Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 6
Όχι, πλέον δε θέλω νάλθω, Ούτε αν έξαφνα αρχινήση Λυπηρά να τραγουδήση Τη βοσκούλα 'ς το βουνό·
Ούτε αν ψάλλοντας το ιδούνε Τον πατέρα του να δείξη, Και τα δάκρυα να σφουγγίξη Με το χέρι το μικρό.
Μόνον αν το πάρη η μοίρα. Και στενέψη εμέ να κλίνω, Τότες έρχομαι και δίνω Ένα φίλημα κ' εγώ.
ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΨΥΧΟΡΡΑΓΟΥΝΤΑ (44)
Ήλθε η ώρα να σ' αφήσω, Νά! το θάνατο θωρώ, Ήθελα να σε φιλήσω, Ήθελα, μα δε μπορώ!
Μόνο σ' αποχαιρετάω, Γιατί πλιο δε θα σε ιδώ, Να σε σφίξω απεθυμάω, Μα το χέρι είναι νεκρό!
Πιάσ' το, ιδές πώς είναι κρύο, Πιάσ' το, ιδές πώς είναι αχνό, Ταις ελπίδες μου απολύω, Και το Χάρο ακαρτερώ.
Ήλθε η ώρα να σ' αφήσω, Του θανάτου νά η μορφή! Δε μπορώ να σε φιλήσω, Νά, μου σβύνεται η πνοή.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ
Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα, Οπού χε 'ς τα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα; Οπού χε σαν παρθενικό τραντάφυλλο το στόμα, Που χε τα μάτια γαλανά σαν τ' ουρανού το χρώμα; Που προς το βράδυ πάντοτε μονάχη επερπατούσε, Κ' είχε κοντά της έν' αρνί που την ακολουθούσε; Που καθισμένη ευρίσκαμε 'ς το έρμο περιγιάλι, Και λυπηρά ετραγούδαε της άνοιξης τα κάλλη; Αχ! το τραγούδι ακλούθαε, κυττάζοντας το κύμα Με τόση λύπη, που έλεγες όπως εκύτταε μνήμα. Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα 'ς το δρόμο, Αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε 'ς τον ώμο· Χυμένα ήταν 'ς όλο της το λείψανο, που ευώδα, Γιούλια, μοσκούλαις και γαντσιαίς, τραντάφυλλα και ρόδα Σβυμένα ήταν τα μάτια της, που φέγγαν σαν αστέρια, Και με κορδέλλαις κόκκιναις δεμένα είχε τα χέρια. Αχ! καταιβάζοντάς τηνε οι τέσσεροι απ' το βράχο, Κανείς δε την ακλούθαε πάρεξ το αρνί μονάχο, Και μαραμμένα ήτανε τα ανθηρά στολίδα, Που κάθε αυγή του εμάζωνε και του έπλεκεν η ίδια (45). Τ' αρνί μόνον ακλούθαε, μ π ε μ π ε, μ π ε μ π ε, φωνάζει, Πάντα μ π ε μ π ε, πάντα μ π ε μ π ε, και την παιδούλα κράζει. Με το κουδούνι 'ς το λαιμό εις τους γκρεμούς περπάτει
N τ ι ν, ν τα ι ν, κουδούνιζε κοντά εις το στερνό κρεβάτι (46). Ετούτη είναι κόρη μου, η όμορφη παιδούλα, Οπού χε 'ς τα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ
Νά, μία βοσκούλα 'ς το βουνό που κάθεται και κλαίει, Και τα παράπονα η σπηλιά γλυκά τα ματαλέει. Εψές μου απέθανε ο βοσκός, και τέσσεροι 'ς τον ώμο Μου τον επήραν τέσσεροι 'ς τον ύστερό του δρόμο. Βραχνόφωνα ο καλόγερος ανάδευε τα χείλα· Του νεκροκρέβατου συχνά ετρίζανε τα ξύλα. Θυμούμαι που εκαθόμαστε αντάμα εκεί 'ς τη βρύση· Ποιος απ' εμάς, ελέγαμε, περσότερο θα ζήση; Και λέγοντας· Ποιος απ' εμάς περσότερο θα ζήση; Φθυς κατ' εμάς εβούυξε φριχτά το Π ο ι ο ς θ α ζ ή σ η (47). Τότε ο αγαπημένος μου εστέναξε απ' τα στήθη, Και του πα· Τι έχεις 'ς την καρδιά; Κι' αυτός δεν μ' απεκρίθη. Φθυς κατ' εμάς εβούυξε φριχτά το κυπαρίσσι. Δυστυχισμένη συντροφιά! Που το χαρούμεν' άνθι Της νιότης μας της τρυφερής ογλήγορα εμαράνθη Ω Θάνατε, λυπήσου με, λυπήσου με, και φθάσε· Ένα αναστέναγμα γλυκό μου φαίνεται πως θα σαι. Μού πανε πως μεσάνυχτα τον βάνουνε 'ς το μνήμα, Κ' εξέδωκα το ρούχο μου για το στερνό του εντύμα. Φωνάζω, σκούζω δυνατά, 'ς τον τάφο του γυρμένη, Μα δεν ακούνε ταις φωναίς 'ς τον τάφο οι πεθαμένοι. Κείνοι που θα με θάψουνε, ακόμη αν μ' αγαπούνε, Ας βάλουνε τα χέρια μας νεκρά ν' αγκαλιασθούνε.
Η ΕΥΡΥΚΟΜΗ
Θάλασσα, πότε θέλ' ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη; » Πολύς καιρός επέρασε, και δεν την είδα ακόμη. » Πόσαις φοραίς κυττάζοντας από το βράχο γέρνω, » Και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω! » Φέρ' τηνε, τέλος, φέρ' τηνε». Αυτά ο Θύρσης λέει, Και παίρνει από τη θάλασσα, και τη φιλεί, και κλαίει. Και δεν ηξέρει ο δύστυχος όπου φιλεί το κύμα Εκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.
Η ΨΥΧΟΥΛΑ
Ωσάν γλυκόπνοο Δροσάτ' αεράκι Μέσα σε ανθότοπο, Κειο το παιδάκι Την ύστερη έβγαλε Αναπνοή
Και η ψυχούλα του Εις τον αέρα Γλήγορα ανέβαινε Προς τον αιθέρα, Σαν λιανοτρέμουλη Σπίθα μικρή.
Όλα την έκραζαν, Όλα τ' αστέρια, Κ' εκείνη εξάπλωνε Δειλή τα χέρια, Γιατί δεν ήξευρε Σε ποίο να μπη·
Αλλά, νά, τού δωσε Ένα Αγγελάκι Το φιλί αθάνατο 'Σ το μαγουλάκι Πού έξαφνα έλαμψε Σαν την αυγή.
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΔΕ ΡΩΣΣΗ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ.
Του πατέρα σου, όταν έλθης, Δε θα ιδής παρά τον τάφο· Είμαι ομπρός του, και σου γράφω, Μέρα πρώτη του Μαϊού.
Θα σκορπήσουμε το Μάη Πάνου 'ς τ' άκακα τα στήθη, Γιατί απόψε αποκοιμήθη Εις τον ύπνο του Χριστού.
Ήταν ήσυχος κι' ακίνητος Ως την ύστερη την ώρα, Καθώς φαίνεται και τώρα Που τον άφησε η ψυχή.
Μόνον, μία στιγμή πριν φύγη Τ' ουρανού κατά τα μέρη, Αργοκίνησε το χέρι, Ίσως για να σ' ευχηθή.
ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ
«Μάννα μου, σκιάζομαι πολύ Μη πεθαμένοι βγούνε. — Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί Την πλάκα τους βαστούνε».
Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ
Τα τραγούδια μου τα λεγες όλα, Τούτο μόνον δεν θέλει το πης, Τούτο μόνον δεν θέλει τ' ακούσης, Αχ! την πλάκα του τάφου κρατείς!
Ω παρθένα! αν ημπόρειαν οι κλάψαις Πεθαμένου να δώσουν ζωή, Τόσαις έκαμα κλάψαις για σένα, Που θέλ' έχης την πρώτη πνοή.
Συφορά! σε θυμούμ' εκαθόσουν 'Σ το πλευρό μου με πρόσωπο αχνό· «Τι έχεις;» σου πα, και συ μ' αποκρίθης· «Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω» (48).
Με σκληρότατο χέρι το πήρες, Ωραία κόρη, κι αυτό το κορμί, Που του έπρεπε φόρεμα γάμου, Πικρό σάβανο τώρα φορεί.
Το κορμί σου εκεί μέσα 'ς τον τάφο Το στολίζει σεμνή παρθενιά· Του κακού σ' αδικούσεν ο κόσμος, Και σου φώναξε λόγια κακά.
Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν' ακούσης, Οχ το στόμα σου τ' ήθελε βγη; «Το φαρμάκι, που επήρα, και οι πόνοι, »Δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί».
Κόσμε ψεύτη! ταις κόραις ταις μαύραις Κατατρέχεις όσο είν' ζωνταναίς, Σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι Την τιμήν, όταν είναι νεκραίς.
Σώπα, σώπα! θυμήσου πως έχεις Θυγατέρα, γυναίκα, αδελφή Σώπα, η μαύρη κοιμάται 'ς το μνήμα, Και κοιμάται παρθένα σεμνή.
Θα ξυπνήση την ύστερη ημέρα, Εις τον κόσμον ομπρός να κριθή, Και 'ς τον Πλάστη κινώντας με σέβας Τα λευκά της τα χέρια, θα πη·
«Κύττα μέσα 'ς τα σπλάχνα μου, Πλάστη! »Τα φαρμάκωσα, αλήθεια, η πικρή, »Και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα, »Που πλασμένα μου τα χες Εσύ·
»Όμως κύττα 'ς τα σπλάχνα μου μέσα, »Που το κρίμα τους κλαίνε, και πες, »Πες του κόσμου, που φώναξε τόσα, »Εδώ μέσα αν ήν' άλλαις πληγαίς».
Τέτοια, ομπρός εις τον Πλάστη κινώντας Τα λευκά της τα χέρια, θα πη. Σώπα, κόσμε! κοιμάται 'ς το μνήμα, Και κοιμάται παρθένα σεμνή.
1826
ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ (49)
Καθώς μένεις εις το νου μου Όσο ζω και εις την καρδιά, Μείνε, τέκνο του αδελφού μου, Εις τα μάτια μου ομπροστά.
Μείνε — επάλευε το σώμα Η ψυχή σου, για να βγη, Και συχνάνοιγες το στόμα Και δεν ήξερες γιατί.
Λίγο εχάρηκες το φως σου, Αφού επέρασες γλυκά Απ' τα σπλάχνα της μητρός σου Στου πατρός την αγκαλιά.
Γλυκοί εστάθηκαν και πλάνοι Των γονιών σου οι στόχασμοί Γάμου εβλέπανε στεφάνι, Κι' άλλο φόρεσες εσύ!
ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ
&Προς την κυρά Άννα Μαρία Αναστασία Γουράτο Γεωργομίλα.&
Όταν εντύθηκε το αγγελικό σχήμα εις το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρου και Γεωργίου εις Κέρκυρα, την 18 Απριλίου 1829.
Από τον θρόνο τ' Άπλαστου Οι Αγγέλοι εκατεβήκαν, Και μέσ' 'ς του μοσχολίβανου Το σύγνεφον εμπήκαν, Να ιδούν που το κοράσιο Κινάει 'ς την εκκλησιά.
Χριστός ανέστη, εψάλλανε Με τα χρυσά τους χείλη, Χριστός ανέστη, εκάνανε, Κι' αστράφτανε σαν ήλιοι, Και λόγια ετραγουδούσανε Εγκάρδια και θερμά.
_Ένας Άγγελος._ Χαίρε, αδελφή! Μ' αρέσουνε Της όψης σου οι χλωμάδαις· Εις τα περίσσια ανάμεσα Κεριά και 'ς ταις λαμπάδες, Κάλλιο από ρόδα πιάνουνε Της Νύμφης του Χριστού.
_Άλλος._ Αφού τον θάνατο έκλαψες Της δόλιας σου μητέρας Και του πατρός, — σου απόμεινε Μόνος Αυτός πατέρας.
_Άλλος._ Πάντα περνάει τα σπλάχνα του Το δάκρυ του ορφανού.
_Άλλος._ Γλυκό ναι της Παράδεισος Να μελετάς τα κάλλη·
_Άλλος._ Πικρή ναι η φοβερώτατη Του κόσμου ανεμοζάλη· Μον' εδώ φθάνει ο αντίλαλος, Δε φθάνει η τρικυμιά.
_Άλλος._ Εδώ ο Χριστός 'ς τα ονείρατα Σε σένα καταιβαίνει·
_Άλλος._ Εκεί ταράζουν άρματα, Και θρόνοι αιματωμένοι·
_Άλλος._ Εδώ ευτυχία και θρίαμβος·
_Άλλος._ Εκεί ναι συφορά!
_Άλλος._ Ο κόσμος ερωτεύτηκε 'Σ τα μάτια, 'ς τη φωνή σου, Τα μελετάει συχνότατα, Κ' η αγγελική ψυχή σου Φωνή και μάτια εγύρισε Κατά τον ουρανό.
_Άλλος._ Ο Πλάστης κατ' εικόνα του Τον άνθρωπο εποιούσε.
_Άλλος._ Μέσ' 'ς κρυφία της γνώσης του Τη Χτίση εμελετούσε, Για να 'ναι του λιγόζωου Ανθρώπου η κατοικιά.
Απάνου απάνου εχύθηκε 'Σ την Άβυσσο, που εσειότουν Και με τρομάρα εμούγκριζε, Κι' αυτί δεν εσωζότουν, — (50) Ο Πλάστης ολομόναχος Αγροίκαε με χαρά.
_Άλλος._ Έρως και Χάρος πάντοτε Δουλεύουν εδώ κάτου, Ως που ο Καιρός ο γέροντας Να χάση τα φτερά του.
_Άλλος._ Φριχτή ναι η ώρα που άνθρωπος Βαριά ψυχομαχά.
_Άλλος._ Μη φοβηθής να 'σ' έρημη Τότε από κάθε μάτι· Ιδού, ο Χριστός, που γέρνοντας 'Στου πόνου το κρεβάτι, Σου σιάζει το προσκέφαλο (51), Και σε παρηγορά.
_Άλλος._ Ευτυχισμένο λείψανο. Θέλει σου δώση πάλι Τον αρραβώνα ο ίδιος, Οπού σου πήρε αγάλι, Την ώρα που απομείνανε Τα στήθια σου νεκρά (52).
_Άλλος_. Τα κόκκαλα εβαρέθηκαν 'Σ το μνήμα καρτερώντας. Και τρίζουνε ακατάπαυτα Την Κρίση αναζητώντας (53).
_Άλλος._ Ξύπνα, αδελφή! τη σάλπιγγα Την ύστερη αγροικώ.
_Άλλος._ Τα μάτια της αστράψανε Του τάφου από την κλίνη· Κύττα! πετειέται ολόχαρη (54), Και μέσ' ς' το λάκκο αφίνει Τους μόσχους του Μαϊάπριλου, Που δεν υπάρχει πλιο.
Μη φοβηθής να 'σ' έρημη 'Σ του πόνου το κρεβάτι· Γιατί σ' εσένα γέρνοντας Ρήχνει ο Χριστός το μάτι.
_Όλοι oι Άγγελοι_. Τα μάτια της αστράψανε Του τάφου από την κλίνη· Κύττα! πετιέται ολόχαρη, Και μέσ' ς' το λάκκο αφίνει Τους μόσχους του Μαϊάπριλου, Που δεν υπάρχει πλιο.
1829
ΓΑΛΗΝΗ
Δεν ακούεται ούτ' ένα κύμα Εις την έρμη ακρογιαλιά· Λες και η θάλασσα κοιμάται Μέσ' 'ς της γης την αγκαλιά.
ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
Libertà [vο cantando, ch' è si cara Come sa chi per lei vita ritiuta. DANTE
1
Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη, Που με βία μετράει την γη.
2
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες Πικραμένη, εντροπαλή, Κ' ένα στόμα ακαρτερούσες, Έλα πάλι, να σου πη.
4
Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα, Και ήταν όλα σιωπηλά, Γιατί τα σκιαζε η φοβέρα, Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! παρηγορία Μόνη σου έμενε, να λες Περασμένα μεγαλεία, Και διηγώντας τα να κλαις·
6
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει Φιλελεύθερη λαλιά, Ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι Από την απελπισιά,
7
Κ' έλεες· πότε, α! πότε βγάνω Το κεφάλι από τ'ς ερμιαίς; Και αποκρίνοντο από πάνω Κλάψαις, άλυσαις, φωναίς!
8
Τότ' εσήκωνες το βλέμμα Μέσ' 'ς τα κλάιματα θολό, Και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα, Πλήθος αίμα Ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα, Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά, Να γυρεύης εις τα ξένα Αλλά χέρια δυνατά.
10
Μοναχή τον δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή· Δεν είν' εύκολαις οι θύραις, Εάν η χρεία ταις κουρταλή.
11
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, Αλλ' ανάσαση καμμιά· Άλλος σου έταξε βοήθεια, Και σε γέλασε φρικτά!
12
Άλλοι, ωιμέ! 'ς τη συφορά σου Οπού εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου, Σύρε, ελέγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι, Και ολογλήγορο πατεί Ή την πέτρα, ή το χορτάρι, Που την δόξα σου ενθυμεί
14
Ταπεινότατη σου γέρνει Η τρισάθλια κεφαλή, Σαν φτωχού που θυροδέρνει, Κ' είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι· αλλά τώρα αντιπαλεύει Κάθε τέκνο σου με ορμή, Που ακατάπαυστα γυρεύει Ή την νίκη, ή την θανή.
16
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου Ο ουρανός, που για τ'ς εχθρούς, Εις την γη την μητρική σου Έτρεφ' άνθια και καρπούς,
18
Εγαλήνευσε· και εχύθη Καταχθόνια μία βοή, Και του Ρήγα σου απεκρίθη Πολεμόκραχτη η φωνή (1)·
19
Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν, Χαιρετώντας σε θερμά, Και τα στόματα εφωνάξαν Όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια Του Ιονίου και τα νησιά, Και εσηκώσανε τα χέρια Για να δείξουνε χαρά,
21
Μ' όλον που ναι αλυσωμένο Το καθένα τεχνικά, Και εις το μέτωπο γραμμένο Έχει· Ψ ε ύ τ ρ α Ε λ ε υ θ ε ρ ι ά.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθη Και του Βάσιγκτων η γη, Και τα σίδερα ενθυμήθη Που την έδεναν και αυτή.
23
Απ' τον Πύργο του φωνάζει, Σα να λέη σε χαιρετώ, Και την χήτη του τινάζει Το Λιοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας Το θηρίο, και σέρνει ευθύς Κατά τ' άκρα της Ρουσίας Τα μουγκρίσματα τ'ς οργής.
25
Εις το κίνημά του δείχνει, Πώς τα μέλη είν' δυνατά· Και 'ς του Αιγαίου το κύμα ρήχνει Μία σπιθόβολη ματιά (55).
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη Και το μάτι του Αετού, Που φτερά και νύχια θρέφει Με τα σπλάχνα του Ιταλού·
27
Και 'ς εσέ καταγυρμένος, Γιατί πάντα σε μισεί! Έκρωζ', έκρωζε ο σκασμένος, Να σε βλάψη, αν ημπορή.
28
Άλλο εσύ δεν συλλογειέσαι Πάρεξ πού θα πρωτοπάς· Δεν μιλείς, και δεν κουνιέσαι 'Σ ταις βρισιαίς οπού αγροικάς·
29
Σαν τον βράχον οπού αφίνει Κάθε ακάθαρτο νερό Εις τα πόδια του να χύνη Ευκολόσβυστον αφρό,
30
Οπού αφίνει ανεμοζάλη, Και χαλάζι, και βροχή, Να του δέρνουν την μεγάλη, Την αιώνιαν κορυφή
31
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του, Οποιανού θέλει βρεθή 'Σ το μαχαίρι σου αποκάτου, Και 'ς εκείνο αντισταθή.
32
Το θηρίο π' ανανογιέται, Πως του λείπουν τα μικρά, Περιορίζεται, πετειέται, Αίμα ανθρώπινο διψά.
33
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, Τα λαγκάδια, τα βουνά, Και όπου φθάση, όπου περάση, Φρίκη, θάνατος, ερμιά·
34
Ερμιά, θάνατος, και φρίκη, Οπού επέρασες κ' εσύ· Ξίφος έξω από την θήκη, Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει Της αθλίας Τριπολιτσάς· Τώρα τρόμου αστροπελέκι Να της ρήξης πιθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι Δείχνει πάντα οπώς νικεί, Και ας είν' άρματα γεμάτη, Και πολέμια χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν, Για να ιδής πως είν' πολλά. Δεν ακούς που φοβερίζουν Άνδρες μύριοι και παιδιά; (2)
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα Θα σας μείνουνε ανοιχτά, Για να κλαύσετε τα σώματα, Που θα να βρη η συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει Του πολέμου αναλαμπή· Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, Λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρόν θωρώ να φύγη, Και 'ς το κάστρο ν' ανεβή. (3)
41
Μέτρα . . . είν' άπειροι οι φευγάτοι, Οπού φεύγοντας δειλιούν Τα λαβώματα 'ς την πλάτη Δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
42
Εκεί μέσα ακαρτερείτε Την αφεύγατη φθορά· Νά, σας φθάνει· αποκριθήτε 'Σ της νυκτός τη σκοτεινιά. (4)
43
Αποκρίνονται, και η μάχη Έτσι αρχίζει, οπού μακριά Από ράχη εκεί 'σε ράχη Αντιβούυζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια, Ακούω σμίξιμο σπαθιών, Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, Ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α! τι νύκτα ήταν εκείνη, Που την τρέμει ο λογισμός; Άλλος ύπνος δεν εγίνη Πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, Οι κραυγαίς, η ταραχή, Ο σκληρόψυχος ο τρόπος Του πολέμου, και οι καπνοί,
47
Και οι βρονταίς, και το σκοτάδι, Οπού αντίσκοφτε η φωτιά, Επαράσταιναν τον άδη Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.
48
Τ' ακαρτέρειε. — Εφαίνοντ' ήσκιοι Αναρίθμητοι γυμνοί, Κόραις, γέροντες, νεανίσκοι, Βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, Μαύρη η εντάφια συντροφιά, Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει Τα κρεβάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι Επετειούντο από την γη, Όσοι είν' άδικα σφαγμένοι Από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι- σμένα αστάχια εις τους αγρούς· Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη Εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο, Και αναδεύοντο μαζί, Αναβαίνοντας το κάστρο Με νεκρώσιμη σιωπή.
53
Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, Μέσ' 'ςτο δάσος το πυκνό, Όταν στέλνη μίαν αχνάδα Μισοφέγγαρο χλωμό,
54
Εάν οι άνεμοι μέσ' 'ς τ' άδεια Τα κλαδιά μουγκοφυσούν, Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν, Όπου είν' αίματα πηχτά, Και μέσ' 'ς τ' αίματα χορεύουν Με βρυχίσματα βραχνά,
56
Και χορεύοντας μανίζουν Εις τους Ελληνας κοντά, Και τα στήθια τους εγγίζουν Με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει Βαθιά μέσ' 'ς τα σωθικά, Όθεν όλη η λύπη βγαίνει, Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου Ο χορός τρομακτικά, Σαν το σκόρπισμα του ανέμου 'Σ του πελάου την μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου Κάθε κτύπημα που εβγή Είνε κτύπημα θανάτου, Χωρίς να δευτερωθή·
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει· Λες και εκείθεν η ψυχή, Απ' το μίσος που την καίει, Πολεμάει να πεταχθή.
61
Της καρδίας κτυπιαίς βροντάνε Μέσ' 'ς τα στήθια τους αργά, Και τα χέρια όπου χουμάνε Περισότερο είν' γοργά.
62
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη· Γι' αυτούς όλους, το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα και η ζάλη, Που στοχάζεσαι, μη πως Από μία μεριά και απ' άλλη Δεν μείνη ένας ζωντανός·
64
Κύττα χέρια απελπισμένα Πώς θερίζουνε ζωαίς! Χάμου πέφτουνε κομμένα Χέρια, πόδια, κεφαλαίς,
65
Και παλλάσκαις, και σπαθία, Με ολοσκόρπιστα μυαλά, Και με ολόσχιστα κρανία Σωθικά λαχταριστά,
66
Προσοχή καμμιά δεν κάνει Κανείς, όχι, εις την σφαγή. Πάνε πάντα εμπρός! Ω! φθάνει, Φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποίος αφίνει εκεί τον τόπο, Πάρεξ όταν ξαπλωθή; Δεν αισθάνονται τον κόπο, Και λες κ' είναι εις την αρχή.
68
Ωλιγόστευαν οι σκύλοι, Και Α λ λ ά εφώναζαν, Α λ λ ά· Και των Χριστιανών τα χείλη Φ ω τα ι ά εφώναζαν, φ ω τα ι ά.
69
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, Πάντα εφώναζαν φ ω τα ι ά, Και οι μιαροί κατασκορπιούντο, Πάντα σκούζοντας Α λ λ ά.
70
Παντού φόβος, και τρομάρα, Και φωναίς, και στεναγμοί· Παντού κλάψα, παντού αντάρα, Και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι Εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί· Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι Εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη, Και κυλάει 'ς την λαγκαδιά, Και τ' αθώο χόρτο πίνει, Αίμα αντίς για την δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αέρι, Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο 'Σ των ψευδόπιστων το αστέρι (5)· Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
74
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· Δεν λάμπ' ήλιος μοναχά Εις τους πλατάνους, δεν λάμπει Εις τ' αμπέλια, εις τα νερά·
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα Τώρα αθώα δεν αντηχεί Τα λαλήματα η φλογέρα, Τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες, Σαν το κύμα εις το γιαλό· Αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες Δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε Και ξανάλθετε 'ς εμάς· Τα παιδιά σας θέλ' ιδήτε Πόσο μοιάζουνε με σας.
79
Όλοι εκείνοι τα φοβούνται, Και με πάτημα τυφλό Εις την Κόρινθο αποκλειούνται, Κι' όλοι χάνονται απ' εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου Πείνα και Θανατικό, Που με σχήμα ενός σκελέθρου Περπατούν αντάμα οι δυο·
81
Και πεσμένα εις τα χορτάρια Απεθαίνανε παντού Τα θλιμμένα απομεινάρια Της φυγής και του χαμού.
82
Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, Που ότι θέλεις ημπορείς, Εις τον κάμπο, Ελευθερία, Ματωμένη περπατείς!
83
'Σ την σκιά χεροπιασμέναις, 'Σ την σκιά βλέπω κ' εγώ Κρινοδάχτυλαις παρθέναις, Όπου κάνουνε χορό· (6)
84
'Στον χορό γλυκογυρίζουν Ωραία μάτια ερωτικά, Και εις την αύρα κυματίζουν Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει, Πως ο κόρφος καθεμιάς Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει Γάλα ανδρείας, και ελευθεριάς.
86
Μέσ' 'ς τα χόρτα 'ς τα λουλούδια Το ποτήρι δεν βαστώ. Φιλελεύθερα τραγούδια Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι Την ημέρα του Χριστού, Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι, (7) Για το τέκνο του Θεού
89
Σου ήλθε εμπρός λαμποκοπώντας Η Θρησκεία μ' ένα σταυρό, Και το δάκτυλο κινώντας Όπου ανεί' τον ουρανό,
90
'Σ αυτό, εφώναξε, το χώμα Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά· Και φιλώντας σου το στόμα Μπαίνει μέσ' 'ς την εκκλησιά. (8)
91
Εις την τράπεζα σιμώνει, Και το σύγνεφο το αχνό Γύρω γύρω της πυκνώνει Που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγροικάει την ψαλμωδία, Οπού εδίδαξεν αυτή· Βλέπει την φωταγωγία 'Σ τους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοί είν' αυτοί 'που πλησιάζουν Με πολλή ποδοβολή, Κι' άρματ' άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες Εσύ.
94
Α! το φως που σε στολίζει, Σαν ηλίου φεγγοβολή, Και μακρόθεν σπινθηρίζει, Δεν είναι, όχι, από την γη·
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός· Φως το χέρι, φως το πόδι, Κι' όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου αντισηκώνεις, Τρία πατήματα πατάς, Σαν τον πύργο μεγαλώνεις, Και εις το τέταρτο κτυπάς·
97
Με φωνή που καταπείθει, Προχωρώντας ομιλείς· «Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, »Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
»Αυτός λέγει . . . Αφογκρασθήτε· »Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα εγώ. Πέστε, που θ' αποκρυφθήτε «Εσείς όλοι, αν οργισθώ; (9)
99
»Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, »Που μ' αυτήν αν συγκριθή »Κείνη η κάτω οπού σας έχω «Σαν δροσιά θέλει βρεθή·
100
»Κατατρώγει, ωσάν την σχίζα, »Τόπους άμετρα υψηλούς, »Χώραις, όρη, από την ρίζα, »Ζώα, και δένδρα, και θνητούς,
101
»Και το παν το κατακαίει, »Και δεν σώζεται πνοή, »Πάρεξ του άνεμου που πνέει »Μέσ' 'ς τη στάχτη τη λεπτή».
102
Κάποιος ήθελε ερωτήση· Του θυμού του είσαι αδελφή; Ποίος είν' άξιος να νικήση, Ή με σε να μετρηθή;
103
Η γη αισθάνεται την τόση Του χεριού σου ανδραγαθιά, Που όλη θέλει θανατώση Την μισόχριστη σπορά.
104