Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 5
Πολλά χρόνια δεν πέρασαν αφότου άρχισεν Σολωμός φωτεινότερα να ξαπλώνεται 'ς τα βάθη της ελληνικής ψυχής. Δεν είναι δεκαπέντε είκοσι χρόνια που ξύπνησεν η συνείδηση κάποιων ποιητών μας νέων και άρχισαν — δειλά και ψαχτά 'ς τα σκοτάδια, όμως άρχισαν — από πάνω τους να τινάζουν την τυραννία μιας ρητορικής πεζολογίας και μιας γλώσσας αντιποιητικής. Και τότε ενώ από τη μια μεριά φανερώνεται το δημοτικό τραγούδι, πρώτο και μόνο ταιριαστό ξεκίνημα του δρόμου που γενναία να τρέξουνε βάλθηκαν, από την άλλη τη μεριά ο Σολωμός από πατριώτης και εθνικός, και, δεν ξέρω τι άλλο, ποιητής του Ύμνου, και δεν ξέρω τίνος άλλου θουρίου, γνησίου ή νόθου, ξανοίγεται πως είναι ο Π ο ι η τ ή ς, χωρίς κανένα επίθετον ή στόλισμα· και φανερώνεται ο Σολωμός, πρώτο και άξιο σημάδι για να σταματήση το δρόμο του καθένας ποιητής που ονειρεύεται την ποίηση βαθειά και υψηλή και παναρμόνια (33). Το γλυκοχάραμα που δείχνει 'ς τα βάθη μια ποιητική Αναγέννηση 'ς τον τόπο μας, βοηθάει η κριτική εργασία· πότε προπορεύεται, πότε παράπλευρα στέκει με τη νέα μας ποιητική έμπνευση. Κάθε φορά που σημειώνεται 'ς τη Σκέψη μας κάτι φωτεινό, κάθε που δοκιμάζεται γενναίο βήμα προς τα εμπρός, το φως έρχεται και το βήμα γίνεται με το σύνθημα Σ ο λ ω μ ό ς. Με το Σολωμό ο Πολυλάς παρουσιάζεται σοφός εξηγητής και οδηγητής προς την αληθινή Τέχνη. Με το Σολωμό ο Ροΐδης γκρεμίζει πρώτα τα φιλολογικά μας, κ' ύστερα τα γλωσσικά μας είδωλα. Με το Σολωμό ο Ψυχάρης, συχνά πυκνά, σημαδεύει τα βαρύβροντα επαναστικά βιβλία του και τα γλωσσικά του κηρύγματα. Με το Σολωμό ο Καλοσγούρος μας ξαναθυμίζει, λαμπρά λαγαρισμένη, τη φυσιογνωμία του Σολωμού, με ολίγα λόγια του. Ως την τελευταία ώρα σε περιοδικά, 'ς εφημερίδες και 'ς τα λιγοστά βιβλία τους, πρεσβύτεροι και νεώτεροι, όσοι εργάζονται και αξίζουν, κάτου από τη σκέπη του Σολωμού ανταμώνονται και βρίσκουν κάποιο ταίριασμα, οι δυσκολοταίριαστοι. Και θα περάσουν τα χρόνια και οι καιροί, και η Μούσα θα χτίση 'ς την Ελλάδα ναούς και λειτουργούς θάβρη αγνότερους, πιο άξιους, πιο ξακουστούς· κι ακόμα ο Σολωμός θα στέκεται 'ς την κορφή, κι ακόμα, ύστερ' από αιώνες, θα ταιριάζη να λέγεται γι' αυτόν ό,τι ο κριτικός Voguè είπε για το Chateaubriand: «Ήταν η ζωντανή πηγή για τη νεώτερη ποίηση. Όλα όσα αισθανόμαστε, και με τον τρόπο που τα αισθανόμαστε σήμερα, πήραν από μιας αρχής μορφή και χρώμα μέσα 'ς την ψυχή του.»
Δ'.
Ο λογοτέχνης, κι ο πλέον καταφρονητής της φήμης, φροντίζει πάντα, όπως όπως, για την τύχη των έργων του· αποκατασταίνει τα πνευματικά του έργα 'ς τη δημοσιότητα, σαν πατέρας τα παιδιά του 'ς τη ζωή. Όμως ο Σολωμός είναι μοναδικό φαινόμενο καταφρονετικής αφροντισιάς προς το έργο του. Κ' ενώ σε θέσην ήτανε να κοιτάξη το τύπωμα των ποιημάτων του, καλήτερ' από άλλους, τάφησε να σκορπιστούνε 'ς τους ανέμους και ν' αδικοθανατίσουν· κ' εκείνα που γεννούσε της στιγμής και τα πετούσε ξέγνοιαστα, χωρίς να καταδέχεται μήτε να ταντιγράψη, κ' εκείνα που ζηλόφθονα κρατούσε 'ς το συρτάρι του, και όλο τα κλάδευε και τα συγύριζε. Όσα πετούσ' εδώ κ' εκεί δυσκολογνώριστα είναι από τα χέρια κι από τα σημάδια του ενός και του άλλου· όσα φρόντιζε, ξέρομε πως εχάθηκαν. Για τούτο κι ο ποιητής, που εδώ και λιγώτερ' από μισόν αιώνα, ζούσε ανάμεσό μας, είναι σα να στέκη μακρειά μας αιώνες· είναι σα να έζησε προτού βρεθή η τυπογραφία. Και τα έργα του δεν παρουσιάζονται μόνο σα λείψανα, τα περισσότερα, καθώς των αρχαίων, αλλά φέρνουν απορίες και φροντίδες γεννούνε σαν εκείνα των αρχαίων. Έχομ' εκείνων κείμενα γνήσια και κείμενα νόθα μέσα 'ς αυτά, σε ποια μεριά δούλεψε το χέρι του ποιητή, και πού το χέρι του ξένου; Δεν το καλογνωρίζομε. Ποιήματα έχομε που δεν ξέρομε αν είναι αυτά τα τελειωτικά πλάσματα, ή τα προπλάσματα που θάθελαν ακόμα χτένισμα· και στίχους που δεν είν' εύκολο να καταλάβης μέσα σε πιο ποίημα πρέπει να σταθούν. Πώς την ήθελε τη δημοτική γλώσσα ο ποιητής; καλά δεν το ξέρομε, αφού καλά δεν το ξέρομε πώς την έγραφε. Όταν η κριτική των κειμένων συλλογιστή μια μέρα να σταματήση και ς' τα δικά μας, τι κάμπος για κείνη πλουσιοπάροχος οι στίχοι του Σολωμού!
Δεν έδωκε να τυπωθή κανένα του έργο, και μήτε που φαίνεται να φροντίζη για τύπωμα στίχου του πουθενά. Μόνο μια φορά 'ς τη ζωή του δεν εκράτησε τον κανόνα· το 1833 στέργει να φανούνε 'ς ένα Κερκυραϊκό περιοδικό, για χάρη μιας μιλαίδης, τα δεκάξι οχτάστιχ' από το «Όραμα», και φροντίζει ο ίδιος το τύπωμά τους. Το 1857 — του τέλους του η χρονιά — υπαγορεύει σε φίλο του τη «Φαρμακωμένη», για να δημοσιευθή 'ς την «Πανδώρα.» Ας προστεθή και ο Ύμνος που το φως πρωτόειδε 'ς το Μισολόγγι κατά τα 1824, από χειρόγραφο, νομίζω, που πήρε 'ς τα χέρια του ο Τρικούπης από τον ποιητή. Μόνο για τα τρία τούτα, και σε τόσο μακρινά, τόνα από τάλλο, χρονικά διαστήματα, (μάλιστα για το τρίτο πολύ δεν είμαστε βέβαιοι), μπορεί να λέμε θετικά: «Έτσι τα ήθελε·» για όλα τάλλα δίκαιο να κρίνεται, λίγο ή πολύ, ανεύθυνος. Γιατί και όλο το άλλο έργο, εκείνο που δε χάθηκεν ακατανόητα, παραιτημένον όπως όπως, αθεώρητον απόμεινε 'ς τα χέρια και 'ς τη διάθεση φίλων και θαυμαστών, αντιγραφέων, εκδοτών, τυπογράφων, κάθε λογής, κάθε παιδείας, κάθε βουλής. Για τούτο και παθαίνει το έργο τούτο, από τα πρώτα γυμνάσματα ως τα σχέδια τα υστερνά, «του λιναριού τα πάθη.» Ο ποιητής άλλοτε τους εκφωνεί μόνο τους στίχους του προς τους φίλους, και άλλοτε τους δίνει χειρόγραφους προς τους ίδιους· τους εμπιστεύεται άλλοτε προς τη μνήμη, άλλοτε προς την αντιγραφική προθυμία εκείνων που τον περικυκλώνουν. Μάλιστα όσο προχωρεί 'ς τα χρόνια, και γίνεται ωριμώτερη η εργασία του, τόσο μεγαλώνει, φαίνεται, η παραξενιά του· δεν αφίνει πια χειρόγραφα 'ς τους φίλους, του φτάνει να τους λέη στίχους του, άκρες μέσες. Όμως οι στίχοι αντιλαλούνται από στόμα σε στόμα, φέρνονται αντιγραμμένοι από τετράδιο σε τετράδιο. Και γίνεται κ' εδώ ό,τι και 'ς τον παλιό καλό καιρό. Εκείνοι που πιο πολύ αρέσουν, έχουν και τα περισσότερα αντίγραφα· (λ. χ. η σάτυρα «Το όνειρο», μόλις γίνεται γνωστή, κυκλοφορεί 'ς ένα σωρό αντίγραφα.) Εκείνοι που έτυχε και να μπούνε σε σκοπό, ζούνε ζωηρότερα 'ς τα τραγούδια. Όμως και τα χέρια που αντιγράφουν και τα στόματα που τραγουδούν, αδύνατο, φυσικά, να ξεφύγουν από τις απροσεξίες κι από τα λάθη κι από ταυθαίρετα· προσθέτουν ή κολοβώνουν, αλλάζουν, παραμορφώνουν. Σημαδεύουνε και τρίβουν τα ποιήματα, σαν τα νομίσματα, δάχτυλα και χτυπήματα κάθε λογής. Σε περιοδικά και 'ς εφημερίδες φαίνονται μερικά από τα γνωστότερά μας· μα ποιος ξέρει αν είναι αυτή η αληθινή τους μορφή! Μέσα σε μιαν Ανθολογία βάναυσ' ανακατώνονται και καταντούν δυσκολογνώριστα κ' εκείνα τα ωραιότερα οχτάστιχα του «Λάμπρου.» Τη χρονιά που πέθανε, βλέπουνε το φως και δύο τρεις συλλογές από στίχους του, ψευτοραμμένες, πρόχειρα και βιαστικά. Και φίλοι ακόμα φωτισμένοι του Σολωμού, εντόπιοι και ξένοι, δημοσιεύουνε μέσα σε βιβλία τους, για τραγούδια του ελληνικού λαού ανώνυμα, ποιήματα του Σολωμού. Αλλού, μεταφρασμένοι στίχοι του τυπώνονται για πρωτότυποι δικοί του. Άλλα πάλιν άλλων έργα, κι όχι από τα πιο ζηλεμένα της νεοελληνικής Μούσας, περνούν ακόμα για έργα του Σολωμού. Δουλεύει αδιάκοπα η μνήμη, και πολλές φορές και η φαντασία, τώρα με το φίλο του ποιητή, και ύστερα με το φίλο του φίλου του ποιητή, και ακόμα με τον απόγονο του φίλου του φίλου του ποιητή. Ο ένας θυμάται πως τάκουσε το δείνα τετράστιχο από τον ίδιο το Σολωμό· ο άλλος ότι άκουσε να λέη ο τάδε πως του το είχε παραδώσει το δείνα δεκάστιχον ο ίδιος ο ποιητής. Άλλος αναφέρει την εποχή, άλλος και το μέρος ακόμη που γράφτηκεν ή που αυτοσχεδιάστηκε το ποίημα. Άλλος θυμάται τετράδια ποιημάτων του Σολωμού, με τα νούμερα, με το σχήμα τους και με το χρώμα τους. Αυτός θυμήθηκ' έξαφνα 'ς τα γεράματα ένα τραγούδι του Σολωμού που συγκινούσε τα νιάτα του. Εκείνος πήγε και το ξέθαψεν από κιτρινισμένο δεφτέρι, πατρική του κληρονομιά.
Έπρεπε να πεθάνη ο ποιητής, για να γίνη σκέψη προς κάποιο σοβαρό και στοχαστικό περιμάζεμα των έργων του. Κι από τα σκορπίσματα κι από τα συντρίμματα δένεται 'ς την Κέρκυρα και γίνεται, το 1859, το πρώτο ακέριο τύπωμα των «Ευρισκομένων» του Σολωμού. Δικοί και ξένοι κάνουν ό,τι δύνανται προς τούτο. Κάτι που μοιάζει με το άνοιγμα καλλιτεχνικού σαλονιού. Όσοι έχουν εικόνες του πεθαμένου ζωγράφου, ή σκίτσα του απλά ή μολυβιές του, ή κάτι που νάχη οπωσδήποτε τον αέρα ή τη φήμη πως είναι δουλειά του ζωγράφου, τα κουβαλούν από δω κι από κει. Ο εκδότης έχει 'ς τη διάθεσή του κάποια χαρτιά· τα χειρόγραφα· όσα κι' όπως βρεθήκανε, στίχους ελληνικούς και ιταλικούς, και πεζά ιταλόγλωσσα σχέδια και σημειώματα. Οι στίχοι αρχισμένοι και ξαναρχισμένοι· οι ίδιοι, καθώς μας είναι γνωστό, γραμμένοι κατά τρόπους διαφορετικούς. Από αυτούς ξεδιαλέγει, και κάνει το κείμενο· τους άλλους τους τοποθετεί παράμερα· και σχηματίζονται οι παραλλαγές. Αν είναι τούτοι στερνοί και τελειωτικοί στίχοι, κι αν είν' εκείνοι προτήτεροι και ατελέστεροι, αν αυτοί ταιριάζουνε για το κείμενο, κι εκείνοι για τα σημειώματα, δε δείχνεται ξάστερα πάντα. Του εκδότη δεν του έτυχε προς τούτο κανένα όργανο που να τα ξεχωρίζη καθαρισμένα τα πράγματα· εμπιστεύεται 'ς την κρίση και 'ς την καλαισθησία του, φωτισμένες, οπωσδήποτε, και ζυγισμένες, δυναμωμένος από τη φιλία του ποιητή κι από τη στενώτερη γνωριμία που είχε με τα έργα του. Για το κείμενο, πότε προτιμά τη γραφή που ηύρε 'ς το νεώτερο χειρόγραφο· πότε τη γραφή που ηύρε 'ς το αρχαιότερο· πότε προκρίνει από το στίχο του χειρογράφου το στίχο που απομένει 'ς τη δική του μνήμη, παραδομένος από το στόμα του ποιητή, ή 'ς την ενθύμηση κανενός άλλου. Πότε ο στίχος δεν υπάρχει 'ς το χειρόγραφο, και δούλεψε πάλιν η μνήμη. Ολόκληρα ποιήματα — και δεν είναι λίγα, δε βρίσκονται 'ς τα χειρόγραφα· περιμαζεύονται 'ς τον τόμο καθώς τυπώθηκαν από ξένους εδώ κ' εκεί, όπως όπως, ή με κάποια διορθώματα. Μερικοί στίχοι δε φαίνονται τίνος ποιήματος είναι· ο εκδότης υποθέτει πως ταιριάζουν εδώ ή εκεί· και τους τοποθετεί. Χάσματα και σκοτάδια. Για να γεμίση τα χάσματα, παίρνει και μας μεταφράζει τα ιταλικά πεζά πρωτοσχέδια ποιημάτων αγέννητων ή μισογέννητων· κ' έτσι με την πρωτόγονη ψυχή του ποιητή ανακατώνεται ανεπαίσθητα, σε μια χημικήν ένωση, και κάποιο ξένο στοιχείο· η πνοή του μεταφραστή. Ο εκδότης πιάνει ακόμα να φωτίση τα σκοτάδια με υποσημειώματα ή επεξηγήματα· όμως το φως τούτο, αχνό σα φεγγαριού, δε ρίχνει τάχα μια φανταστική όψη 'ς τα φωτιζόμενα; Οπωσδήποτε η εργασία είναι κριτική και γίνεται με όλη τη δυνατή προσοχή και την ευλάβεια. Κ' έτσι, αν δε μας δείχνεται πάντα έτοιμη η εργασία του ποιητή, μας δίνεται να καταλάβουμε κάτι από τον τρόπο με τον οποίον εργάζεται ο ποιητής. Ο Taine παρωμοίασε το πνεύμα του ανθρώπου με ρωλόι· «Έχει το μηχανισμό του, γράφει, κι ανάμεσα 'ς τα κομμάτια του έχει ένα ελατήριο, το σημαντικώτερο. Ξεχωρίστε το ελατήριο τούτο, δείχτε μας πώς κάνει και σαλεύουν όλα τάλλα, ακολουθήσατε την κίνηση τούτη από κομμάτι σε κομμάτι ως τον ωροδείχτη όπου καταλήγει.» (34) Ο τόμος της Κερκύρας δε μας παρουσιάζει μόνο την πρόσοψη του ωρολογιού, σκεπασμένου· μας το αφίνει ανοιχτό· βλέπομ' εμπρός την ώρα, και πίσω σκύβοντας, ξανοίγομε τη μηχανή του, και κοιτάζομε πώς δουλεύει· παίρνομε κάτι από τη χαρά των παιδιών, όταν συντρίβουν το παιγνίδι για να ιδούν τι κρύβει μέσα του. Όμως τέτοια, και καμιά, χαρά δε θάνοιωθεν ο ποιητής αν ημπορούσε να του πέση 'ς το μάτι κανέν αντίτυπο των δημοσιευμένων ποιημάτων του. Φαντάζομαι πως λύπη και θυμός θα τον ετάραζαν. Εκείνος, τόσο δύσκολος προς τα τέκνα του, ώστε και να τα σιχαίνεται τα περισσότερα, και να τα κάνη απόπαιδα, και καμιά φορά να τα σημαδεύη, υβριστικώτατα, 'ς το περιθώριο του χειρογράφου· εκείνος που και τον Ύμνο του ακόμα καταφρονούσε, τι θα έλεγε κι αν έβλεπε με φροντίδα περιμαζεμένα σε βιολίον όσα θα είχε ξεχάσει πως υπάρχουν, ή όσα δε θα ήθελε να εξακολουθούν υπάρχοντα, κι ακρωτηριασμένα και παραμορφωμένα απάντεχα όσα αλλιώς ωνειρεύτηκε και αλλιώς εδούλεψε; και τι θάλεγεν αν έβλεπε πως μήτε σημάδια άφησαν όσα πίστευεν άξια να ζήσουνε με τόνομά του, για τ' όνομά του!
Το νέο τούτο τύπωμα ακολούθησε, φυσικά, την τελειότερη και κριτικώτερην έκδοση των ποιημάτων του Σολωμού, την Κερκυραϊκή του 1859. Το κείμενον, οι παραλλαγές, το συγύρισμα των αποσπασμάτων, μερικά σημειώματα κ' επεξηγήματα και συμπληρώματα, η μετάφραση και η παράθεση των πεζών ιταλικών κομματιών, όλα παρμέν' από την έκδοση εκείνη. Μόνο πως η κατάταξη κάπως άλλαξε. Ανοίχτηκαν πρώτα πρώτα δυο μεγάλα χωρίσματα· 'ς το πρώτο μπήκαν όλα τακέρια ποιήματα· 'ς το δεύτερον όλα τα, μικρά ή μεγάλα, αποσπάσματα. Έπειτ' ακολουθούνε, χωριστά βαλτά, τα λίγα μεταφρασμένα. Κ' ύστερα, όμοια χωρισμένα, σαν εξαιρετικόν είδος και δυσκολοταίριαστο με τη γενική φυσιογνωμία της Σολωμικής Μούσας, τα σατυρικά. Έπειτα τα πεζά, δηλαδή ο μονάκριβος Διάλογος του 1824, κομματιασμένος και τούτος. Και τέλος τα Ιταλικά, από ταυτοσχέδια σονέττα ως το ρητορικό εγκώμιο του Φωσκόλου. Οι παραλλαγές, αντί να βαλθούνε 'ς το τέλος των ποιημάτων, όπως γίνονταν ως τώρα, και όπου σαν παραρριμένες έμεναν, γιατ' ήτανε σα δύσκολο κάπως και βαρετό να τρέχη εκεί να τις ξεθάφτη κανείς, — αραδιάστηκαν αμέσως αποκάτου από τα κείμενα· κ' έτσι πρόχειρο το διάβασμα κι ακοπώτερ' η παραβολή και η κρίση. Όσο δυνατόν ήτανε, φυλάχτηκε μια κάποια χρονολογική σειρά 'ς την κατάταξη, για να δείχνεται οπωσδήποτε και το ξάνοιγμα της φαντασίας του ποιητή. Σε μερικά ποιήματα σημειώθηκε και η χρονιά που έγιναν, όπου ο χρόνος είναι θετικά γνωστός, και όπου δεν κλείνεται το ποίημα, όσο να σχεδιασθή, όσο να γραφή, και όσο να πάρη πάγιον τύπο, σε διάστημα χρόνων ολόκληρων, καθώς ο «Λάμπρος» από το 1822 ως το 1833, καθώς οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» από το 1826 ως το 1849. Βαλμένα 'ς την παρούσαν έκδοση και μερικά που λείπουν από την Κερκυραϊκή, λ.χ. τα Σονέττα που τύπωσε 'ς την Κέρκυρα ο Στράνης, και κάποια άλλα σύντομα στιχουργήματα, κάπως όχι τόσον άξια του Σολωμού, ύποπτα πάντα· παρμένα όλα από το Ζακυθινό ξανατύπωμα του 1880. Διωρθώθηκεν η ορθογραφία στίχων και πεζών, συστηματικά, φροντισμένη από το σοφό καθηγητή Νικόλαο Πολίτη. Καλλιτεχνικό απόχτημα του βιβλίου τούτου είναι τα συνθέματα του διαλεχτού ζωγράφου μας Ιακωβίδου που το στολίζουν, εμπνευσμέν' από τη σολωμική ποίηση. Μολαταύτα δίκαιον είναι η παρούσα έκδοση να θεωρηθή πως κλείνει τη σειρά των παλαιών τέτοιων, όχι πως ανοίγει μια νέα εκδοτική εποχή του Σολωμού με πιο σπουδασμένο τρόπο μελέτης και φροντίδας. Την περιμένομεν ακόμα την εποχήν αυτή. Προς τούτο θα χρειάζονταν, από μιας αρχής, να κυνηγηθούνε μερικά· μια επίσκεψη 'ς τη Ζάκυνθο και 'ς την Κέρκυρα, 'ς τους τόπους όπου έζησεν ο ποιητής, και όπου, πριν ο χρόνος όλα τα σβύση, θα μιλούνε ακόμα κάποια σημάδια της ζωής του σημαντικά, και θα κρατούνε κάτι τι άβγαλτο που δεν ειπώθη ακόμα. Τι γίνονται τα χειρόγραφα του ποιητή, τα σκόρπια, ατέλειωτα και χασματώδη που βρέθηκαν, όπως βρέθηκαν; Καινούργιο ξανασκάλισμα και τούτων άγονο δε θα ήταν. Ένας γάλλος κριτικός, από τα χειρόγραφα του Ουγκώ που του παραδόθηκαν, αφού πέθανε, για να τα εξετάση, έβγαλε κάποια συμπεράσματα περίεργα για την ψυχολογία του μεγάλου ποιητή. Μια μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του Σολωμού είναι απαραίτητη. Όπως και μια μελέτη της επιρροής των Ιταλών, καθώς θα δείχνεται 'ς τα καθέκαστα του σολωμικού στίχου (35) Αντίθετα, το τύπωμα του πρωτοτύπου κειμένου των πεζών ιταλικών σχεδίων και στοχασμών, που τα ξέρομε μονάχ' από τη μετάφραση του Πολυλά, θα βοηθούσε πολύ 'ς το φώτισμα κάποιων σκοτισμένων σημείων. Τάχα η ελπίδα χάθηκεν ολότελα πώς μπορεί να βρεθούνε χαμένα έργα του; ή δεν υπάρχει καν ελπίδα θετικά να ξεδιαλυθή αν πραγματικώς χάθηκαν έργα του; και ποια, και πώς, και γιατί; Αν όχι νέον ολωσδιόλου Σολωμόν, αλλά κάποιο φωτερώτερο και στρογγυλότερο Σολωμό περιμένομ' ακόμα.
Και μου έρχεται 'ς το νου κάποιος άλλος ποιητής· το έργο του δε μοιάζει απάνω κάτω σε τίποτε με το έργο του Σολωμού· όμως η ψυχή του ενός συγγενεύει κάπως με την ψυχή του άλλου, και μοιάζουν αρκετά των δύο έργων οι μοίρες. Ο άλλος αυτός ποιητής είναι ο Αντρέας Chenier, Α ν δ ρ ε ί α ς ο Θ ρ α ξ, καθώς αυτονομάζεται 'ς ένα στίχο του ελληνικόν· ο ποιητής — καθώς άλλου εκφράζεται ο ίδιος — «που μια ωραία Ελληνίδα 'ς της νιότης το άνθος τον εγέννησε Γάλλο μέσα 'ς το Βυζάντιο.» (36) Ο Chenier τελειώνει περίλαμπρα δύο αιώνων φιλολογική περίοδο, την περίοδο του κλασσικισμού. Η κλασσική ιδέα, ξεπεσμένη άθλια, αναδίνει με τους στίχους του υστερνό πλουσιοπάροχο άνθισμα, προτού χαθή μια για πάντα· ενώ ο Σολωμός αρχίζει ολόφωτα καινούργιαν εποχή, και είναι πιο πολύ ρωμαντικός και μουσικός, και είναι γεννημένος από το δημοτικό τραγούδι, και ζυμωμένος είναι με τον Ιταλικό πολιτισμό, καθώς είναι ο άλλος θρεμμένος με όλη την αρχαίαν ελληνολατινική σοφία, κλασσικός πάντα και ζωγραφικός. Ο ένας ιταλικά σημειώνει τους στοχασμούς του, όπως ο άλλος, πολλές φορές, ελληνικά· όμως πάντα φράγκος ο ένας, όπως ο άλλος ρωμιός. Μα και οι δυο κρατούνε κλεισμένη μέσα τους κι από μιαν Ελλάδα. Και οι δυο, τεχνίτες αντικειμενικοί, ζητούν τον κόσμο τους να πλάσουν έξω από το εγώ τους το ατομικό. Και του ενός και του άλλου, τα πιο σπουδαιότερα που φιλοδόξησαν ποιήματα (μια φιλοσοφική σύνθεση από τις μεγάλες ιδέες του καιρού σε σκαλιστούς στίχους), απόμειναν και τα πιο μισά. Και το γάλλο και τον έλληνα δεν τους μέλει 'ς το φως να δώσουν τα έργα τους. «Φύλαττε για τον εαυτό του, λέγει ο ίδιος εγκωμιαστής του Chenier που παραπάνω εσημείωσα, και για τους πιο στενούς του φίλους το πάθος που του σκλάβωνε τη ζωή.» Όμοια, μόνο σε κάποιους φίλους εμπιστευόταν τους στίχους του. Όμοια και ο γάλλος άφησε κομμάτια μονάχα σε όλα τα είδη του ποιητικού λόγου, «συντρίμματ' από μελωδίες, από στοχασμούς, κι από μελέτες», καθώς τα είπεν ο Sainte-Beuve. Σαν τον Έλληνα, και ο γάλλος εσχεδίαζε λίγο λίγο και υπομονετικά τα έργα του, τάγραφε πρώτα πεζά, και μέσα 'ς το στίχο ακόμα, όταν τη φράση δεν την εύρισκε με μιας, σφήνωνε τον πεζό λόγο. Και του Chenier 'ς την αρχήν εθρήνησαν οι φίλοι χαμένα, κατά τρόπον αξήγητο, ποιήματα. Κ' εκείνου, καθώς του Σολωμού, θυμούνταν, οι φίλοι τετράδια με ωρισμένα νούμερα, σχήματα, χρώματα. Εδώ κ' εξήντα χρόνια ο Sainte-Beuve (37) φαντάζονταν μια έκδοση των έργων του Σενιέρου ε ι δ υ λ λ ι α κ ή, καθώς την έλεγεν. Έκδοση σαν εκείνες των αρχαίων, που είναι λίγα γνωστά γι' αυτούς και που ταιριάζονται με τα έργα τους, βασανισμένα, λεπτολογημένα, και με θρησκευτικήν ευλάβεια, κάθε γνώμη, κρίση, μαρτύριο, κάθε τι που σχετίζεται μ' εκείνους. Από τότε κριτικοί και εκδότες προχωρήσανε σημαντικά και δούλεψαν αποτελεσματικώτατα για το έργο του Chenier. Τόνειρο του μεγάλου κριτικού έστρεξε με το παραπάνω. Λίγο λίγο βγήκανε 'ς το φως πλήθος από τους χαμένους στίχους του Chenier, ξεδιαλύθηκαν όλα τα σκοτεινά της ζωής του και τα περίπλοκα της τέχνης του, κ' ένας πολυγνώστης γάλλος, ο Becq de Fouquiéres δοξάστηκε μόνο και μόνον ως εκδότης, σχολιαστής και βιογράφος του ποιητή. Η γοητεία του αρχαίου ακόμα και πάντα θα σφραγίζη τον ποιητή του «Τυφλού»· αλλ' από τότε που πιο πολλά για κείνον είναι γνωστά, σιμώτερα ήρθε. Στην κριτική εργασία του Πολυλά χρωστάει βέβαια πολλά πολλά η δόξα του Σολωμού. Όμως ακόμα περιμένομεν ένα εκδότη, κ' ένα εξηγητή του Σολωμού, όμοια σοφό, μα λιγώτερο αισθηματικόν, αντικειμενικώτερο κριτή του διδασκάλου. (38) Ανάγκη, αργά ή γλήγορα, να φανή, ακόμα κι αν έτρεχε κίνδυνο νάβγη από τα χέρια του σμικρυμένη κάπως η δόξα του ποιητή. Πρώτα η αλήθεια. Για την αλήθεια πολεμούσε κι ο Σολωμός, όταν εγύρευε την απόλυτη ομορφιά 'ς την ποίηση, και της ζωής την ομορφιά 'ς τη γλώσσα. Δεν είν' εκείνος που είπε «το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ότι είναι αληθινό (39);»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
ΣΟΛΩΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Α
ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΘΡΕΦΕΤΟ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Μοναστηρήσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κυττάω. Πρόβαλε κει 'ς τα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω. Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ' την καρδιά μου ο στίχος Ας τον αφίνη να περνά, και ας μην ζηλεύη, ο τοίχος. Κάμε να φύγης, αν μπορής· έλα να σε φιλήσω. Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου θα σβύσω. Μοναστηρήσια μου ώμορφη, εδώ έλα και στοχάσου Πως δε θα κάμω να χαθή, αθώα μου, η παρθενιά σου.
ΑΝΘΟΥΛΑ (40)
Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκειά χρυσή μου ελπίδα Καθώς κ' εγώ σ' αγάπησα την ώρα που σε είδα. Είχες τα μάτια σου γυρτά 'ς τα πράσινα χορτάρια, Κ' η λύπη σου τα στόλιζε με δυο μαργαριτάρια. Τη μάνα σου θυμούμενη εδάκρυζες, Ανθούλα, Γιατί 'ς τον κόσμο σ' άφησε μονάχη κι' ορφανούλα. Α, ναι, φυλάξου, αγάπη μου, του κόσμου από την πλάνη, Οπού με λόγια δολερά τόσα κοράσια χάνει. Πού πας μονάχη κ' έρημη, αθώα περιστερούλα; Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· έλα μαζί μου, Ανθούλα.
ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ (41)
Τώρα ας παύση της κιθάρας Η γλυκόφωνη χορδή, 'Σ την καρδιά μου τη θλιμένη Τη νεότητα ενθυμεί.
Τη νεότητα που απέρασε Έτσι ογλήγορα από μας Χωρίς καν να μας αφήση Στοχασμό παρηγοριάς.
Μόνο μ' άφησε η προδότρα Έναν άθλιο στοχασμό Που σφιχτά μου ζωγραφίζει Του θανάτου τον καιρό.
Νά το μάτι που τον ήλιο Πολεμάει να ματαϊδή, Και το στόμα να βαστάξη Την στερνή του αναπνοή.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Άκου έν' όνειρο, ψυχή μου, Και της ομορφιάς θεά· Μου εφαινότουν όπως ήμουν Μετ' εσένα μία νυχτιά.
'Σ ένα ωραίο περιβολάκι Περπατούσαμε μαζί, Όλα ελάμπανε τ' αστέρια, Και τα κύτταζες εσύ.
Εγώ τσώλεα· πέστε, αστέρια, Είν' κανέν' από τ' εσάς, Πού να λάμπη από κει απάνου Σαν τα μάτια της κυράς;
Πέστε αν είδετε ποτέ σας 'Σ άλλη, τέτοια ωραία μαλλιά, Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι, Τέτοια αγγελική θωριά;
Τέτοιο σώμα ωραίον οπ' όποιος Το κυττάζει ευθύς ρωτά· Αν είν' άγγελος εκείνος, Πώς δεν έχει τα φτερά; (42)
Κάθε φίλημα, ψυχή μου, Οπού μώδινες γλυκά, Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο Από την τρανταφυλλιά.
Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν, Ως οπού λαμψεν η αυγή, Που μας ηύρε και τους δυο μας Με την όψη μας χλωμή.
Τούτο είν' τ' όνειρο, ψυχή μου· Τώρα στέκεται εις εσέ, Να το κάμης ν' αληθέψη, Και να θυμηθής για με.
Η ΑΓΝΩΡΙΣΤΗ
Ποια είναι τούτη Που κατεβαίνει Ασπροεντυμένη Οχ το βουνό;
Τώρα που τούτη Η κόρη φαίνεται, Το χόρτο γένεται Άνθι απαλό·
Κ' ευθύς ανοίγει Τα ωραία του κάλλη, Και το κεφάλι Συχνοκουνεί·
Κ' ερωτεμένο, Να μη το αφήση, Να το πατήση, Παρακαλεί.
Κόκκινα κι' όμορφα Έχει τα χείλα, Ωσάν τα φύλλα Της ροδαριάς,
Όταν χαράζη, Και η αυγούλα Λεπτή βροχούλα Στέρνει δροσιάς.
ΔΕ Μ' ΑΓΑΠΑΣ
Όσα λούλουδα είν' το Μάη Μαδημένα ερωτηθήκαν, Κι' όλα αυτά μ' αποκριθήκαν, Πως εσύ δε μ' αγαπάς.
Και των μαλλιώνε της Τ' ωραίο πλήθος Πάνου 'ς το στήθος Λάμπει ξανθό.
Έχουν τα μάτια της, Οπού γελούνε, Το χρώμα πού ναι 'Σ τον ουρανό.
Ποια είναι τούτη Που καταβαίνει Ασπροεντυμένη Οχ το βουνό;
Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ
Την είδα την Ξανθούλα, Την είδα ψες αργά, Που εμπήκε 'ς τη βαρκούλα Να πάη 'ς την ξενιτειά.
Εφούσκωνε τ' αέρι Λευκότατα πανιά, Ωσάν το περιστέρι, Που απλώνει τα φτερά.
Εστέκονταν οι φίλοι Με λύπη, με χαρά, Και αυτή με το μαντήλι Τους αποχαιρετά.
Και το χαιρετισμό της Εστάθηκα να ιδώ, Ως που η πολλή μακρότης Μου το κρυψε και αυτό.
'Σ ολίγο, 'ς ολιγάκι Δεν ήξερα να πω, Αν έβλεπα πανάκι, Ή του πελάγου αφρό.
Και αφού πανί, μαντήλι, Εχάθη 'ς το νερό, Εδάκρυσαν οι φίλοι, Εδάκρυσα κ' εγώ. (43)
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ ΣΤΡΑΝΗ
Λίγα γιούλια εγώ σου στέρνω, Και 'ς το σπίτι σου τα σπέρνω, Εις το οποίον ήλθε η Θεά, Οπού ωνόμασαν Υγειά. Ροδοδάχτυλα τα χέρια, Και τα μάτια ωσάν αστέρια· Έχει μάγουλο ωσάν μήλο· Με χαμόγελο το χείλο, Οπού δίνει ένα φιλί, Και ξανάρχεται η ζωή Αλλά πώς συχνά συχνά Η ομορφότατη Θεά Με το μάτι το γλυκό Κυττάει θάλασσα, ουρανό; Εκατάλαβα γιατί· A! την ώρα καρτερεί Να σε πιάση από το χέρι, Να σε πάη και να σε φέρη.
ΚΑΚΙΩΜΑ
Πλέον δεν έρχομαι 'ς το βρέφος Ωραιότητες γεμάτο, Σαν τραντάφυλλο δροσάτο, Οπού ανοίγει αυγερινό.