Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 2

Chapter 231 wordsPublic domain

Το 1826 έρχετ' ένα δράμα να προσθέση νέα χορδή 'ς τη λύρα του και με νέα δάφνη να του στολίση το κεφάλι. Η αισθαντική ηρώισσα που πήρε το φαρμάκι, (Μαρία Παπαγεωργοπούλου τόνομά της), «φοβούμενη, μας είπανε, μήπως από του πάθους τη σφοδρότητα κινδυνέψ' η τιμή της», δεμένη φαίνεται πως ήταν με τον ποιητή μ' ένα εγκάρδιο δεσμό· «αγνή φιλία» την ονομάζουν — με κάποιαν αφέλειαν — οι βιογράφοι του. Το πασίγνωστο τραγούδι της Φαρμακωμένης, τόσον υψηλόν όσο και απλό, συνθεμένο με όλη την εύγλωττη ζέστη της απολογίας, με όλη την κατάνυξη της προσευχής, ήταν ο τελευταίος ποιητικός και κοινωνικός μαζί θρίαμβος του Σολωμού μέσα 'ς τη Ζάκυνθο· έγραψεν ένα ποίημα καινούριο τότε 'ς το είδος του και σκέπασε με λευκότατο πέπλο τη μνήμη μιας δυστυχισμένης. Όμοια, ένα χρόνον ύστερ' από τότε, ο τελευταίος φιλολογικός και ρητορικός θρίαμβός του 'ς την Ζάκυνθο ήταν ο λόγος που' έβγαλε 'ς την εκκλησίαν εξ αφορμής του θανάτου του Φωσκόλου. Η Ζάκυνθος το είχε καύχημα πως ο δοξασμένος εκείνος Ιταλός, «γνήσιο πνευματικό παιδί της Αθήνας και της Ρώμης», καθώς τον είπεν η Δώρα Δίστρια, βλαστός Ελληνοπούλας μητέρας, της Ζακύνθου ήτανε γέννημα και ψάλτης. Ο Σολωμός, θαυμαστής του Φωσκόλου, 'ς ένα ιταλικό σοννέτο τραγούδησε τον περίτρανο πόθο του «να γεννηθή και 'ς την Ελλάδα ένας που να του μοιάζη»· 'ς το εγκώμιο, μέσα εκεί 'ς την εκκλησιά, ξεδίπλωσεν όλη του τη δύναμη με την οποίαν εκυρίευε και μεταχειρίζονταν την Ιταλική γλώσσα. Γνώριμός μας ιταλός ποιητής, ο Ρεγάλδης, τον Ιταλικό λόγο του Σολωμού τον έλεγεν «ακαδημαϊκό μελετημένο, με φράσην όλη ομορφιά, γιομάτην από πλούσιες και ζωντανές εικόνες». Όπως και ο ιταλικός στίχος του Σολωμού — μας λέν' οι ιταλογνώστες — θρεμμένο δείχνει τον ποιητή του με τη μελέτη των κλασσικών της Ιταλίας. Όσοι άκουσαν τότε το λόγο του για το Φώσκολο, ξεχάσανε πως βρίσκονταν μέσα σε ναό και χειροκρότησαν το ρήτορα. Κ' έτσι έκλεισεν ο Σολωμός τον πρώτο κύκλο της φιλολογικής του ζωής. Το 1828 πέρασε 'ς την Κέρκυρα.

Η Κέρκυρα. Της Ελληνικής παιδείας εκείνη τότε ο πλέον επίσημος σταθμός. Η Ακαδημία εκεί με ακουστούς διδασκάλους. Ξένοι φιλόλογοι από τη Δύση κρατούν εκεί της ελληνικής ψυχής τα μάτια ανοιχτά προς το φως το απέξω. Αέρας πνέει ζωοδότης από τα ιταλικά πελάγη· ο φιλολογικός και ποιητικός φιλελληνισμός του Θωμαζέου και του Ρεγάλδη ευγενικά αναδίνει τάνθια του, ύστερ' από τα αιματοκύλιστα λουλούδια του ηρωικού φιλελληνισμού σαν εκείνο που φύτρωσε 'ς τις καρδιές του Σανταρόζα και του Μάγερ. Ο κόσμος εκείνος πλέον ταιριαστός με τη διανοητική δίψα του Σολωμού. Ο νους του σε κίνησην αδιάκοπη, τραβάει μπροστά. Στη Ζάκυνθον ο αισθηματικός τραγουδιστής, ο λαφρόφτερος και αστείρευτος αυτοσχεδιαστής, ο ευκολοκοινώνητος, ο εγκάρδιος. Το ζωηρό αίσθημα, με τους απαλούς θρήνους, με τα σκληρά κάποτε γέλοια, με την ποίηση που ξεχωρίζετ' εύκολα πότε με του ειδυλλίου την τρυφερή, στερεότυπη κάπως, απλότητα, πότε μ' ένα μοιρολόγι, πότε με το λυρισμό, και με τη ρητορεία κάποτε, της ωδής, πότε μ' ένα ερωτικό αναστένασμα, πότε με μια σάτυρα και παρωδία. Στη Ζάκυνθον ο κηρυγμένος θαυμαστής της Ιταλικής τέχνης. Στην Κέρκυρα κάποιο νέο πρόγραμμα ξετυλίγετ' εμπρός του σαν από νέα ιδανικά, μιας ζωής κάπως πιο μοναχικής, πιο σπουδαστικής, πιο δυσκολοξάνοιχτης, και πιο σοφής. Νέα ιδανικά; ίσως δεν ταιριάζει τόσο ο λόγος. Στην Κέρκυρα βλέπει σιμώτερά του κ' εργάζεται συστηματικώτερα να τα κάμη δικά του τα ιδανικά εκείνα που νεώτερος και 'ς έναν άλλον αέρα, και προτού καθαρώτερα τα ξανοίξη, πάντα τα είχε μέσα του. Από τα νεανικά του χρόνια, όσο κι αν ήτανε κοινωνικός, όσο κι αν ξεχύνονταν σε στίχους της στιγμής και σε μετωρίσματα, σε ζωηρές συντροφιές ανάμεσα, πάντα έστεκε ο ξεχωριστός, ο μόνος. Το εξαφνικό λάλημα μιας φλογέρας, καθώς τάκουσε μια μέρα που περιπατούσε 'ς την εξοχή μ' ένα φίλο του, και τον έκαμε να ενθουσιασθή, και να γυρίση προς το φίλο του και να του κράξη «Τι αισθάνεσαι;» εκεί που ο φίλος του ψυχρότατα του αποκρίθη· «Τίποτε!», — σημαντικό παράδειγμα είναι, ανάμεσα σε άλλα, της ξεχωριστής ψυχής του, που δεν εύρισκε ανταπόκριση 'ς τους άλλους. Και μέσα 'ς το ανάβρυσμα του αισθήματος ο κριτικός νους, εκείνος που σαν Αθηνάς χαλινάρι ξέρει να συγκρατή τον Πήγασο της Φαντασίας, από τα νέα του χρόνια — σπουδαστής ακόμα 'ς την Ιταλία — του συγνέφιαζε το μέτωπο. Το γνωρίζομε από τη θαρρετή του απάντηση — δεν ήταν ίσως ακόμα είκοσι χρονών — προς το Μόντη. «Δεν πρέπει κανείς να συλλογίζεται τόσο, του έλεγεν ερεθισμένος ο Ιταλός· πρέπει να αισθάνεται, να αισθάνεται!» Και ο νέος από την Ελλάδ' Απολλωνίδης του απαντούσε· «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβη ο νους, κ' έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθή όσα ο νους εσυνέλαβε» (5). Και πριν αποκατασταθή 'ς την Κέρκυρα, και την εποχή που σκόρπιζε ταυτοσχέδια, γνώριζε πως ο τεχνίτης θέλει καιρό και κόπο για να φτάση σε μια κορφή, δόξαζε κ' εκείνος πως η υψηλότερη λειτουργία του ποιητή είνε μια λειτουργία φιλοσοφική, κ' έγραφε σε μια σημείωση του προς τον Μπάιρον ποιήματος, από το 1824: «Η δυσκολία, την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας (ομιλώ για το μεγάλο συγγραφέα) δε στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της Τέχνης» (6). Αλλά το νόημα της Τέχνης πολύ δύσκολο να το καταλάβη και δικό του να το κάμη ο ποιητής μέσα 'ς το θόρυβο του κόσμου, 'ς την παραζάλη της κοινωνικής ζωής. Έγραφε ο Γκαίτε, ύστερ' από το ταξίδι του 'ς την Ιταλία· «Κι ο φιλότεχνος που θέλει να σπουδάση, καθώς οι ζωγράφοι, και οι αγαλματοποιοί, και οι αρχιτέκτονες, δουλεύει 'ς τη μοναξιά για χαρές που μόλις είναι οι άλλοι σε κατάσταση να μοιραστούνε μαζί του». Κι ο Σολωμός έγραφε το 1830 από την Κέρκυρα προς τον πατέρα του ποιητή Μαρκορά: «Είναι γλυκό μέσα 'ς την ησυχία του μικρού δωματίου να καταστρώνη κανείς ό,τι μέσα λέγει η καρδία. Και η ιδέα μόνη του επαίνου, όταν αυτός μας παρουσιάζεται υπέρμετρος, ταράζει εκείνη την ηδονή, και κάποτε σπρώχνει προς το χειρότερο. Αυτή η ηδονή πρέπει να είναι αθόλωτη». Κ' ύστερ' από ένα χρόνο, πάλι 'ς τον ίδιο έγραφε και υμνολογούσε την ευτυχία της μοναξιάς: «Δεν ζη κανείς καλά παρά μόνος. Από τα τρυφερά μου χρόνια μου έκαμε πάντοτ' εντύπωση ο χωλός εκείνος θεός που είχε ρίξει από τους ουρανούς η μητέρα του· έστεκε μέσ' 'ς τον κόρφο της θάλασσας δουλεύοντας δίχως κανείς να τον βλέπη, δίχως αυτός άλλο ν' ακούη 'ς τη σπηλιά του τριγύρω πάρα μόνο το απέραντο πέλαγο που βοούσε».

Κάποια μέρη της Κερκύρας ένας καλλιτέχνης ιστοριογράφος (7) «φυσική Εδέμ, τα ωνόμασε, που δεν περιγράφεται με λόγια η γαλήνη και η ευδαιμονία της». Τρανός φυσιολόγος φιλόσοφος, ο Χέκελ, πως θα ήθελεν, είπε, να ζούσε και να πέθαινε 'ς ένα χωριό της Κερκύρας! Μια μυστική δυσκολονόητη Μούσα, η Ελισάβετ της Αυστρίας, έστησεν εκεί ροδόσπαρτο το μνήμα του αγαπημένου της ποιητή (8), και 'ς ένα βράχο του νησιού γλυκογέρνοντας ανάπνεε μαζί την ήσυχην αύρα και την ιερή του ποιητή ανάμνηση. Στον τόπον εκείνον η ομορφιά, καθώς το παρατήρησαν, πλασμένη να συγκινήση την ποιητική φαντασία πιο πολύ από τη φαντασία του ζωγράφου. Και καθώς κανένας άνθρωπος μεγαλουργός δε γιομίζει την ιστορία του νησιού, από ταρχαία ως τα νεώτερ' ακόμα χρόνια· καθώς καμμιά υπέροχη ιστορική μορφή δε βασιλεύει απάνω 'ς την πνευματική ζωή των Κερκυραίων· και πρέπει να τραβήξουμε πίσω βαθειά ως το μυθικό καιρό και από τον Όμηρο να δανειστούμε γλυκόπνοα μόνο ιδεώδη πλάσματα, έναν Αλκίνοο, μια Ναυσικά, ένα Δημόδοκο, — έτσι το Ομηρικό τραγούδι κρατάει εκεί δυνατότερα κι από κάθε άλλον τόπο τα σημάδια του, έτσι κ' η αρμονία η ομηρική ζωηρότερα φανερώνεται μέσα 'ς το φως που εμψυχώνει και 'ς την ησυχία που αναπαύει τη φυσική καλλονή εκεί πέρα. Γαληνή και όλη από την αντικειμενικότητα εμπνευσμένη η ποίηση του Ομήρου (9), σα νοητός ουρανός τάχα δεν απλώνεται 'ς τον αέρα του τόπου που διάλεξε να ζήση ο Σολωμός ; Ποιος ξέρει κι' αν αυτός ο ουρανός, φανερωμένος 'ς τα μάτια της ψυχής εκείνου, «ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα», δε στάθηκε κι αυτός αφορμή να παρακινήση και να δυναμώση τον ποιητή, (που πάντα μελετούσε και ζητούσε), προς το μεγάλον όνειρο μιας τέχνης μαζί απλής και βαθειάς, δημοτικής και αριστοκρατικής, βαφτισμένης «'ς την διπλή κολυμπήθρα του αισθήματος και της φαντασίας», όμως γαλήνιας και αντικειμενικής. Σημειώνει 'ς τα Προλεγόμενά του ο Πολυλάς: «Το έργον του εις την Τέχνη, καθώς και εις τον υψηλόν προφορικόν λόγον του, ήταν μια αυθόρμητη αδιάκοπη προσπάθεια να σβύνη την προσωπικότητά του μέσα εις την απόλυτη αλήθεια (10)». Ο ίδιος όμοια αναφέρει πως εύρισκε μονάχα 'ς τα Ομηρικά ποιήματα ο Σολωμός το αθάνατο παράδειγμα της αρχαίας Τέχνης, και πως παράσταινε εικονικά το δυσκολονόητο βάθος της Οδύσσειας μέσα 'ς τη φαινομενική της απλότητα. Τα οχτώ και είκοσι γρόνια, που έζησε 'ς την Κέρκυρα, φαίνεται πως τα γιομίζει ένας αγώνας για πλαστουργίαν έργου διαφορετικού κι από τον ειδυλλιακό και τον ελεγειακό τόνο των πρώτων τραγουδιών κι από τους πινδαρισμούς των Ύμνων, ακόμα κι' από τη Βυρωνική μαζί και Δάντειαν ανατριχίλα του «Λάμπρου». Βάλθηκε σάρκα να δώση 'ς την ιδέα του: «Κλείσε μέσα 'ς την ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου.» Το έργο του της εποχής της Κερκύρας αληθινά βλέπει προς κάθε είδος μεγαλείου· όργανο προς τούτο μεταχειρίζεται την ιδέα· και η ιδέα προβάλλει σχεδόν πάντα, είτε από την ιστορία, είτε από τη φύση την ελληνική· από τον «Κρητικό» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ως τον «Πόρφυρα» και το Carmen Seculare. Κι ακόμ' από τα ελληνικά την πρώτη ορμή λαχταρίζει να πάρη, για να ξανοίξη τα καθολικά και να υψωθή ως εκείνα. Εύλογα, για τέτοιο ποιητή που ονειρεύεται να σκαρφαλώση ως την κορφή κάποιου θείου ιδανικού, να τραγουδήση, καθώς λέει ο Καρδούτσης για το Δάντη, «τα υψηλότατα της ζωής, τα υψηλότατα των ανθρώπων, τα υψηλότατα των ψυχών μυστήρια, όχι της δικής του ή αυτής ή εκείνης της ψυχής, αλλά κάθε ψυχής», δεν είναι αρκετά μήτε του αισθήματος η ζέστη, μήτε του πάθους η ορμή, μήτε του λογικού το λυχνάρι, μήτε της ατομικής του ζωής η εξομολόγηση. «Πόρρω ηδονής ίδρυται και λύπης το θείον», είπεν ο αρχαίος φιλόσοφος, κ' έτσι σαν ένα θείο ναόν εφιλοδόξησεν ο φιλόσοφος ποιητής να χτίση το έργο του για του ιδανικού τη λατρεία, όχι για το φανέρωμα της ευαισθησίας του της υποκειμενικής. Σημειώνω το ξεχώρισμα που κάνει των ειδών της ποιητικής φαντασίας ένας από τους περασμένους γάλλους κριτικούς, ο Villemain. Είναι, κάπου λέγει, η φαντασία η πνευματικώτερη και πιο μεγαλόφτερη, που πλάθει ό,τι δεν είδε, που με τη δύναμη του νου κοινωνεί προς ιδέες και προς αισθήματα, χωρίς να τα γνωρίζη από την πείρα· ο κόσμος, που δημιουργεί, δεν πηγάζει από τα πράγματα που την περικυκλώνουν· ο ποιητής τότ' εργάζετ' έξω από τον εαυτό του, έξω από τον κύκλο της ζωής του· παράδειγμα ο Σαίξπηρ. Και είναι και η άλλη φαντασία, υλικώτερη και πιο περιωρισμένη· για να ενεργήση, ανάγκην έχει να την ερεθίση η πραγματική ζωή. Ο ποιητής τότε δεν είναι δημιουργός· πάσχει, και με λαμπρά και με ονειρευτά χρώματα εξωτερικεύει τον πόνο του· παράδειγμα ο Μπάιρον (11). Ο Σολωμός τυχηρό δεν εστάθηκε να μας αφήση μέγα και τέλειο έργο, σαν εκείνο που κληρονόμησαν οι αιώνες από το Δάντη· όμως, καθώς εκείνος, δόξασε την ποίηση 'ς την πατρίδα του, και την πατρίδα του δόξασε με αυτή· κι αξίζει να μπη 'ς τη γραμμή με τους τεχνίτες εκείνους που, καθώς εξήγησεν ο γάλλος κριτικός, δημιουργικά εργάζονται, έξω από τον εαυτό τους.

Η αντικειμενική φαντασία του Σολωμού καθαρά δείχνεται 'ς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τη γυναίκα 'ς το έργο του. Από τα πιο νεανικά του τραγουδάκια ως τα πιο καλοδεμένα του μεταφυσικά κομμάτια, αν εξαιρέσουμ' ένα ή δύο, ασήμαντα σχεδόν, η γυναίκα δε φανερώνεται μέσα τους με λυρισμό καθάριο· πάντα με κάποιον επικό η δραματικό τόνο, ξεχωρισμένη από το εγώ του. Τίποτε που να μοιάζη προσωπικήν εξομολόγησην, ερωτικό καρδιοχτύπι. Το μόνο ερωτικό ποίημα, που φαίνεται άμεσα εκστατικό το εγώ του ποιητή, είναι μεταφρασμένο από τον Πετράρχη. Όμως κ' έτσι, ύμνος αισθηματικός και συγκινητικός αναδίνεται προς την ομορφιά και την ιδέα της γυναικός, από τους απλούστερους και τους παθητικώτερους στίχους της Αγνώριστης και της Φαρμακωμένης, ως τα ποιήματα, σημαντικά της δεύτερης εποχής του, τα μυστικά και μουσικά της Μοναχής, του δραματικού Κρητικού, της βοσκοπούλας του Carmen Seculare, της Φαρμακωμένης 'ς τον Άδη», των γυναικών του Μισολογγιού. Και πόση η μεταβολή από την παθητική και την ανθρώπινη παρθενιά της Φαρμακωμένης, ως τον παρθενικόν υπεράνθρωπον ήσκιο της Φαρμακωμένης 'ς τον Άδη· από το βουκολικό θρήνο της πεθαμένης «Ορφανής» ως το υπερούσιο γονάτισμα 'ς τον τάφο της Αιμιλίας Ροδόσταμου· από την αφελή ερωτική παρακίνηση προς την Ανθούλα ως τη σεμνή πλαστικότητα του θαυμασμού προς την ομορφάδα της Φραγκίσκας Φραίζερ! Και όπως λίγα πράγματα της εξωτερικής ζωής του Σολωμού μας είναι καθαρά γνωστά, περισσότερο μας έμειναν άγνωστα και ο τόπος που θάπιασε 'ς τη ζωή του και ο πόθος που θα ξύπνησε 'ς την καρδιά του η αγάπη και το όνειρο της γυναίκας, μέσα 'ς το δράμα της νεώτερης Τέχνης θρησκευτικής πρωταγωνίστριας με σεραφικά φτερά ή με μάγεμα Εωσφόρου, από τον καιρό του Δάντη ως τον καιρό του Γκαίτε. Μόνο να ειπώ θα μπορούσα· όπως η ερωτόπαθη φίλη του, η Μαρία Παπαγεωργοπούλου, συγκίνησε με την τραγική της τύχη τα βαθειά της καρδιάς του, όμοια φαντάζομαι πως θα του ξύπνησε αργότερα, αφού του πέρασεν η νιότη, της φαντασίας κάποιο υψηλονόητο ανατρίχιασμα η αιθερόπλαστ' εικόνα της Φραγκίσκας Φραίζερ. Κόρη του άγγλου γραμματικού του λόρδου αρμοστή, ταίριαζε το βεργόλιγνο κορμί προς μίαν άκρα φροντίδα καλλιτεχνικής παρουσίας και ξεχωριστής ανάμεσα 'ς τον κόσμο· συνήθιζε να φαίνεται 'ς τανοιχτό αμαξάκι της ωραία στολισμένη· πάντα ασπροφορούσε κι όλο λουλούδια κρατούσε γοργοπερνώντας. Όσο για τον ποιητή, τονε θυμούνται ακόμα 'ς την Κέρκυρα κατά τα χρόνια εκείνα, ντυμένον όμοια καλοκαίρι χειμώνα· ψηλό καπέλλο, σακκάκι, πανταλόνι φανελλένιο· περπατούσε τακτικά 'ς τη σπιανάδα· προς το μεσημέρι συχνοφαίνονταν έξω· αψηφούσε το λιοπύρι· ευερέθιστος, όχι και πολύ γλυκομίλητος προς τους μεγάλους, όλη των τρόπων του την καλωσύνη την εξώδευε με τα παιδάκια· να παίζη μαζί τους αγαπούσε και να τους παίρνη γλυκίσματα. Μια παλιά φωτογραφία τονε δείχνει με τα μαλλιά προς τα επάνω χτενισμένα φουντωτά, ξέσκεπον όλο αφίνοντας πλατύ θολωτό μέτωπο, σε μακρουλό με γιομάτα, πλαδαρά κάπως, μάγουλα πρόσωπον, αμούστακο και αγένειο, πηγούνι σε λεπτοχάραχτο λακκάκι τελειώνοντας· μακρυό στόμα με φτενά κυματόγραμμα σφιχτοκλεισμένα χείλη, μύτη κανονική προς το γρυπό, με ανοιχτά σαν τρεμουλιαστά ρουθούνια, μύτη και στόμα σα να είν' έτοιμα να μαρτυρήσουνε μια κάποια πίκρα φροντισμέν' αποκρυμμένη, με όλη τη ρυτίδα μιας ανησυχίας νευρικής προς ταριστερά του μετώπου, απάνω από το μάτι· μάτια μεγάλα στρογγυλά σαν καρφωμένα αφηρημένα σε μια σκέψη. «Το μάτι του Σολωμού, γράφει ο Κερκυραίος κ. Καλοσγούρος, 'ς τες συχνές στιγμές του υψηλού του ενθουσιασμού, χωρίς να είναι φυσικά μαύρο (φαινόμενον ίσως μοναδικό) έξαφνα εμαύριζε κι άστραφτε». Λαιμός όλος φασκιωμένος με τον πλατύ πολύγυρο λαιμοδέτη· το φόρεμα κομπωτόν ως απάνω, σα ράσο πιο πολύ ή σα ρούχο λαϊκού, με το δεξί μακρομάνικο χέρι ακκουμπισμένο προς το μέρος της καρδιάς, σα σε χαιρέτισμα· με δυο λόγια, η όλη εντύπωση από την παλιάν εικόνα· όψη καλλιτέχνη σε μιαν ακινησίαν λειτουργική.

«Στην Κέρκυρα βρίσκομαι, κάποτε είπεν, όμως δεν είναι η ζωή μου 'ς την Κέρκυρα». Και βέβαια· τα μεγαλόφτερα ιδανικά του ανοίγουν εμπρός του πλατύτερους ουρανούς από εκείνους που του δείχνανε τα πράγματα γύρω του. Όμως η απόμερη στοχαστική ζωή του δεν τον κράτησε ξένο προς μια διαλεχτή κοινωνία εκεί πέρα· εξ εναντίας, ένας κύκλος ανθρώπων με σεβασμό και με αγάπη προς τον ποιητή, ευγενικά τον περίζωσε. Πρώτα πρώτα ένας χορός από μουσοθρεμμένους νέους· ενθουσιασμένοι από την ξεχωριστή φλέβα του αρχοντικού ποιητή, τον προσκυνούνε οι νέοι σαν ήρωα διανοητικό. Το καμαρώνει καθένας αν ετύχαινε να τον προσκαλέση ο δυσκολοπλησίαστος, ή στον περίπατο για να σταθή 'ς το πλάι του, ή 'ς το σπίτι για να μιλήση μαζί του. Ο Πολυλάς, μόλις εγύρισεν από τη Γερμανία, της γερμανικής σοφίας νεοφώτιστος, ξοδεύει μέρες και νύχτες για να μεταφράζη από τους τόμους του Σίλλερ και του Εγέλου· και διάβαζεν ο ποιητής χειρόγραφα τα μεταφρασμένα, γιατ' ήταν ανάγκη να γνωριστή, με κάθε τρόπο, με τη γερμανική φιλοσοφία και τέχνη ο λατρευτός διδάσκαλος. Η ποιητική φιλοσοφία του Σολωμού, το περίφημο «νόημα της τέχνης», το νόημα που θέλει την απολύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη, όχι το σκλάβωμα 'ς τα πάθη· που θέλει να νικά ο Λόγος το κράτος των αισθήσεων, και θέλει το Πνεύμα να κυριεύη όλα τα εξωτερικά ενάντια, και θέλει το Νου να θριαμβεύη κατά της ύλης, και την Ιδέα να τα εξαϋλώνη τα πάθη, και διψάει τη φιλέρευνη δίψα για τα μυστήρια του Παντός, και ταιριάζει τα μερικά προς τα καθολικά, και τα ατομικά προς τα παγκόσμια, και θέλει το χρέος να μεταμορφώνεται 'ς έναν έρωτα, και θέλει το ποίημα «μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών» που να παριστάνουν αισθητά «τον αόρατο 'ς τα αισθητήρια Μονάρχη», σε τρόπο που την ουσία του ποιήματος να την ξεσκεπάζη μονάχα «ο βαθύς και ο γυμνασμένος νους»· το νόημα της Τέχνης που εμψυχώνει τα μετρημένα και σκαλισμένα, αλλά και γι αυτό πολυτίμητα κομμάτια των «Ελεύθερων πολιορκημένων, του «Πόρφυρα», και όλα τάλλα απομεινάρια «οπού δεν έχουν όνομα κ' έχουν περίσσια κάλλη», καθώς είπεν ο ποιητής για τα χρώματα του δειλινού· το νόημα της Τέχνης μέσα 'ς τη γεννημένη κριτική ψυχή του Σολωμού, μέσα 'ς το ιδεοκρατικό του αίσθημα, φαίνεται σα φυσημένον από τις δυνατές πνοές των Καντίων και των Εγέλων, κ' επηρρεασμένον από τη γερμανική φιλοσοφία· η δύναμή της η επαναστατική, που άλλαζε και που εβάθυνε κάθε κύκλο επιστήμης και σοφίας, ανάμεσα 'ς τους πολιτισμένους λαούς, από την αρχή του περασμένου αιώνα, φανερώνεται και 'ς τη νέα πατρίδα μας κι αφίνει του διάβα της τα σημάδια 'ς την εργασία του πρώτου και του πιο μεγάλου της ποιητή.

Και δεν είναι μόνον οι νέοι. Άνθρωποι 'ς τα χρόνια ωριμώτεροι, πιο σοβαροί, σοφοί τεχνίτες του λόγου και του στίχου, που ζούσανε τότε 'ς την Κέρκυρα, τον αγαπούνε και τον θαυμάζουν, και μεγάλα προσμένουν απ' αυτόν. Στενός του φίλος ο «Ιταλοέλληνας» Μουστοξύδης· ο Ιταλός ποιητής Ρεγάλδης διαλαλεί τη χάρη του υμνογράφου της Ελευθερίας, και μεταφράζει στίχους του. Και πλέον απ' όλους, συναναστρέφονται τον ποιητή και τον δυναμώνουν και τον επηρρεάζουν, ο έξοχος μουσικός Μάντζαρος και ο Δαλματός Θωμαζέος, πατριώτης, γλωσσολόγος, ποιητής, φλογερή καρδιά, χρυσόλογο στόμα, υπερασπιστής δυνατός, καθώς ολίγοι, της ζωντανής μας της φωνής, και μαζί τεχνίτης εκείνης, καθώς το δείχνουν τα μεταφρασμένα του από τη σερβική τραγούδια. Ο Σολωμός εβεβαίωνε πως καμιά φορά τα ποιητικά του πλάσματα την αρχήν έπαιρναν από τη μουσική· κ' έλεγε προς το Μάντζαρο πως όσο βαθύτερα προχωρούσε 'ς το νόημα της μουσικής τόσον ευκολώτερα δημιουργούσε την ποίηση. Αλήθεια που κανείς την αισθάνεται 'ς τους πιο υστερνούς κομματιασμένους στίχους της Κερκυραϊκής εποχής, που μας μιλούνε τόσο με την πλαστική τους συμμετρία όσο και με της ουσίας τους τη μουσική. Ο Θωμαζέος ετιμούσε την αρετή, την ειλικρίνεια, και τη μεγάλη παιδεία του φίλου του· την αγνήν ελληνικήν οξύτητα του νου του, και τη γλυκειά και σεμνή του ποίηση, που πάντα εμπρός πήγαινε και τελειότερη γίνονταν. Τους επαίνους του πλουσιοπάροχα σκορπίζει ο Θωμαζέος. «Οι Γερμανοί, του έλεγε, κάνουνε βαθειά και τα πιο κοινά νοήματα· εσύ ηύρες τρόπο κοινά να καταστήσης και τα βαθύτερα.» «Η γλώσσα που χρειάζεται, έγραφεν αλλού για τον ίδιον, είναι η ζωντανή, και η ελληνική γλώσσα για να ζήση 'ς τα γράμματα, έχει χρεία από αυτόν, ο οποίος την κατέχει και την κυριεύει.» Όμως τους λαμπρόχρωμους τούτους θαυμασμούς του σοφού φίλου των Ελλήνων και του Σολωμού θόλωνε και κάποιο συγνεφάκι ανησυχίας, θα τον ανησυχούσεν η άργητα του ποιητή, και της περπατησιάς του η οκνάδα. Θα τον ήθελε πιο καρπερό 'ς την εργασία του, γοργότερο 'ς την ετοιμασία των έργων του. Το 1855, 'ς τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σολωμού, με την πρόθεση να καταδικάση το παραγκώνισμα της δημοτικής μας γλώσσας από τους γραμματισμένους του Έθνους, έγραφε ο Θωμαζέος: «Αν είχε ο Δάντης ακούσει το παράπονο του μοναχού Ιλαρίου, θα είχαμε ένα όραμα των τριών βασιλείων λατινικά, όλο ωραιότητες όμοιες με το στίχο: Infera regna canam supero contermina mundo. Και οι νέοι Έλληνες που ημπορούσαν να έχουνε το Δάντη τους και τον Όμηρο, θα έχουν, (αν ο Σ ο λ ω μ ό ς δ ε ν π ρ ο β λ έ ψ η), το infera regna ως τη συντέλεια των αιώνων.» (12) Το αν δεν π ρ ο β λ έ ψ η τούτο, για ποιητή που άγγιζε τα εξήντα χρόνια, δεν είναι μαζί περισσού θαυμασμού και δισταγμού μελαγχολικώτατου ξεφωνητό; Ο Σολωμός, και για τους πλέον εγκάρδιους διαλαλητάδες της αξίας του, ήταν ένας Δάντης όχι φανερωμένος, αλλά Δάντης που όλο και καρτερούσανε· είδος Μεσσία. «Μόλις δημοσιευθούν τανέκδοτα ποιήματά του, έγραφεν ένα χρόνο προ του θανάτου εκείνου, ο γλυκύτερός του μαθητής, ο Ιούλιος Τυπάλδος, θα γνωρίση ο κόσμος ότι έχει και η Ελλάδα τον Δάντη της.» Ή οκνός ή γλήγορος, η τυπωμένα ή ατύπωτα τα έργα του, οι μεγάλες ελπίδες που ζωντάνευαν εκείνα, κανείς δε θα μπορούσε να είπη πως ήταν αστήριχτες και τυφλές. Ο ποιητής, θαρρείς δε βιάζεται, δεν έχει χρεία να παραδώση 'ς τον κόσμο, μιαν ώραν αρχήτερα, τα νεώτερα έργα του. Φαίνεται πως αργά αργά τα πλαστουργεί, σα να θέλη να ταπιθώση αψεγάδιαστα 'ς τα χέρια της Αθανασίας. Όμως συχνά πυκνά με περίλαμπρην απαγγελία, που φώτιζε θριάμβου χαμόγελο, ξετυλίγει 'ς τους άξιους από τους γνωρίμους και από τους φίλους του, πλούσιους στίχους και αραδιάζει σημαντικά δείγματ' από τους αθέατους θησαυρούς. Του κάκου. Τα μεγαλήτερα και τα καλήτερα — ποιος ξέρει! — από τους στίχους κι από τους ρυθμούς, που χύνονταν από το στόμα του, δοξολογία προς την αιώνιαν Ομορφιά, μαζί του πέθαναν. Ο Σολωμός δεκοχτώ χρόνια έζησε 'ς την Κέρκυρα. Η συγγενική δίκη που τον είχε μπλέξει από το 1833, αν και τελειωμένη κατά τα 1838, του πήρε τη γαλήνη. Δεν είναι τόσο που κιντύνευε να χάση την περιουσία του, όσο μια τρικυμία ηθική που τον ετάραξε. Κέρδισε τη δίκη· όμως το χτύπημ' από κείνη αγιάτρευτο. (13) Πήραν ορμή όλα τάρρωστα μέσα του στοιχεία. Παραδίνεται 'ς το πιοτό. Όσο πάει πιο μελαγχολικός, πιο θυμώδης, πιο μισάνθρωπος, πιο νευρικός γίνεται. Στις εννιά του Φλεβάρη, το 1857, από εγκεφαλικό ή από καρδιακό πάθημα — την πηγή του καλά δεν την ξεδιάλυσαν οι γιατροί — πεθαίνει. Μόλις γνωρίζεται Ο θάνατός του, η Βουλή των Ιονίων παύει τη συνεδρία, και κηρύττει δημόσιο το πένθος. Από τη χώρα κι από τα χωριά τρέχει 'ς την επισημότατη κηδεία ο λαός. Δώδεκα νέοι ζητούνε να βαστάξουν ως τον τάφο το νεκροκρέβατο του ποιητή. Το 1865 γυρίζει ο νεκρός ν' αναπαυθή 'ς το νησί που γεννήθηκε. Τα κόκκαλά του θάφτονται ς' το τόπο που φέρνει από τότε τ' όνομα Πλατεία του Ποιητή.