίσσι, Πηγαίνει 'ς τη βρύση· Δεν είναι ούδ' εκεί . .
'Σ τ' αλώνι, 'ς τ' αμπέλι, 'Στο δρόμο κυττάζει, Και τέλος φωνάζει· «Αυγούλα μου, Αυγή!
«Αυγή μου» συχνότατα Του βγήκε απ' τα στήθη, Και «Αυγή μου», απεκρίθη Μία άλλη φωνή.
Πως είν' της Αυγούλας Ο Ανθός εστοχάσθη, Και πρόθυμα εβιάσθη Κατά την Αυγή.
Εγύρευε ανήσυχος, Ωσάν περιστέρι, Για νάβρη το ταίρι, Και δεν του βολεί·
Και τρέχει και τρέχει Παντού να κυττάξη, Και δίχως να κράξη Δε μνέσκει στιγμή.
'Στο μάτι μακρόθεν Ο τοίχος ασπρίζει, Και γύρω του ανθίζει Η δάφνη, η μυρτιά·
Αλλά άνανθη κλαίει, Ομπρός εις τη θύρα, Του ανθρώπου τη μοίρα Κλωνόγυρτη ετιά.
Την είδε προβαίνοντας 'Σ τη μέση, κ' εφώναξε· «Αυγούλα μου, ετρόμαξε »Ο Ανθός σου πολύ.»
Ετούτα λαλώντας, Κοντά της πηγαίνει· Η Αυγούλα σωπαίνει, Και δεν του μιλεί.
Προσκέφαλο κόκκινο Της κείται αποκάτου, Κρεβάτι θανάτου Στενό και πικρό·
Θανάτου στεφάνι Τριγύρου 'ς την κόμη· Είν' όμορφη ακόμη 'Σ την όψη πολύ.
Ο Άγγελος ίσως, Που παίρνει το μίλημα, Της πήρε με φίλημα Γλυκό την ψυχή·
Γιατί έχει χαμόγελο Ακόμη 'ς το στόμα, Που λες και 'ς το χώμα Δεν πρέπει να μπη.
Δεν είν' πεθαμένη· Την όψη τηράτε Κοιμάται, κοιμάται, Εις ύπνο βαθύ.
Ανήσυχου ονείρου Τρομάρα, μαυρίλα, 'Σ τα χέρια, 'ς τα χείλα, Τα χρώματα σβυεί.
Τη γυρεύε τόσο, Και τέλος την βρέσκει Ακίνητος μνέσκει Για να τη θωρή.
(Καθίζει εις το προσκέφαλο σιμά 'ς την Αυγούλα)
Αθώα πεταλούδα, 'Σ της κάψας την λαύρα, Γυρεύει μιαν αύρα Για να δροσισθή·
Κ' εκεί κατά τύχη Σε μνήμα ακουμπάει, Που ξάφνου φυσάει Μία αύρα γλυκή·
Το φύσημα αισθάνεται, Που στέλνει τ' αέρι, Κ' η αθώα δεν ηξέρει Πού κάθεται, πού.
«Ψυχή μου» την κράζει Το ανήλικο στόμα· Δεν ξέρει το σώμα Πως είναι νεκρό·
Πως είναι 'ς τον τόπο, Που δρόμο δεν έχει Λαμπρά να μην τρέχη Λευκότατο φως.
Γλυκόφωνο σήμαντρο, Που κράζει απ' το σπίτι Τον γέρον ερμίτη Να πη το σπερνό·
Ω σήμαντρο, οπότε Καλείς εις το μυρι- στικό πανηγύρι, Η ηχώ σου τερπνή·
Αλλ' όποτε, ω σήμαντρο, Πεθαίνουν αθώοι, Κι' αργό μυρολόι Αρχίζεις, — πικρή·
Τον ήχο που τώρα Συ κάνεις, μην πάψης· Αλλ' άργειε να κλάψης Ανθρώπου θανή·
Κ' εγώ θέλει παρα- καλέσω την φύση, Να μη σε γκρεμίση Σεισμού ταραχή.
Του Εσπέρου την λάμψη, Θωρώ να προβάλη 'Σ την έρμην αγκάλη Ψηλά τ' ουρανού.
Κ' εκεί 'ς του θανάτου Τ'ς Αυγούλας κρεβάτι, Συρίζει δροσάτη Πνοή του βραδιού,
Και τ' άνθη απ' το σώμα Τ'ς Αυγής εσκορπούσε, Την κόμη κινούσε Τ'ς Αυγής και τ' Ανθού (75).
Της παίρνει με χέρι Αργό το στεφάνι, Το βάνει, το βγάνει Απ' την κεφαλή,
«Η μέρα βραδυάζει· »Αυγούλα, πηγαίνω· »Κοντά σου πεθαίνω »Αν μείνω μ' εσέ·
«Αυγούλα, αν δεν έλθης, »Για πάντα σε αρνούμαι· »Φοβούμαι, φοβούμαι, »Μην έβγουν νεκροί.
«Αυγούλα, για ξύπνα, «Για ξύπνα, κι' αν λάχη »Και σ' εύρουν μονάχη, »Πεθαίνεις και συ.»
'Στη μάννα παγαίνει Τη βρέσκει που κλαίει, Και «Μάννα» της λέει, Μην κλαις, που 'μαι εδώ.
Η Αυγούλα κοιμάται, »Αλήθεια σου λέω· »Μην κλαις, γιατί κλαίω, »Μαννούλα, κ' εγώ·
«Ιδού το στεφάνι· »Μην γέρνης 'ς την άλλη »Μεριά το κεφάλι, »Τα μάτια μην κλειής·
«Σ' τ' αφίνω 'ς τα γόνατα, »Κι' ακόμη αν αργήση »Η Αυγή να ξυπνήση, »Εμέ το φορείς».
Η ΤΡΕΛΛΗ ΜΑΝΝΑ Ή το κοιμητήριο.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ
19
Τώρα που η ξάστερη Νύχτα μονάχους Μας ηύρε απάντεχα, Και εκεί 'ς τους βράχους Σχίζεται η θάλασσα Σιγαλινά·
Τώρα που ανοίγεται Κάθε καρδία 'Σ την λύπη, ακούσετε Μίαν ιστορία, Που την αισθάνονται Τα σωθικά.
Σε κοιμητήριο Είναι στημένα Δύο κυπαρίσσια _Αδελφωμένα_, Που πρασινίζουνε Μέσ' 'ς τους σταυρούς.
_Όταν μεσάνυχτα_ Καταβουΐζουν _Οι άνεμοι, αν τά βλεπες_ Πώς κυματίζουν, _Έλεες πως κράζουνε_ Τους ζωντανούς.
Δύο αδέλφια δύστυχα Κοιμούνται κάτου Τον ανεξύπνητον Ύπνον θανάτου, Κ' έχασε η μάννα τους Τα λογικά (76).
Τα μαύρα! επαίζανε Εκεί οπού στέκει Ο πύργος· κ' έπεσε Τ' αστροπελέκι, Κι' άψυχα τ' άφησε, Τα θλιβερά (77)
Ροδοστεφάνωτα Ασπροεντυμένα Τα κατεβάσανε Αγκαλιασμένα Μέσα εις την ύστερη Αλησμονιά (78).
Δεν άκουες βάβυσμα Χαμένου σκύλου·
Πουλιού δεν άκουες Λάλημα, ή χείλου, Η κλωνοφλίφλισμα Να πνέη τερπνά·
Νερομουρμούρισμα, Οπού αναβρύζει, Και τ'ς επιτύμβιαις Πέτραις δροσίζει, Μόλις αντίσκοβε Τη σιγαλιά.
Θανής δεν έμνεσκαν Άλλα σημεία, Πάρεξ του λίβανου Η μυρωδία, Οπού εχυνότουνε 'Σ την ερημιά.
(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας).
Στέκει, μυρίζεται Εις τον αέρα, Και συλλογίζεται, — Μαύρη μητέρα! — Σαν κάτι να θελε Να θυμηθή.
'Σ τον τοίχο σύρριζα Σκύφτει, κυττάει, Γλυκολυπούμενη Χαμογελάει Κατά τα εντάφια Χόρτα πικρά.
Κατά τα σύγνεφα, Κατά τ' αστέρια, Τρεμομανιάζοντας Ρίχτει τα χέρια, Και κλαίει και ρυάζεται Τρομαχτικά.
Της πέφτουν έπειτα, Και ληθαργίζει, Και πάλε αρχίναε Να τριγυρίζη Το περιτείχισμα Πασπατευτά. (79).
Γύριζε, γύριζε, Τέλος εμπαίνει 'Σ το σημαντρήριο, Και τ' αναιβαίνει, Τα ίχνη αλλάζοντας Σπουδαχτικά.
Ήτον 'ς την άλαλη Τη μοναξία Στρογγυλοφέγγαρη Φωτοχυσία, Σαν τη λαμπρόπλαστη Πρωτονυχτιά·
Όμως η δύστυχη, Ξεφρενωμένη, (80) Κυττάζει ολόγυρα Τετρομασμένη, Πράχνει τα σήμαντρα, Κράζει σφιχτά.
«Γλήγορα ας φύγουνε »Απ' τα λαγκάδια »Κεια τα φριχτότατα »Πυκνά σκοτάδια· »Αχ! με πλακώνουνε »Μέσ' 'ς την καρδιά.»
»Γλήγορα ας φύγουνε, »Δεν τα πομένω, »Μοιάζουνε, μοιάζουνε. »Με το σχισμένο »Ρούχο, που σκέπασε »Τα δυο παιδιά.»
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά.
»Από την έρημη »Αναφωνήτρα, »Που ναι εις τους δύστυχους »Παρηγορήτρα, »Είχαν δυο ξέμετρα »Τα δυο παιδιά·»
«Τα χω 'ς τον κόρφο μου, »Και τα φυλάω· »Με αυτά τα ξέμετρα »Θε να μετράω »Τα δυο τους μνήματα »Καθημερνά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά.
«Βραχνό το ψάλσιμο· »Τα κεριά αχνίζουν »Του νεκροκρέβατου »Τα ξύλα τρίζουν (81) »Αργά τα σήμαντρα, »Και τρομερά».
«Ναι, ναι, απεθάνανε· »Μέσα 'ς το σκότο »Τα κατεβάσανε, — »Ακούω τον κρότο, — »Τα κατεβάσανε »Βαθιά βαθιά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά
«Γιατί τινάζετε »Πάνω τους χώματα; »Μη, μη σκεπάζετε »Τα μικρά σώματα »Που αποκοιμήθηκαν »Γλυκά, γλυκά».
«Αύριο θα κόψουμε »Κάτι λουλούδια. »Αύριο θα ψάλουμε »Κάτι τραγούδια, »Εις την πολύανθη »Πρωτομαγιά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά·
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, παράδερνε Με τα γλωσσίδια, Κ' εματαρχίναε, Κ' έλεε τα ίδια, Ως οπού εβράχνιασε Θανατερά.
Νά, που δροσόβολη Αύρα ξυπνάει, Και ψιθυρίζοντας Μοσχοβολάει Από τα αρώματα Τα αυγερινά·
'Σ τα φύλλα επέρναε Και της καρδίας, Σαν τα κινήματα Της φαντασίας Που ζωγραφίζουνε Την ευτυχιά·
Εκείν' η δύστυχη Τραυάει την άχνα, Βαθιά τα αισθάνθηκε Μέσα 'ς τα σπλάχνα, Αχ! κ' εκατέβηκε 'Σ την ερημιά.
Με λύπη εγκάρδια Εθεωρούσε Όλα τα μνήματα, Και τα μετρούσε Με τ' αργό κίνημα Της κεφαλής.
ΤΟ ΞΕΜΥΣΤΗΡΕΥΜΑ
20
_Αφού έπαυσε η Μαρία να τραγουδήση, επιστρέφει ο Λάμπρος από τη λίμνη, όπου είχε καταποντισθή η θυγατέρα τους. Η Μαρία του λέγει·_
Λάμπρε, δεν εστοχαζόμουν να έρθης τόσο γλήγορα· εγώ ετραγουδούσα· αλλά τι έχεις;
Η μιλιά σου βραχνή, θαμπό το βλέμμα, Κ' έχεις θωριά σαν να μην είχες αίμα (82).
Ο Λάμπρος, δίχως να προφέρη λόγο, της ρήχνει την πλεξίδα, και εκείνη παίρνοντάς την από χάμου «Α!» φωνάζει «Τι; την ηύρες απεθαμένη εις εκείνη την ερμιά τη θιγατέρα μας; Ή της είδες να της κυματίζη εις το λαιμό τούτη η πλεξίδα, ενώ σου άπλωνε το χέρι ψωμοζητώντας; Της είδες το σταυρό εις την παλάμη;
«Α! μα τη σημερνή πες μου τα όλα (83).»
Και ο Λάμπρος·
»Συφορά και μαυρίλα! Άκου τρομάρα, »Που του ανθρώπου η ψυχή δεν απομένει· »Ω! του Θεού μ' εχτύπησε η κατάρα (84) »'Σ έναν τρόπο!» Και μία στιγμή σωπαίνει·
Κ' έπειτα αργά, και με φωνής τρομάρα, «Άκου,» πάλι της λέει «δυστυχισμένη, «Πράμα φριχτό, που κανενού δεν το πα· »Να σου το πω;» Κ' εκείνη του λέει· «Σώπα».
Αλλά ο Λάμπρος της φανερώνει ότι είχε κάμη, χωρίς να τη γνωρίζη, γυναίκα την εδική του κόρη. Τότε μένουν άφωνοι και οι δύο· τέλος τους ετάραξε ο ήχος των σημάντρων, επειδή χαράζει η ημέρα της Λαμπράς· και τότε εσίμωσαν τα χείλη να δώσουν το φιλί του Πάσχα, και δεν το έδωσαν.
Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
21
Καθαρώτατατον ήλιο επρομηνούσε Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε Τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη· Και από κει κινημένο αργοφυσούσε Τόσο γλυκό 'ς το πρόσωπο τ' αέρι (85), Που λες και λέει μέσ' 'ς της καρδιάς τα φύλλα· Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι, και κόραις Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε· Μέσα 'ς ταις εκκλησίαις ταις δαφνοφόραις Με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε· Ανοίξατε αγκαλιαίς ειρηνοφόραις Ομπροστά 'ς τους Αγίους, και φιληθήτε· Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη, Πέστε Χ ρ ι σ τ ό ς Α ν έ σ τ η, εχθροί και φίλοι.
Δάφναις εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι, Και βρέφη ωραία 'ς την αγκαλιά οι μαννάδες· Γλυκόφωνα, κυττώντας ταις ζωγραφι- σμέναις εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες· Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι, Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες· Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι, Οπού κρατούνε οι Χριστιανοί 'ς το χέρι.
22
Βγαίνει, γιατί 'ς τα σωθικά του ανάφτει, Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.
23
Κανείς δε του μιλεί, και δε του δίνει Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.
24
Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω Ν' αγροικηθή 'ς της κόλασης τον πάτο.
Η ΔΕΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
&Και το όραμα του Λάμπρου&
ΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
25
Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρη (86) Δροσιά 'ς τα σωθικά τα μαραμμένα Είναι νύκτα γλυκειά, και το φεγγάρι Δε βγαίνει να σκεπάση άστρο κανένα· Περίσσια, μύρια, 'ς όλη τους τη χάρη Λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα· Κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει Του ολόστρωτου πελάου μες 'ς τον καθρέφτη. (87)
«Τα μαλλιά σέρνω 'ς τα λιγνά μου στήθη »Δένω σταυρό τα χέρια· Ουράνια, θεία! »Πέστε Εκεινού, που σημέρα αναστήθη, »Να ελεηθή τη μαύρη τη Μαρία. »Μέρα είναι Αγάπης· Άδης ενικήθη· »Καίονται τα σπλάχνα, καίονται τα στοιχεία· »Και η πυρκαϊά του Κόσμου αναγαλλιάζει, »Και κατ' Αυτόν τη σπίθα της τινάζει (88).
«Ο Ουρανός Αλληλούια ηχολογάει· »Κατά την γην ερωτεμένος κλίνει· »Ζη του νερού και η στάλα οπού κολλάει »'Σ το ποτήρι· Αλληλούια εγώ κ' εκείνη. »Όταν η Πύλη ακούστηκε να σπάη, »Τι χλαλοή 'ς τον κάτου κόσμο εγίνη; »Χαίρεται μέσα η άβυσσο και ασπρίζει· »Ο περασμός του Λυτρωτή σφυρίζει.»
'Στην εκκλησίαν ωστόσο ο Λάμπρος μένει, Όπου ανθρώπου πνοή δεν αγροικειέται. Απ' ένα εις άλλο στοχασμό πηγαίνει. Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλειέται. Μέσ' από το στασίδι αγάλι βγαίνει, Και οχ τη ψυχή του ο στεναγμός πετειέται· Μόνον οι σκόρπιαις δάφναις, που εμυρίζαν, Εκεί που αυτός επερπατούσε ετρίζαν.
Και το πρόσωπο γέρνει ωσάν τη δειάφη, Και χαμηλά τούτα τα λόγια ρίχτει· «Κουφοί, ακίνητ' οι Αγίοι, καθώς και οι τάφοι· »Είπα κ' έκραξα ως τ' άγριο μεσανύχτι. »Άντρας (κ' η μοίρα ό,τι κι' α θέλη ας γράφη) »Του εαυτού του είναι Θεός, και δείχτει »'Στην άκρα δυστυχία μέσ' 'ς την ψυχή μου »Κάθου κρυμμένη, απελπισιά, και κοίμου.»
Πάει για να βγη 'ς τη θύρα αργά, και ανοίγει, Λεπτή φωνή του λέει, Χριστός ανέστη. Εις την άλλη πηδάει, και φωνή ολίγη, Και παρόμοια, του λέει, Χριστός ανέστη. Από την τρίτα πολεμάει να φύγη, Και μία τρίτα του λέει, Χριστός ανέστη.
Αυτοκίνηταις πάντα ανοιγοκλειούνε Οι τρεις θύραις, και αχό δεν προξενούνε (89).
Και ιδού τρία σαν αδέλφια έρμα και ξένα, Που έν' αγιοκέρι σβυμένο βαστούσαν, Όπου στρίψη, όπου πάη, τ' απελπισμένα Γοργά πατήματά του ακολουθούσαν. Λυγδερά και πλατιά κι' όλα σχισμένα Τα λαμπριάτικα ρούχα οπού φορούσαν. 'Στα μπροστινά, 'ς τα πισινά στασίδια, Όλο σιμά του σειούνται τα ξεσκλίδια.
Ποτέ δεν τάχει εις τη φυγή του ανάρια· Εδώ εκεί, μπρος οπίσω, απάνου κάτου. Βαρούν όμοια την πλάκα οχτώ ποδάρια, Τρέχουν ίσια, κι' ακούονται τα δικά του.
Να φύγη μία στιγμή τ' Άδη τα χνάρια Σπρώχνει μάταια μακρύο το πήδημά του, 'Σαν τ' άστρο που γοργά το καλοκαίρι Χύνεται πέντε δέκα οργυιαίς αστέρι.
Έτσι ενωμένοι εκάμανε τριάντα Φοραίς την εκκλησιά που βοή στέρνει. Σα να χε μέσα θυμιατά σαράντα, Μυρωδιά λιβανιού τη συνεπαίρνει. Πάντα με βία το τρέξιμο, και πάντα Ο ζωντανός τ' αραχνιασμένα σέρνει. Σκύφτουν, πολύ κρυφομιλούν, και σειέται Το βαμπάκι που λες και ξεκολλειέται (90).
Αχ! ποίος είδε τα χέρια να σηκώνη Η Παναγία, τα μάτια της να κλείση; Αχ! ποίος είδε το Πάσχα αίμα να ιδρώνη Ο Χριστός, και παντού να κοκκινίση; Τι συφορά την εκκλησιά πλακώνει, Οπού την ίδια μέρα είχε βροντήση Από τόσαις χαραίς και ψαλμωδίαις, Που χε αντιλάμψη από φωτοχυσίαις!
Βρίσκεται 'ς τ' Άγιο Βήμα, ανατριχιάζει, Και πέφτει ομπρός τους γονατιστός χάμου. Με τρομάρα κυττάει και τους φωνάζει· «Σας γνωρίζω· τι θέλτε; Είστε δικά μου.
«Του καθενός το πρόσωπο μου μοιάζει· »Αλλά πέστε τι θέλτε έτσι κοντά μου; »Συχωράτε, και πάψτε. — Αμέτε πέρα. »Δεν είναι ακόμα Παρουσία Δευτέρα.»
«Ω κολασμένα, αφήτε μου τα χέρια.» Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν· Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια 'Σ του δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν. Αφού 'ς τον κόσμο ελάμψανε τ' αστέρια, Τέτοιου τρόμου φιλιά δεν εδοθήκαν Φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι· Μέσα του επήε το νεκρικό βαμπάκι.
Στέκει σα μάρμαρο ως που ξημερώνει. Κ' είναι φευγάτοι οι πεθαμένοι νέοι. Την τρομασμένη κεφαλή ψηλώνει, Και βαριά νεκρολίβανα αναπνέει. Τέλος πάντων τα μάτια άγρια καρφώνει 'Σ ταις δάφναις, και πολληώρα έπειτα λέει, «Σύρε, σημείο χαράς,» και φουχτωμένο Με τα δυο, το χτυπάει 'ς το Σταυρωμένο.
«Κόλαση; την πιστεύω· είναι τη· αυξάνει, »Κι' όλη φλογοβολάει 'ς τα σωθικά μου. »Απόψε Κάποιος, που ό,τι θέλει κάνει, »Μώστειλε από το μνήμα τα παιδιά μου. »Χωρίς να τη γνωρίζω εχθές μου βάνει »Τη θυγατέρα αισχρά 'ς την αγκαλιά μου. »Δε λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση »Τον Εαυτό του, γιατί μ' έχει πλάση.»
Σηκώνεται και παίρνει την πεδιάδα, Σχίζει κάμπους και δάση, όρη, λαγκάδια· 'Σ τα μάτια του είναι μαύρη η πρασινάδα, Τα νερά και τα δέντρα είναι μαυράδια· Χύνεται με μεγάλη ογληγοράδα, Και γύρου ας είναι, ό,τι θωρεί, σκοτάδια. Κι' ακόμη λέει πως κυνηγειέται, ακόμα Τα βαμπάκια του χάρου ακούει 'ς το στόμα.
Έτσι ο φονιάς που κρίματα έχει πλήθια, Εάν φθάση να του κλείση ύπνος το μάτι, Βγαίνουν μαζί και του πατούν τα στήθια Οι κρυφά σκοτωμένοι, αίμα γιομάτοι. Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια Γυμνός πετιέται οχ το ζεστό κρεβάτι, Κ' έχει τόση μαυρίλα ο λογισμός του, Που με μάτια ανοιχτά τους βλέπει ομπρός του (91).
1834
Η ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
26
Ο παπάς για το γάμο όλα ετοιμάζει, Κ' είναι αναμμένα τα κεριά του γάμου· Ο Λάμπρος τρομασμένος τήνε κράζει· «Σήκω, δυστυχισμένη, έλα κοντά μου.» Εις τη φωνή του Λάμπρου ανατριχιάζει, Και παρευθύς σηκώνεται από χάμου, Και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει· Και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς,» της λέει.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
27
Και εξεψύχησε ο Λάμπρος με το στόμα ολάνοιχτο, όχι εις την ανάπαψη του Κυρίου. Αλλά ποίος θα του κλείση τα μάτια; Πού είναι η Μαρία, η δύστυχη Μαρία; Αυτή λείπει από τα χαράματα. Επεριπλανάτο εις τον κάμπο μονάχη χαμογελώντας, και οι αχτίνες του ηλίου, οπού ανατέλλοντας εκαλούσε τους θνητούς να χαρούν τη ζωή, αναγάλλιαζαν μέσα εις όλα τα ησυχώτατα νερά της ερημίας· ολόστρωτη ακίνητη ήταν η μέση της λίμνης ωσάν γαλάζια κόρη οφθαλμού, που μένει ατάραχη, όταν του μέλλοντος μέριμνα δεν έρχεται να την πειράξη. Αλλά εις την άκρη της λίμνης εδώ και εκεί σκόρπια τα δέντρα, που την ετριγύριζαν, εξαναφαίνονταν εις το μάτι απαράλλαχτα όπως είναι. Η μαύρη Μαρία επλησίασε αυτού, αφού εγύρισε όλα εκείνα τα μέρη, και βλέποντας τα αντικείμενα εκεί μέσα να αντανακλώνται, εις το τυφλωμένο λογικό της εφαντάσθηκε ότι εκείνος ήταν άλλος κόσμος· εκοντοστάθηκε, και υψώνοντας τα μακρυά της χέρια, και δείχνοντας εις την όψη της το χαμόγελο της τρέλλας, εμουρμούρισε εις τα χείλη της· «Εκείνος βέβαια θε να είναι κόσμος καλύτερος από τούτον, κ' εγώ θα ετοιμασθώ να πάω εκεί. Θα ιδώ, τάχα, θα ιδώ αν κ' εκεί πέρα δεν θα ευρεθή ούτ' ένα χέρι ελεημονητικό να απλωθή προς εμένα. Γιατί εις τη γη τούτη έχω τόσους καιρούς οπού διαβαίνω ξιππασμένη ανάμεσα εις τόσα προσώπατα ξένα, ως να είχα πρωτοφανή τώρα ομπροστά τους. Θα πάω εκεί πέρα· ας στολισθώ λοιπόν όσο μπορέσω καλύτερα, μη με καταφρονέσουν οι νέοι ξένοι εκεί κάτω.»
Έτσι λέγοντας άπλωσε τα λιγνά δάχτυλα εις κάτι αγριόχορτα, οπού εφύτρωναν εις την ερημία, έπλεξε με αυτά ένα στεφάνι εις την τρισάθλια κεφαλή της, έβαλε εις το λαιμό της την πολυστέναχτη πλεξίδα,
Και εις το κύμα, που βλέπει ως τον καθρέφτη, Ξανακυττάει, χαμογελάει, και πέφτει.
28
Και βλέπει μέσα 'ς τα νερά καθάρια Άλλος λάμπει ουρανός, άλλα κλωνάρια.
29
«Σκύφτω εδώ μέσα, και ξανοίγω ομπρός μου »Αναπάντεχα μέρη αλλουνού κόσμου.»
30
Η Μαρία, ενώ πηγαίνει να καταποντισθή, κυττάζει κατά γης και βλέποντας τον ήσκιο της λέει· Εσύ λοιπόν θέλεις να με ακολουθήσης; σου εβάρυνε λοιπόν η ζωή εις τούτο τον κόσμο. Ποία είσαι συ; Δε θυμούμαι να σ' έχω ιδή ποτέ μου· και είναι πολύ παράξενο να με ακολουθάς τώρα οπού είμαι τόσο δυστυχισμένη· φαίνεσαι ωσάν μία τρελλή αυτού κατά γης· φυλάξου από τους άντρες, από τα ευωδισμένα λούλουδα οπού αυτοί βαστούν εις τον κόρφο τους για να μαγεύουν, από τα ψιθυρίσματά τους, από ταις κρυφαίς ματιαίς . . . . .
31
_Έμελλε να τελειώση το ποίημα με την ακόλουθη παρομοίωση εις την οποίαν επαρασταίνετο η τύχη του Λάμπρου, της γυναικός του, και των τέκνων τους._
Ήταν αδύνατο δέντρο εις ένα δάσος, κι' άπλωσε τα κλωνάρια του εις άλλο δέντρο· τέσσερα βλαστάρια εβγήκαν από τον κορμό του· επέρασε το αστροπελέκι και δεν άφησε άλλο ειμή τα χώμα, οπού είχαν ριζώση.
Και δεν έμεινε μήτε ένα κλωνάρι, Φιλέρημο πουλάκι να καθήση, Το βράδυ, την αυγή, να κηλαϊδήση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ
32
'Σ την κορυφή της θάλασσας πατώντας Στέκει, και δε συγχίζει τα νερά της, Που 'ς τα βάθη τους μέσα ολόστρωτα όντας Δεν έδειχναν το θείον ανάστημά της. Δίχως αύρα να πνέη, φεγγοβολώντας Η αναλαμπή του φεγγαριού κοντά της Συχνότρεμε, σα να χε επιθυμήση Τα ποδάρια τα θεία να της φιλήση.
33
Κείθενε με το μάτι όποιος γυρεύει Για να ιδή τη θωριά μιακρυσμένη, Της Αφρικής τη θάλασσα αγναντεύει Πάντα αφράτη και πάντα αγριωμένη.
34