Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 14

Chapter 14140 wordsPublic domain

Ροΐδ. Ecco qui: l' ho fatta in fretta. Κ' έτσι αρχίνησε να λέη· Drachmas duas recipe rhei Optimi pulverizzati, Atque lapides, innati Animalibus, addantur; Citri semina adjungantur In decoctum viperarum, Atque Hoffman juventarum. Et alteae et camomillae, Tormentillae et potentillae. Pillulas Calomelani Atque guttas Hoffemani, Et radices erbao Paeoniae, Atque feculum Laponiae, Virginiana serpentaria; Misce et fiant electuaria. Εδώ είναι δύο ριτσέτταις· Ή τη μία ή την άλλη, Πες του Ρήγα (6) να τη βγάλη· Πες του απ' όνομά μου, μάτια.» Κι' ότι εγκρύλωνε τα μάτια, Ευθύς φεύγουνε οι γιατροί Σκοτισμένοι και κουτοί, Κόκκινοι 'ς το πρόσωπό τους, Κάνοντας και το σταυρό τους· Κι' ο Ροΐδης θυμωμένος, Κι' από δόξα μεθυσμένος, Κοκκινίζει σαν το γάλλο, Και φουνιάζει· «Δε θέλω άλλο! Τούτα είν' εκειά που τσοι σαστίζουνε! Μα μ' εμέ δε τσαμπουνίζουνε· Δε μου δίνουνε αμπόδιο, — Μα πεθαίνει . . . καταυόδιο! Ma per altro, in conclusion, Ebbi la soddisfazion, Να τσου κάμω μία ριτσέττα, Που δεν είναι για σεκέττα· Νόστιμα την εφορμάρισα, Κι' ούλους τση ντεσκαπριτσιάρισα!

ΕΙΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΑ (208)

Δος μουτε άδεια να πατήσω Το παλάτι το χρυσό· Κάποιον ήρθα ναπαντήσω — «Μέγα Γιώργο προσκυνώ,

»Σπάθα, πάντα 'ς στο πλευρό σου »Να βαστάς, παρακαλώ, »Και σα να τανε δικός σου »Να κυττάς τον ουρανό.

»Σε ζητούν Γραικοί και Ιγγλέζοι »Σαν αθάνατο νερό, »Και το φως βαρεί και παίζει, »Στο κορμί σου μοναχό —

»Πέφτω, λέει καθένας, χάμου· »Και τη φτέρνα σου φιλώ: «Κλώτσησέ με, βασιλιά μου, »Αν επιθυμάς να ζω.»

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΕΙΣ ΨΕΥΤΗ

1

Η Μούσ' αλαφροπάτησε, κ' εστήθηκ' ομπροστά μου, Και μώδειξε τη μύτη του για τη σκορδομυτιά μου.

2

Μούσα, και πώς να τονε πω για να βαλθή σε μέτρο Βάλε του κάλπικ' όνομα, και πες τονε Κυρ Πέτρο.

3

Στρέψε, Σιρ Πίτερ, κατά με το γαληνό σου βλέμμα, Κι' αν ημπορής βγάλε πνοή, που να μην είναι ψέμα

ΕΙΣ ΑΡΠΑΓΑ

Τέτοιο φίλο γω να χάσω! Για τρεις μέραις θα περάσω Με ψωμάκι, με τυρί. Και συ, κόκκορε τ'ς αυλής μου, Για το φίλο της ψυχής μου Μαύρο βάψε το λειρί.

ΣΧΕΣΙΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΗ

Αργά πάει πέρα Να βρη το φως του, Τη θυγατέρα Της γυναικός του, Που χε δικό της Φως το γαμπρό της.

ΤΟ ΨΙΧΑΛΟ

Σε βλέπω πάντα που κυλάς· Για πες μου, ψίχαλο, πού πας; Πού πας ομπρός οπίσω; — Τον κόσμο να φωτίσω.

ΞΕΡΗ ΠΟΛΥΜΑΘΕΙΑ

Δω μια φορά ήταν άνθρωπος, κ' εκεί ταν ένας τόπος.

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, Πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε.

ΕΙΣ ΤΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ TOT ΕΚΔΟΤΗ

&Το όνειρο.&

(1) Καπίτολα) Οι εις Κέρκυρα, μ' άλλο όνομα ομοίως ιταλικό, λεγόμεναις σκόλαις. Είναι στύλος οπού βαστάει ένα παννί αγιογραφισμένο και εις ταις δύο μεριαίς.

(2) Λιρώνα) Βενετικό νόμισμα· εδώ σημαίνει την πλερωμή των Ιερέων.

(3) Βατσέλια) Συνειθίζεται εις τη Ζάκυνθο, εις τα ξόδια να προπορεύωνται παιδιά με δίσκους (βατσέλια), και εις τη μέθη του δίσκου ένα λιβανιστήρι αναμμένο.

(4) Κουτούζης) Παπάς, ποιητής σατιρικός, και ζωγράφος. Η μεγάλη πικρία και αισχρότης της ομιλίας του και των σατιρικών του ποιημάτων τον έχθρεψαν με πολλούς, όθεν αυτός έλεγεν ότι μόνος του φίλος και σύντροφος ήταν η γάτα του. Η αγαπημένη του γάτα εφαίνετο και εις ταις σάτιραις και εις τα ζωγραφήματά του, κάποτε και εις τα εικονίσματα. Κοντά εις τα άλλα πράγματα ανάρμοστα εις τον ιερό χαραχτήρα του είχε και τη συνήθεια να δείχνεται κοσμικός λεβέντης· ράσα μακρινά ως ταις φτέρναις· σκαλτσούνια κόκκινα μεταξωτά· παπούτσια με γάζους· στραβό εβαστούσε το χαμηλό και πλατύγυρο καπέλλο, το οποίον εσυνειθούσαν να φορούν εις τη Ζάκυνθο οι παπάδες. — Εθάφτηκε εις τον ναό της Φανερωμένης, οπού μετά ταύτα και ο σατιριζόμενος.

(5) Ίδε την προηγούμενη σημείωση.

(6) Ο σατιριζόμενος με τον αδελφό του· άτεκνοι και οι δύο.

(7) Πλεζονιαίς). Τα εις πολλά μέρη της Ελλάδας ονομαζόμενα χειμωνικά, ή καρπούζια.

(8) Εις την κάμαρη του Σκλίβα). Ο Σκλίβας, πλούσιος έμπορος, ήταν στενός συγγενής του σατιριζομένου. Λέγεται ότι τούτος τον εγύμνωσε, ώςτε ο Σκλίβας από την απελπισία έχασε το λογικό. Εννοεί ο ποιητής, ότι η Θεία Δίκη εφύλαε εις τον απάνθρωπον άρπαγα κάτι χειρότερο παρά τη φτώχεψη· να πεθάνη, δηλαδή, και αυτός τρελλός εις το σπίτι του ανθρώπου τον οποίον αδίκησε. — Το παλιό το σπίτι αφίνοντας). Ο σατιριζόμενος, πριν κληρονομήση τον Σκλίδα, εκατοικούσε εις την οικία Καπνίση· αυτού, λέγεται, εδέχτηκε έναν πλούσιον ξένον, τον έκλεψε, τον εφόνεψε και τον έθαψε εις την αυλή του σπιτιού. Το σπίτι αυτό του Καπνίση το εκληρονόμησε ο Κόμης Ρώμας. Εις τούτο αποβλέπουν οι στίχοι, _Σκάψε, Ρώμα_ κτλ.

(9) Ο σατιριζόμενος εις την τρέλλα του εφυσούσε με τη μύτη.

(10) Τσάφοι) Κλέφταις· δηλαδή, όσοι τον ετριγύριζαν να τον κληρονομήσουν.

&Η πρωτοχρονιά.&

(1) Διονύσιος ο Ροΐδης, τον οποίον πιστά ζωγραφίζουν τα εξής δύο σατιρικά αυτοχεδιάσματα, ήταν Ζακύνθιος καλά γεννημένος. Είχε σπουδάξη εις το Παταύιον, οπού ακολούθησε τα φιλολογικά μαθήματα του Καισαρώττη, και έλαβε και τον στέφανο της Ιατρικής. Το πολύ το διάβασμα έκαμεν ώςτε εις το μικρό του κεφάλι εγεννήθηκε η ιδέα ότι ήταν ένας μέγας νους, και εβάλθηκε να συγγράφη επιστημονικά και ποιητικά κάθε λογής. Με τούτο το φρόνημα εγύρισε εις την πατρίδα του, οπού η οικονομική του κατάσταση τον ανάγκασε να κάμη το δάσκαλο· επειδή, ως ιατρός, δεν επιτύχαινε εις καμμία θεραπεία, εις τρόπον ώςτε εγελούσεν ο ίδιος για την ιατρικήν επιστήμη. Εις την πατρίδα του επερνούσε ως σοφός, αλλά ιδιότροπος, άνθρωπος. Άμα ο Σολωμός επέστρεψε εις τη Ζάκυνθο και επρωτογνώρισε τον Ροΐδη, εκατάλαβε ότι ήταν ένα άτομο μοναδικό εις το είδος του, και ότι έως τότε του είχε λείψη μόνον η αφορμή να φανερώση όλα τα αξιογέλαστα ιδιώματά του. Ο Σολωμός άρχισε να του δείχνεται άκρος θαυμαστής του, και να του ανάβη τη δοξομανία του με τους πλέον κολακευτικούς τρόπους μ' όλον ότι δεν ημπορούσε, ούτε τον έμελε, να βαστάξη τα γέλοια όταν ο Ροΐδης του εδιάβαζε τα συγγράμματά του· αλλά τούτος τυφλωμένος από τη φιλαυτία ελογάριαζε μοναχά τα παινέσματα. Αυτά, και η γενναιότης του Σολωμού, ο οποίος τον εβοηθούσε αδιάκοπα εις ταις χρείαις του, (209) έκαμαν ώςτε ο Ροΐδης εμακάριζε τον εαυτό του ότι ευρήκε τέλος τον άνθρωπον, οπού εννόησε το πνεύμα του και την προκοπή του· τον έλεγε it mio Nume (ο Θεός μου). Σιμά εις την αναποδιά του λογικού ο Ροΐδης είχε μίαν άκρα ηθική αναισθησία· δεν ήταν όμως όλως δι' όλου γυμνός από κάθε χάρισμα· ήταν καρδιογνώστης και είχε ζωντανή, αν και παράξενη, φαντασία. -Η φιλία και οι κολακείαις του Σολωμού τον έκαμαν να ξεσκεπάση τολμηρά όλη τη φιλαυτία του και την καταφρόνεση, την οποίαν αισθάνετο κατάκαρδα για τους πλέον πνευματώδεις και προκομμένους συμπολίταις του, και να πεθάνη με την πεποίθηση, ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής του.

(2) Ο Ροΐδης πηγαίνει να εύρη τον ποιητή την πρώτη του χρόνου 1824· τον βλέπει οπού γράφει, και απ' αυτό παίρνει αφορμή να μιλήση, καθώς έκανε πάντα, για τον εαυτό του. Φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα ο Ροΐδης εις την ομιλία του εσυγκεφαλαίωσε όλα του τα παράξενα ιδιώματα· όθεν η φαντασία του Σολωμού έλαβε ζωντανήν εντύπωση, κ' εμόρφωσε τούτη τη σάτυρα, η οποία είναι μία συνοπτική εικόνα του Ροΐδη.

(3) Χαρτί με μπαρούτι οπού φτειάνουν τα παιδιά 'ς ταις εορταίς.

(4) Νέος Ζακύνθιος στιχουργός.

(5) Ο γνωστός ποιητής Κυρ. Γεώργιος Τερτσέττης, συμπολίτης και φίλος του Σολωμού· ο τώρα Βιβλιοφύλακας της Βουλής εις Αθήνας· Όταν εις τη συναναστροφή του Σολωμού ο Ροΐδης εκφωνώντας τα συγγράμματά του εκαλοκάρδιζε τους πλέον σοβαρούς, τα δυνατά γέλια δεν τον επείραζαν παρά πολύ· αγαπούσε να πάρη ως αταξίαις της νεότητος· έλεγε· «Μωρές διαολόπουλα, ησυχάστε, για ν' αδράξετε το νόημα.» Αλλά το _κρυφό γέλιο, η κρυφή ματιά_ τον έκαναν να βγη από τα όρια, να βρίζη με βρισιαίς παράξεναις, πρωτότυπα γεννήματα της φαντασίας του. λ. χ. _Λέρα του παντός._

(6) Γαετάνος Γρασσέττης ιταλός. Διδάσκαλος της Λατινικής και Ιταλικής Φιλολογίας. Είχε νυμφευθή γυναίκα Ζακυθινή. Εγνώριζε καλά την ομιλουμένη μας γλώσσα, κ' εμετάφρασεν ιταλικά τον Ύμνον εις την Ελευθερία· εις τα σημειώματά του έδειξε κρίσιν ορθή, και γνώση της ποιητικής. Μετά τον θάνατό του ετυπώθηκε μία απλοελληνική Γραμματική του. Ο Γρασσέτης δεν εγελούσε εύκολα· κάπου κάπου όμως, ενώ ο Ροΐδης εδιάβαζε τα συνθέματά του, έβγαινε από το σοβαρό του ήθος με ένα μισόγελο, οπού επείσμωνε πολύ τον Ροΐδη.

(7) Ήταν η αλήθεια· οι διατριβαίς του Ροΐδη ήταν απέρανταις, και ταις _ερετζιτάριζε_ μεγαλοφώνως· εις τούτο ήταν ακούραστος, καθώς δεν εβαρειότουν ποτέ να αντιγράφη και να ξαναντιγράφη τα συγγράμματά του. Ο Ροΐδης εξερόβηχε συχνά, αλλά ταις περισσότεραις φοραίς δίχως καμμίαν ανάγκη, ειμή για να σύρη την προσοχή των άλλων εις τον εαυτό του

(8) Ένας Ιταλός ιερέας οπού ευρίσκετο τότε εις τη Ζάκυνθο. Ο Σολωμός έκανε εναντίον του Ροΐδη σάτιραις ιταλικαίς και ταις έδινε του Μαρώνη για να ταις περνάη για δικαίς του. Ο Ροΐδης απαντούσε με άλλαις σάτιραις. Τότε ο Σολωμός υπερεπαινούσε τους στίχους του Ροΐδη, και έψεγε την αυθάδεια του Μαρώνη.

(9) Αδελφός του Ροΐδη.

(10) Ίδ. την Σημ. 1.

(11) Έδειχνε και τη λατινική γλώσσα· αλλά είχε και εις αυτό μέθοδο τόσον αλλόκοτη, ώςτε κανένας δεν εμάθαινε τίποτε από αυτόν. Ιδού ο ορισμός της Γραμματικής, με τον οποίον επροοιμίαζε το μάθημά του· «Παιδί μου, η Γραμματική είναι ωσάν ένα αρμάρι με πολλά παρακάσελα· σημέρα τραβούμε το παρακάσελο, οπού ευρίσκεται το _ρήμα._»

(12) Τσάρης) Όνομα κύριο, το οποίον, από το ιδίωμα του ανθρώπου οπού το έφερνε, εκατάντησε, εις τη Ζάκυνθο, συνώνυμο του μωρού.

(13) Το Βζιτ· δηλαδή μία, ωσάν σφουριξιά, την οποίαν άκουε, καθώς έλεγε ο ίδιος, μέσ' 'ς τα μυαλά του, ήταν η Μούσα του Ροΐδη.

(14) Επίθετα . . . από κεια!) Δηλαδή τα πλέον παράξενα, τα πλέον ανάρμοστα, τα πλέον ασυνήθιστα, οπού ημπορεί νους ανθρώπου να φαντασθή· με αυτά ο Ροΐδης εστοχάζετο να ξαφνίση τον κόσμο.

(15) Ολοστρόγγυλα) Είχε γράψιμο στρογγυλό.

(16) Νιόνιος). Χαϊδευτικό του «Διονύσιος»· εννοεί τον Σολωμό.

(17) Λόγος εις τα πάθη του Χριστού το κυριώτερο από τα πεζά του συγγράμματα. Εις αυτό είχε σωρεύση ό,τι και αν ήξερε, φιλολογικά, μαθηματικά, ιστορικά, ιατρικά, με ένα πλήθος ονόματα συγγραφέων, στρατηγών κ.τ.λ.

(18) Ένα επικό ποίημά του.

(19) Όλο το ενάντιο· μάλιστα εδυσκολεύετο πολύ εις τη στιχουργία, μ' όλον ότι είχε κάμη χιλιάδες κακούς στίχους. Κάποτε όμως του ετύχαινε να κάμη δύο τρεις καλούς. Αυτοί δεν εξέφευγαν του Σολωμού· και μόλις τους άκουε, έπαυε τα γέλοια κ' έτρεχε και τον εφίλειε.

&Το ιατροσυμβούλιο.&

(1) Η Νοβένα) Ένα ποίημά του.

(2) Παίζει με το όνομα Tagliapietra = πετροκόπος. Ταγιαπιέρρας του κακού = πελεκητής της αρρώστιας.

(3) Ο Ταγιαπιέρρας είχεν αναθραφή εις τη Γαλλία, και εσυνειθούσε να ομιλή γαλλικά.

(4) Ο ιατρός Καντιότος έλεγε εις όλα· Va benissimo = πολύ καλά.

(5) Ρήγας Φαρμακοπώλης.

E

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

A voce più ch' al ver drizzan li volti; E cosi ferman loro opinione, Prima ch' arte ο ragion per lor s' ascolti. Dante Purg. C. XXVI.

ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ

ΦΙΛ.

Έπειτα από τόσαις ομιλίαις, εξέχασες κυττάζοντας κατά το Μοριά.

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά πρέπει να εξέχασες και συ, γιατί δε μου ωμιλούσες παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώραις αφού ο ήλιος εμεσουράνησε, θέλουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και αν θέλης, ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα, και να ξαναρχινήσουμε.

ΦΙΛ.

Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.

ΠΟΙΗΤ.

Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να κινήση για το Μοριά, δεν ημπορούσε να κάμη ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυτα τα κουπιά.

ΦΙΛ.

Τι σου αρέσει περσότερο η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;

ΠΟΙΗΤ.

Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, οπού απλώνεται καθαρώτατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, οπού απομακρένει από ταις ανησυχίαις του κόσμου, και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε 'ς το Μεσολόγγι, μ' αρέσει περσότερο η ταραχή· εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου, και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου.

ΦΙΛ.

Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, οπού σε επαραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το ράντισμα, οπού αποπάνου μας σταλοβολούσε η θάλασσα.

ΠΟΙΗΤ.

Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχωνται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από ολίγαις σταλαγματιαίς θαλασσιναίς.

ΦΙΛ.

Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακυττάξης κατά το Μοριά, και να ξανασωπάσης . . . αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλής όποτε θέλω.

ΠΟΙΗΤ.

Εκατάλαβα θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο 'ς το νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος βαυίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.

ΦΙΛ.

Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λοκ. Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον έχουν ανταπόκριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολέση, για να κόψη ή να εμποδίση τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζωνται εχθρόν της αλήθειας και της πολυμάθειας.

ΠΟΙΗΤ.

Τι λες; ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεση; ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλή 'ς έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν δικήν τους!

ΦΙΛ.

Για κάποιον καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήση· η αλήθεια είναι καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ' επειδή γράφοντας εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι και σφαλερός.

ΠΟΙΗΤ.

Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.

ΦΙΛ.

Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σέϊκσπηρ εξαίρετα, και θέλω να σου ξαναθυμήσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου εργαστηριού μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρου πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφαίς, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήταν φούσκαις, ήταν βρωμόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αριά σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσκαλέσουν τον αγοραστή.

ΠΟΙΗΤ.

Βλέπω από μακριά έναν Σοφολογιώτατον· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου, και για τη δική του, να μην έλθη κοντά μας.

ΦΙΛ.

Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις παρά πολύ.

ΠΟΙΗΤ.

Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα, οπού είπαν τόσαις φοραίς τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονεικία για τη γλώσσα, και ετέλειωσε εις την εποχή του Δαλαμβέρτ την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάση για τότε να τους καταπείση. Ησύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά έθνη, και αντί εκείναις οι ελεειναίς ανησυχίαις να μας είναι παράδειγμα για να ταις αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλειέται, μήτε άλλαις φοραίς ωμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθή.

ΦΙΛ.

Ο Σοφολογιώτατος έρχεται κατά μας.

ΠΟΙΗΤ.

Καλώς τα δέχθηκε με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κύττα πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθή με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, που να μην μπορή πλέον ν' ανοίξη το στόμα του, για να φωτίση το γένος!

ΣΟΦ.

Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' εύρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχη, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθή γλήγορα, γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για μας τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.

ΦΙΛ.

Γιατί σου κακοφαίνεται;

ΣΟΦ.

Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδάζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα 'ς εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμεν αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.

ΦΙΛ.

Και ποίος είναι ο συγγραφέας;

ΣΟΦ.

Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν, πως είναι ένας νέος ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί 'ς το χέρι, και από τη μάνητα τη μεγάλη, ημπορούμε να πούμε πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.

ΠΟΙΗΤ.

Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχη και 'ς τον θυμό του σκοτώση πρόβατα και αυτός, και εντροπιασθή.

ΣΟΦ.

Ας εντροπιασθή· γι' αυτόν δεν με μέλει· για το κοινόν όφελος.

ΠΟΙΗΤ.

Και τι όφελος;

ΣΟΦ.

Η γλώσσα σου φαίνεται λίγη ωφέλεια; με την γλώσσα θα διδάξης το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα ταις ορθαίς λέξαις.

ΠΟΙΗΤ.

Σοφολογιώτατε, ταις λέξαις ο συγγραφέας δεν ταις διδάσκει, μάλιστα ταις μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.

ΣΟΦ. (Με μεγάλη φωνή)

Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;

ΠΟΙΗΤ. (Με μεγαλύτερη)

Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;

ΦΙΛ.

Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.

ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανή μεγαλόπρεπος)

Αλήθεια, φίλε έτσι έκανε και ο Σωκράτης.

ΠΟΙΗΤ.

Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθή. Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.

ΣΟΦ.

Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφώτερους του έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού, πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζώμασθε.

ΠΟΙΗΤ.

Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πη πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν εφαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν ταις ίδιαις λέξαις έχουν τους ίδιους στοχασμούς. Τα νομίσματα εις τον τόπον, εις τον οποίον ζης, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλον τούτο εις τα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου αξίζουν ολίγο περισσότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν εις ταις φυσιογνωμίαις· και αν κατά δυστυχίαν του γένους κανένας Σοφολογιώτατος ετρελλαινότουν, είναι πιθανό να εξεθύμαινε την τρέλλα του με τα ίδια λόγια, οπού ήταν συνειθισμένος να λαλή· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να πω, ότι συλλογίζεται ωσάν κ' εσένα;

ΣΟΦ.

'Σ τούτο το στερνό, φρόνιμα ωμίλησες· ταις λέξαις όμως του λαού να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.

ΠΟΙΗΤ.

Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τι περίστασαις βρισκόμασθε, εις τι περίστασαις βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;

ΣΟΦ

. . . . . . σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια.

ΠΟΙΗΤ.

Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πώς πρέπει να πορευθούμε;

ΣΟΦ.

Πρέπει να τρέξουμε εις ταις μορφαίς των ελληνικών λέξεων, και να πάρουμε όσαις ημπορούμε, και κάποιαις από ταις δικαίς μας, οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να ταις σύρουμε 'ς την παλαιά μορφή.

ΠΟΙΗΤ.

Γιατί;

ΣΟΦ. Γιατί αυταίς οι λέξαις είναι ευγενικώτεραις.

ΠΟΙΗΤ.

Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου, ενώ μου λες τέτοια;

ΣΟΦ.

Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!

ΠΟΙΗΤ.

Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σου λέγω ωστόσο, πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον, οπού έκαμες, για να ταις μάθης, και επειδή παρατηρώ πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι 'ς το χέρι, σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικώτερο· το δικό μας, ή το Ιταλικό;

ΣΟΦ.

Όσο για . . . . τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν ευγένειαν.

ΠΟΙΗΤ.

Ήγουν δεν έχουν καμμίαν αφ' εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τι δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα βάνει εις τάξη, και το μάτι διαβάζει· _Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιώτατος._ Εις την πρώτη λέξη, σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω 'ς τη δεύτερη, και εις την τρίτη, γελώ για χρόνους. Το ίδιο πες για ταις λέξαις· η ευγένεια τους κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν ταις μεταχειρίζεσαι.

ΣΟΦ.

Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθής, οι λέξαις της τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμέναις . . . . . Τι με κυττάζεις χωρίς να ομιλής;

ΠΟΙΗΤ.

Κυττάζω ταις άσπραις τρίχες της κεφαλής σου.

ΣΟΦ.

Αμμή τι έχουν να κάμουν με ταις λέξαις;

ΠΟΙΗΤ.

Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνη σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και ταις γλώσσαις ακόμα, και ησύχασε.

ΣΟΦ.

Τι ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξαις μας, αν ήναι διεφθαρμέναις;

ΠΟΙΗΤ.

Την ευγένειαν, οπού είχαν οι αγγλικαίς, πριν γράψη ο Σέικσπηρ, οπού είχαν οι γαλλικαίς, πριν γράψη ο Ρασίν, οπού είχαν οι ελληνικαίς, πριν γράψη ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν ταις λέξαις του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχη λέξαις από άλλαις γλώσσαις· και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά παγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον, οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.

ΣΟΦ.

Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να κάνουμε χίλιαις ευχαίς για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.

ΠΟΙΗΤ.

Εγώ δεν κάνω καμμία, για να μην χάνω καιρό και τη ζωή του Ματουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για τέτοιαις ευχαίς, οι οποίαις φέρνουν το ίδιο όφελος, οπού φέρνουν τα κλάιματα 'ς τα σώματα των νεκρών. Οι ευχαίς, οπού κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει ξαναζήση ποτέ, όσο γράφετε με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα πάντα τη δυστυχία να στοχάζωμαι με τον Σωκράτη ταις λέξαις ωσάν ταις σφυριαίς· το αντί σου πυθαγορίζει 'ς ταις παλαιαίς, το δικό μου και του γένους 'ς ταις τωριναίς.

ΣΟΦ.

Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, ταις λέξαις μας με τα σχήματα της παλαιάς;

ΠΟΙΗΤ.

Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμης τέτοια διόρθωση;

ΣΟΦ.

Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνη με την οδηγία της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε, και να που με _ομμάτιον_· λέγει _κρεβάτι_, πρέπει να πούμε _κρεβάτιον_.

ΠΟΙΗΤ.

Η πρόταση αυτή ομοιάζει την τρέλλα κάποιων ανθρώπων, οπού έχουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.

ΣΟΦ.

Τι εννοείς να πης;

ΠΟΙΗΤ.

Εννοώ να ειπώ, ότι μ' όλον που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την ξετάξης καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.

ΣΟΦ.

Τούτο επιθυμώ να μου αποδείξης.

ΠΟΙΗΤ.