Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 21
RΙΜΕ IMPROVISATE Sorge la note Dove sei Se non conoscite Sorgi, Sorgi Per una fontana Per un luogo ameno In questi Sorgi ora Sullo stesso argumento Apri suora amorosa Chi è costei Sullo stesso argomento Vieni, diletto mio Suon di limpido Deh folce temi Il voi veloce Al conte Mercati Un giovine moribondo Lamenti Il Giudizio finale L' aurora Sullo stesso argomento La morte La gastita La cocezione L' annunziazione La morte del giusto La morte dell' empio L' inferno La luna A san Dionisio Zacinto Il Pentimento A Maria Sopra Bonaparte Incoronazione A Lord Guilford La caduta di Lucefero Sulla morte di Pio VII Il Paradiso Sonetto La nativita Sulla morte di Cristo La risurrezione L' assunzione Sonetto » » » Squarci di Poemetto » Ode La navicella greca Saffo L' albero mistico Ode a Venere Ode per prima Messa Sonetto » » » » » » » » » » Epigramma » La madre greca La donna velata L' usignolo e lo sparviere Orfeo Lo stesso soggeto ELOGIO DI FOSCOLO
1) Ένας μόνο θα μπορούσε να σημειωθή· ο γερμανός ποιητής Νοβάλης (Hardemberg με ταληθινό του όνομα)· το έργο του ολόκληρο κρατειέται σε 50 σελίδες μόλις· ένα κεφάλαιο μυθιστορήματος, ένα διηγηματάκι, ένα άρθρο, λίγα ποιήματα, και άλλα κομμάτια. Ο Κάρλαϊλ είπε για τα έργα του πως «μεταφέρουν τη σκέψη 'ς ένα νέο κόσμο.» Όμως ο Νοδάλης πέθανε, το 1801, 29 χρόνων.
2) Στις 8 του Απριλίου δεν εγεννήθηκε· είναι η μέρα που βαφτίστηκεν, Ίδε Προλεγόμενα Σ. Δε Βιάζη (Α. Σ. Ζ. 1880).
3) 'Σ τα βιβλία και 'ς τα έγγραφα του Πανεπιστημίου της Παβίας που σπούδασεν ο Σολωμός, τόνομά του γράφεται διαφοροτρόπως: Salomon, Salomone, Salamon.
4) Βλέπε «Chants populaires de la Grèce moderne» par Fauriel. Discours préliminaire. CXXIV. Συμπληρωματικά, βλέπε και Κρουμβάχερ «Ιστορία της Βυζαντηνής λογοτεχνίας» μετάφρ. Γ. Σωτηριάδου Βιβλιοθήκη Μαρασλή τόμ. Γ. σ. 13 κτλ.
5) Ο φημισμένος άγγλος φιλόσοφος Bain (το ηύρα σε μια γαλλική έκδοση του έργου του «L' esprit et le corps») υποστηρίζει, αντίθετα προς άλλους σοφούς του τόπου του, πως η μεγάλη αρχόντισσα δύναμη των μεγάλων ποιητών είναι το αίσθημα· και πως η φαντασία δεν είναι παρά του αισθήματος υποτακτική.
6) Ο μέγας τεχνοκρίτης Ruskin κάπου λέει: «Για να είναι κανείς ποιητής φτάνει να αισθάνεται βαθειά· όμως ο μεγάλος ποιητής και βαθειά αισθάνεται και βαθειά νοεί».
7) Ο Γρηγορόβιος.
8) Του Άινε.
9) Κ. Ο. Μύλλερ Ιστορία Ελλ. Φιλολογίας μετάφρ. Α. Κυπριανού τόμ. Α. σ. 115.
10) Σύγκρινε την ίδια θεωρία μιας τέχνης απρόσωπης, και έξω από το ατομικόν εγώ του καλλιτέχνη, όπως διδάσκεται 'ς τα γράμματα του Φλωμπέρ προς τη Σάνδη, 'ς τους προλόγους των ποιημάτων του Λεκόντ Δελίλ, και όπως εφαρμόζεται και εις των δύο τα έργα.
11) Παρμένα από μια βιογραφία του Μπάιρον. — Εν τούτοις ο Taine νομίζω πως υποστηρίζει κάπου ότι και η πιο δημιουργική φαντασία δεν ημπορεί να ξεφύγη από το εγώ του τεχνίτη. Παράδειγμα ίσα ίσα ο Σαίξπηρ: Όλοι του οι ήρωες, αγαθοί ή κακούργοι, χοντροκομμένοι ή λεπτοί, έχουν ένα είδος πνεύματος· το δικό του.
12) Ο Ιλάριος είν' εκείνος που εξέφρασε την απορία του προς το Δάντη πως το ποίημά του τόγραψε σε χυδαία γλώσσαν, ακατάλληλη για υψηλά θέματα. Σώζετ' ένα σχετικό γράμμα του Ιλαρίου· μερικοί υποπτεύονται τη γνησιότητα του γράμματος (Dante, par John Α. Symonds).
13) Η δίκη πλήγωσε κατάκαρδα τη φιλοτιμία του· εξ αφορμής αυτής, η μνήμη της μητέρας του, Αγγελικής Νίκλη, (δεύτερης γυναίκας του πατέρα του) δεν έμενεν απείραχτη.
14) Συγγενής αξιότιμος του Σολωμού με πληροφορεί πως τα χειρόγραφα του Σολωμού, μετά το θάνατό του, 'ς την Κέρκυρα παραδόθηκαν όλα 'ς τη φωτιάν από άνθρωπο επίτηδες προς τούτο σταλμένον από το μεγαλύτερο αδερφό του Σολωμού· αφορμή του βανδαλισμού, μια κληρονομική αντιζηλία, παρ' άλλος κανείς λόγος. Σημειώνω εδώ απλώς την πληροφορία, καθώς την άκουσα.
15) Βλέπε τη μελέτη περί Baudelaire του Θεοφίλου Γωτιέ 'ς τα «Fleurs du Mal» Levy 1883.
16) «Το Διήγημα του Βιζυηνού.» Στη «Νέα Ελλάδα» 1896.
17) Π. Χιώτου. Περί της ποιήσεως των Ζακυνθίων. «Εθνική Βιβλιοθήκη» 1868.
18) Καισάριος Δαπόντες (1705 1785). Τελευταίον ακόμα σε βιβλίον ενός Ρωμούνου ονομάζεται «αηδών του 18ου αιώνος».
19) Dante του Symonds.
20) Τη σατυρική δύναμη του Σολωμού πρέπει να την αναζητήσομε και 'ς τη λυρική οργή των ύμνων του και αυτού του «Λάμπρου.» Συχνά πυκνά η σάτυρα τα ωραιότερά της κομμάτια δείχνει όχι τόσον ως είδος ξεχωριστόν, αλλ' ως ένα μέρος αξεχώριστο του μεγαλόστομου λυρισμού.
21) Διονυσίου ή Λογγίνου «Περί Ύψους».
22) Περίεργα μοιάζει ο δρόμος που τράβηξεν ο μέγας ποιητής των Πολωνών Mickiewicz, συνομήλικος του Σολωμού, (εύκολα επηρρεαζόμενος και εκείνος από διαφόρους τρανούς διδασκάλους), από την αυτοσχεδιαστική ξεγνοιασιά 'ς τον επίμονον αγώνα της καλλιτεχνικής εντέλειας του στίχου.
23) Κάτι πολύ ανάλογο μας φέρνει 'ς το νου η εργασία του ζωγράφου Γύζη καθώς μας την παρουσιάζει, 'ς το βιβλίο που του εφιλοτέχνησε, ο κ. Δ. Κακλαμάνος.
24) Λογγίνου περί Ύψους. Τι διαφέρει η ποιητική από τη ρητορική φαντασία· Έ κ π λ η ξ ι ς, και ε ν ά ρ γ ε ι α.
25) Bertheroy. Eloge de André Chénier Paris. 1900.
26) Σύμφωνα με τη γνώμη τούτη, ωραία μιλεί 'ς το τελευταίο του βιβλίο ο Sully Prudhomme. Testament poetique. Paris 1900.
27) Από τη γαλλική μετάφραση: Nietzsche. Pages Choisies. Paris 1900.
28) Taine. Philosophie de l' art.
29) Ο Symonds 'ςτο βιβλίο του για το Δάντη.
30) Περί Ποιήσεως «Πανδώρας» τόμ. 17. — Ιστορ. Ελλ. Έθνους τόμ. Ε'. — Τα Σούτσεια. Εν Αθήναις 1854.
31) Solomos Discorso di Canna. Pavia. 1896.
32) Απεναντίας· ο στίχος του Σολωμού το χάρισμα του ρυθμού εντονώτερα το δείχνει και λαμπρότερα, σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους κανόνες της νεώτερης δικής μας στιχουργίας, δυναμωμένης κι από τη γνώση των κανόνων της ιταλικής μετρικής.
33) Το 1884 γυρίζομε 'ς τη μελέτη και 'ς τη μίμηση του δημοτικού τραγουδιού με τα «Ειδύλλια» του Δροσίνη. Το 1886 'ς τα «Τραγούδια της Πατρίδος μου» η ιδέα του Σολωμού, μέσα 'ς ένα ομώνυμό του ποίημα, πρώτη φορά δείχνεται άλλη, έξω από την καθιερωμένη ιδέα του τραγουδιστή της Ελευθερίας.
34) Histoire de la litterature anglaise. tom. V.
35) Κάτι τέτοιο θέλησε να κάμη ο κ. Σ. Δε Βιάζης με το άρθρο του «Ο Σολωμός και η Ιταλική γραμματολογία». «Εθνική Αγωγή» 1899.
36) Oeuvres Poétiques de Α. Cheunier. Edit. Moland. Paris 1883.
37) Βλέπε την έκδοση του Chenier που ανάφερα.
38) Ο ίδιος ο Πολυλάς την αυτήν, απάνω κάτω, ιδέα μου παράστησεν άλλοτε.
39) Μου χρησίμευσαν, από ταρχαιότερα τυπωμένα βιβλία των στίχων του Σολωμού, τα εξής: — Ποιήματα Σολωμού και Ωδή εις τον θάνατον του· εν Αθήναις 1857, εκδόται Μαντσαβίνος και Δαλλαπόρτας. — Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Δ. Κομ. Σολωμού, εν Ζακύνθω, τυπογρ. Ρωσολίμου 1857. (Για τη συντομία, αναφέρεται 'ς τα σημειώματα του κειμένου με τα γράμματα Σ. Π. Σ. 1857). — Δ. Σολωμού τα Ευρισκόμενα. Δαπάνη Τερζάκη Κέρκυρα 1859. (Ομοίως, Σ. Ε. Κ. 1859) — Δ. Σολωμού Άπαντα. Ζάκυνθος 1880 εκδότης Ραφτάνης. (Ομοίως, Α. Σ. Ζ. 1880) Σακελλαρίου Βιβλιοθήκη του λαού. Σολωμού Ποιήματα. — Προς τούτοις δεν εστάθηκαν ανώφελα 'ς εμέ, πλην εκείνων που αναφέρω ή σημειώνω 'ς τον πρόλογο, και τα εξής βιβλία και άρθρα: Αλεξ. Σούτσου Το πανόραμα της Ελλάδος, Αθήναι. 1833. — Εμμ. Στάη Περί Σολωμού· «Αθηνάς» τόμ. Ε. — Ποιήματα Ιουλ. Τυπάλδου, εν Ζακύνθω 1856. Του αυτού Λόγος εις μνημόσυνον Σολωμού, Ζάκυνθος 1857. — Πόθεν η λέξις «τραγουδώ» υπό Σπ. Ζαμπελίου, Αθήναι 1859. — Πόθεν η μυστικοφοβία του Σπ. Ζαμπελίου υπό I. Πολυλά Κέρκυρα 1860. Αι Ιόνιοι νήσοι και η εν αυταίς Ελληνική Ποίησις υπό Δώρας Δ' Ίστριας μετάφρ. Μ. Κ. Ράλλη. Αθήναι 1859. — Οι σύγχρονοι ποιηταί της Ελλάδος υπό Ιουλιέττας Λαμπέρ μετάφρ. Ευφρ. Κετσέα. Αθήναι 1886. — Σολωμός και Δώρα Ιστριάς υπό Γ. Δ. Κανάλε. «Εθνική Βιβλιοθήκη» 1869 — Α. Ραγκαβή Περίληψις Ιστορίας της Νεοελλ. Φιλολογίας, εκδότης Μπάρτ. — Ψυχάρη Quelques observations sur la langue litteraire moderne. Paris 1888. — Κριτικαί παρατηρήσεις Γ. Καλοσγούρου εν Αθήναις 1891. — Η φιλολογική μας γλώσσα. Σκέψεις I. Πολυλά. Αθήναι 1892 — Ανέκδοτοι επιστολαί Αριστοτέλ. Βαλαωρίτου· « Εστία » 1889. — Grammaire grecque moderne par Η. Pernot (Introduction) Paris. — Πολυλάς υπό Γ. Καλοσγούρου. Του αυτού Μαρκοράς· «Εστία» 1892. — Η γλώσσα και ο πολιτισμός εκ των του Θωμαζαίου μετάφρ. Καλοσγούρου — «Εστία» 1893. — Σ. Δ. Βιάζη Οι διδάσκαλοι και οι πρόγονοι του Σολωμού· «Εθν. Αγωγή» 1898. — Μπαρτ και Χιρστ Εγκυκλ. Λεξικόν (Σολωμός).
40) Α. Σ. Ζ. 1880.
41) Α. Σ. Ζ. 1880.
42) Α. Σ. Ζ. 1880. Ύστερ' από το στίχο «Πώς δεν έχει τα φτερά;» ακολουθούν τα εξής έξι τετράστιχα:
Ότι είπα αυτά τα λόγια, Μου εφανήκανε ομπρός Άλλαις κόραις στολισμέναις Mε του φεγγαριού το φως.
Εχορεύανε πιασμέναις Απ' τα χέρια τα λευκά, Κι' όλαις τους επολεμούσαν Να μου πάρουν την καρδιά.
Τότε άκουσα το χείλι Το δικό σου να μου πη· «Πώς σου φαίνονται;» Και σού πα: «Είναι άσκημαις πολύ».
Eσύ έκαμες ετότες Γέλιο τόσο αγγελικό Που μου φάνηκε πως είδα Ανοιχτό τον ουρανό.
Και παράμερα σ' επήρα Eισέ μια τριανταφυλλιά Κ' έπεσά σου αγάλι αγάλι 'Στην ολόλευκη αγκαλιά.
43) Στην πρώτη έκδοση των Απάντων του Σολωμού (Σ. Ε. Κ. 1859) ακολουθούν τελειώνοντας το ποίημα οι εξής δυο στροφές:
Δεν κλαίγω τη βαρκούλα, Δεν κλαίγω τα πανιά, Μόν' κλαίγω την Ξανθούλα, Που πάει 'ς την ξενιτειά
Δεν κλαίγω τη βαρκούλα Με τα λευκά πανιά, Μον' κλαίγω την Ξανθούλα Με τα ξανθά μαλλιά.
Εκρίναμεν ορθότερο να δημοσιευθή 'ς το κείμενο το ποίημα καθώς τυπώθηκε 'ς τη «Συλλογή των γνωστών ποιημάτων» του Σολωμού (Σ. Π. Σ. 1857), σύμφωνα με την αρχική του μορφή. (Βλέπε «Εστίας» 1891 Β' σ. 307.)
44) Σ. Π. Σ. 1857.
45) Άσπρα λουλούδια, κίτρινα, του κάνανε στολίδια, Λουλούδι' άσπρα και κίτρινα που τάχε μάση η ίδια --
46) Με το κουδούνι στο λαιμό τα γρέμπανα επερπάτει Ν τ ι ν ν τ ι ν ν τ ι ν ν τ ι ν, κουδούνιζε 'ςτο νεκρικό κρεβάτι· Έσκουζε κ' έκραζε σφιχτά . . . Έτσι την είδ', αγάπη μου, την όμορφη παιδούλα, κτλ.
47) Αλίμονο! πόσαις φοραίς εκάτσαμε 'στη βρύση, Λέγοντας ποιος από τ' εμάς περσότερο θα ζήση, Βούυζ' εδώθε η καλαμιά, κείθε το κυπαρίσσι.
48) «Τούτο είναι αληθινόν· μου το είπε χαμογελώντας, όμως ήτο στοχαστική». (Σ. Π. Σ, 1857).
49) Πρώτη φορά τυπώθηκε 'ς την «Εστία» (1886, τ. ΚΑ', σ. 416)
50) Και αυτή δεν εσωζότουν.
51) Σου κοινωνεί τη χάρη του, Και σε παρηγορά.
52) Γλυκά κοιμήσου, λείψανο, Και θέλει λάβης πάλι Τον αρραβώνα που ο Χριστός Σου πήρε αγάλι γάλι, Την ώρα οπού το δάχτυλο Απόμεινε νεκρό.
53) Και τρίζουνε της Κρίσεως Την ώρα αναζητώντας.
54) Πηδάει, κινάει χαρούμενη.
55) Στροφ. 25. Και 'ς το πέλαο μια ματία Ρίχνει που σπιθοβολά, Και τα νύχια τα μακρύα Σφίγγει απλώνει αρπαχτικά.
Έτσι ο ποιητής είχε πρωτογράψη τη στροφή· την άλλαξε δε, όπως βρίσκεται 'ς το κείμενο, σύμφωνα με την επιθυμία του φίλου του λόρδου Γκύλφορδ. (Βλέπε Σ. Ε. Κ. 1859. σ. 38).
56) Στρ. 6. «Φανερώνονται εις τη φύση κάποια υψηλά πνεύματα τα οποία ο Άπλαστος ηθέλησε να εντύση με θαυμάσιο φως,
Και, τόσο ένδοξα κινούνε Εις τα χτίσματα της γης Που το θαύμα μαρτυρούνε Της αγνώριστης Αρχής.
57) Στρ. 23. Που είν' σημείο της κεφαλής του, Σημείον έλεου σωτηριάς, Που δεν τό χανε οι γονείς του, Και το λάβανε από μας
Εις ταις έρμαις τους αγκάλαις, Που ελατρεύαν για θεούς Αστραπαίς, ανεμοζάλαις, Και βρονταίς, και ποταμούς.
Στρ. 24. Ότι επρόβαλες την όψη, Πίσω σου ήρθαν στρυμωχτά Όσα τέκνα σου είχαν κόψη, Όταν ήσουν 'ς την ερμιά.
(Αθώα τέκνα αραχνιασμένα Που άνθρωπος δεν τα μετρά) Και με χέρια τσακισμένα Σε εσπρώξανε ομπροστά. -
58) Στρ. 26. Και η ρομφαία σου πυρωμένη Απ' την Άπλαστη Φωνή Εις τα εμπόδια ξεθυμαίνει Το θυμό τόσο βαρύ,
Και αχαλίνωτη παγαίνει Προς τα εμπόδια και βαρεί Η ρομφαία σου πυρωμένη Οχ την Άπλαστη Φωνή,
Και χουμάει κι' ομπρός πηγαίνει Μέσ' 'ς τα εμπόδια, και βαρεί Η ρομφαία σου κτλ.
59) Στρ. 55. Κ' εκεί απάνου έλαβαν πλήθια Αγκαλιάσματα, φιλιά. --
60) Στρ. 86. Εβασίλευεν η βία, Η αρπαγή και ο σκοτωμός.
Και η τούρκικη τυραννία έφθασε εις το άκρον· τότε οι ερμιαίς και τα βουνά έγειναν προσκυνητάρια ελευθερίας, εγιομίσανε θεούς, και οι αντίλαλοι ηχολήγησαν από άρματα και υψηλά τραγούδια.
Βουνά, λόγγοι, και γκρεμοί, Λευθεριάς προσκυνητάρια, Και τα πάτησαν θεοί.
61) Στρ. 139. Αρχινά και ξεσκεπάζεται Άλλος κόσμος φανερός, Και κάθε άλλο σκοταδιάζεται Και του κρύβεται απ' εμπρός.
Όθε της αιωνιότης Του ηχολόγησε η φωνή Με ηχολόγισμα δικό της· Τέτοιο τέλος είναι αρχή.
Στρ. 140. Όμως μέσ' 'ς τα σκοταδιάσματα Του θανάτου τα στερνά, Του απομείναν δύο φαντάσματα Ολοζώντανα και ορθά.
62) Στρ. 143. Με την τρέμουσα αγκαλιά.
63) Στρ. 149. 'Σ την ταφή του χύνει η έρμη Βρυσομάννα το νερό, Που του δρόσισε τη θέρμη, Εις το ψυχομαχητό.
Εις την πέτρα του τρεχάτο, Και καθάριο το νερό, Που το αισθάνθηκε δροσάτο, Εις το ψυχομαχητό.
Χύν' η βρύση τα νερά της Εις την πλάκα, που κρατεί, Κ' είχε στείλη τη δροσιά της, Εις την ύστερη στιγμή.
Χύν' η βρύση με την πάχνη Το καθάριο της νερό, Που του δρόσισε τα σπλάχνη, Εις το ψυχομαχητό.
'Στην ταφή του δροσισμένο Μουρμουρίζει το νερό, Μέσ' 'ς το στήθος το καημένο Οχ το ψυχομαχητό.
Γέρνει ετιά μυρολοΐστρα Εις την πλάκα που τον κλει· Ούτε σάλπιγγες και σείστρα Αν λαλήσουνε αγροικεί. -
64) Στρ. 158. Γιατί ξάφνου 'σε λιγάκι Το φαγεί και το πιοτό Δε τους έγινε φαρμάκι, Να τους φάη το σωθικό;
65) Στρ. 162. 163. Κάθε αδέξιο παλληκάρι, Που εις της μάχης τη σφαγή Είχε πέση ωσάν λιοντάρι, Που αποθαίνοντας ξεσκλεί·
Κάθε γέρος, κάθε κόρη, Κάθε ανήλικο παιδί, Όπου τύραννοι αιμοβόροι Είχαν διώξη από τη γη.
Ενώ εφταίγανε όσο φταίγουν Τετραήμερα τ' αρνιά, Οπού ωρφάνεψαν και κλαίγουν Με βελάσματα συχνά.
Κατά δαύτονε κινιούνται Με μεγάλη επιθυμιά, Και θωρώντας τον βαστειούνται Σαστισμένοι από μακρυά. --
66) Racine Bajazet
67) Και 'ς το χέρι στεφάνι κρατεί
68) Εγώ μαι πέτρα του γιαλού, μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη Κι' αν για λίγη ώρα μοναχά, πλούτον δικό σου δίνω.
69) Εις το χειρόγραφο του ίδιου ποιήματος ευρέθηκαν σημειωμένοι και οι εξής δύο στίχοι:
. . . . . Δένει σταυρό 'ς το στήθος Που γροικά μέσα τη χαρά και το φιλί του Πάσχα.
(Σ. Ε. Κ. 1857)
70) Του «Λάμπρου» τ' αποσπάσματα δημοσιεύοντ' εδώ καθώς επρωτοφάνηκαν 'ς την έκδοση της Κερκύρας (Σ. Ε. Κ. 1859), τακτοποιημένα μέσ' από τα χειρόγραφα του ποιητή· η υπόθεση του ποιήματος, ρυθμισμένη από τον εκδότη· τα πεζά σχεδιάσματα, που συμπληρώνουν τους στίχους, μεταφρασμένα από την ιταλική, τη γλώσσα που ο Σολωμός συνείθιζε να πρωτοσχεδιάζη πεζογραφικά τους στίχους του.
71) Κ' έπειτ' απ' τα κρυφά λόγια που κάμνουν, Παίρνουν κουπί τσακισμένο και λάμνουν.
72) Με το μπαμπάκι του Χάρου 'ς το στόμα Να σου και η κορασιά και με σιμώνει·
73) Κ' ενώ φουσκώνει αισθάνομαι τη βρώμα Του λιβανιού που την καρδιά πλακώνει, Και το χέρι που τρέμει ωσάν καλάμι Μου δείχνει το σταυρό 'ς την απαλάμη.
74) Να σηκώσω κεφάλι από το κύμα.
75) 'Σ του αιθέρος την έρημη γαλάζιαν αγκάλη Τη λάμψη του Έσπερου θωρώ να προβάλη, Και βγαίνει η δροσόβολη πνοή του βραδιού·
Κ' εκεί μέσ' 'ς το δύστυχο τ'ς Αυγούλας κρεβάτι Τα λούλουδα εσκόρπουνε φυσώντας δροσάτη, Την κόμη ανακάτωνε τ'ς Αυγής και τ' Ανθού, -
76) Κ' έμεινε η μάννα τους 'Σ τη συφορά.
77) Ελεεινά.
78) «Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβυμένη η εξής·
Σιωπή τα σήμαντρα _Οπού τα κλάψαν,_ Σιωπή τα σύνεργα Οπού τα θάψαν, Σιωπή τα ψάλματα Τα λυπηρά». (Σ. Ε. Κ. 1859).
79) Νά μπη, αλλά μάταια, — Πισθοδρομίζει, Και παίρνει απ' έξωθε, Και τριγυρίζει Το περιτείχισμα Πασπατευτά.
80) Και αυτή από λύπησι Τετυφλωμένη -
81) Βραχνό το ψάλσιμο Του καλογήρου, Αχνά τα εντάφια Κεριά τριγύρου.
82) Θαμπογυρίζει εδώ κ' εκεί το βλέμμα, Και την όψη θωρώ σαν δίχως αίμα.
83) Μίλειε, Λάμπρε, και πες μου ό,τι κι αν ήναι.
84) Α! του Θεού μ' επλάκωσε η κατάρα.
85) Τόσο λεπτό.
86) Στέκει 'ς το παραθύρι ως για να πάρη
87) Και τάστρα τουρανού εις τη γαλήνη Το πέλαο καθαρόστρωτο αναδίνει.
88) «Η Ι ό ν ι ο ς Α ν θ ο λ ο γ ί α (1834) και κατόπι της όσοι εξανατύπωσαν τούτο το κομμάτι, έχουν
Και κατ' ΑΥΤΩΝ τη σπίθα της τινάζει.
Είναι όμως βέβαιον ότι ο ποιητής είπε και έγραψε:
Και κατ' ΑΥΤΟΝ τη σπίθα της τινάζει.
Εννοώντας, ως το βλέπει καθένας, ε κ ε ί ν ο ν π ο υ σ ή μ ε ρ α α ν α σ τ ή θ η.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
89) «Θέτω εδώ, όχι ως άλλη γραφή, αλλά δυσκολευόμενος πού αλλού να ταις θέσω αρμοδιώτερα, ταις εξής στροφαίς, αι οποίαις ίσως δεν εγράφθηκαν ειμή ως δοκίμιον Μέτρου·
Φωνούλα με πίκρα με κράζει· Εκύτταξα απάνου και κάτου· Πετειέται κρεβάτι θανάτου, Κλειούν θύραις, ανοίγουν, χωρίς Ν' ανοίξη, να κλείση κανείς.
Ανοίγοντας, κλειώντας, οι θύραις Καμμιά δεν εκάναν αντάρα· Με πιάνει μεγάλη τρομάρα· «Αχ!» κάνει το στόμα να πη, Και βγαίνει χαμένη φωνή.
Παγαίνει το πόδι 'ς τη θύρα, Που κλειέται και πλια δεν ανοίγει· Ξετρέχει 'ς την άλλη να φύγη, Και κλειέται, και φθάνει μ' ορμή 'Σ την τρίτα, και κλειέται κι' αυτή. (Σ. Ε. Κ. 1859).
90) «Εις το χειρόγραφο του Λ ά μ π ρ ο υ ευρίσκεται n εξής στροφή.
Κ' ενώ το στόμα ανοιγοκλεί Πoυ μου έσταξε φαρμάκι, 'Σ τα χείλη του αναδεύεται Tο νεκρικό βαμπάκι.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
91) «Τούτης της στροφής η εικόνα ευρίσκεται διαφορετικά παραστημένη εις τους εξής στίχους.
Γιατί ενώ περπατεί και παραδέρνει Όπου δεν είν' παρά νερά, κλωνάρια, Ο παραλογισμός του ομπρός του φέρνει Τ' άθλια του κρίματός του απομεινάρια.» (Σ Ε. Κ. 1859).
92) Α. Σ. Ζ. 1880.
93) Εμψυχώνεις τερπνά την ησυχία
94) «Σκοπός του ποιήματος ήταν να παραστήση τη σκιά του Ομήρου οπού επρόσταζε τον ποιητή να γράφη τη δημοτική γλώσσα.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
95) Εκινούσε το φύσημα του αέρος Τ' αριά τα μαλλιά του όλ' ασπρισμένα.
96) Εδώ ίσως είναι κατάλληλος τόπος για να βαλθή το ακόλουθο κομμάτι, από τα πρώτα του ποιητή:
Κάθε ρείθρο ερωτεμένο, Κάθε αύρα καθαρή, Κάθε δέντρο εμψυχωμένο, Με το φλίφλισμα ομιλεί·
Κι' όπου πλέον μοναχιασμένοι Είναι οι βράχοι σιγαλοί, Μ ή ν ι ν ά ε ι δ ε, θε ν' ακούσης Να σου ψάλλη μια φωνή.
97) Το νέο χώμα αραχνιασμένο Πέφτω χάμου και φιλώ· Έρμα σπίτια του Θανάτου, Πόσο εγώ σας αγαπώ!
(Με το αραχνιασμένο στόμα Τα νέα χώματα φιλώ· Έρμα σπίτια του νεκρώνε, Πόσο εγώ σας αγαπώ!)
Τέλος βρίσκομαι 'ς τον Άδη, Και τα σπίτια του πατώ· Χρυσά σπίτια, χαιρετώ σας, Και τη σκόνη σας φιλώ.
Χρυσά σπίτια, χαιρετώ σας! Ξάφνου κ' ελαφρά πατώ σας. Καρδιακά σας χαιρετώ!
Πέφτω με το στόμα κάτου, Χρυσά σπίτια του Θανάτου, Και το χώμα σας φιλώ. --
98) Τώρα επλάκωσε ο χρυσός μου, Να ναι πάντα εδώ μ' εμέ· Εδώ κάτω πλάσμα τέτοιο Δεν εφάνηκε ποτέ. Εδώ κάτω αχνάρι τέτοιο Δεν εστήθηκε ποτέ.
99) Άδεια κι' άλαλη και μαύρη.
100) Όλοι οι ήσκιοι ακούν κυττώντας Τ' αχνό μέτωπο της νιας, Οπού ετρέμαν τα λουλούδια Τα λευκά της παρθενιάς. Ήτανε προσηλωμένοι Εις το μέτωπο της νιας
101) Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει. Ξάφνου εστάθηκε η φωνή Της παρθένας, οπού πέφτει Στην αγκάλη του εραστή.
Τ' όμορφο κοράσι πέφτει Στην αγκάλη του εραστή.
Σαν τ' αυλάκι 'ς την πεδιάδα Την ανθούσιμη κυλά, Λίγη παίρνοντας μοσχάδα. Πολλή αφίνοντας δροσιά.
Και το παν κατασωπαίνει
. . . . . . . . . . .
Ουδέ φύλλο, ουδέ ζωΰφι, Ουδέ ρεύμα, ουδέ πνοή.
Και χωρίς να ξέρω πώς, Για το θάνατο μιλούσε Πως θε νά τανε γλυκός.
Μη μακρύς καιρός με βάλη 'Σ αλλουνού την αγκαλιά.
102) Η νέα πλάση ερωτεύεται 'Στα δυνατά τραγούδια· 'Στο μέτωπό σου τρέμουνε Τα εμπάρθενα λουλούδια.
Τρέμουν τα θεία 'ς το μέτωπο Της παρθενιάς λουλούδια.
103) «Φαντάζεται ο ποιητής ότι ενώ όλοι οι Κερκυραίοι εορτάζουν χαρμόσυνα τον ερχομό του νέου βασιλέα της Ελλάδος, ο οποίος διαβαίνει από την Κέρκυρα, ένας γέροντας Κρητικός αποστρέφεται την κοινή χαρά, και φεύγει εις ένα ξωκκλήσι, και αυτού κλαίει τη δουλεία της μητρικής του γης.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
104) Ας γένη αίμα το κρασί 'ς το νυμφικό ποτήρι.
105) «Ο ποιητής είχε σχεδιάση ένα ποίημα, οπού έμπαινε ο Ανατολικός πόλεμος και η Επανάσταση της Ηπείρου. Από αυτό μας μένουν οι δύο στίχοι, οι οποίοι αποτελούν το επίγραμμα, και ο εξής·
Αχ! πού ν' ο ύπνος ο γλυκός και τ' όμορφ' όνειρό του.
Εφαίνετο εις τα δάση της Θεσσαλίας η Σκιά του Αχιλλέα, προς τον οποίον ο ποιητής έλεγε·
Η πρώτη που σ' αγάπησε του κόσμου φαντασία,
κ' έκοβε κλαδί δάφνης κ' εστεφάνωνε τον πολεμιστή Χατζή Πέτρο». (Σ. Ε. Κ. 1859).
106) Ευγενικό της θάλασσας νέο πνεύμα παινεμένο.
107) Στον καθρέφτη π' αμέσως εδέχτη Τη λαμπρή της παρθένας εικόνα.
108) Οπ' άνθιζεν ο τρίτος σου θεοτικός Απρίλης.
109) Σκύφτω 'ς την πλάκα
110) Παρθέν', από το γόνυ μου κι' από το φίλημά μου.
111) Ακίνητα τα κάτασπρα ποδάρια 'ς τη δροσούλα.
112) Το δέντρο σπρώχνει ανάερα πολλαίς κλαδιά χιλιάδες. Κ' εδώ πουλί να μη ζητάς, να μη γυρεύης χλόη. Φύλλα πολλά 'ς κάθε κλαδί, και 'ς κάθε φύλλο πνεύμα. Κ' ηχολογούσε κι' άστραφτε το μέγα δέντρο, κ' είχε Όλους της τέχνης τους ηχούς και τ' ουρανού τα φώτα. Σαστίζ' η γη κ' η θάλασσα κι ο ουρανός το θαύμα,
113) Για τους 24 πρώτους στίχους των αποσπασμάτων (1, 2, 3) σημειώνεται 'ςτην έκδοση της Κερκύρας (Σ. Ε. Κ. 1859) ότι «ο ποιητής έγραφεν ένα ποίημα, σκοπός του οποίου ήταν να ζωγραφίση την τωρινή κατάσταση του Ελληνικού Έθνους, και το μέλλον του.» Το ποίημα τούτο ο Σολωμός ωνόμαζε Carmen Seculare, από το όνομα της γνωστής ωδής του Ορατίου.
114) Ο στίχος είναι ο μόνος βγαλμένος από το Ιταλικό σχεδίασμα La Madre greca· ο ποιητής έμελλε, κατά τη συνήθειά του, να το στιχουργήση ελληνικά, καθώς και άλλα τρία πεζά ιταλόγλωσσα σχεδιάσματα La donna velata, L'usignolo e lo sparviere, Orfeo· άγνωστο αν έγειναν.
115) «Άννα η Κομνηνή ιστορεί ότι ο Αλέξιος, ο πατέρας της, στρατηγός τότε του προκατόχου του Νικηφόρου του Βοτανειάτου, ενώ συνοδοιπορούσε με τον επαναστάτη Νικηφόρο Βρυέννιο, δούκα του Δυρραχίου, τον οποίον αυτός είχε νικήσει και κάμη αιχμάλωτο, κοπιασμένος του δρόμου επέζεψε, να ησυχάση αποκάτω εις πολύφυλλο δέντρο. Ο Βρυέννιος έμεινε έξυπνος, κ' ενώ εσυλλογίζετο τη συμφορά του, σηκώνει τα μάτια και βλέπει το σπαθί του στρατηγού κρεμάμενο από το δέντρο, και του έρχεται ο στοχασμός να σώση τον εαυτό του φονεύοντας τον εχθρό του. «Και ίσως το έκανε» λέγει η ιστοριογράφος «αν κάποια δύναμις άνωθε δεν τον εμπόδιζε, ημερώνοντας την εξαγριεμένη ψυχή του, ώστε αυτός έμεινε με τα μάτια ιλαρά προσηλωμένα εις τον Αλέξιο.»
Ο Σχίλλερ, εις τη Διατριβή του· «Πόσον ωφελεί τα ήθη η φιλοκαλία,» αναφέρει τούτην την πράξη, εις την οποίαν, λέγει, η φυσική ορμή αναγνωρίζει Κριτή το λόγο, και ευθύς εις αυτόν υποτάσσεται.
116) Με σκούξιμο πολύ μακρυά πολύν καιρόν αντήχαν