Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 4
Στους μεγάλους, σαν το Σολωμό, τα παθήματα, μαθήματα· και τα σκοντάματ' αφορμές προς νέους ορμητικώτερους δρόμους. Ο Λάμπρος του βυρωνίζει, όπως θα βυρωνίση αργότερα ο Αλή-πασάς του Βαλαωρίτη. Άνθρωπος με ψυχή μεγάλη και με κακούργα ζωή· γενναίος αρματολός των πολέμων και ξελογιαστής των αθώων παρθένων· τέτοια η ψυχολογία των βυρωνικών ηρώων. Όμως ο βυρωνισμός του ποιήματος, πιο πολύ εξωτερικός, δε σφραγίζεται από την πορφυρή βούλα του υποκειμενισμού. Ό,τι 'ς τα έργα του Μπάιρον είναι βγαλμένο από κομμάτια αιματοστάλαχτα της ζωής του, δεν είναι 'ς το Σολωμό παρά σταθμός τεχνίτη που τραβάει στοχαστικά προς την αντικειμενικότητα· προς το νόημα της τέχνης. Όμως ακόμα τον κρατεί δεμένο το πάθος, έξω από τους ολογάληνους ορίζοντες του Λόγου. Σφοδρό πάθος υπερτραγικό και εξαγνιστικό που δείχνεται με την κατάπληξη του δράματος. Μια πνοή από τρικυμία Αισχύλεια σε ρυθμόν άξιο του Δάντη. Το θέμα τούτο, ξεδιπλωμένον από ποιητή φτωχότερα προικισμένο, μπορούσε να γεννήση κάποιο μελοδραματικό μυθιστόρημα. Η πλούσια φλέβα του ποιητή γλύτωσε από τον κίνδυνο. Και ίσως είν' ευτύχημα που και του «Λάμπρου» αποσπάσματα μόνο άφησε. Μέσα 'ς αυτά, με τον καινούριο εκφραστικώτατο ρυθμό της ενδεκασύλλαβης ο τ τ ά β α ς η Ποίηση δείχνει συγκεντρωμένη εις τα καθέκαστα τη θεία της αλήθεια, και η κοινή γλώσσα θαυματουργεί. Και όπως, μέσα 'ς τα πρώτα του γυμνάσματα, και η αγάπη και αυτός ο θάνατος μοιάζουν της Αυγούλας και του Ανθού των «Δυο αδερφιών», είναι σαν παιδάκια που βυζαίνουν άνετ' από το μαστό της μεγάλης μητέρας, της καθαρής και ολόφωτης ελληνικής Πλάσης· όπως 'ς ταποσπάσματα του «Λάμπρου» το πάθος πηγάζει από τα έγκατα κάποιου κόσμου τρομαχτικού και ξαναγυρίζει προς εκείνον, — έτσι σε άλλα, 'ς τα νεώτερα ποιήματα και κομμάτια, σαν τη «Μοναχή», τη «Φαρμακωμένη 'ς τον Άδη», κάποια άλλα χωρίς όνομα και αρχή και τέλος, σαν τον «Πόρφυρα» και σαν τον αξιοθαύμαστο «Κρητικό», τα αισθήματα, τα πάθη και τα νοήματα, που αναβρύζουν από κόσμους ιδεατούς και προς εκείνους αγωνίζονται να ξανασηκωθούν, ντύνονται με κάποια κάλλη πνευματικά και υπερούσια, που θα θυμίζουν κάτι από τη χάρη και από το ύψος των άγγλων ποιητών σε όσους γνωρίζουν, εννοούνε και αγαπούν τα έργα τους. Στους περισσότερους στίχους του «Κρητικού» ο δεκαπεντασύλλαβος λαχταρίζει από ένα τέτοιο πλάτος κυματιστό κι από μια τέτοια μουσική λεπτότητα, σύμφωνα με την υπερκόσμια ψυχή που θέλει να χωρέση μέσα του, ώστε μοναδικό τότε παράδειγμα 'ς τη νέα μας ποίηση, κι ως την ώρα δυσκολοσύγκριτο απομένει ο στίχος του «Κρητικού.» Και μέσα 'ς ταπομεινάρια των «Ελεύθερων πολιορκημένων», παρακολουθούμε το ξετύλιγμα, το δυνάμωμα, το ανέβασμα και το θρίαμβο της Σολωμικής Τέχνης. Ο ποιητής μένει πάντα πατριώτης ποιητής, καθώς και 'ς τον Ύμνο· εξακολουθεί να εφαρμόζη το πρόγραμμά του: «Κλείσε μέσα σου την Ελλάδα» κτλ. Μόνον ο αφελής τραγουδιστής έγινε φιλόσοφος ποιητής· ο αυτοσχεδιαστής, σμιλευτής του στίχου. (22) Τον εξασύλλαβον αμφίβραχυν ακολουθεί ο εθνικός μας δεκαπεντασύλλαβος· κι αυτός δοκιμάζεται αράδα αράδα σε όλους τους τρόπους, τους τόνους, τα τσακίσματα, τις ομορφιές που μπορεί και δέχεται μέσα του. Στην αρχή, με τη συνίζηση και με τη ρίμα· πιο ευλύγιστος, πιο κυματιστός, πιο αέρινος· έπειτα, όσο δυναμώνει 'ς τη συνείδηση του ποιητή η ιδέα του αντικειμενικού και του απρόσωπου 'ς την τέχνη του, και η φιλοδοξία να συμβιβάση τη γερμανική του νοήματος βαθυσυγνεφιά προς την ελληνική φωτεινότητα της μορφής· (23) τόσο ο δεκαπεντασύλλαβος από μουσικώτερος γίνεται πλαστικώτερος· η συνίζηση λείπει σχεδόν, γιατί δίνει του στίχου κάτι μελωδικά λιγερά και απαλό, και ο ποιητής θέλει το στίχο του σφιχτόδετο σα δαχτυλίδι, και σκληρό σαν πετρένιο ανάγλυφο· η ρίμα φεύγει κι αυτή· γιατί η ρίμα, σημάδι μαλακό και υποκειμενικό, σαν αντίλαλος της ψυχής που γυρίζει πίσω 'ς τον εαυτό της, καθώς την εξηγεί 'ς την «Ποιητική» του ο Έγελος, όταν δεν είναι χοντρό κουδούνισμα, «ανάξιο της υψηλής στιχουργίας», καθώς τη χαρακτηρίζει ο Μίλτον, η ρίμα δεν έχει τόπο 'ς τη σοβαρή δωρική μεγαλοπρέπεια της νέας τέχνης του. Ο ίδιος ο λυρισμός, από ξέσκεπος, εκφραστικός και ρητορικός, γίνεται υπονοητικός και συμβολικός. Ο ποιητής δεν ξεχωρίζει την ατομική ψυχή από την καθολική ψυχή που τη σταλάζει. Ο πολεμιστής που «αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη», η γυναίκα που παρακαλεί τον Άγγελο να της δώση φτερά, η περιπαίχτρα σάλπιγγα, ο χορός του Απρίλη με τον Έρωτα, οι πιο δροσερές από τα φυσικά εικόνες με τα πιο μεταφυσικά σύμβολα ταιριάζουν. Και τα μεταφυσικά φτερά «σφυροκοπούνται 'ς τον ανοιχτόν αέρα», καθώς τα φτερά της ηρωίδας του, σα να θέλουνε να πλάσουν ένα φυσικό κόσμο. Η ποίησή του, καθώς την οικονομεί 'ς τα γενικά και 'ς τα καθέκαστα, μακρειά από κάθε άμεσο κοινωνικό σκοπό, είτε για να συγκινήση τον πολύ κόσμο, είτε για να καταπείση, γίνεται σκοπός εκείν' η ίδια· μιλεί προς ένα κόσμον αριστοκρατικό από «βαθείς και γυμνασμένους», και γυρεύη να εκπλήξη. (24) Η γλώσσα, από την εποχή της· «Τρελλής μάννας» και του «θανάτου του Μπάιρον», προχώρησε σημαντικά. Χοντρά την παραγνωρίζουν όσοι την ορίζουν, δεν ξέρω τι διαλεκτική, και τι επτανησιακή, και τι μιξοϊταλίζουσα! Η γλώσσα και του Ύμνου, με την προσπάθεια που βάζει, και των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», με ό,τι κατώρθωσε, δίκαιο να λέγεται πανελλήνια δημοτική, ποιητική γλώσσα. Πρωτότυπα και τεχνικά χωνεύει διάλεχτά στοιχεία, κι από τα νεώτερα κι από ταρχαία· 'ς τον κορμόν απάνω το δημοτικό γνωστικά κεντρώνει τα διαλεχτότερα φύτρα, κ' έχει τη ζωντανή πνοή της λαϊκής ψυχής και μαζί τη σφραγίδα της πρωτοβουλίας του τεχνίτη, της γλωσσοπλαστικής. Αξίζει γι' αυτή να ειπούμεν ό,τι τελευταία είπεν ένας εγκωμιαστής του Αντρέα Chenier για τη γλώσσα του: «Ευλύγιστη και καλόηχη τόσο που όσοι την πρωταγροικούσανε σταματούσαν ξαφνισμένοι· νέο και αφάνταστον όργανο φραστικό» (25). Και δεν αλλάζει μόνο υπομονετικά τα μέτρα του στίχου, όσο νάβρη τον πιο κατάλληλο τύπο για να χύση το χρυσάφι της αρμονίας του· αλλά τον ίδιο στίχο 'ς τον ίδιο ρυθμό διορθώνει και ξαναδιορθώνει, γράφει και ξαναγράφει, όσο να του επιτύχη την τελειωτική μορφή, που δεν παίρνει πλέον άλλαμα. Είναι σα να μας λέη ο φιλόσοφος καλλιτέχνης: Χτενίζω το στίχο μου κι όσο μπορώ τονε φροντίζω· ίσα ίσα γιατί σέβομαι και αγαπώ την ιδέα που θέλω να κλείσω μέσα του, γι' αυτό αγωνίζομαι και ιδρώνω για να την ειπώ κατά πώς της πρέπει όσο μπορώ πιο άψογα. Το αίσθημα δεν έχει να πάθη τίποτε από τέτοιας λογής φροντίδα· γιατί αισθάνομαι βαθύτερα, γι' αυτό και υπομονετικώτερα συλλογίζομαι!(26) — Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής της καρδιάς, κατά την καθιερωμένη 'ς εμάς εδώ επιπόλαια φράση· ο κριτικός νους εργάζεται μέσα του σιμά 'ς της φαντασίας τη δύναμη· το αίσθημα του χορτάτο είναι από διάνοια. Μήπως το ζευγάρωμα τούτο της εμπνευσμένης μαζί και της ξεδιαλεγμένης εργασίας δεν είναι το γνώρισμα του μεγάλου τεχνίτη; Μήπως το είδωλο της σκέψης και της ευαισθησίας της σύγχρονης, ο Νίτσε, δεν είπε τα εξής; «Η ιδέα του ποιήματος δεν πέφτει από τον ουρανό, σαν από θεία χάρη. Η αλήθεια είναι πως η φαντασία του αγαθού καλλιτέχνη γεννάει, ανάκατα, καλά, μέτρια, κακά. Μόνο πως η κρίση του, ακονισμένη, γυμνασμένη, διώχνει, διαλέγει, συγκεντρώνει. Γνωρίζομε από τα σημειωματάρια του Μπετόβεν πως εσύνθεσε λίγο λίγο τις πιο μεγαλόπρεπες μελωδίες του, και τις ξεδιάλεξε, σα να ειπούμεν, από σχέδια πολλαπλά. Εκείνος που δεν είναι 'ς το ξεχώρισμ' αυστηρός και που αναπαύεται 'ς τη μνήμη του, μπορεί να το φέρ' η περίσταση και να γίνη μεγάλος αυτοσχεδιαστής· αλλά το καλλιτεχνικόν αυτοσχεδίασμα στέκεται πολύ χαμηλά μπροστά 'ς την καλλιτεχνικήν ιδέα, τη διαλεμένη σοβαρά και κοπιαστικά. Όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι και μεγάλοι δουλευτάδες, ακούραστοι όχι για να βρίσκουνε μονάχα, αλλ' ακόμα για να διώχνουνε, για να κοσκινίζουν, να τροποποιούν, να συγυρίζουν» (27). Τέτοια λόγια ο Σολωμός, αυτός που, εδώ και εβδομήντα έξι χρόνια, εκήρυττε την υποταγή της φαντασίας και του πάθους, με καιρό και με κόπο, 'ς το νόημα της Τέχνης, θα τα υπόγραφε με τα δυο του χέρια.
Κρίμα πως δεν έχομε παρά προπλάσματα και σημειώματα, κομμάτια και συντρίμματα, για να λάβουμε καθαρήν ιδέα πού τραβούσε και πού έφτασε μια τέτοια εργασία. Πιο πολύ αόριστα ψυχολογικά παρά φιλολογικά χειροπιαστά μαρτύρια μιας πνευματικής φυσιογνωμίας. Και θα μπορούσε κανείς να παρατηρήση: — Αυτά που έγραψε και δεν έφτασαν ως εμάς, ή, αυτά που δεν πρόφτασε μήτε να γράψη, μπορεί να ήταν αριστουργήματα. Όμως εμείς δεν τα ξέρομε. Από το όλον έργο τι βγαίνει τάχα; σχεδόν τίποτε. — Βγαίνει μια ξεχωριστή και μια μοναδική εικόνα. Αδιάφορο αν δεν είν' εκείνη που θα ήταν αν το είχαμεν ακέριο το έργο του. Το έργο του άγγλου ποιητή Κόλεριτς παρωμοιάστηκε με παλάτι που δεν τελείωσε. Του Σολωμού δεν είναι τάχα σαν παραιτημένα θέμελα παλατιού που δε χτίστηκε; αλλ' από τον τρόπο που είναι χτισμένα τα θεμέλια κρίνομε για το παλάτι. Πάει χαμένο το μέγα σύνολο το οικοδομικό και η αρχιτεχτονική απ' άκρη 'ς άκρη εντέλεια. Αλλ' από το χαμό, σαν κάποια γαλανά λουλούδια 'ς τα χαλάσματα, ξεφύτρωσε μιαν άφραστη χάρη. Κάποια νέα ποίηση που συγγενεύει πιο πολύ με την τέχνη όχι του στίχου, αλλά του ήχου. Και τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού μας συγκινούνε πιο πολύ σα μουσικά θέματα ή σαν ποιήματα. Η Μουσική. «Είναι η τέχνη που εκφράζει από κάθε άλλη καλήτερα τους αόριστους στοχασμούς, τα άμορφα όνειρα, τους απεριόριστους και χωρίς αντικείμενο πόθους, τα οδυνηρά και μεγαλόπρεπα ανακατώματα καρδιάς ταραγμένης που όλα τα λαχταρεί και σε τίποτε δε στέκει» (28). Γιατί χωρίς αρχή και χωρίς τέλος είναι και χωρίς ανταπόκριση στενή προς τα μέρη τους, μας γοητεύουν ως ωραία όνειρα. Μας φανερώνουν την ομορφιά όχι με πλατειά και με χτυπητά ανακράσματα, αλλά μ' εκείνα που βαθειά και σκεπαστά κρυφοψιθυρίζουν. Μας παίρνουν τον αέρα, ιερά τα λείψανα, μυστικά σα σύμβολα. Η σκοτεινάδα τους δεν είναι από φραστικήν αδυναμίαν, αλλ' από ευγλωτία βουβή· σαν ένα πρόσωπο που θα σφράγιζε το στόμα του, και θα περνούσεν όλο το χάρισμα της γλώσσας 'ς τη λάμψη του ματιού. Και τα αποσπάσματα του Σολωμού θυμίζουνε 'ς εμέ τους στίχους του Sully Prudhomme για κάποια συντριμμένα αγάλματα των ιταλικών μουσείων. «Θάλεγε κανείς πως τα μεγάλα ακέφαλα τούτα συντρίμματα δεν ήτανε σωστότερα καθώς έβγαιναν από τα χέρια που τάπλασαν· και πως έτσι αναγκασμένα να ζούνε 'ς ένα λιγοστό, 'ς ένα τόσο δα κομματάκι πέτρας, η ομορφιά τους φαίνεται ομορφώτερη, ερειπωμένη έτσι, παρ' όσο θα ήταν ακέρια!»
Κάποιος άγγλος κριτικός, (29) σε μια σύγκριση μεταξύ Δάντη και Μίλτον, Ορκάνια και Μαχαηλαγγέλου, δυο λογής βρίσκει πως είναι τα στοιχεία του ποιητικού ύψους, αντίθετα· εδώ η βασανισμένη 'ς τα καθέκαστα, η καθαρόχρωμη ζωγραφιά· εκεί — ότι, κυριώτερα, πρέπει να ονομάζεται ύ ψ ο ς — η μεγάλη απλωμένη αόριστα, ως τα βάθη του Απείρου, εικόνα. Από τη μια μεριά — θα ελέγαμεν — η πλαστική, από την άλλην η μουσική. Ή, αν θέλετε, γνωριμότερα: τα κλασικά και τα ρωμαντικά στοιχεία. Ο Σολωμός φαίνεται 'ς την αρχή πως δένει κρυφές αγάπες πότε με τη μία πότε με την άλλη Μούσα, πότε με τις δυο μαζί· 'ς το τέλος νικάει ο ένας πόθος, και ο ψάλτης των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» είναι ποιητής, γενικώτερα και σημαντικώτερα, ρωμαντικός και μουσικός. Κι αν είχαμε ολόκληρο το ποίημα, πάλι, και με όλη την προσπάθεια του ποιητή να υλικοποιήση τα πνευματικά με κάποια δημοτικήν απλότητα και κλασσική καθαρότητα, και με όλη την πλαστική σφιχτόδετη κανονικότητα του στίχου, του ποιήματος η ψυχή μουσική θαπόμενε. Πολύ περισσότερο τώρα, που έχομε κομμάτια μόνο του ποιήματος άναρχα και ατελείωτα, η μουσική αυτή ψυχή τραβάει πέρα ως πέρα ανεμπόδιστη και φανερώνεται με όλη της τη δύναμη. Και το γνώρισμα τούτο, έτσι αποκλειστικά καθώς δείχνεται, ντύνει τώρα με μιαν έξαφνη νεότητα την ποίηση του Σολωμού, ποίηση πενήντα κ' εξήντα χρόνων, και την κάνει σύγκαιρη της μεγάλης αλλαγής που έγινε 'ς τις ημέρες μας, και που ανθεί και που δεν είπεν ακόμη τον τελευταίο της λόγο, και που θέλει την Τέχνη προφήτισσα του μυστηρίου και του ονείρου και του ιδανισμού, και συνθέτει καθεμιά χωριστή τέχνη σαν από κάποια ιδιαίτερα και πνευματικά και μουσικά χαρίσματα των άλλων αδερφάδων της. Και αξίζει ακόμα να σημειωθή πως ενώ τα αποσπάσματα του Σολωμού 'ς το νου μας φέρνουν τη σύγχρονη ψυχή του κοσμοπολίτικου νεοϊδανισμού, τα ίδια κομμάτια μας θυμίζουνε πάλι κάποια από τα ωραιότερα δημοτικά μας τραγούδια, που, σύντομα και ολιγόλογα, έχουν κάτι ατέλειωτο, απόκοτο, και σκοτεινό και δραματικό και άφραστο, αντίθετα προς τα δημοτικά τραγούδια άλλων ανατολικών λαών, καθώς λ. χ. είναι τα Σερβικά, από τα πλέον ωραία, πολύστιχα, επικώτερα, με μιαν ιστορία που ξετυλίγεται από την αρχή ως το τέλος γιομάτα, καθαρά, και κάπως πεζότερα.
Γ'.
Διαφορετικούς δρόμους παίρν' η δόξα ενός ποιητή. Ή χωρίς να ξεχωρίζεται, καθώς του πρέπει, το έργο του μέσα 'ς τις καρδιές, μένει τόνομά του 'ς τα στόματα. Ή αποθηκεύονται οι στίχοι του 'ς τη μνήμη του πολλού κόσμου, αποστηθίζονται και τραγουδούνται, και, φυσικά, αλλάζονται και παραμορφώνονται. Ή το έργο του, σαν ένα μεγάλο παράδειγμα ομορφιάς, και τόνομά του σαν ένα σύνθημα λατρείας, βαθειά ζούνε 'ς τη συνείδηση των διαλεχτών. Η δόξα του Σολωμού σε ποιο δρόμο να βρίσκεται; Τόνομά του πολύ περισσότερο γνωρισμένον από το έργο του. Τα ποιήματά του, για να μη ζητούνται συχνά, δεν ξανατυπώνονται συχνά· είναι από εκείνα που συνηθίζομε να λέμε: δε δ ι α β ά ζ ο ν τ α ι. Αν έλειπαν τα δύο τετράστιχα του Ύμνου (ένας ή δυο στίχοι τους πέρασαν μάλιστα 'ς τη χώρα της Παροιμίας), αν ελείπανε κάποια τραγουδάκια του, μελωδικά τονισμένα και αντιλαλούμενα γλυκά, κοινωνία δεν έχει με τον πολύ κόσμον ο Σολωμός· το έργο του το πρόσεξε ο λαός μόλις λιγάκι περισσότερο από το έργο του Κάλβου. Αν ένα πλήθος γλυκοτραγουδή την Ξανθούλα, πιο πολύ πλήθος ευφραίνεται με το τραγούδι της πασίγνωστης Α ν τ ρ ι ά ν ν α ς. Όπως κύριο σημάδι της αξίας ενός καλλιτεχνήματος είναι μια σφραγίδα πνεύματος ξεχωριστού που το σφραγίζει, εσωτερική σφραγίδα και ανεξάρτητη από του κόσμου την ιδέα γύρω του, όμοια, γνώρισμα κύριο της αθανασίας του καλλιτεχνήματος δεν είναι η ζωή του η αξεχώριστη από το θόρυβο του κόσμου· είναι η ξεχωριστή ζωή του μέσα 'ς το θαυμασμό των διαλεχτών. Η δόξα, που ταιριάζει 'ς τον ποιητή, αρχίζει όχι από τότε που τον τραγουδεί το στόμα, αλλ' από τότε που το πνεύμα έλαβεν ιδέα καθαρή της ομορφιάς του. Τη φιλολογική συνείδηση, που προπορεύεται της κοινωνικής, και πρώτ' απ' όλες την ποιητική συνείδηση της πατρίδας του ξύπνησεν ο Σολωμός. Κι αξίζει να τον ειπούμε, καθώς ειπώθηκεν ο Σέλλεϋ, «ποιητή των ποιητών.» Αρχηγός έγεινε Σχολής που εξακολουθεί ποικιλότροπα να ξετυλίγεται. Καθείς από τους μαθητάδες του χάραξεν ή πολεμάει να χαράξη δικό του δρόμο, πλατύν ή στενώτερον, αδιάφορο. Καθένας γνωρίζεται από ένα ξεχωριστό σφράγισμα, θαμπότερον ή ζωηρότερον. Όλοι, ποιος λίγο, ποιος πολύ, φιλοτιμούνται κι αγωνίζονται να αισθανθούνε και να δουλέψουν τη Μούσα, καθώς εκείνος. Κ' έτσι αποχτάμε τη νεώτερη ελληνική Ποίηση με την όψη την πλέον αγνή και φωτόλουστη. Έκλεισε τα μάτια ο Σολωμός και ο νέος χορός των ποιητών από τα Εφτάνησα θρηνεί το θάνατό του· βρύση τα ελεγεία και οι λόγοι, από το Βαλαωρίτη, τον Πολυλά, τον Τυπάλδο, το Μαρκορά και τους άλλους. Και είνε τούτοι, που ανάφερα, μαζί με τον Τσερτσέτη και με το Λασκαράτο, οι άμεσοι κληρονόμοι του· μαζί με τον αρχηγό, η ποιητική Π ο ύ λ ι α των Εφτά Νησιών. Ο Λευκάδιος ραψωδός των αρματωλών, όσο κι' αν διαφέρη, και διαφέρει πολύ από τον αρχηγό, (όσο φαντάζομαι πως θα διαφέρη ένας Ρούμπενς του χρώματος μπροστά 'ς ένα Μποτισέλλη ), όπου δε στέκεται χαμηλότερά του, από του Σολωμού το γάλα βύζαξεν. Από τη λαμπάδα εκείνου φωτίζεται, κ' εμπρός τραβάει, και κριτικός και μεταφραστής, ο Πολυλάς· όσο κι' αν επήδησε τα σύνορα του κύκλου του διδασκάλου, είναι και απομένει μαθητής του. Ο Ιούλιος Τυπάλδος έπαιξ' ένα σύντομο γλυκό κομμάτι σε λύρα τραβηγμένη μέσ' από τα άδυτα της Σολωμολατρείας. Ο ευγενικός Μαρκοράς φιλοδοξεί με τον αυλό του ν' αντιλαλήση και να συμπληρώση τα υψηλά και τα μισοτελείωτα του διδασκάλου. Ο Τσερτσέτης δε δειλιάζει μέσα 'ς την Αθήνα, που βασιλεύει η καθαρεύουσα, να στιχουργή και να ρητορεύη με απλά ελληνικά· και χριστιανικά και δημοτικά ονειρεύεται — όνειρο μονάχα, — ν' αναστήση την ελληνικήν αρχαιότητα. Εμπνέεται από το παράδειγμα εκείνου που θέλησε το ίδιο να κάμη με τη φλογερή ρητορική του «Διαλόγου», με κάποια τετράστιχα του ποιήματος του Μπάιρον, και με δύο τρεις στροφές του «Μάρκου Μπότσαρη», που αξίζει να μείνουν αλησμόνητες. Και ο σατυρικός του Ληξουρίου δεν είναι τόσο ξένος προς την πολύτροπη σολωμική τέχνη που της αρέσουνε και τα πικρόχολα περίγελα του Μώμου, κάτου από τη σκέπη της Μούσας του Κουτούζη. Κι' αυτός που έγραψε τις «Βυζαντινές Μελέτες» και τους «Κρητικούς Γάμους», και με όλο το έξαρμα της λυρικής ιστοριογραφίας του, κάθε φορά που κατεβαίνει να κόψη το λουλούδι του τραγουδιού, μας θυμίζει πως προτού να γίνη δικαστής του Σολωμού, ήτανε θαυμαστής του. Ακόμα και ο Ζαλοκώστας, πριν τον επηρρεάσουν οι ποιητικοί διαγωνισμοί, η δημοσιογραφική καθαρολογία και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, μας δείχνει με το ποίημά του «Το Σπαθί και η Κορώνα» (όσο κι αν δεν είνε καμωμένη για τα γενναία φτερουγίσματα η στενή φαντασία του), πως θέλει να πατήση 'ς το δρόμο του Σολωμού. Κ' έξω από τους ποιητικούς μας κύκλους ακουσμένοι μας πεζογράφοι, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Βράιλας, και άλλοι, ερμηνεύουν τα ύψη του Ύμνου· ο Ασώπιος αντιπαραθέτει (αν και δειλά και πεταχτά) το κάλλος των κομματιών του «Λάμπρου», προς την ψυχρότητα του Σουτσικού στίχου (30). Κι ανάμεσα 'ς τους ξένους, Ιταλοί μουσοθρεμμένοι, λ. χ. ο Ρεγάλδης και ο Θωμαζέος, που γνώρισαν κι από σιμά το Σολωμό, διαλαλούν τον υπέροχο νου του· λειτουργοί των Ελληνικών γραμμάτων, ως ο Αμερικανός Φέλτον, την ίδια χρονιά του θανάτου εκείνου, «περίφημο ποίημα» ονομάζουν τον Ύμνο και «ύψιστο ποιητικό νου» τον ποιητή του. Του Ύμνου πολλά έχομε, σε πολλές γλώσσες, μεταφράσματα. Προ πέντε χρόνων ο κ. Κάννας, υφηγητής του Πανεπιστημίου της Παβίας, εκεί που σπούδαζε νομικά ο Σολωμός, αρχίζει την πανεπιστημιακή του παράδοση μ' ένα λόγο περί του βίου και του έργου εκείνου (31). Και κοντά 'ς τα εγκώμια ακούονται κάπου και ψυχρότερα λόγια κριτικών και στοχασμοί πιο μετρημένοι, και μουρμουρίσματα. Μέσα 'ς ένα βιβλίο του ο Ζαμπέλιος αγωνίζεται να παραστήση, με κάποια κριτική δύναμη, αλλά και με δογματικότητα θεολογική, πως τα μόνα άξια έργα του Σολωμού είναι τα πρώτα του απλά τραγουδάκια. Λογογράφοι που απόχτησαν ευρωπαϊκή φήμη, σαν τη Δώρα Δίστρια, πολεμούνε με κάπως αβασάνιστα επιχειρήματα να κατεβάσουν από την κορυφαία του θέση το Σολωμό. Έπειτα έρχονται οι καθαρολόγοι της σχολής των Σούτσων. Ομολογούν την έξοχη φαντασία του υμνογράφου για να προσβάλουν πιο ελεύθερα την τέχνη του και τη γλώσσα του. Ο Αλέξανδρος Σούτσος, ενώ αναγνωρίζει την «λαμπράν φαντασίαν» του Σολωμού, και τον Ύμνο ανακηρύττει «διθύραμβον πλήρη ύψους και οίστρου πινδαρικού», 'ς την ίδια του σημείωση, με κάποιαν αφέλεια, γράφει ότι ο νέος ποιητής ακολούθησε 'ς τα ποιήματά του, «ασχημισμέν' από αναριθμήτους ελλείψεις της γλώσσης και του ρυθμού, της Ιταλικής στιχουργίας τους κανόνας.» (32) Με τον ίδιο νου κρίνει και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, αν και είναι εντονώτερος και 'ς τον έπαινο και 'ς τον ψόγο· γυρεύει να κάμη ένα πολύ παράξενο ταίριασμα· θέλει το Σολωμό μαζί μεγαλοφυή ποιητή και απολύτως κακόγλωσσο. Παράξενο είν' ακόμα πως ένας ποιητής, που κάθε άλλο μπορεί να θεωρηθή ή Σολωμικός, δείχνει ένα θαυμασμόν απεριόριστο προς το Σολωμό· είναι αυτός ο Ζαλοκώστας, καθώς δείχνει το γράμμα του προς το Ρεγάλδη. «Είν' ένας άνθρωπος, γράφει, μοναδικός που εγώ λατρεύω από χρόνια. Είναι ο μόνος ποιητής που θάχη καύχημά του μια μέρα αυτός ο άτυχος ξεπεσμένος τόπος. Όταν επρωτοδιάβασα τον Ύμνο του, αισθάνθηκα να αρπάζομαι in altra tera ed altro mar.» Κι ακόμα παράξενο είναι πως άλλος πάλι ποιητής που πήρε από το Σολωμό την πρώτη ορμή, και με κατάνυξη θρησκευτική, και μια και δυο φορές, τον εδοξολόγησε, ύστερα μίλησε για τούτον με μιαν κρύαν, αρνητικήν, επιφύλαξη· είναι αυτός ο Βαλαωρίτης, καθώς δείχνει το γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ροΐδην: «Αν εξαιρέσης τον Ύμνον, γράφει, τον οποίον ο Σολωμός δεν ήθελε ν' ακούση, κατά το μακρόν διάστημα του βίου του, καίτοι εντελώς αμερίμνου, τι άλλο παρήγαγε τέλειον, άρτιον, πλήρες; Το απόσπασμά του Λάμπρου έμεινεν απόσπασμα, και εν γένει όσα ευρέθησαν μετά τον θάνατόν του ανέκδοτα ποιητικά δοκίμια δεν ηύξησαν βεβαίως την δόξαν του . . . Είναι βέβαιον ότι διά να καθέξη τις τόσον ευρύν χώρον εν τη νεωτέρα ελληνική ποιήσει όσον κατέλαβεν ο Σολωμός, πρέπει, αφού απέθανεν εβδομηκοντούτης, να μη περιορίζεται η παραγωγική του δύναμις εις ένα μόνον ύμνον και ολίγας ασυναρτήτους στροφάς.» Το γράμμα τούτο έχει χρονολογία «3 Νοεμβρίου 1877.» Η χρονιά που βγήκανε 'ς το φως τα πολύκροτα μανιφέστα του κ. Ροΐδη «Περί συγχρόνου κριτικής και ποιήσεως.» Φανερόν ότι ο ψάλτης του «Φωτεινού» θυμωμένος είναι κάπως με τον κριτικό που έδωκε 'ς τον ποιητή του «Λάμπρου» μια τέτοια ξεχωριστή θέση, και που τελειώνει το έν από ταπαισιόδοξα φυλλάδιά του με μιαν ωραία φράση, γιομάτη ελπίδα: «Χώρα ήτις εγέννησεν Ομήρους και Σοφοκλείς, και είχε χθες ακόμη δημοτικά άσματα και Σ ο λ ω μ ό ν» κτλ.
Γενικώτατα: ξανοίγομεν ενθουσιασμό μεγάλο για το Σολωμό σε όσους καλλιέργησαν τη δημοτική γλώσσα, σε στίχους ή σε πεζά· σεβασμό προς εκείνον ακόμα και από τους καθαρολόγους στιχογράφους και πεζογράφους μας, ας είναι διόλου ξένοι προς τα ιδανικά εκείνου. Νομίζεις πως έχει χρέος καθένας να ξεσκεπάζεται κάθε φορά που ακούει τόνομα του Σολωμού· όμως το χρέος τούτο βλέπεις πως δεν πηγάζει τόσο από τη φωτεινή συνείδηση της ποιητικής αξίας εκείνου, όσο από ένα νόμο, που δειλιάζει κανείς να τον παρακούση, ή από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο που αναγκασμένος είσαι, θέλεις δε θέλεις, να το προσέχης. Εννοείς πως το όνομα, πιο πολύ από το έργο, ρίζωσ' εδώ πέρα, και πως του έργου λογαριάζονται, όχι η πιο σημαντική αξία, η εσωτερική, η καλλιτεχνική, η ασύγκριτη, αλλά κάποια στοιχεία, ηθικά πάντα και σπουδαία (ο πατριωτισμός λ. χ.), όμως, για την ιδέα της Τέχνης, εξωτερικώτερα, κατώτερα, ολιγώτερο σημαντικά, όχι απαραίτητα· στοιχεία που δε λογαριάζονται 'ς την Τέχνη, παρά αφού τα μεταχειριστή ως όργανα προς το σκοπό της κι αφού τα μετουσιώση κατάλληλα η δημιουργική Φαντασία. Για τούτο και σήμερ' ακόμα για τον πολύ κόσμο ε θ ν ι κ ό ς ποιητής είναι ο Σολωμός εκείνος που έγραψε τα πρώτα τετράστιχα του Ύμνου (δημοτικά και τούτα μονάχ' από τη μουσική του Μαντζάρου, όπως δημοτικοί θα γίνονταν και οι άθλιοι πατριωτικοί στίχοι του Μαρτελάου «Όθεν είσθε των Ελλήνων κόκκαλα αντρειωμένα κτλ.», αν ετύχαινε να τους τονίση κάποιος μουσικός)· ενώ ο Σολωμός του «Κρητικού» και των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», (είναι οι στίχοι που ένα έθνος αξίζει να υπερηφανεύεται γιατί τους έχει 'ς τη γλώσσα του), εκείνος ακόμα δε λογαριάζεται καθώς του πρέπει.