Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 8

Chapter 8334 wordsPublic domain

86 (60)

Επερνούσαν οι αιώνες Ή σε ξένη υποταγή, Ή με ψεύτικαις κορώναις, Ή με σίδερα και οργή·

87

Και ήλθε τότες και επερπάτει (11) Όπου επάταγες Εσύ, Και του δάκρυζε το μάτι, Και επιθύμαε να Σε ιδή,

88

Κ' έλεε· Π ό τ ε έ ρ χ ε σ α ι π ά λ ι Και δεν είναι αληθινό, Πως μας είχε άδικο βάλη Με βρισιαίς και με θυμό. (12)

89

Εζωγράφιζαν οι στίχοι Τον γαλάζιον ουρανό, Και εκλαιόνταν με την τύχη, Και με τ' άστρο το κακό,

90

Εις το οποίον έχει να σκύψη Κάθε δύναμη θνητή, Και η πατρίδα του να στρίψη Παντελώς δεν ημπορεί.

91

Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα, Και με φέρσιμο τερπνόν Βλέπει αδύνατα τα τόξα Των αντίζηλων εθνών

92

Και λαούς αλυσοδένει, Και εις τα πόδια τους πατεί, Και το πέλαγο σωπαίνει Αν του σύρη μία φωνή·

93

Τέχναις, άρματα, σοφία, Τήνε κάνουν δοξαστή, Όμως θα βρούνε ευκαιρία Να τη φθείρουνε οι καιροί,

94

Και να ιδή το ριζικό της Καθώς είναι η καταχνιά, Που εις το κλίμα το δικό της Κρύβει την αστροφεγγιά.

95

«Πού είν'» θα λένε σαστισμένοι »Το Λεοντάρι το Αγγλικό; »Είναι η χήτη του πεσμένη, »Και το μούγκρισμα βουβό.»

96

Αλλ' η Ελλάς να ξαναζήση Ήταν άξια, και να ιδή Ο ερχομός να την τιμήση Του υψηλότατου Ποιητή.

97

Έστεκε 'ς το μισημένο Το ζυγό μ' αραθυμιά· Το ποδάρι είχε δεμένο, Αλλά ελεύθερη καρδιά.

98

Εκαθότουνε εις τα όρη Ο Σουλιώτης ξακουστός· Να τον διώξη δεν ημπόρει Πείνα, δίψα, και αριθμός. (13)

99

Συχνά σπώντας τα θηκάρια Με τα χέρια τα λιγνά, Ορμούν 'ς άπειρα κοντάρια Ταις γυναίκες των συχνά

100

Μεγαλόψυχα τραβάει Το ίδιον αίσθημα τιμής, Που κυττώντας τον Κομβάυ Είχε ο ανδρείος Τραγουδιστής. (14)

101

Ταις εμάζωξε εις το μέρος Του Τσαλόγγου το ακρινό Της ελευθεριάς ο έρως, Και ταις έμπνευσε χορό· (15)

102

Τέτοιο πήδημα δεν το είδαν Ούτε γάμοι, ούτε χαραίς, Και άλλαις μέσα τους επήδαν Αθωότεραις ζωαίς·

103

Τα φορέματα εσφυρίζαν Και τα ξέπλεκα μαλλιά, Κάθε γύρο που εγυρίζαν Από πάνου έλειπε μια·

104

Χθες γόγγυσμα κι' αντάρα Παρά εκείνη μοναχά, Οπού έκαναν με την κάρα, Με τα στήθια, 'ς τα γκρεμά.

105

'Σ τα ίδια όρη εγεννηθήκαν Και τα αδάμαστα παιδιά, Που την σήμερο εχυθήκαν Πάντα οι πρώτοι 'ς τη φωτιά.

106

Γιατί, αλίμονον! γυρίζοντας Τ'ς ηύρε ο Μπάιρον σκυθρωπούς; Εγυρεύανε δακρύζοντας Τον πλέον ένδοξο απ' αυτούς. (16)

107

Όταν 'ς της νυχτός τα βάθη Τα πάντα όλα σιωπούν. Και εις τον άνθρωπο τα πάθη, Πούναι ανίκητα, αγρυπνούν,

108

Και γυρμένοι εις το πλευρό τους Οι στρατιώταις του Χριστού, Μύρια βλέπουν 'ς τ' όνειρό τους Ξεψυχίσματα του εχθρού·

109

Αυτός άγρυπνος στενάζει, Και εις την πλάκα την πικρή, Που τον Μπότσαρη σκεπάζει, Για πολλή ώρα αργοπορεί·

110

Έχει πλάγιασμα θανάτου Και άλλος άντρας φοβερός (17) Εις τα πόδια του αποκάτου, Και είναι αντίκρυ του ο ναός.

111

Ακριβό σαν την ελπίδα Που έχει πάντοτε ο θνητός. Γλυκοφέγγει απ' τη θυρίδα Τ'ς Άγιας Τράπεζας το φως·

112

Μέσαθε έπαιρνε ο αέρας Με δροσόβολη πνοή Το λιβάνι της ημέρας, Και του τό φερνε ως εκεί.

113

Δεν ακούς γύρου πατήματα· Mόν' τον ήσκιο του θωρείς, Οπού απλώνεται 'ς τα μνήματα, Έρμος, άσειστος, μακρύς,

114

Καθώς βλέπεις και μαυρίζει Ήσκιος νέου κυπαρισσιού, Αν την άκρη του δε 'γγίζει Αύρα ζέφυρου λεπτού.

115

Πες μου, Ανδρείε, τι μελετούνε Οι γενναίοι σου στοχασμοί, Που πολληώρα αργοπορούνε Εις του Μάρκου την ταφή;

116

Σκιάζεσαι ίσως μη χουμήσουν Ξάφνου οι Τούρκοι το πρωί, (18) Και το στράτευμα νικήσουν, Που έχει ανίκητην ορμή;

117

Σκιάζεσαι τους Βασιλιάδες, Που έχουν Ένωσιν Ιερή, Μη φερθούνε ωσάν Πασάδες 'Σ τον Μαχμούτ εμπιστευτοί;

118

Ή σου λέει 'ς τα σπλάχνα η φύσις Μ' ένα κίνημα κρυφό, — »Την Ελλάδα θε ν' αφήσης, »Για να πας 'ς τον Ουρανό» — ;

119

Βγαίνει μάγεμα απ' τη στάχτη Των Ηρώων, και τον βαστά, Και τη θέληση του αδράχτει· Τότε αισθάνεται με μια

120

Την αράθυμη ψυχή του, Που με φλόγα αναζητεί Να του σύρη το κορμί του Σε φωτιά πολεμική. —

121

Του πολέμου ένδοξοι οι κάμποι! Είδ' η Ελλάδα τολμηρά Και το Σοφοκλή να λάμπη Μέσα 'ς την αρματωσιά·

122

Και είδε Αυτόν, που παρασταίνει Μαζωμένους τους Εφτά 'Σ την ασπίδα αιματωμένη, Οπού ωρκόνονταν φριχτά·

123

Ετραγούδααν προθυμότερα Ταις ωδαίς του τα παιδιά, Και αισθανόντανε, αντρειότερα 'Στην ανήλικη καρδιά·

124

Και τα μάτια τους γελούσαν, Μάτια μαύρα ως την ελιά Των μερτιών, οπού βαστούσαν Τραγουδώντας ταις γλυκά.

125

— 'Σ τη φωτιά! και θρέφει ελπίδα Να νικήση να ημπορή Να επιστρέψη 'ς την Πατρίδα, Το κοράσιο του να ευρή·

126

Να του λέγη μ' ένα δάκρυ· «Χαίρου, τέκνο μου ακριβό, »Εις του στήθους μου την άκρη «Ελαβώθηκα και εγώ.

127

«Βάλε, φως μου, την παλάμη »Εις τα στήθια του πατρός· »Νά, την ζώνη που είχε κάμη »Κόρη τούρκισσα του αντρός.»

128

Και το πέλαγο αγναντεύει Ίσως τώρα η κορασιά, Και ξεφάντωση γυρεύει Με τραγούδια τρυφερά.

129

«Τον γονιό μου, Πρόνοια Θεία, »Κάμε τόνε νικητή, »Εις τα χώματα, 'ς τα οποία »Η γυναίκα απαρατεί

130

»Τα στολίδια, τον καθρέφτη, »Και αποκάτου απ' το βυζί »Ζώνεται άρματα, και πέφτει »Όπου κίνδυνο θωρεί·

131

»Κάμε Εσύ με την μητέρα »Τη γλυκειά μου να ενωθή· (19) »Έλα γλήγορα, πατέρα, »Όλη η Αγγλία σε καρτερεί.

132

»Το καράβι πότε αράχνει »Εισέ θάλασσα αγγλική; »Μου σπαράζουνε τα σπλάχνη, »Οπού μου έκαμες εσύ.

133

»Πες, πότ' έρχεσαι;» . . . Ολοένα Είν' το πλοίο του 'ς τα νερά, Που φλοισβίζουνε σχισμένα, Και ποσώς δε τ' αγροικά.

134

Ποίος αλίμονον! μας δίνει Μίαν αρχή παρηγοριάς; Απ' αυτόν δε θε να μείνη Μήτε η στάχτη του με μας·

135

Θα την έχουν άλλοι! . . . Ω! σύρε, Σύρε, Μπάιρον, 'ς το καλό· Ύπνος έξαφνα σ' επήρε, Που δεν έχει ξυπνημό·

136

Είναι αδιάφορο, δε βλάβει, Αν εκεί σιμοτινό Πλέξη ή τούρκικο καράβι, Ή καράβι ελληνικό.

137

Άκου, Μπάιρον, πόσον θρήνον Κάνει, ενώ σε χαιρετά, Η Πατρίδα των Ελλήνων Κλαίγε, κλαίγε, Ελευθεριά.

138

Γιατί εκείτεταν 'ς την κλίνη, Και του εβάραινε πολύ Πως για πάντα είχε να μείνη, Και από Σε να χωριστή·

139 (61)

Αρχινάει του ξεσκεπάζει Άλλον κόσμο ο λογισμός, Και κάθε άλλο σκοταδιάζει, Και του κρύβεται απ' εμπρός.

140

Αλλά αντίκρυ από τα πλάσματα Του νοός τα αληθινά, Του προβαίνουν δυο φαντάσματα ολοζώντανα και ορθά·

141

Η ακριβή του θυγατέρα, Καθώς έμεινε μικρή, (20) Ενώ η τύχη τον πατέρα Εκαλούσε αλλού, και Εσύ.

142

Εσύ, θεία του ανθρώπου εικόνα, Με τα φέγγη σου, και αυτή Οπού σ' έφθανε 'ς το γόνα Με την ώρια κεφαλή,

143 (62)

Για λίγη ώρα του σηκώνετε Του άλλου κόσμου τη θωριά, Και 'ς εσάς αντισηκώνεται Με την πρόθυμη αγκαλιά.

144

Έτσι ο Άνθρωπος του Αιώνος, (21) Όταν έπαυε να ζη, Καθώς ήθελεν ο φθόνος, 'Σ ένα αγνώριστο νησί,

145

Και είχε μάρτυρα εις το βράχο Του Θεού τον οφθαλμό, Και τριγύρω του μονάχο Του πελάου το γογγυτό·

146

Ενώ ανάδινε η ψυχή του Μόνους άφησε να ελθούν Η Γαλλία και το παιδί του (22) Προς τα μάτια, πριν σβυσθούν

147

Και όχι η μοίρα, οπού σαράντα (23) Νίκαις του άδραξε η σκληρή, Και βαρύτερη είναι πάντα 'Σε καρδιά βασιλική·

148

Όχι η δόξα η περασμένη, Που με βία πολεμική Του έδειχνε την Οικουμένη, Λέγοντάς του· Ακαρτερεί.

149 (63)

'Σ την ταφή του με την πάχνη Χύν' η βρύση το νερό, Που του δρόσισε τα σπλάχνη, Εις το ψυχομαχητό.

150

Ταις ημέραις, οπού αν μόνο Τ' όνομά του ήθελε 'πής, Ωλιγόστευαν 'ς το θρόνο Την αυθάδεια οι βασιλείς,

151

Κατά μας και Αυτός ακόμη Είχε ρήξη μία ματιά·(24) Είναι η δάφνη ωραία 'ς την κόμη. Όταν φέρνη ελευθεριά.

152

Ω! να μάθαινε ο Μεγάλος Πόσην έδειξε χαρά Αγροικώντας ένας Γάλλος· Ε χ α θ ή κ α ν τ α Ψ α ρ ά. (25)

153

Φωνήν τρόμου η Ελλάδα σύρνει, Σύρνει, και έπειτα σιωπεί· Όμως κρότους μέσ' 'ς τη Σμύρνη Όλη η νύχτα ηχολογεί.

154

Νά, ανθοστόλιστο τραπέζι· Δεν είν' γέννημα Τούρκων, Οπού τρώοντας περιπαίζει Την αντρεία των Ψαριανών·

155

Μύρια λόγια, γέλια μύρια, Και χτυπούν τα φωτερά 'Σ τα ολογέμιστα ποτήρια, Και 'ς τα γέλια τα τρελλά.

156

Με αρμονίαις τους κράζει η λύρα, Και επετάχτηκαν ομού, Λυσσιασμένοι από την πύρα Της χαράς και του κρασιού.

157

Και χορεύουνε τριγύρου . . . Γεια σας, Γάλλοι ευγενικοί! (26) Είν' τα χώματα του Ομήρου Που το πόδι σας πατεί!

158 (64)

Γιατί μέσ' 'ς τ' αχρεία τους σπλάχνη Το φαγεί και το πιοτό 'Σε φαρμάκι δεν αλλάχνει, Να τους φάη το σωθικό;

159

Και απ' τη μάνητα ν' ανάψη Αρμοδιώτερος χορός, Τον οποίον μόνος να πάψη Σκληρός θάνατος και αργός,

160

Για ν' αρχίσουν τη χαρά τους, Όντας φάσματα ελαφρά, Εμπροστά 'ς το βασιλιά τους, Και 'ς το Μπάιρον εμπροστά,

161

Οπού φθάνοντας κει κάτου Ίσως τού μεινε ως εκεί Η αέρινη αγκαλιά του, 'Σαν προτύτερα, ανοιχτή!

162 (65)

Τόνε βλέπω! Του προβαίνουν Άλλα φάσματα γοργά, Που ακατάπαυστα πληθαίνουν Σφόδρα, και είναι Ελληνικά.

163

Για την ποθητήν Ελλάδα Τόσο πρόθυμα ρωτούν, Σαν να εζήτααν τη γλυκάδα Του φωτός να ξαναϊδούν.

164

Κλάψαις άμετρα χυμέναις, Χέρια απλότρεμα, κραυγαίς, Που απ' τ'ς αντίλαλους πωμέναις Είναι πλέον τρομαχτικαίς.

165

Κειος σεβάσμια προχωρώντας, Και με ανήσυχαις ματιαίς, Τα προσώπατα κυττώντας, Και κυττώντας ταις πληγαίς·

166

«Η Διχόνοια κατατρέχει »Την Ελλάδα· αν νικηθή, »Μ Α Τ Ο Ν Κ Ο Σ Μ Ο Π Ο Υ Μ Α Σ Ε Χ Ε Ι, »Τ' όνομά σας ξαναζή.»

1824

ΣΗΜΕΙΩΣΑΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

1) Λέγουν πως εύρηκαν δυσκολία να του εβγάλουν το σπαθί από το χέρι, τόσο ήταν πρησμένο από τη σφαγή εκείνων τους οποίους

Ce héros a forcés d'accorapagner son ombre. (66)

2) Ο Μπάιρον επαρόμοιαζε εις διάφορα πράγματα τον Μίλτον — εις το πάθος του για την ελευθερίαν, εις την προθυμία του να γυμνάζεται εις τ' άρματα, εις ταις διχόνοιαίς του με τη γυναίκα του, εις το να είναι δυστυχισμένος (όταν κανείς στοχασθή ότι ευρίσκονται και άλλαις δυστυχίαις έξω από το να είναι ο άνθρωπος φτωχός και τυφλός)· και τέλος πάντων εις τον τρόπον οπού εσχημάτισε τα καλύτερά του ποιήματα. Εις το _Paradise Lost_, η αντίθεση ανάμεσα εις ταις πρωτόπλασταις ευμορφιαίς της Κτίσης, και τους τρόμους της Κόλασης, θέλει βέβαια έκαμε μεγάλη εντύπωσιν εις τον νου του Μπάιρον. Η μελαγχολική του φύση αγριεμένη από δ υ σ α ρ έ σ κ ε ι α ς εσύντρεξε εις το να τον κάμη να ξετυλίση εις τα Ποιήματά του αυτή την αντίθεσιν εις άλλον τρόπον. Αλλά ετούτο το μοιάσιμο δεν το ευρίσκεις παρά οπού ο Μπάιρον το ηθέλησε, γιατί ο Μίλτον εμελετούσε πολύ τους στίχους του. Η δυσκολία την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας (ομιλώ για τον μεγάλον συγγραφέα) δεν στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης.

3) Ίδε ταις ωδαίς του ταις λυρικαίς.

4) Ο Λορδ Μπάιρον είχε γνώμη να περάση εις την Αμερική.

5) Μεταξύ εις τ' άλλα εδιαβάσθηκαν εις μία από ταις εφημερίδες ταις Αυστριακαίς και τα ακόλουθα λόγια· Ε λ π ί ζ ο μ ε ν π ω ς τ α π ο λ ι τ ι κ ά κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α τ ο υ Λ ο ρ δ Μ π ά ι ρ ο ν θ ε ν α έ χ ο υ ν τ η ν ι δ ί α τ ύ χ η τ ω ν π ο ι η τ ι κ ώ ν· και τούτη τάχατε ήταν ειρωνεία! Αν δεν ήθελε διαβασθή εις Αυστριακήν Εφημερίδα κανένας βέβαια δεν ήθελε την καταλάβη.

6) Ιδέ την δεκάτην Ωδή του _Paradise Lost_.

7) Οι δικοί μας έλαβαν είδηση πως οι Τούρκοι είχαν απόφασιν να τους πλακώσουν ξάφνου το ξημέρωμα του Χριστού, νομίζοντας να τους εύρουν μαζωμένους εις ταις Εκκλησίαις. Αλλά οι δικοί μας ταις εσφάλισαν, ετοιμάσθηκαν, και έκαμαν θρήνο εις τον εχθρό.

8) Το φούσκωμα του Αχελώου — η βόμβα οπού άνοιξε νερό εις τους διψασμένους διαφεντευτάς του Ανατολικού — το αστροπελέκι οπού εις μίαν από ταις καθαρώτεραις νυκτιαίς του Ιουνίου έκαψε τα πολεμοφόδια του στρατεύματος του Δερβίς Πασά εις Λιανοκλάδι· ήταν τριακόσιαις κάσαις φουσέκια, και εκατόν ογδοήντα Τούρκοι που εφύλαγαν.

9) Oι Τούρκοι είχαν δώση το λόγο τους, αν οι Χιώταις έδιναν τ' άρματα να μην τους πειράξουν. Έγειναν εγγυηταί όλοι οι Πρόξενοι οι Ευρωπαίοι οπού ήταν εκεί. Αφού οι Χιώταις έδωσαν τ' άρματα, οι Τούρκοι άρχισαν να τους κόφτουν, και τότες τη αληθεία πολλοί έλεγαν τα λόγια οπού τους βάνω εις το στόμα εις την ακόλουθη στροφή.

10) Όταν επρωτοκατέβη εις την Ελλάδα ο Λορδ Μπάιρον έγραφε τα ακόλουθα·

La Grecia ora è posta fra questi tre partiti, ο riconquistare la libertà, ο divenire una dipendenza de' Sovrani Europei, ο tornare una provincia turca. Non le rimane che una scelta fra questi Ire. Ma la guerra civile non mi sembra che una strada agli ultimi due.

11) Ήλθε ο Μπάιρον την πρώτη φορά εις την Ελλάδα τους 1809.

12) Είναι γνωστό ότι κάποιοι εκατηγόρησαν τον Λορδ Μπάιρον πως μας είπε σκλάβους.

13) Ιδέ την Ιστορία του Περαιβού, και τα προλεγόμενα του αξιωτάτου Κυρίου Φωριέλ, _Chansons populaires_.

14) Ιδέ την Ιστορίαν του Υούμ, και την περίφημη ωδή του Γράυ _The Bard_.

15) Ανάμεσα εις όσα εγράφθηκαν θεώρησε κατ' εξοχήν την περιγραφή του Κυρίου Φωριέλ, _Chansons populaires_.

16) Ο Μάρκος ο Μπότσαρης είχε αποθάνη ολίγον καιρό πριν έλθη ο Μπάιρον.

17) Ο ανδρείος Κυριακούλης οπού εσκοτώθηκε εις το Φανάρι. Κοίτονται ο Μάρκος και αυτός εμπρός εις το Άγιον Βήμα του Ναού της Παναγίας, απ' έξω.

18) Ιδέ τη σημείωση αρ. 7.

19) Είναι γνωστό πως ο Μπάιρον ήταν συγχυσμένος με τη γυναίκα του.

20) Τα υστερινά λόγια του Λορδ Μπάιρον εστάθηκαν τούτα· ω θ υ γ ατ έ ρ α μ ο υ! ω μ α ύ ρ η Ε λ λ ά δ α!

21) Les personnes mêmes qui détestèrent ce grand homme ont reconnu, que depuis dix siècles il n'avait point paru sur la terre un caractère plus extraordinaire. L' Europe entière a porté le deuil du Héros, et ceux qui ont contribué à ce grand forfait sont voués au mépris des générations présentes aussi bien qu' à ceux de la postérité.

(Discours de Lord Holland au Parlement. Pilote du 3 Aoùt 1822).

22) Τα υστερινά λόγια του Ναπολέοντος εστάθηκαν τούτα· ω Γ α λ λ ί α! ω π α ι δ ί μ ο υ!

23) Οι μεγαλύτεραις νίκαις του Ναπολέοντος λογαριάζονται σαράντα έως πενήντα. Ο αριθμός τους, έλεγεν αυτός ο ίδιος, κ ρ έ μ ε τ α ι α π ό τ ο ν τ ρ ό π ο ν ο π ο ύ θ έ λ ε ι τ ι ν ά ς ν α τ α ι ς θ ε ω ρ ή σ η.

24) Et après s'être arêté sur ce pays (la Grèce) il (Napoléon) a repris:

_La Grèce attend un liberateur! . . . Ce serait une belle couronne de gloire! . . . Il inscrirait son nom à jamais avec ceux d' Homère, Platon, Epaminondas! . . . Je n'en ai peut- être pas été loin! . . ._

Mémorial de S. te Hélène par Las-Cases. Journal du 10 au 12 Mars 1816. Tom. 11. p. 366.

25) Παράρτημα του αριθμού 34ου του Φ ί λ ο υ τ ο υ Ν ό μ ο υ· Σμύρνη 2 Ιουλίου.

Ο ενταύθα Κύριος Αρνώδ Γάλλος (Arnaud) ευθύς ως έμαθε την καταστροφήν των Ψαρών ευθύμησε με μεγάλην φαιδρότητα, και συγκαλέσας εις λαμπρόν συμπόσιον όλους τους φίλους του, συνεκρότησε χορόν και μουσικήν, και έδειξε την ευφροσύνην της ψυχής του με το πλέον ζωηρά αισθήματα. Ο αξιέπαινος και λαμπρός Πρόξενος της Γαλλίας κύριος Π. Δαβίδ, του οποίου η προς την πατρίδα μας φιλοτιμία γνωρίζεται και κηρύττεται από όλους, εμέμφθη κατά πολλά και ήλεγξε το χαιρέκακον τούτο κίνημα. Όλοι οι εις ταύτην την πόλιν ευρεθέντες Άγγλοι και Αμερικανοί, και πολλοί των Ευρωπαίων, ελυπήθησαν διά των Ψαρών το δυστύχημα και έδειξαν μεγάλην κατήφειαν.

20) Στοχάζομαι ότι κάνεις δεν θέλει αμφιβάλη πως τούτο αναφέρεται εις εκείνους μόνον, οπού εις αυτήν την περίστασιν έκαμαν χορό και δείπνο, και όχι εις όσους εγεννήθηκαν εις τη γη της σοφίας και της ευγένειας.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη Περπατώντας η Δόξα μονάχη, Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια, Και 'ς την κόμη στεφάνι φορεί (67) Γινομένο από λίγα χορτάρια Που είχαν μείνη 'ς την έρημη γη.

1825

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

&Εν ώ εδιάβαινε τα νερά της Κερκύρας.&

Μέσ' 'ς το γιαλό της Κέρκυρας μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη Κ' είναι δικό σου δόξασμα, δικός σου πλούτος είναι (68), Πνεύμα καλό, που σ' άρεσε φωνή να μου χαρίσης· Κι αν με πατήσης, Βασιλιά, βγάνω βαγί και δάφνη (69).

ΕΙΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΑ ΦΡΑΙΖΕΡ

Μικρός προφήτης έρρηξε σε κορασιά τα μάτια, Και 'ς τους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε· «Κι' αν για τα πόδια σου, καλή, κι' αν για την κεφαλή σου, Κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος, Δώρο δεν έχουνε για Σε, και για το μέσα πλούτος. Όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος!»

1849

Β

Ο ΛΑΜΠΡΟΣ (70)

Υ Π Ο Θ Ε Σ Η

Ο Λάμπρος απάτησε τη Μαρία, δεκαπέντε χρονών κόρη, τάζοντάς της να τη στεφανωθή, κ' έλαβε μ' αυτή τέσσερα τέκνα, μία θυγατέρα, και τρία αρσενικά, και τα έρρηξε εις ορφανοτροφείο. Δεκαπέντε χρόνοι είχαν περάση, κ' εζούσε η Μαρία εις το σπίτι του Λάμπρου αστεφάνωτη, και την εμάραινε η ατιμία της και, ακοίμητη μέριμνα, η άγνωστη τύχη των παιδιών της. Εις αυτό εφαίνετο αδιάφορος ο Λάμπρος, και αναίσθητος εις τον πόνο της δυστυχισμένης μητρός· και εις εκείναις ταις ημέραις, τούτος ο κακοήθης, αλλά μεγαλόψυχος άνδρας, ενωμένος με τους Έλληνες επολεμούσε τον Αλή Πασά, παρακινούμενος και από τα δίκαια των Ελλήνων, και από την επιθυμία να εκδικήση τον θάνατο ενός ιερομονάχου, αδελφού της Μαρίας, τον οποίον είχε κάψη ζωντανόν ο τύραννος της Ηπείρου. (Εδώθεν ο ποιητής ελάβαινε αφορμή, — είτε επεισοδικώς, είτε αλλέως, αγνοώ, — να παραστήση τον άγιον άνδρα, οπού μέσα εις το μαρτύριο έβλεπε θεία οράματα, κ' επροφήτευε την αναγέννηση της Ελλάδας.) Εις το στρατοπεδο, οπού ήταν ο Λάμπρος, κ' ενώ αυτός με τη φυσική δύναμη του λόγου του ενθουσίαζε τους συντρόφους του, παρουσιάζεται ένας νέος, Τούρκος, και τους ειδοποιεί ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται, εις έναν διωρισμένον καιρό και τόπο να τους στήσουν καρτέρι για να τους καταστρέψουν. Μετά ταύτα ο νέος δείχνει ότι κάτι άλλο έχει να φανερώση μυστικά του Λάμπρου, του οποίου μιλεί άφοβα, επειδή εκείνος τον εφύλαξε από την οργή των άλλων πολεμιστάδων όταν επαρουσιάσθηκε εις το στρατόπεδο· του ξεσκεπάζεται ότι είναι κόρη, και ότι εμίσησε τους ομογενείς της αφού τους είδε να θυσιάσουν μία Χριστιανή φιλενάδα της, αγάπησε τους Χριστιανούς μόλις είδε πόσον ήσυχα εκείνη η νέα επήγαινε εις τον θάνατο, και ενθυμούμενη πόσα αυτή της έλεγε για τη δύναμη του Σταυρού, παρακαλεί τον Λάμπρο, για το καλό που τους έκαμε την ημέρα, να τη βαφτίση. Η ωραιότης της κόρης, και η ευαισθησία της, εμπνέουν του Λάμπρου σφοδρότατον έρωτα· και γλήγορα κατορθώνει να πλανέση το αδύνατο και αισθαντικό κοράσι, καθώς είχε απατήση πολλαίς άλλαις η μαγευτική χάρη του τρόπου και της ομιλίας του. Ποτέ όμως, μέσα εις καμμίαν άλλη αγκαλιά, δεν είχε αισθανθή ο Λάμπρος τόσο βαθιά να ταραχθή η συνείδησή του· και μίαν ημέρα, ενώ εκύτταζε τα χαριτωμένα κινήματα της κόρης οπού εμιλούσε, ξανοίγει εις τη δεξιά της παλάμη αιματώδη σταυρό, και εις το λαιμό της πλεξίδα, τα ίδια γνωρίσματα τα οποία είχε κάμη της θυγατρός της η Μαρία, όταν αυτός έμελλε να την αρπάξη για πάντα από την μητρικήν αγκάλη. Σέρνει ο Λάμπρος φωνή φρίκης, και η δυστυχισμένη νέα από το στόμα του πατρός της μαθαίνει την ανέκφραστη συμφορά της.

Ευρίσκεται ο Λάμπρος μόνος με τη θυγατέρα του εις μία βάρκα εις τη μέση της λίμνης· είναι φεγγάρι· αυτή, καθισμένη εις τη πρύμνη, μακριά από τον πατέρα της, μη λάχη και τον εγγίξη, και με ξέπλεκα τα μαλλιά αφημένα εις το πρόσωπό της, να φυλαχθή από το φως, όλη μαζωμένη μελετάει τη συμφορά της. Λάμνει ο Λάμπρος, και δεν την κυττάζει· έξαφνα ακούει βρόντο· γυρίζει — η κόρη ερρίχθηκε εις τη λίμνη. Θα πάη να τη γλυτώση; ή καλύτερα, θα την αφήση; Ενίκησε εις τη ψυχή του το δεύτερο. Απομακραίνεται με βία, να έβγη από τη λίμνη, οπού σκεπάζει το κορμί της θυγατρός του. Εις αυτή την ίδια νυχτιά, παραμονή του Πάσχα, η Μαρία, της οποίας ήταν άγνωστα τα πάντα, έστεκε μονάχη εις το παραθύρι, περιμένοντας τον Λάμπρο, και μ' όλον ότι εκόντευε να ξημερώση η Λαμπρή, όμως αυτή ετραγουδούσε λυπηρά τραγούδια. Φθάνει εκείνος, και την ξαφνίζει με την τρομασμένην όψη του· και στενεμένος από ταις ερώτησαις της γυναικός, ζαλισμένος από τον τρόμο, της ξεμυστηρεύεται ό,τι του συνέβηκε.

Το εσπέρας της Λαμπρής η δυστυχής Μαρία δέεται με συντριβή καρδίας και με άκρα ταπείνωση· ο Λάμπρος ευρισκόμενος εις την εκκλησία, όπου είχε προσφύγη να εύρη παρηγοριά εις την απελπισία του, απιστεί τελοσπάντων εις τη δύναμη της μετάνοιας, και ενώ προσπαθεί να πνίξη, καθώς είχε κάμη πάντοτε, τη φωνή της συνείδησης, και να φύγη από την εκκλησία, ιδού, η Θεία Δίκη του στέλνει από το μνήμα τα τρία αρσενικά παιδιά του, οπού τον κυνηγούν, και δεν τον αφίνουν να φύγη από τον ναό του Θεού πριν του φιλήσουν στανικώς το στόμα.

Της Μαρίας επάρθη ο νους, αδύνατος να υπομείνη το βάρος τόσης συμφοράς και εις την τρέλλα της η δύστυχη, μεταξύ εις τ' άλλα, ζητάει να στεφανωθή με τον Λάμπρο· και τούτος για να την ησυχάση διορίζει να ετοιμασθή τάχα ο γάμος.

Ο Λάμπρος απελπισμένος γκρεμίζεται από ένα βράχο, και πέφτει εκεί οπού είχε καταποντισθή η θυγατέρα του. Τέλος αυτού φθάνει και η Μαρία, τρελλή, και θαρρώντας ότι τα βάθη της λίμνης, οπού μέσα έβλεπε απαράλλακτα τον ουρανό, τα δέντρα, και την πρασινάδα, ήταν άλλος κόσμος, και ελπίζοντας να ζήση εις εκείνον ησυχώτερα, ρήχνεται με χαρά εκεί μέσα και πνίγεται.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

1

«Εκειός, που ακούει και τη δροσιά που στάει, »Βλέπει τα βάσανά μου, και βογγάει.

2

»Βλέπεις τούτους τους τάφους; καμμιά μέρα »Εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι, »Έως όπου ψηλά θέλει βουίση »Η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση.»

3

«Και δε σε είδα ποτέ δάκρυα να χύσης, »Παρά λίγη στιγμή πριν μ' ατιμήσης.»

4

«Τρέχω και κάνω 'ς το δεξί της χέρι »Αιματώδη σταυρό μ' ένα μαχαίρι.»

5

«Κι' όταν ακούω ξένο παιδί κοντά μου, »Μ ά ν ν α, να λέη, μου σχίζεται η καρδιά μου.»

6

«Να γελά, και να κλαίη, και να κοιμάται. »

7

«Αλλά πάντα 'ς την έρημη την κλίνη, »Πάντα θάνατοι, δυστυχιαίς, και θρήνοι.»

8

«Τραυάω συλλογισμένη όλη τη μέρα, »Κ', έπειτ' απ' το φαρμακισμένο δείπνο, »Γιομάτο μαύρα ονείρατα τον ύπνο.»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

9

Μου φαίνεται πως πάω και ταξειδεύω 'Στην ερμιά του πελάγου εις τ' όνειρό μου· Με το κύμα, με τ'ς ανέμους, παλεύω Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου· Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω Πάρεξ τον ουρανό 'ς τον κίνδυνό μου· Τόνε τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.

Κι' ό,τι τέτοια του λέω, μέσα με θάρρος Νά σου τα τρία τ' αρσενικά πετειούνται· Του καραβιού τα ξύλα από το βάρος Τρίζουν τόσο, που φαίνεται και σκιούνται· Τότε προβαίνει αφεύγατος ο χάρος, Και στρυμωμένα αυτά κρυφομιλειούνται, Κι' αφού έχουν τα κρυφά λόγια πωμένα, Λάμνουν με κάτι κουπιά τσακισμένα (71).

Μ' ένα πικρό χαμόγελο 'ς το στόμα Έρχεται η κόρη εκεί και με σιμώνει (72). Της τυλίζει ένα σάβανο το σώμα, Που 'ς τον αέρα ολόασπρο φουσκώνει.

Αλλά πλια χλωμιασμένο είναι το χρώμα Του χεριού που ομπροστά μου αντισηκώνει, Και της τρέμει, όπως τρέμει το καλάμι, Δείχνοντας το σταυρό 'ς την απαλάμη (73).

Και βλέπω απ' το σταυρό και βγαίνει αίμα Μαύρο μαύρο, και τρέχει ωσάν τη βρύση· Μου δείχνει η κόρη ανήσυχο το βλέμμα, Τάχα πως δε μπορεί να με βοηθήση. Όσο εκειά τα κουπιά σχίζουν το ρέμα, Τόσο το κάνουν γύρω μου ν'αυξήση· Συχνοφέγγει αστραπή, σχίζει το σκότος, Και της βροντής πολυβουίζει ο κρότος.