Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 7

Chapter 7218 wordsPublic domain

Την αισθάνονται, και αφρίζουν Τα νερά, και τ' αγροικώ Δυνατά να μουρμουρίζουν, 'Σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Κακορίζικοι, που πάτε Του Αχελώου μέσ' 'ς την ροή, (10) Και πιδέξια πολεμάτε Από την καταδρομή

106

Να αποφύγετε! το κύμα Έγεινε όλο φουσκωτό· Εκεί ευρήκατε το μνήμα, Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει Κάθε λάρυγγας εχθρού, Και το ρεύμα γαργαρίζει Ταις βλασφήμιαις του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν Πλήθος άλογα, και ορθά Τρομασμένα χλιμιτρίζουν, Και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος 'ς τον σύντροφον απλώνει Χέρι, ωσάν να βοηθηθή· Ποίος την σάρκα του δαγκώνει, Όσο οπού να νεκρωθή·

110

Κεφαλαίς απελπισμέναις, Με τα μάτια πεταχτά, Κατά τ' άστρα σηκωμέναις Για την ύστερη φορά.

111

Σβυέται, — αυξαίνοντας η πρώτη Του Αχελώου νεροσυρμή, — Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι, Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν' άκουα να βουύξη Τον βαθύν Ωκεανό, Και 'ς το κύμα του να πνίξη Κάθε σπέρμα Αγαρηνό·

113

Και εκεί που ναι η Αγία Σοφία, Μέσ' 'ς τους λόφους τους επτά, Όλα τ' άψυχα κορμία, Βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

Σωρισμένα να τα σπρώξη Η κατάρα του Θεού, Κι' απ' εκεί να τα μαζώξη Ο αδελφός του Φεγγαριού (11)

115

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη· Και η Θρησκεία, κ' η Ελευθεριά Μ' αργοπάτημα ας πηγαίνη Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει Τεντωτό, πιστομητό, Κι' άλλο ξάφνου κατεβαίνει, Και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Και χειρότερ' αγριεύει Και φουσκώνει ο ποταμός· Πάντα, πάντα περισσεύει Πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

Α! γιατί δεν έχω τώρα Την φωνή του Μωϋσή; Μεγαλόφωνα, την ώρα Όπου εσβυούντο οι μισητοί,

119

Τον Θεόν ευχαριστούσε 'Σ του πελάου την λύσσα εμπρός, Και τα λόγια ηχολογούσε Αναρίθμητος λαός.

120

Ακλουθάει την αρμονία Η αδελφή του Ααρών, Η προφήτισσα Μαρία, Μ' ένα τύμπανο τερπνόν, (12)

121

Και πηδούν όλαις οι κόραις Με τ'ς αγκάλαις ανοικταίς, Τραγουδώντας, ανθοφόραις, Με τα τύμπανα κ' εκειαίς.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετράει την γη.

123

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο Δεν νικειέσαι εσύ ποτέ· Όμως, όχι, δεν είν' ξένο Και το πέλαγο για σε.

124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει Κύματ' άπειρα εις την γη, Με τα οποία την περιζώνει, Κ' είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Με βρυχίσματα σαλεύει Που τρομάζει η ακοή· Κάθε ξύλο κινδυνεύει Και λιμιώνα αναζητεί.

126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη Και το λάμψιμο του ηλιού, Και τα χρώματα αναδίνει Του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικειέσαι, είν' ξακουσμένο, 'Σ την ξηράν εσύ ποτέ· Όμως, όχι, δεν είν' ξένο Και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια, Και σαν λόγγος στρυμωχτά Τα τρεχούμενα κατάρτια, Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ ταις δύναμαίς σου σπρώχνεις, Και αγκαλά δεν είν' πολλαίς, Πολεμώντας, άλλα διώχνεις, Άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130

Με επιθύμια να τηράζης Δύο μεγάλα σε θωρώ, (13) Και θανάσιμον τινάζεις Εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, Και σηκώνει μια βροντή, Και το πέλαο χρωματίζει Με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι, Και δεν μνέσκει ένα κορμί Χάρου, σκιά του Πατριάρχη, Που σε πέταξαν εκεί.

133

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι Με τ'ς εχθρούς τους τη Λαμπρή, Και τους έτρεμαν τα χείλη, Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Κειαίς ταις δάφναις, που εσκορπήστε, (14) Τώρα πλέον δεν ταις πατεί, Και το χέρι, όπου εφιλήστε, Πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε· αποθαμένος Ο αρχηγός της Εκκλησιάς Κλαύστε, κλαύστε· κρεμασμένος Ωσάν νά τανε φονηάς.

136

Έχει ολάνοικτο το στόμα Π' ώραις πρώτα είχε γευθή Τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα· Λες πως θε να ξαναβγή

137

Η κατάρα που είχε αφήση Λίγο πριν να αδικηθή Εις όποιον δεν πολεμήση, Και ημπορεί να πολεμή.

138

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει Εις το πέλαγο, εις την γη, Και μουγκρίζοντας ανάβει Την αιωνίαν αστραπή.

139

Η καρδιά συχνοσπαράζει . . . Πλην τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάχτυλο η θεά.

140

Κυττάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φοραίς μ' ανησυχιά· Προσηλώνεται κατόπι 'Σ την Ελλάδα, και αρχινά.

141

«Παλληκάρια μου! οι πολέμοι» »Για σας όλοι είναι χαρά, »Και το γόνα σας δεν τρέμει »'Σ τους κινδύνους εμπροστά.

142

»Απ' εσάς απομακραίνει »Κάθε δύναμη εχθρική· »Αλλ' ανίκητη μια μένει »Που ταις δάφναις σας μαδεί·

143

«Μία, που όταν ωσάν λύκοι »Ξαναρχόστενε ζεστοί, »Κουρασμένοι από την νίκη »Αχ! τον νουν σας τυραννεί.

144

«Η Διχόνοια που βαστάει »Ένα σκήπτρο η δολερή· »Καθενός χαμογελάει, »Πάρ το, λέγοντας, και συ.

145

»Κειο το σκήπτρο, που σας δείχνει, »Έχει αλήθεια ωραία θωριά. »Μην το πιάστε, γιατί ρήχνει »Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

»Από στόμα οπού φθονάει, »Παλληκάρια, ας μην πωθή, »Πως το χέρι σας κτυπάει »Του αδελφού την κεφαλή.

147

»Μην ειπούν 'ς τον στοχασμό τους »Τα ξένα έθνη αληθινά· »Εάν μ ι σ ο ύ ν τ α ι α ν ά μ ε σ ό τ ο υ ς, »Δ ε ν τ ο υ ς π ρ έ π ε ι ε λ ε υ θ ε ρ ι ά.

148

»Τέτοια αφήστενε φροντίδα »Όλο το αίμα οπού χυθή »Για θρησκεία, και για πατρίδα, »Όμοιαν έχει την τιμή.

149

»'Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε »Για πατρίδα, για θρησκειά, »Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε, »Σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε, »Πόσο ακόμη να παρθή· »Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε, »Πάντα εσάς θ' ακολουθή.

151

»Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία! »Καταστήστε ένα σταυρό, »Και φωνάξετε με μία, »Βασιλείς, κυττάξτ' εδώ.

152

»Το σημείο που προσκυνάτε »Είνε τούτο, και γι' αυτό »Ματωμένους μας κυττάτε »'Σ τον αγώνα τον σκληρό.

153

»Ακατάπαυστα το βρίζουν »Τα σκυλιά, και το πατούν »Και τα τέκνα του αφανίζουν, »Και την πίστη αναγελούν.

154

»Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη »Αίμα αθώο χριστιανικό, »Που φωνάζει από τα βάθη «Της νυκτός· Ν α κ δ ι κ η θ ώ.

155

»Δεν ακούτε, εσείς εικόνες »Του Θεού, τέτοια φωνή; »Τώρα επέρασαν αιώνες, »Και δεν έπαψε στιγμή.

156

»Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος «Σαν του Αβέλ καταβοά· »Δεν είν' φύσημα του αέρος, »Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

»Τι θα κάμετε; θ' αφήστε »Να αποκτήσωμεν εμείς »Λευθερίαν, ή θα την λύστε »Εξ αιτίας πολιτικής;

158

»Τούτο ανίσως μελετάτε, »Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό· »Βασιλείς! ελάτε, ελάτε, »Και κτυπήσετε κ' εδώ.»

Μάιος 1823.

ΣΗΜΕΙΩΣΑΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

1) Δ ε ύ τ ε, π α ί δ ε ς τ ω ν Ε λ λ ή ν ω ν . . .

2) Αρματώθηκαν τότε όλοι από δεκατέσσερους χρόνους και απάνου.

3) Η περιτειχισμένη Τριπολιτσά δεν έχει κάστρον, και εις τον τόπον του κάστρου, εννοεί ο ποιητής την μεγάλη Τ ά π ι α της πόλης.

4) Αγκαλά και ήτον ημέρα όταν επάρθηκεν η Τριπολιτσά, ο ποιητής ακολούθησε την κοινήν φήμην, οπού τότε εσκορπίστηκεν, ότι το πάρσιμό της εσυνέβηκε τρεις ώραις έπειτα από τα μεσάνυκτα.

5) Είναι γνωστόν ότι το φεγγάρι ευρίσκεται τυπωμένον εις ταις τούρκικαις σημαίαις.

6) Ο Λορδ Μπάιρον, εις την τρίτην ωδήν του Don Juan, παρασταίνει ένα ποιητήν Έλληνα, οπού απελπισμένος και παραπονεμένος διά την σκλαβιά της πατρίδος του, έχει εμπρός του ένα κρασοπότηρον, και κοντά εις άλλα λέγει και τα ακόλουθα λόγια· «. . . οι γυναίκες μας χορεύουν αποκάτου από τον ήσκιο· βλέπω τα θέλγητρα των ματιών τους· αλλά όταν συλλογίζομαι ότι θα γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα». Επέρασε ένας χρόνος αφού εγράφθηκε τούτος ο ύμνος· ολοένα ο ποιητής ετοιμάζει ένα ποίημα για τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον.

7) Α γ α λ λ ι ά σ θ ω έ ρ η μ ο ς, κ α ι α ν θ ε ί τ ω ω ς κ ρ ί ν ο ν. Ησαΐας. Κεφ. λε'.

8) Είναι αληθινόν ότι οι Τούρκοι ώρμησαν εναντίον του Μεσολογγίου τα ξημερώματα αυτής της αγίας ημέρας· δεν είναι όμως αληθινόν, καθώς τότε εκοινολογήθηκεν, ότι ήταν ανοικταίς και οι εκκλησίαις· μάλιστα εκλείσθηκαν επιταυτού διά να έχουν οι Έλληνες όλη την προσοχή, τους εις τον πόλεμον.

9) Κ α ι ε ι π έ μ ο ι· γ έ γ ο ν ε· ε γ ώ ε ί μ ι τ ο Α κ α ι τ ο Ω, η α ρ χ ή κ α ι τ ο τ έ λ ο ς. Αποκάλ. Ιωάννου. Κεφ. κα'.

10) Τα περιστατικά του περάσματος του ποταμού, της μάχης των Χριστουγέννων και της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ευρίσκονται καταστρωμένα εις την ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη, εγκαρδίου φίλου του ποιητή. Αυτή η ιστορία γλήγορα θέλει πλουτίση και την γλώσσαν μας και την φιλολογίαν μας.

11) Είναι ένας από τους τίτλους του Σουλτάνου.

12) Έξοδος. Κεφ. ιε'.

13) Το κάψιμο της καραβέλλας του Καπετάν Πασά και ενός άλλου καραβιού κοντά εις την Τένεδον, ταις 29 Οκτωβρίου.

14) Οι Χριστιανοί της Ανατολικής Εκκλησίας συνειθίζουν να σπέρνουν δάφναις εις ταις Εκκλησίαις την ημέραν του Πάσχα.

Όταν επρωτοδιαβάσθηκε το ποίημα, κάποιοι είπαν. Κρίμα! υψηλά νοήματα και στίχοι σφαλμένοι! Για να δεχθώ την πρώτη, ακαρτερώ να δικαιολογηθούν την δεύτερη παρατήρηση. Μα τον Δία που εσάστισα! Αύριο θέλει έρθη και κανένας να μου δείξη τ' αλφαβητάρι με το κονδύλι 'ς το χέρι· αλλά εγώ του το παίρνω, και απιθώνω την άκρη του εις τα μεγάλα ονόματα του Δάντη και του Πετράρχη, του Αριόστου και του Τάσσου, και εις τα ονόματα όσων στιχουργώντας τους ακολούθησαν, και του λέγω· Λάβε την καλωσύνη, Διδάσκαλε, να γύρης τ' αυτιά σου εδώ πάνου, και μέτρα. Κάθε συλλαβή είναι ένα πόδι, και για μας και για αυτούς, όποιος και αν είναι ο στίχος· όμως εσύ δεν ηξεύρεις να τα μετράς. Το φωνήεν, με το όποιον τελειώνει η λέξη, χάνεται εις το φωνήεν με το οποίον η ακόλουθη αρχινά· όμως το προφέρω, επειδή έτσι με συμβουλεύει η τέχνη της αληθινής αρμονίας. Το ι α (βία) το ε ε ι (ρέει), το α ϊ (Μάη) και τα εξής, όταν δεν είναι εις το τέλος του στίχου, δεν κάνουν παρά μία συλλαβή. Το τ ι μ ή είναι ομοιοτέλευτο με το π ο λ λ ο ί, το κ α κ ό ς με το τ υ φ λ ό ς, το ε χ θ έ ς με το π ο λ λ α ί ς. Τούτοι οι κανόνες έχουν κάποιαις εξαίρεσαις, ταις οποίαις όποιος έχει καλά θρεμμένη με τους κλασσικούς την ψυχήν του βάνει εις έργον, χωρίς τόσο να συλλογίζεται, εις την ίδια στιγμή εις την οποίαν μορφώνει την ύλη. Πίστευσέ μου, Διδάσκαλε, η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα της ψυχής· μ' όλον τούτο αν φθάσης να μου αποδείξης ότι σφάλλω τους στίχους, θέλει γράψω των Ιταλών και των Ισπανών, να τους δώσω την είδησιν, ότι τους έσφαλαν έως τώρα και αυτοί, και μη φοβάσαι να σου πάρω για την εφεύρεσιν το βραβείον, γιατί θέλει σε μελετήσω. Αλλά ποίος σου είπε να τσακίσης την λέξη θ ε ρ ι σ μ έ ν α; (στρ. 51) — Ποίος μου το πε; το απόκρυφο της τέχνης μου, και το παράδειγμα των μεγάλων. Άμετρα είναι τα παραδείγματα τέτοιας λογής, και θέλει σου τα αναφέρω όλα ένα ένα, όταν ανανοηθώ πως έχω καιρό να χάσω. Ο Πίνδαρος έχει τσακισμέναις καμμία χιλιάδα λέξαις· οι τραγικοί 'ς τους χορούς ετσάκισαν αρκεταίς και αυτοί, και ο Οράτσιος τους εμιμήθηκε. Το παράδειγμα του Αριόστου

Nè men ti raccomando la mia Fiordi . . . Ma dir non potè ligi; e qui finio. [Canto XLII, 14]

αναλεί την εικόνα, και περιέχει πάθος λύπης. Το παράδειγμα του Πινδάρου

Ιδοίσα δ' οξεί· Ερινύς πέφνεν εοί συν αλλαλο φονίη γένος αρήιον (Ολύμπ. Ειδ. β', στίχ. 73)

αναλεί την εικόνα, και περιέχει πάθος τρομάρας. Το παράδειγμα του Δάντη

Cosi quelle coròle differente- mente danzando, della sua ricchezza Mi si facean stimar veloci e lente. [Parad. Canto 24]

είναι τέτοιο, οπού αν το διαβάσης με εκείναις ταις άλλαις θείαις ζωγραφίαις, και καταλάβης ότι τέτοιαις δεν ταις κάνει κανένας, ίσως ημπορεί Διδάσκαλε, να φιλιωθούμε· και η φιλία θέλει βαστάξη, όσο να σου κάμω μία παρατήρηση εις τον Πίνδαρο. Η λέξη ό λ ο ν (Ολύμπ. Ειδ. β' στίχ. 55) βρίσκεται τσακισμένη· για όποιο δίκαιο, ή μουσικής, ή άλλο, επαρακινήθηκεν ο Πίνδαρος να την τσακίση, το πρώτο δίκαιο το είχε η φύση της λέξης, η οποία, αν τσακισθή, εναντιώνεται με την ιδέαν, που παρασταίνει. Σε βλέπω και φρίττεις, και ετοιμάζεσαι να μαδήσης τα μαλλιά σου ωσάν το Θ του Λουκιανού (Δίκη φωνηέντων)· αλλά ησύχασε γιατί ο Πίνδαρος μ' όλον τούτο μένει πάντα ο ίδιος για καθέναν· ο ίδιος για με, οπού βρίσκω την τέχνην οπού είναι, ο ίδιος για σε, οπού ξανοίγεις ταις οξείαις οπού δεν λείπουν . . . βλέπω ένα χαμόγελο εις τα χείλα των ξένων αλλά δεν το κάνουν τόσο πικρό, γιατί βέβαια θυμούνται και τα δικά τους.

Ως προς την έννοια των στροφών 24 και 25 (του Ύμνου), μέσα στην Κερκυραϊκήν έκδοση (ΣΕ. Κ. 1859) βρίσκεται και η εξής αυτόγραφη σημείωση του ποιητή:

«Για να μη με ξανασκοτίσουν οι φλύαροι, οι οποίοι μη γνωρίζοντας τη φύση της Τέχνης δεν ημπορούν να κρίνουν σωστά τα μέσα οπού μεταχειρίζεται, φανερώνω, ότι όχι μόνον η Μεγάλη Βρεταννία δεν είναι χτυπημένη από τούτη τη στροφή, αλλά παρασταίνεται δυνατή, και άγρυπνη εις τα μεγάλα συμβεβηκά του κόσμου. Νά, γυμνός ο στοχασμός, οπού επαράστησα με μίαν εικόνα. Η Μεγάλη Βρεταννία αλαφιάζεται εκείνη τη στιγμή μήπως τα κινήματά μας επροέρχονταν(!) από τη Ρωσσία, και της λέει· θέλεις να πάρης εσύ 'ς τη στεριά, δύνουμαι να πάρω κ' εγώ 'ς το πέλαγο, κ' ετοιμάζομαι. — Η αλήθεια είναι που επήρε λάθος, και χαίρομαι.»

ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΡΔ ΜΠΑΙΡΟΝ &Ποίημα λυρικό.&

1

Λευθεριά, για λίγο πάψε Να χτυπάς με το σπαθί. Τώρα σίμωσε και κλάψε Εις του Μπάιρον το κορμί·

2

Και κατόπι ας ακλουθούνε Όσοι επράξανε λαμπρά· Αποπάνου του ας χτυπούνε Μόνον στήθια ηρωικά.

3

Πρώτοι ας έλθουνε οι Σουλιώταις, Και απ' το Λείψανον αυτό Ας μακραίνουνε οι προδόταις, Και απ' τα λόγια οπού θα πω.

4

Φλάμπουρα, όπλα τιμημένα, Ας γυρθούν κατά τη γη, Καθώς ήτανε γυρμένα Εις του Μάρκου τη θανή,

5

Που 'βαστούσε το μαχαίρι, Όταν του λειψε η ζωή, Μέσ' 'ς το ανδρόφονο το χέρι, Και δεν τ' άφινε να βγη. (56)

6

Αναθράφηκε ο γενναίος 'Σ των αρμάτων την κλαγγή· Τούτον έμπνευσε, όντας νέος, Μία θεά μελωδική. —

7

Με ταις θείαις της αδελφάδες Εστεκότουν σιωπηλή, Ενώ αυξαίνανε οι λαμπράδαις 'Σ του Θεού την κεφαλή,

8

Που εμελέτουνε τη Χτίση· Και ότι εβγήκε η προσταγή, Οπού εστένεψε τη Φύση Αιφνιδίως να φωτιστή,

9

Με τα μάτια ακολουθώντας Το νεογέννητο το φως, Και 'σε δαύτο αναφτερώντας, Της εξέβγαινε ο ψαλμός

10

Απ' τ' αθάνατο το στόμα, Και απομάκραινε η βροντή, Που το Χάος έκανε ακόμα 'Σ την ογλήγορη φυγή,

11

Έως που ολόκληρον εχάθη 'Στου Ερέβου τη φυλακή, Οπού απλώθηκε και εστάθη Σα 'ς την πρώτη του πηγή.

12

— Ψάλλε, Μπάιρον, του λαλούσε, Όσαις βλέπεις ομορφιαίς· Και κειος, που εκρυφαγροικούσε Ανταπόκριση μ' αυταίς,

13

Βάνεται, ταις τραγουδάει Μ' ένα χείλο αρμονικό, Και τα πάθη έτσι σου 'γγιάει, Που τραγούδι πλέον ψηλό

14

Δεν ακούστηκεν, απ' ότα (2) Έψαλ' ο Άγγλος ο τυφλός Τ' αγκαλιάσματα τα πρώτα Που έδωσ' άντρας γυναικός.

15

Συχνά εβράχνιασε η μιλιά του Τραγουδώντας λυπηρά, Πώς 'ς τον ήλιον αποκάτου Είναι λίγη ελευθεριά.

16

«Κάθε γη» παραπονειέται, (3) »Έσκλαβώθηκε, — είνε μια, »Οπού ο άνθρωπος τιμειέται, »Από δώθενε μακριά,

17

»Την οποία χτυπάει το νάμα »Σύνορα τ' Ατλαντικό· »Μετανόνει εν τω άμα »Όποιος πάει με στοχασμό

18

»Τη γλυκειάν Ελευθερία »Να της βλάψη από κοντά· »Το δοκίμασεν η Αγγλία! »Κάνεις πλέον ας μην κοτά.»

19

Και ότι βούλεται να φύγη (4) Εκεί πέρα ο Ποιητής, Ανεπόλπιστα ξανοίγει Εσέ εδώ να πεταχτής.

20 Επετάχτηκες! Μονάχη· Χωρίς άλλος να σου πη· Τ ώ ρ α α ρ χ ί ν η σ ε τ η μ ά χ η, Και γω πλάκωσα μαζί.

21

Να σ' το πη, και να σε ρήξη 'Στων Τουρκών ταις τουφεκιαίς Ασυντρόφιαστη, αν ξανοίξη Ταις περίστασαις δειναίς,

22

Κι' αν ταις εύρη ευτυχισμέναις, Νάλθη αντίς για τον εχθρό, Μ' άλλαις άλυσαις φτειασμέναις Αποκάτου απ' το Σταυρό,

23 (57)

Πούχε λάβη 'ς ταις αγκάλαις Από μας, κ' είχε θεούς Αστραπαίς, ανεμοζάλαις, Και βρονταίς και ποταμούς.

24

Μόνον τ' αδικοσφαμένα Τα παιδιά σου, στρυμωχτά, Με τα χέρια τσακισμένα Σε εσπρώξανε ομπροστά,

25

Και Συ εχύθηκες, πετώντας Μία ματιά 'ς τον Ουρανό, Που τα δίκια σου θωρώντας, Απεκρίθηκε· Είμαι δω.

26 (58)

Και χτυπώντας ξεθυμαίνει Εις το πέλαγο, εις τη γη, Η ρομφαία σου πυρωμένη Οχ την Άπλαστη Φωνή,

27

Και θαυμάσια τόσα πράχτει, Οπού οι Τύραννοι της γης 'Σ εσέ κίνησαν με άχτι, Όμως έστρεψαν ευθύς.

28.

Χαίρε! Κι' όποιος σε μισάει, Και πικρά σε λοιδορεί, Ευτυχία να πιθυμάη, Και ποτέ να μη την δη·

29

Και να κλαίη πως ήλθε η ώρα Η πατρίς του να δεθή Με τα σίδερα, που τώρα Πας συντρίβοντας Εσύ.

30

Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους, Που εξανάλαβαν γοργά Πάλι ελεύθερους ανθρώπους· Και του Μπάιρον τη χαρά

31

Χαίρου, ανάμεσα 'ς τα άλλα Πράγματα που σε τιμούν, Οι Μεγάλοι τα μεγάλα, Που τους μοιάζουνε, αγαπούν.

32

Βλέποντάς σε αναγαλλιάζει Η θλιμμένη του ψυχή, Και του λέγει· Ό π λ α φ ω ν ά ζ ε ι Τ ώ ρ α η Ε λ λ ά δ α· π ά μ ε ε κ ε ί.

33

Και κινάει να σ' απαντήση· Και η Φήμη του Ποιητού, Που τον κόσμο είχε γυρίση, Και τη δέχτηκαν παντού,

34

Μπροστοπάταε, να σε κράξη Με όνομα τόσο γλυκύ, Που όποιο μάτι σε κυττάξη Σε ξανοίγει πλέον σεμνή.

35

Τον ακλούθησεν ο πλούτος, Θείος 'ς τα χέρια του καλού, Και κακόπραχτος, αν ούτως Και είν' 'ς τα χέρια του κακού.

36

Μ' ένα βλέμμα οπού φονεύει Τα φρονήματα τα αισχρά, Τρομερή τον συντροφεύει, Στέκοντάς του εις τη δεξιά,

37

Και όντας άφαντη 'ς τους άλλους, Του Αλκαίου η σκιά, Και τους ώμους τους μεγάλους Λίγο γέρνοντας, κρυφά

38

Λόγια αθάνατα του λέει, Με τα οποία 'ς τα σωθικά Το θυμό του ξανακαίει Εναντίον 'ς την αδικιά·

39

Θυμόν, τρόμο όλον γεμάτον, Που νικάει την ταραχή Των βροντοκραυγών αρμάτων, Και πετειέται ολού με ορμή,

40

Και του τύραννου χτυπάει Τη βουλή, και την ξυπνά, 'Σ τη στιγμή που μελετάει Των λαών τη συφορά.

41

Μόνον άκουε του Κοράκου (5) Της Αυστρίας το κραυγητό, Που δεν έκρωξε του κάκου, Και επεθύμαε το κακό. —

42

Ομοίως έστρεφεν η Μοίρα, (6) Που είχε πάντοτε· σταθή Μέσ' 'ς της Κόλασης τη θύρα Με το Κρίμα ανταμωτή,

43

Έστρεφε κατά τη Χτίση, Γιατί εμύριζε νεκρή Μυρωδία, που χε σκορπίση Η πικρή μεταβολή·

44

Και από τ' άπειρο διάστημα Αντισήκωνε ψηλά Το μιαρό της το ανάστημα, Να χαρή τη μυρωδιά.

45

— 'Σ την Ελλάδα χαροκόπι Γιατί Εκείνον, που ζητεί, Βλέπει νάρχεται, και οι τόποι Που η σκλαβιά καταπατεί,

46

Χαμηλή την κεφαλή τους, Αγροικώντας τη βουή, Εδακρύζαν, και οι δεσμοί τους Τους εφάνηκαν διπλοί.

47

Αλλά αμέσως όλοι οι άλλοι Που είχαν ελευθερωθή, Και έχουν δάφνη 'ς το κεφάλι Που δε θέλει μαραθή,

48.

Ταις σημαίαις τους ξεδιπλώνουν, Και ταις δάφναις που φορούν Χαιρετώντας τον σηκώνουν, Και μ' αυταίς τον προσκαλούν.

49

Πού θα πάη; Βουνά και λόγγοι Και λαγκάδια αϊλογούν. Που θα πάη; — 'Σ το Μεσολόγγι, Και άλλοι ας μη ζηλοφθονούν.

50

Τέτοιο χώμα, απ' την ημέρα (7) Τη μεγάλη του Χριστού, Που είχε φέρη απ' τον αιθέρα Τιμή εμάς και δόξα Αυτού,

51

Είν' ιερό προσκυνητάρι, Και δε θέλει πατηθή Από βάρβαρο ποδάρι, Πάρεξ όταν χαλαστή.

52

Δεν ήταν τη μέρα τούτη Μοσχολίβανα, ψαλμοί. Νά, μολίβια, νά, μπαρούτι, Νά, σπαθιών λαμποκοπή.

53

'Σ τον αέρα ανακατώνονται Οι σπιθόβολοι καπνοί, Και από πάνου φανερώνονται Ήσκιοι θείοι πολεμικοί·

54

Και είναι αυτοί, που πολεμώντας Εσκεπάσανε τη γη, Πάνου εις τ' άρματα βροντώντας Με το ελεύθερο κορμί

55 (59)

Και αγκαλιάσματα εκεί πλήθια, Δάφναις έλαβαν, φιλιά, Όσα ελάβανε εις τα στήθια Βόλια τούρκικα σπαθιά.

56

Όλοι εκείνοι οι πολεμάρχοι Περιζώνουνε πυκνοί Την ψυχή του Πατριάρχη, Που τον πόλεμο ευλογεί·

57

Και αναδεύονται, και γέρνουν, Και εις το πρόσωπο ιλαροί, Χεραπλώνουνε και παίρνουν Από τη σπιθοβολή.

58

Εδώ βλέπει αντρειωμένα Να φρονούν παρά ποτέ· Και όλος έρωτα για σένα Προσηλώνεται 'ς εσέ·

59

Το πουλί, που βασιλεύει Πάνου εις τ' άλλα τα πουλιά, Γληγορώτατα αναδεύει Τα αιθερόλαμνα φτερά,

60

Τρέχει, χάνεται, και πίνει Τόλμην πίνει ο οφθαλμός φως τ' άστρον, οπού χύνει Κύματα άφθαρτα φωτός.

61

Πλανημένη η φαντασιά του Μέσ' 'ς το μέλλον το αργό, Που προσμένει τ' όνομά του Να το κάμη πλέον λαμπρό,

62

Ολοφλόγιστη πηδάει Εισέ μία ματιού ροπή Στρέφει απέκει και κυττάει· — Ανεκδιήγητη αντηχεί

63

Απ' του κόσμου όλου τα πέρατα Του Καιρού η χλαλοή, Και διηγώντας του τα τέρατα Του χτυπάει την ακοή·

64

Έθνη που άλλα φοβερίζουν, Φωναίς, θρόνοι δυνατοί· Άλλοι πέφτουνε, άλλοι τρίζουν, Και άλλοι ατάραχτοι και ορθοί·

65

Από φόβο και από τρόμο, Από βάρβαρους δεσμούς, Που ναι σκόρπιοι εις κάθε δρόμο, Και από μύριους υβρισμούς,

66

Βγαίνει, ανάμεσα 'ς τους κρότους Των γενναίων που την παινούν, Και κυττούνται ανάμεσό τους Για το θαύμα που θωρούν,

67

Μία Γυναίκα, που χε βάλη Μέσ' 'ς τα βάσανα ο καιρός, Ξαναδείχνοντας τα κάλλη Που της έσβυσε ο ζυγός,

68

Μόνον έχοντας για σκέπη Τα τουφέκια τα εθνικά, Και το χαίρεται να βλέπη Πώς και Αυτός την ακλουθά.

69

Αχ! συνέρχεται . . . ξανοίγει Ερινύαν φαρμακερή, Οπού αγιάτρευτην ανοίγει Της Ελλάδας μίαν πληγή·

70

Ερινύαν από τα χθόνια Που η Ελπίδα απαρατά· Η θεομίσητη Διχόνοια Που τον άνθρωπο χαλνά.

71

Αφού εδιώχτηκε από τ' άστρα Οπού ετόλμησε να πα, Πάει 'ς τους κάμπους, πάει 'ς τα κάστρα, Χωρίς ναύρη δυσκολιά.

72

Και κρατώντας κάτι φίδια Που είχε βγάλη απ' την καρδιά, Και χτυπώντας τα πιτήδεια Εις τους Ελληνας, περνά·

73

Και όχι πλέον τραγούδια νίκης Ωσάν πρώτα, ενώ τυφλά, Με το τρέξιμο της φρίκης, Τουρκικά άλογα πολλά

74

Ετσακίζανε τα χνάρια 'Σ την απέλπιστη φυγή, Και εγκρεμίζαν παλληκάρια Του γκρεμνού από την κορφή

75

Όχι πλέον, όχι τα δυνα- τά στοιχεία να μας θωρούν, Και να οργίζωνται και εκείνα Και για μας να πολεμούν· (8)

76

Αλλά πάει 'ς τους νόας μία θέρμη, Που είναι αλλιώτικη απ' αυτή, Οπού εσκόρπησε 'ς την έρμη Χιο του Τούρκου η πιβουλή, (9)

77

Όταν τόσοι επέφταν χάμου, Και με λόγια απελπισιάς, Κόψε με, έλεγαν, Αγά μου, Και τους έκοβεν ο Αγάς.

78

Όμως θέρμη ποίος υβρίζει Τον καλύτερο, και ποιος Λόγια ανόητα ψιθυρίζει· Άλλος στέκεται οκνηρός·

79

Άλλος παίρνει το ποτήρι Αποκάτου απ' την ελιά, Ωσάν νά τουν πανηγύρι, Με τα πόδια διπλωτά·

80

Και άλλοι, αλίτηροι! χτυπώντας Πέφτουνε 'ς τον αδελφό, Και παινεύονται, θαρρώντας Πως εχτύπησαν εχθρό.

81

Και τους φώναξε· «Φευγάτε Τ'ς Ερινύας την τρικυμιά· Ω! τι κάνετε; Πού πάτε; Για φερθήτε ειρηνικά·

82

»Γιατί αλλιώς θε να βρεθήτε »Ή με ξένο βασιλιά, »Ή θα καταφανισθήτε »Από χέρια αγαρηνά.»(10)

83

Αφού εδώ 'ς την παλαιά σου Κατοικία και άλλη φορά Με διχόνοιαις τα παιδιά σου Σου ετοιμάσανε εξοριά,

84

Από τότες οπού εσώθη 'Σ την Ελλάδα ο Στρατηγός, Οπού ο Έλληνας ειπώθη (Και τώρα όχι) ο στερινός,

85

Έως που ο κόσμος εβαστούσε Τον απάνθρωπον Αλή, Που όσον αίμα και αν ρουφούσε Τόσο εγύρευε να πιή,