Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 3

Chapter 316 wordsPublic domain

Στην Κέρκυρα ξάφνισμα σκληρό 'ς τους φίλους και σε όσους τον εθαύμαζαν. Εκείνοι που πήρανε να επιστατήσουν 'ς το τύπωμα των Απάντων του 'ς την Κέρκυρα, λίγον καιρόν ύστερ' από το θάνατό του, δεν ηύραν τίποτε από το θησαυρό που καρτερούσανε· του κάκου τα χειρόγραφα που τους παραδόθηκαν από τους συγγενείς του ποιητή. Τίποτε σχεδόν από τη βρύση του στίχου που έρρεεν ιριδόχρωμη. Μονάχα ξεσκίσματα που δε ράβονται, χάσματα που δε γιομίζονται, μονάχα λίγα λαμπρά συντρίμματα των αιθερίων κόσμων. Πεζά σχεδιάσματα ιταλικά, μισά κομμάτια, απομονωμένοι στίχοι, οι ίδιοι δοκιμασμένοι σε μέτρα και σε τρόπους διαφορετικούς· ολιγόστιχες αράδες, στοχασμοί ασυνάρτητοι. Αντί του έργου, ολόκληρου, στερεοθεμέλιωτου κι αρμονικά δεμένου, δείγματα σωριασμένου υλικού και αραιά χτίσματα. Μόλις κανείς στοχάζεται τι θα ήταν το οικοδόμημα. 'Σ τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού, καθώς τυπώθηκαν 'ς την Κέρκυρα το 1859, το οικοδόμημα τούτο εδώ μας αφίνουνε μόνο να το φαντασθούμε, κ' εκεί μας φανερώνουν μέρη του μόνο οι εκδότες. Να συνηθίσουν αδύνατο 'ς την ιδέα καταστροφής τέτοιας· κάποια ελπίδα γλυκότρεφαν πως κάπου μια μέρα η θεία δικαιοσύνη θα τα παρουσίαζε τα έργα. Ο Πολυλάς τη μελέτη του που μπήκε 'ς το βιβλίο εμπρός, προπύλαια, εκείνη μόνο, ακέρια ερειπωμένου ναού, καταλήγει έτσι: «Άμποτε να μην αργήση η ώρα να φανερωθούν τα ακόμη σωζόμενα συγγράμματα του μακαρίτου, ώστε τούτο το βιβλίον να μη σταθή ως ιστορικό μνημείο του τρομερού κινδύνου εις τον οποίον ευρίσκονται, επιβουλευμένα ή από την αισχροκέρδεια ή από το φθόνο, τα καθαρά γεννήματα της αγαθότητος και της μεγαλοφυίας (14)». Η ελπίδα όλων εκείνων όσοι βαθειά αγαπούνε και δε στέργουνε για να πιστέψουνε κάτι, που βαθειά πληγώνει την αγάπη τους, απόμεινεν όνειρο. Χαμένα πάνε, και του χαμού η αιτία δυσκολοξεδιάλυτη, τα έργα του πιο μεγάλου ψάλτη 'ς την αναγεννημένην Ελλάδα· τα έργα που μ' εκείνα η νέα ελληνική μούσα θα δύνονταν από μιας αρχής να αψηφήση περήφανη τις αλλόφυλες αδερφάδες της. Και ο μυστηριώδης τους αφανισμός είναι σαν το στερνό χτύπημα σκοτεινής Μοίρας, πολέμιας του ποιητή.

Και τώρα κάτι τι με ανησυχεί. Στοχάζομαι πως τα χαμένα χειρόγραφα του Σολωμού δεν είναι η μόνη αφορμή που μισοτέλειωτα και κομματιασμένα μας απόμειναν τα έργα του. Στοχάζομαι πως κι αν τα είχαμεν όλα, όπως τα δούλευεν εκείνος κι όπως τα εκφωνούσε και τάφησε, πάλι μισά θα τα ξέραμε και κομμάτια θα τα χαιρόμαστε. Φοβούμαι πως θα δουλέψανε συντροφικά προς τέτοιο τέλος κάθε δύναμη εσωτερική, και κάθε δύναμη εξωτερική, από όσες κυριεύουν και μορφώνουν, ανάλογα, τον πνευματικόν άνθρωπο. Οι καλλιτεχνικές θεωρίες του ποιητή, η φυσική του και η ψυχική ιδιοσυγκρασία, η κοινωνική ατμόσφαιρα τριγύρω του, τόσο κατάλληλα δεν ήτανε στοιχεία για να παρακινήσουνε και για να βοηθήσουνε 'ς το συμπλήρωμα και 'ς το τελείωμα μεγαλοφάνταστων έργων, που τέτοια πρώτος και μόνος ανάμεσα 'ς το Έθνος του τα είχεν εκείνος τολμήσει. Ο νους του τόσο θεωρητικός όσο και δημιουργικός, από εκείνους που πρώτα αδράχνουν την θεωρία, κ' ύστερα 'ς το πλάσιμο προχωρούν, ως ο ίδιος ώρισε την ιδέα του προς το Μόντη· από εκείνους που ετοιμάζουν πρώτα την ποιητική τους κ' ύστερα την ποίησή τους, καθώς, χρόνια ύστερ' από τον Έλληνα, μέλλει να το διαλαλήση ένας μεγάλος τεχνίτης του νέου κόσμου, ο Εδγάρ Poe, πως όμοια εργάζεται (15)· τέτοιος νους, φυσικά, προχωρεί ψάχνοντας και συλλογισμένα και αργοπάτητα και δύσκολα, καθώς προχωρεί ο Λόγος, αντίθετα προς το ορμητικόν ανάβρυσμα του αισθήματος. Το πιοτό που μέρα με την ημέρα δυνατώτερα τον κυριεύει, η αρρώστια που χρόνια τον εβασάνισε προτού να του πάρη τη ζωή και του θόλωνε τη σκέψη και του εμπόδιζε την ενέργεια· η μεγάλη ψυχολογική ταραχή της συγγενικής δίκης με τα σημάδια της ταγιάτρευτα, — όλα εκείνα δεν ήταν αρκετά να του μαράνουνε κάθε διάθεση προς εργασίαν, εργασία που απαιτούσεν ίση την υπομονή προς την έμπνευση, και κάθε γαλήνη, για έργα που ίσα ίσα το σφράγισμα θα δείχνανε μιας γαλήνης ολύμπιας;

Έπειτα κ' εδώ αφίνει το σημάδι του το νύχι του κοινωνικού νόμου· το milieu, όπως θα έλεγε ο Taine, η «περιρρέουσ' ατμόσφαιρα», καθώς διατυπώνει ο κ. Ροΐδης. Και με όλο το θαυμασμό των ολίγων ξεχωρισμένων, ανάμεσα 'ς τον Ελληνικό κόσμο, προς το Σολωμό, κ' έξω από τον τρόπο που λίγο λίγο και ακούσια το Σολωμικό έργο ποτίζει τη φιλολογική συνείδηση του Έθνους, κατά κανόνα γενικόν, η όλη κοινωνία μας, φυσικά, αδιάφορη έμεινε και ξένη προς το έργο του Σολωμού και προς την τέχνη του, κάθε φορά που δεν έδειξεν αντιπάθεια και έχθρα προς το έργον εκείνο, όσο κι αν εφάνηκε πως το γνωρίζει και πως το σέβεται το όνομα του Σολωμού. Η κοινωνία δεν έχει βέβαια δύναμη ν' αλλάζη το φυσικό και να κόβη το δρόμο του καλλιτέχνη που στέκεται πάντα ξεχωριστά από κείνη, και παίρνει αέρα και φως από στοιχεία συνθετότερα, και πιο δυσκολοξεδιάλυτα· επηρρεάζει όμως τον τρόπο της εργασίας του, κι' αν δε σταματάει, αλλά πολύ δυσκολεύει το δρόμο του. Κοινωνία, σαν τη δική μας, αν δεν είναι η μόνη, αλλά είναι η σημαντικώτατη αφορμή φαινομένου που και άλλοτε σημείωσα κάπου: (16) Λείπει από τη δουλειά και των καλητέρων μας ποιητών και πεζογράφων το άνετο περπάτημα, το ρυθμισμένο βήμα που τη φέρνει, γλήγορ' αργά, 'ς ένα ευτυχισμένο τέλος. Σταματούν έξαφνα 'ς τη μέση κι' απομένουνε σαν κουρασμένοι, σαν άρρωστοι, με κομμένα πόδια. Κι' από τους κορυφαίους μας τεχνίτες του πεζού και του στιχουργημένου λόγου λείπει έν' από τα πιο συνηθισμένα, αν όχι κι από τανεξαίρετα, γνωρίσματα που σημαδεύουν την ενέργεια του διαλεχτού νου· λείπει κανονικό ξετύλιγμα και πλούσιος καρπός. Συχνά πυκνά στερεύει το κρυσταλλένιο νερό της πηγής μας· κ' εκεί που τρέχει, στάζει τόσο λιγοστό και τόσο αργά! Όμως για το ξεδίψασμα δε φτάνει μόνο το π ο ι ό ν· χρειάζεται και κάποιο π ο σ ό ν. Και θλίβεται κανείς με το να βλέπη πόσο καιρό χρειάζεται για να γιομίσ' η στάμνα μας εκεί που σε άλλες χώρες έφτασε σύντομος καιρός προς τούτο. Ένας μεγάλος φιλόσοφος είπε πως ό,τι πιστεύομ' ελεύθερη βουλή, πως ό,τι ονομάζομε θέληση, δεν είναι παρά το δυνατώτερό μας ορμέμφυτο. Δεν ξέρω· θαρρώ πως μέσα 'ς τα ενδόμυχα του Σολωμού, κ' εκείνου που στοχάζεται και ξεδιαλέγει, κ' εκείνου που αισθάνεται και γεννοβολά, παλεύουνε δυο στοιχεία εξίσου αγνά και ασυνείδητα· από τη μια μεριά ο κριτικός, ο αντικειμενικός, ο υπομονετικός, ο επίμονος και δύσκολος στιχοπελεκητής, ο ασκητικός μελετητής της Κερκύρας· από την άλλη τη μεριά ο αψύς, αλλά και βαρετός Ζακυθινός, που εύκολ' ανάφτει κ' ευκολώτερα κορώνει, που δεν πηγαίνει πέρα από τα σχέδια κι από τα κιθαρίσματα· ο ζακυθινός από τον οποίο, καθώς ρητά ομολογεί συντοπίτης ιστοριογράφος του λαού εκείνου, «λείπει η επιμονή εις μακροχρονίους και δυσκόλους επιχειρήσεις.» (17) Ο πρώτος ήθελε να χτίση παλάτια· ο δεύτερος δεν έφτασε ν' αραδιάση παρά κομμάτια.

Β'.

Εδώ κ' εκατό χρόνια, 'ς τη σκλαβωμένη πέρα ως πέρα τότε πατρίδα, δύο ποιητών ονόματα, πρώτα πρώτα, μας παρουσιάζονται ως τα πλέον επίσημα· ο Δαπόντες και ο Ρήγας. Οι φιλολογικοί κύκλοι της εποχής πολύ τον πρόσεχαν, καθώς φαίνεται, τον πρώτο· η «Ποιητική» του Μπογδάνου, τυπωμένη 'ς τη Βιέννα, το 1819, γεμάτη από στίχους του είναι. Ο Δαπόντες, τόσο πεζολόγος όσο και πολυγράφος, δεν έχει καμιάν αξία ποιητική (18). Ασυγκρίτως βαθύτερα φερμένος μέσα 'ς τη συνείδηση του Γένους, ο Ρήγας· όμως το μεγάλο ηρωικό αίσθημα του θαυματουργού τραγουδιού του δεν το σημαδεύει με την άσβυστη σφραγίδα της η Φαντασία, και δεν του ρίχνει το μαγνάδι της η Τέχνη. Ύστερα έρχονται ο Μακεδονίτης Χρηστόπουλος και ο Ηπειρώτης Βηλαράς· ο ένας με ταρχοντολόγια της Πόλης και της Βλαχίας, ο άλλος μέσ' 'ς τα Γιάννενα, κάτου από το στόμα του λύκου· μορφωμένοι και οι δύο, τεχνίτες του στίχου, με κάποια γνώση και χάρη, πιστοί της ζωντανής μας γλώσσας· μ' εκείνη τραγουδούνε, φυσικά, και για κείνη πολεμούν, και τα πρώτα λιθαράκια κουβαλούνε για ένα χτίσιμο. Η Ποίησή μας χτίζεται· η Ποίηση που γίνεται από μιας ατομικής ψυχής προσπάθεια, και ανάμεσα 'ς τα γενικά, τούτου ή εκείνου του ανθρώπου δείχνει, θαμπά ή ζωηρά, τα ξεχωριστά σημάδια. Κατά μέρος αφίνω τα δημοτικά μας τραγούδια, την πολυπιό αρχαίαν ή όσο δείχνεται, την αθάνατη πηγή για κάθε μας ποίηση· τα τραγούδια που από κείνα, θεληματικά ή άθελα, δεν ημπορεί παρά να ποτισθή και το ατομικό τραγούδι, εκτός αν δεν είναι τραγούδι, αλλά στιχουργημένος, άνοστα ή νόστιμα, πεζός λόγος. Και τότε, καθώς και από καιρούς προτήτερα, άνθιζε το δημοτικό μας τραγούδι σε βουνά μας και σε κάμπους μας· μοναχά δεν είχε μοσκοβολήσει ακόμα καμιά δυνατήν ελληνική διάνοια· δεν είχε ακόμα αστράψει 'ς την εθνική συνείδηση το πολύ της ομορφιάς του· το εθαύμαζαν οι ξένοι, προτού να υποψιασθούνε τη σημασία του οι δικοί μας· και καθώς τυχαίνει πάντα, η προσοχή και η μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού· μας ήρθε, σαν επιστήμη και σα φωτισμός από τους ξένους. Σύγκαιρος του Χρηστοπούλου και του Βηλαρά ο Σολωμός, ευθύς από την αρχή, από τα πρώτα του γυμνάσματα κι από ταπλά τραγούδια του, έδειξεν ότι έχει να μας πη κάτι διαφορετικό και κάτι παραπάνω από τα μικρόχαρα και μονότροπα ερωτοπαιγνίδια του πρώτου, από τα μονότονα ερωτοπαράπονα και τα επιγραμματικά περιπαίγματα του δευτέρου. Αίσθημα και νόημα, γλώσσα και ρυθμός, φαντασία και τέχνη, αγάλια αγάλια πλαταίνουν, ανεβαίνουν, και πλουτίζονται και λάμπουνε με το Σολωμό. Οι δύο εκείνοι σα σκλάβοι πάντα ακολουθούν το σκοπό τους· ο Σολωμός σαν ελεύθερος. Τολμηρά και ανυπόταχτα, 'ς την αρχή ακανόνιστα και ανώμαλα, και ατελέστερα, με κόπο και με λαχάνιασμα, έπειτα πιο συγκρατητά, γνωστικώτερ', αρμονικώτερα, γαληνότερα, πλάθει τη μορφή του στίχου από τη χάρη του δημοτικού τραγουδιού και μαζί από την τέχνη που ο στιχουργημένος λόγος κρύβει και δείχνει 'ς τα πλούσια από ποίησην έθνη· και μαζί γεμίζει την ουσία του στίχου με θησαυρούς διαλεχτών αισθημάτων και μεγάλων ιδεών. Και τη δημοτική γλώσσα, τη γλώσσα που ακούει γύρω του ν' αντιλαλή ολοζώντανη, τη μεταχειρίζεται, χωρίς ντροπή και χωρίς κανένα συμβιβασμό που θα κινδύνευε να μαράνη από τη δροσιά και να ψαλιδίση από τα φτερά της. Δεν ταιριάζει τη γλώσσα του σύμφωνα προς τη γλώσσα κανενός κοινωνικού καλοαναθρεμμένου κύκλου· άλλα ιδανικά λαμποκοπούνε 'ς τα σαλόνια, άλλα ιδανικά γυρεύει ο ποιητής. Από τη φύση, κι από τον αέρα όλον της όλης ελληνικής κοινωνίας γραμματισμένων κι αγράμματων παίρνει τα ζωντανά, τα πιο σημαντικά στοιχεία της εθνικής γλώσσας, και καλλιτεχνικά σφυροκοπεί τη δική του. Κάνει ό,τι κάνουν όλοι οι δυνατοί τεχνίτες του λόγου, μάλιστα εκείνοι που πρωτοστατούνε 'ς τη γέννηση των εθνικών φιλολογιών. Κάνει ό,τι ο ίδιος υπονοεί 'ς το «Διάλογό» του· πρώτα υποτάσσεται 'ς τη γλώσσα του λαού, για να την υποτάξη και αυτός με τη σειρά του. Δεν παραδέχεται την παράλογην ιδέα πως για να γράψη τη γλώσσα του λαού πρέπει και με του λαού τα νοήματα να σκεφθή· πού ακούστηκε πως όσοι μιλούνε την ίδια γλώσσα θα ειπή πως έχουνε την ίδια μόρφωση, και όμοια στοχάζονται! Σε μια κριτική του ο Τρικούπης για τον «Ύμνο της Ελευθερίας», δημοσιευμένη μόλις πρωτοφάνηκεν εκείνος, γράφει: «Η ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητού επλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της κοινής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασεν εις τα ύψη των ιδεών του». Συγκρίνατε τη σχεδόν σύγχρονη «Ωδήν προς τους Έλληνας» του Ρίζου Νερουλού με τον «Ύμνο προς την Ελευθερία»· το ίδιο θέμα και τα δυο ποιήματα με τον ίδιο ενθουσιασμό ξετυλίγουν και προς τον ίδιο σκοπό βλέπουν· όμως ο πατριωτικός ενθουσιασμός του πρώτου, με το όργανο μιας γλώσσας ξεκαθαρισμένης σχολαστικής, βρίσκει μια ψόφια ζωή σε μιαν αχρωμάτιστη ποιητική μετριότητα· ο πατριωτικός ενθουσιασμός του δευτέρου με όργανο μια γλώσσα του πιο αχαλίνωτου και, συχνά πυκνά, του πιο ακανόνιστου χ υ δ α ϊ σ μ ο ύ, γεννάει μια μεγαλοφάνταστη ποίηση. Μπορεί να μην έχη να κάμη και πολύ το όργανο· πρώτ' απ' όλα η Φαντασία· φαντασία επιτήδειου μονάχα στιχοπλόκου 'ς τον ένα, μεγαλόχαρου ποιητή 'ς τον άλλο. Όμως η γλώσσα που μεταχειρίζεται ο ποιητής είναι κάτι περισσότερον ή όργανο· είναι ο Λόγος. Θέλουνε μερικοί να ειπούν: ο Σολωμός έγραψε τη γλώσσα του λαού, γιατί δεν καλογνώριζε τη γλώσσα των γραμματισμένων· η ανάγκη τον έκαμε. — Δεν είναι ορθή τέτοια σκέψη. Όση προσοχήν έρριξε κι όση μελέτη ξόδεψεν ο Σολωμός για να γίνη κύριος της γλώσσας του δημοτικού τραγουδιού και για να τη μεταχειρίζεται πλέον άνετα προς κάθε τι, τόση φροντίδα μπορούσε να ξοδέψη κι άλλη τόση προσοχή να ρίξη 'ς τη μελέτη και 'ς το δούλεμα της άλλης γλώσσας. Και όμως δεν το έκαμε. Και μόνο το ότι παραμέρισε την καθαρεύουσα και τράβηξεν ίσα προς την γνώση και προς τη μόρφωση της δημοτικής μας, θα ειπή ότι κάποια βαθειάν αφορμή θα είχε, νους ως εκείνος, προς τέτοιο φέρσιμο. Σε προτήτερο καιρό λύπη, κοινώς, προξενούσε, πως ποιητής σαν το Σολωμό έγραψε τα έργα του σε τέτοια γλώσσα. Τώρα ταιριάζει να λέμε για το Σολωμό ό,τι ένας άγγλος βιογράφος του Δάντη για κείνον είπε: «Το ότι διάλεξε τη γλώσσα τη δημοτική είν' έν' από τα σημάδια της υπεροχής του· μ' εκείνη μπήκε 'ς έναν κόσμον απέραντο, σαν εκείνο που ανακάλυψεν ο Κολόμβος» (19).

Τα πρώτα, τόσο λιγοστά, τραγούδια του, δε θυμίζουνε τους κάπως ψυχρούς ανακρεοντισμούς του Χρηστοπούλου· κι αν ο σατυρικός Βηλαράς βαραίνει κάποτε ίσα, ή και πιο πολύ από το σατυρικό Σολωμό, (20) όμως αγνάντια 'ς τα βουκουλικά και 'ς τα ερωτικά τραγούδια του Σολωμού κάπως θαμπά τα ανάλογα του Βηλαρά· αν κ' ολιγώτερο προσεχτικά στιχουργημένα, έχουνε κάτι πιο φυσικό και δροσερό, πιο σοβαρό και συγκινητικό. Από τον «Ύμνο», «τον πρώτο γνήσιο καρπό της Ελληνικής φαντασίας ύστερ' από είκοσιν αιώνες του μαρασμού της», καθώς τον είπεν ο Πολυλάς, από τον «Ύμνο» κ' εκείθε δε βρίσκεται καμιά συγγένεια προς παραβολή με τα προτήτερα ή με τα σύγχρονα έργα. Και μη ξεχνούμε πως μήτε ο «Ύμνος», μήτε ο Θρήνος του Μπάιρον, μήτε η «Τρελλή μάννα», μήτε τα «Δύο αδέρφια», μήτε του «Λάμπρου» τα πιο τελειωμένα κομμάτια, μήτε κι αυτή η «Φαρμακωμένη» είναι αψεγάδιαστα καλλιτεχνήματα, όσο πρωτότυπα και δυνατά κι αν είναι. Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής αδιάπτωτος. Ο αρχαίος τεχνογράφος κάπως ξέρει τι λέει: «Τας μεν ταπεινάς και μέσας φύσεις διά το μηδαμή παρακινδυνεύειν, μηδέ εφίεσθαι των άκρων, αναμαρτήτους ως επί το πολύ και ασφαλεστέρας διαμένειν, τα δε μεγάλα επισφαλή γίνεσθαι δι' αυτό το μέγεθος (21).» Ο «Ύμνος». Μέσα του η επικολυρική φαντασία φέρνεται από πήδημα σε πήδημα κι από φτερούγιασμα σε φτερούγιασμ' ανυψώνεται· κι αντιλαλεί σαλπίσματα και κελαδήματα. Θρησκευτική, δηλαδή η πιο άδολη ποιητική, ιδέα εμψυχώνει το ποίημα· η Ελευθερία, θεά· το Πνεύμα του κακού, η Διχόνοια. Τα πράγματ' αγναντεύονται μακρυάθε κι από ψηλά· σχεδόν καμιά προσωπική, ανεκδοτική, σα δημοσιογραφική λεπτομέρεια, καθώς εκείνες, που αργότερα, ύστερ' από τον Κάλβο και από το Σολωμό, την ποίησή μας θα την κατεβάσουνε 'ς τον τόπο μιας στιχουργημένης πολιτικής χρονογραφίας. Μονάχα κάποιες κορφές του ηρωισμού δείχνονται, και τονίζονται τα πιο σημαντικά σημεία της πάλης· η Τριπολιτσά· το Μισολόγγι· Ο Αχελώος· η Αγία Σοφιά. Το μόνο του ατόμου παρουσίασμα «ο αδερφός του Φεγγαριού»· ο Πατριάρχης. Όπου η Ποίηση κρατειέται 'ς τα ταιριασμένα της ύψη, εκεί και η γλώσσα ταιριαστά υψηλή. Αρμονικά δεμένα το νόημα και η φράση· βλέπει κανείς πως πραγματικό ξεχώρισμα, 'ς τα ωραία έργα, μορφής και ουσίας, δεν υπάρχει· ως η σκέψη παίρνει μιαν υλική ομορφιά, γίνεται χειροπιαστή· και πως η έκφραση είναι κάτι τι ουσιαστικό και πνευματικό. Στην ομορφιάν αγνάντια, δε λέμε: — Τι ωραιότερη που θα ήταν, αν ήτανε κάπως αλλιώτικα καμωμένη! — Λέμε: — Τι ωραία που είναι! δεν ημπορούσε να ήταν αλλιώτικα! — Στοχασμούς ανάλογους μας φέρνει το διάβασμα των τετραστίχων του Ύμνου. Όχι όλων. Γιατί τα σημάδια του βιαστικού και του απροετοίμαστου, γιατί η ευκολία του αυτοσχεδιαστή ξεμυτίζουν εδώ κ' εκεί. Συνταράζεται κάπου το σεμνό θρησκευτικό ύφος από το θόρυβο της Πολιτικής· κάπου ανακατώνεται 'ς το ξεχείλισμα του λυρικού η ρητορική περισσολογία. Εκεί και η γλώσσα χάνει τη συμφωνία της με το Λόγο, και 'ς το νου που εμπνέεται δεν υπακούει το χέρι που γράφει. Ο τεχνίτης ξέρει ακόμα να τολμά, μα δεν ξέρει να ξεδιαλέξη. Τα ατοπήματα τούτα, λιγοστά, αραιά, και ασήμαντα 'ς τον Ύμνο, ξαναφαίνονται πυκνερώτερα και ζωηρότερα 'ς το ποίημα για το θάνατο του Μπάιρον. Ο ποιητής, επηρρεασμένος από το λυρικό μεθύσι του πρώτου Ύμνου, φιλοδοξεί να τραβήξη ακόμα παραμπρός, να πυκνώση και να δυναμώση το τραγούδι του, νέες χορδές να τεντώση ς' τη λύρα του. Δεν το κατορθώνει, καθώς το ήθελεν. Εδώ κ' εκεί καμιά εκατοστάδες στίχοι, ασύγκριτοι. Στους άλλους δείχνεται πιο πολύ από τη δύναμή του, η παραζάλη του και η στενοχώρια. Άπληστα γυρεύει να κλείση όσο μπορεί πιο άφθονα νοήματα 'ς τους ολιγοσύλλαβους τροχαίους του. Και νοήματα και λόγια, μέτρο και ρίμες, κουράζονται και αγκομαχούνε και κινδυνεύουνε να πάθουν ασφυξία· τα θρησκευτικά και τα καθολικά πνίγονται μέσα 'ς τα μερικά και 'ς τα χρονογραφικά. Η αρμονία λείπει. Δε λέμε πλέον: — Tι ωραία που είνε! δε μπορούσε να ήταν αλλοιώτικα! — Λέμε: — Τι ωραία που θα ήταν αν ήταν αλλιώτικα! — Η γλώσσα είν' εκεί όχι σαν πρόσωπο, αλλά σα φόρεμ' ανθρώπου που αγωνίζεται να το βάλη, και του είναι ή πολύ πλατύ και δεν του πάει, ή πολύ στενό και του σκίζεται. Ονόματα και λόγια, σόλοικα ή βάρβαρα, κακοσκημάτιστ', αχτένιστα, δυσκολοπροχώρητα, κακοδιάλεχτα, κακοπρόφερτα. Γλώσσα που χαλάει ταγνά δημοτικά στοιχεία, που δεν τοποθετεί, καθώς και όπου πρέπει, ταρχαία, που εδώ βιάζει, κ' εκεί αυθαίρετ' είναι. Στην «Ιστορία» του «της Βυζαντηνής λογοτεχνίας» ο Κρουμπάχερ παρατηρεί: «Η δημοτική γλώσσα εξεδικήθη διά την επίσημον αποπομπήν της εκ του πεζού λόγου, εισχωρήσασα κρυφίως εις τα κείμενα. Ακούσιαι κοινολεξίαι ευρίσκονται εις πάσαν την από του 6ου μέχρι του 15ου αιώνος πεζογραφίαν.» Εδώ μπορεί κανείς να πη πως η καθαρεύουσα θέλησε να εκδικηθή τον Ποιητή, γιατί τόσο σκληρά την έδιωξεν από την Πολιτεία του στίχου.