Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 13

Chapter 13314 wordsPublic domain

Εις την ώρα, που σκιασμένος, Και παράξενα ντυμένος, Βγαίν' ο κλέφτης για να κλέψη, Κι' ο φονιάς για να φονέψη, — 'Σ άλλους τόπους εννοώ Κλεψιαίς, φόνους, κι' όχι εδώ, — Είδα έν' όνειρο μουρλό Και θα το διηγηθώ. Μέσ' 'ς το νου μου η ψεσινή, Η περίφημη θανή, Μίαν εντύπωση είχε αφήση, Π' ο καιρός δε θα τη σβύση· Και 'ς τον ύπν' ο λογισμός μου Την ξανάφερεν ομπρός μου. 'Σ τ' όνειρό μου αγροίκαα πάλι Τον παπά Τσετσέ να ψάλλη, Με την τάξιν τ'ς Εκκλησίας· Όμως έκαν', εξ αιτίας Τ' όνειρού μου του μουρλού, Τη φωνή του κουνουπιού. Πλήθος έβλεπα λαμπάδες, Και καπίτολα (1)· οι παπάδες, Τα φελόνια φορεμένα, Ποιος καινούρια, ποιος σχισμένα, Σοβαρά περιπατώντας, Τη λιρώνα (2) μελετώντας, Ξαστοχούν τον πεθαμένο, Κ' έχουν το κερί σβυμένο. Έκαναν φωναίς και γέλια Τα παιδιά με τα βατσέλια (3). Κι' ο καπνός του μοσχολίβανου φως τα λιβανιστήρια Έμπαινε 'ς τα παρεθύρια. Πολλοί ανθρώποι ακολουθούσαν, Και περίλυπα ετηρούσαν, Γέρνοντας ταις κεφαλαίς τους, Και μιλώντας για δουλειαίς τους, Αλλά 'ς τα καμπαναρεία Δεν είν' τέτοια αδιαφορία· Οι καμπάναις πλερωμέναις, Έκαναν σα βουρλισμέναις. Κι αφού είδα, ένα προς ένα, Ούλα εκειά, που χα ιδωμένα, Τρέχει τ' όνειρο και μπαίνει Μέσα 'ς τη Φανερωμένη. Ήτανε 'ς την εκκλησία Λίγο φως και πολλή ερμία· Και κοντά 'ς το ξυλοκρέβατο Ξάφνου αγροίκησα να βγη Ένα σκούξιμο μακρύ. Ότι ελόγιασα πως θα ναι Από τόσους ένας κάνε, Που ελυπήθηκε και σκούζει . . . Νά σου ο ίσκιος του Κουτούζη! (6) Καθώς πάντα εσυνηθούσε, Όμορφα ρούχα φορούσε, Κ' έδειχνε καμαρωτά Το καπέλλο του στραβά. Εις το πονηρό του χείλο, Πώσκιαζεν οχθρό και φίλο, Έβλεπα με θαυμασμό Που χε ακόμα το πικρό, Το συνειθισμένο γέλιο, Ξαστοχώντας το Βαγγέλιο· Ετριγύρισε κομμάτι Εις του Χάρου το κρεβάτι· Αλλά βλέποντας εκεί Το καπέλλο, το σπαθί, Που ν' σημεία της αρχοντιάς, Εσταμάτησ' ο παπάς· Και καλά κυττάζοντάς τα, Κι' όμορφα σηκώνοντάς τα, Εις την κάσσα τα χτυπάει, Και τ' ακόλουθ' αρχινάει, Το κορμί του συχνοσειώντας, Και τα λόγια αργοπορώντας· — Καλά κάμαν και σ' τα βάλανε Εδώ πάνου, όταν σ' εβγάλανε! Μα το ναις, οπού σου πρέπει, Εις την ύστερή σου σκέπη, Μπρος 'ς τον κόσμο να κρατής Τα σημάδια της τιμής! Μ' αυτά τα ίδια εγώ σε είδα Που κυρίευες την πατρίδα· Το θυμούμαι (ωιμένανε!) . . . Επειδή δε μ' απομένανε, Εκαθόμουνα ο φτωχός Εις την γάτα μου (5) ομπρός, Κάνοντάς της χάιδια χίλια, Και σαν ν' άκουε της εμίλεια· Μωρή γάτα, τι σου φαίνουνται Τέτοια πράματα; υπομένουνται; Να ν' ο Γιάννης (6) εις το σπίτι, Με τον άλλο ξεκληρίτη, 'Σ την καθίγλα να προσμένουν Ούλους τ'ς άρχοντες, που μπαίνουν, Και ξανοίγουν, ενώ σκύφτουνε Με τα ταπεινά κεφάλια, Πλεζονιαίς (7) και κατρογυάλια; Νιάι μου, να σε χαρώ, Έχω πίκρα και κα μό Να τους βλέπω, τσου καμένους, Κυριακάτικα ντυμένους, 'Σ ταις καθίγλαις να καθίζουν, Και τα ρούχα τους να χρίζουν!» Τέτοια τσή λεγα· αλλά τώρα, Οπού σ' εύρηκε η κακηώρα, Πες, ποια στόματα σ' εκράξαν, Και ποια στήθη αναστενάξαν; Α δε σ' έκλαψαν, εγώ Σαν παπάς τσου συχωρώ. Ω! φωνάξετε, Καιροί, Πού τον είδετε κριτή, Τι καλό χει γεναμένο, Κ' ευθύς φεύγω και σωπαίνω! Έτσι λέοντας μεγαλώνει Τη φωνή του και θυμώνει· Μα καλό ναι πλούσιος να σαι, Και ποτέ να μη θυμάσαι, Πώς 'ς τους δρόμους αϊλογάνε Κάποιοι μαύροι που πεινάνε; Όταν έπλασαν τα χέρια, Που σκορπήσανε τ' αστέρια, Του θνητού τα σωθικά, (Και τα πλάσανε καλά), Πρώτ' απ' όλα τ' άλλα πάθια Τσου έχουν βάλη τη Συμπάθεια· Και την έδιωξες εσύ, Σαν τη χήρα τη φτωχή, Απ' τη νιότη σου την πρώτη, Για να βάλης τη Σκληρότη· Αυτή σώλεε να ζητάς Το ψωμί της φτωχουλιάς, Και το διάφορο να θες Τρεις και τέσσαρες φοραίς. Κι' ο φτωχός, απορημένος, 'Σ εσ' ερχότουν τρομασμένος, Για να πη με το θλιμμένο Χείλο· Το χω πλερωμένο! Και 'ς τα πόδια σου να ρήξη Κλάψαις μύριαις, και να δείξη Τ' αχαμνά τα γερατειά του, Τη γυναίκα, τα παιδιά του, Και του ρούχου τα ξεσκλίδια· Και του αμόλαες κερατίδια! Κ' έτσι δα, με τέτοιους φόνους, Για σαράντα πέντε χρόνους, Παντελώς δεν είναι θάμα, Μήτε αλλόκοτο το πράμα, Αν εσύφθασες να κρύψης, Απ' τους φόβους για να λείψης, Το σωρό του χρυσαφιού σου Και 'ς ταις τράβαις του σπιτιού σου. Μα της φτώχειας η κατάρα, Δυστυχώτατη τρομάρα, Θα πλακώση την ψυχή σου Σαν η πλάκα το κορμί σου. Κύττα αν είν' Δικαιοσύνη Εκεί πάνου, για να κρίνη! Δεν ηθέλησε ν' αφήση (8) Το κορμί σου να ψοφήση Εισέ δρόμο ή σε καλύβα, Μα 'ς την κάμαρη του Σκλίβα! Εκεί σώμενε να φθάσης, Και το λογικό να χάσης, — Το παλιό το σπίτι αφίνοντας, Εις τ' οποίο κάποιος εμπήκε, Που πουλιό του δεν εβγήκε. (Σκάψε, Ρώμα, για να ιδής Μη τα κόκκαλά του βρης). — Εκεί, ενώ 'ς αυτό το σπίτι Εκοπίαζες με τη μύτη, (9) Κάνοντας σαν τα παιδάκια, Όταν φκειάνουν φυσουνάκια, Σου σηκώναν κάποιοι τσάφοι (10) Το κλεμμένο το χρυσάφι· Εκεί εστέκαν, ενώ σώβγαινε Του θανάτου ο γογγυσμός, Τον αγροίκουναν, κ' ετρέμανε Μη δεν ήτανε ο στερνός. Κάνε εμπόρειες απ το βιο σου, Έπειτ' απ' το θάνατό σου Και της φτωχουλιάς ν' αφήσης, Και τα στόματα να κλείσης. Αλλά ο Διάολος εφάνηκε 'Σ το πλευρό σου αδερφικάτα, Όταν έγραφες τη διάτα· Και το χέρι σου τηρώντας, Και σκληρά χαμογελώντας, Ετραγούδουνε· Ω φτωχοί, Που γυρεύετε ψωμί, Κάθε λύπη τώρα αφήστε, Και σε λίγο θα πλουτήστε· Γραικοί σκλάβοι, ακαρτερείτε· Γιατ' ευθύς θα λυτρωθήτε· Ταις καδήναις θα πετάξτε, Εις τη Ζάκυνθο ν' αράξτε, Εις το μνήμα του να ορμήστε, Και την πλάκα να φιλήστε. — Κ' έτσι μ' όλο σου τ' ασήμι, Μνέσκεις άκλαφτο ψοφίμι· Όπως έζησες πεθαίνεις, Κ' εκεί μέσα ο ίδιος μένεις, Με ξεμυτερά τα νύχια, Μαθημένα 'ς τα προστύχια· Θέλω να σε ιδώ, σκυλί! Κ' έτσι λέοντας, το σπαθί, Το καπέλλο, του πετάει, Και 'ς την κάσσα ευθύς χουμάει· Ο παπάς εκεί γυρμένος, Και 'ς τα χείλα του αφρισμένος, Πολεμάει να την ανοίξη· Κι' ότι αρχίνησε να τρίξη, Εγώ πώλεα μην ορμήση, Και το λείψανο χτυπήση, Τρέχω γλήγορα κοντά, Για να πω· μωρέ παπά! Είναι ο μαύρος πεθαμένος! Αλλά εξύπνησα ιδρωμένος.

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (1)

Έντονε! μαμουριασμένος, 'Σ τα γραψίματα γυρμένος . . . . (2) Βρ' άφησέ τα, τ' άχερα! Κάμε στρόμπαις (3). Έλα δα! Σπούδαξε, να σε στιμάρουνε! Βλέπω γω πώς με τρατάρουνε! Τρέχα λάουραις να πάρης, — Να πετειέται ο Ταβουλάρης (4) 'Σ τα πλιο όμορφα, που λες, Να σου κάνη δυσκολιαίς, Ή να κάνη, χα, χα, χα, Το παιδί του Μεσαλά! Μοναχό να τ' απαντήξω! 'Σ τον ακούτη θα του σφίξω, Να του πω την κακή μέρα του· Ας γελάη με τον πατέρα του· Χα, χα, χα . . . . Ανανοήθηκα· Νά 'ς την ώρα που εγεννήθηκα Έσμπλαξα και το Τερτσέττη (5) Να κυττάζη το Γρασσέτη, (6) Τόμου σπάω το λάρυγγά μου Λέοντας τα σπροπόζιτά μου· Το Γρασσέττη να κυττάη, Και να του χαμογελάη. Νά τσου φίλους, που εγκαινιάστηκα! Και πουρ δεν εξεκουτιάστηκα Γιατί, πίστεψέ μου, εγώ, Τόμου ιδώ γέλιο κρυφό, Τόμου ιδώ κρυφή ματία, Μπαίνω πάντα 'ς υποψία. Αγκαλά μου, εγώ τα φταίω «Πες μας βέρσα.» Κ' εγώ λέω. »Ε Dottore! Μπρε, να ζης, »Πες μας πρόζαις. »Κ' εγώ ευθύς. »Πες μας κι' άλλα, Dottor caro.» Μπρε, χω κάψα και κατάρρο. «Θα μας πης, δεν είν' το caso.» Και λέω τόσο, που βραχνιάζω, Και ξυπνάω μέσ' 'ς την αυγή . . . Α! Α! γύρευε φωνή! Όρσε, με το ρετσιτάρισμα, 'Σ το λαρύγγι τέτοιο χάρισμα! Χου, χου, ακούς; Απομονή! . . . (7) Και για μήνες. Μα πες τι Για φωτίκι εις πλερωμή μου, Τι μου δίνουνε οι νουνοί μου; Με φορτώνουνται οι sciocconi, Και παινούνε το Μαρώνη! (8) Τι παινέσματα! Μαχαίρι, Να παινάς τέτοιο χρυσάφι! (Αγκαλά μου ο Θεός το ξέρει Και για κείνους πόσα γράφει.) Ε! αποφάσισα· θα σκάψω, Όσα έχω να τα θάψω, Καμμιά νύχτα σκοτεινή. Να μη λάχη και τα ιδή Ο Αντώνης, (9) ή με σμπλάξη Il mio Nume (10) και τ' αδράξη· Κι' ας γυρεύη 'ς το ταυλί μου, Όποιος θέλη, ή 'ς την αυλή μου! Τα τρουπόνω! Κι' ας του πη Του Τερτσέττη, αν είν' καλή Της αυλής μου τα κρυφά Του κοκκόρου η κουτσουλιά, Μα το Θεό, Τούρκος θα γένω· Με τσιμπούκι θε να βγαίνω, Θα φορέσω και σαρίχι, Για να ιδώ αν αλλάξω τύχη. Που πουλιό μου εγώ να ρήχνω Βέρσα ολούθε, και να δείχνω Κάθε μέρα το hic, hoc, haec! (11) Θε να λέω· Σ ε λ ά μ Α λ έ κ! Είναι αδειανοί 'ς το φόρο Να μου λένε· Σ ι ο ρ Δ ο τ ό ρ ο· Είμαι ο Ισούφ· Μπέη παιδί· Δε το ξέρεις; του Μουφτή. Είμαι Μπέης, να σε χαρώ· Δε με βλέπεις τι φορώ; Από εννιά χρονών και πρίχου Ξέρω το Αλκοράν ξεστίχου· Και φαρσί το ξέρω· νά, Θες να ιδής; Α μ ά ν Α λ λ ά· Κι' άλλα κι' άλλα, ένα σωρό, Που βαρειούμαι να σ' τα πω. Δε μπορούνε να με ιδούνε· Και τι τ'σώκαμ' ας το πούνε. Τι να κάμω; Δίκιο έχουνε . . . . Ούλοι ξέρουν τα κακά μου· Ποιος δε ξέρει τη γενιά μου; Κειο το ξέρει κάθε μπάμπαλο. Που εγώ είμαι ένα σκυλί· Είμαι με τον Eliogabalo Πάντα μου φιλί κλειδί. Ο Τιμπέριος ξάδερφός μου Τόμου έρχεται ομπρός μου Μ' αγκαλιάζει αδερφικά, Και λιγώνει από χαρά. Κάθε νύχτα μήπως πέφτω; Πάντα προβατώ και κλέφτω· Έχω ψεύτικα κλειδία Για να γδένω μαγαζεία, Και πετάω, πριν πάω σπίτι, Ένα αυτί ή καμμιά μύτη· Ω έχω πάθος, έχω λύσσαις, Για ν' αβελενάρω βρύσαις. Γιαμά ρώτα το Nerone (Buon compagno e buon padrone) Ρώτα τόνε αν ποτέ Έμεινε χωρίς εμέ! Να χε λείψω έμνεσκε in aria· A! με τάιζε κουκουνάρια! Θέλει το χετε ακουστά, — Εγώ τού πα, τού πα· Α! Πρέπει, Νέρωνα, τση μάννας σου Τα μυαλά να τση πετάξης, Και το Σένεκα να σφάξης . . . . Ας τ' αφήσουμε, γιατί Είναι η μέρα η σημερνή. Σού πανε πολλοί τα κάλαντα; Ώρα δείπνου επήα 'ς την Κλάδαινα, — Ό,τι έφερναν την απλάδαινα, — Και γυρίζοντας απάντησα Ταμπουράδες, μαντολιά, Και κιτάραις, και βιολιά· Κάπου, κάπου, άκουα per via, Και καμμία σιδεροστία· Μ' ένα σίδερο σονάρουνε, Τα βρωμόπαιδα το ζάρουνε· Παίρνουν όβολα ωστόσο, Κ' εγώ παίρνω un catriosso.

Εγώ πάω να κάμω βίζιταις; Να χω φτώχεια να χω πόνους, Και ν' ακούω· Σ ε π ο λ λ ο ύ ς χ ρ ό ν ο υ ς. Vale a dir: D o t t o r, ν α ζ ή σ η ς, Κ ι' α π ό π ε ί ν α ν α ψ ο φ ή σ η ς. Ξέρω γω εκείνοι οι Άρχοντες Το τι θέλανε να κάνω· Το γιατρό το τσαρλατάνο! Τσαρλατάνος; α! δε γένουμαι Ξέρεις τι του αποκραίνουμαι, Οποιανού με κονσουλτάρη; «Έχω tormini.» — Χαμπάρι. «Έχω βάρος 'ς το κεφάλι.» Εκειό το χουν άλλοι κι' άλλοι «Σιορ Dottore, έχω θέρμη· »Τι να κάμω; γιατί σκιάζομαι.» — Τι να κάμης; σε θιαμάζομαι! Με την κάψα ξεθυμαίνεις· Θα περάση, κ' έτσι γιαίνεις. »Μου πεσε και ο Κωσταντής.» — Τον εσήκωσες ευθύς; «Μου έρχεται να πέσω χάμου· »Έχω μέσ' 'ς τα σωθικά μου, »Έχω σαν ένα σουγλί.» — Μη σου καίεται καρφί. «Αμμή τούτ' η λουλαμάρα, »Που με φέρνει, 'ς το ταβλί μου «Να κοιμούμαι πάντα;» — Κοίμου· Ας περάση οπότε θέλη· Κοίμου ως αύριο τι σε μέλει; — Alle corte, — η γιατρική Είναι semplice πολύ· Σου το λέω χωρίς μπαρμπούτα· Αν σου σκαρφιστή, σε τούτα Μέτρα αλλιώτικα να πάρης, Δεν είσαι γιατρός, μα Τσάρης. (12) Όποιος θέλη τα μυστήρια Να ξαγγλίση, έχει ντελίρια. Εδώ ας έλθουνε οι γιατροί Να μου πούνε, αν είν' καλοί, Τι ναι κειο, 'π' ακούω μέσα μου, Πάντα τόμου κομπονέρω· Γιατί ακόμα δεν το ξέρω. Ένα Β ζ ι τ μέσ' 'ς τα μυαλά, (13) Κι' όξω επίθετα . . . από κεια! (14) Β ζ ι τ, και βγαίνει λέξη, γιε μου, Που δεν άκουσα ποτέ μου· Β ζ ι τ, και πράματα καινούρια Που μερτάρουνε κουλούρια· Β ζ ι τ, κ' η πέννα πράμα ρέει, Που κάνει άνθρωπο και κλαίει· Β ζ ι τ, κ' η πέννα ομπρός, ομπρός, Και τελειώνεται ο χορός. Στέκω λίγο . . . . γιαμά παίρνω Στουμπωμένο το κουϊντέρνο Από Β ζ ι τ, και το κυττάζω, Και πατόκορφα θαυμάζω· Μπρε, τι είν' τούτ' η μπατόστα; Ετρελλάθηκα de posta! Τι μπαράκα βλέπω δω, Που δεν έχει τελειωμό! Πρέπει εδώ, για ν' αγροικήσουνε, Εξ αρχής, να ξενυχτήσουνε! Πρίχου γράψω, εγώ δεν είχα Εις το νου μου μία τρίχα! Όξω ένα ανεμοστρόφουλο Από Β ζ ι τ μέσ' 'ς τα μυαλά, Γιαμά βλέπω εδώ ολοστρόγγυλα (15) Τούτα τα πολλά κακά! — Τα ξαναδιαβάζω πάλι, Και με gorga έτσι μεγάλη, Που ξανακουφαίνω δα Ούλη μου τη γειτονιά! Κι' αφού είδα και ξαναείδα Που δε λείπει μία κουκκίδα, Τα μπουρσώνω, αντιποδάω Για το Νιόνιο (16), κι' ας πεινάω. Ούλοι οι γιατροί του κόσμου Τώρα ας έλθουνε, — μα ομπρός μου! — Νάλθουνε να μ' ονοράρουνε, Και το Β ζ ι τ ν' αναλυτσάρουνε. Να εκουνιόντανε για νάρθουνε! Και να μη ξημερωθώ, Α δεν ήθελα τσου πω· Πριν τσοι σκάλαις ανεβήτε, Να μου προβεντεριστήτε Για ν' ακούστε . . . τι τηράζετε; — Tromba acustica χρειάζεται. Έτσοι γε . . . . Sior Cullen, στρώσου Sior Morgagni, ανασκουμπώσου· Signor Scarpa, Β ζ ι τ che è ? Quando sentesi, e perchè ? Μίλειε, δεν είσαι μαρμόττα· Και, αν ορίζης, βήξε πρώτα Sior Cottugno; Signor Valles; Signor Zimmerman; Sior Wit; Signor Cali, μέσ 'ς τση καρκάλαις Έσμπλαξες κανένα Β ζ ι τ; Όρσε τώρα! . . . . η γιατρική Μαζωμένους έχει εκεί Ούλουτση τσου διαλεχτούτση· Τι αποκρένουνται; Παπούτσι. Παίρνουν τα σαράντα όρατα, Φεύγουνε με τα μετσίλια Ούλοι, σαν να μη τσου μίλεια· Concludiamo: η φλυαρία Per gli effetti μοναχά, — Sulle cause, — τσιμουτία, — Ούτε λίγα, ούτε πολλά. Μη γυρεύης τι ναι Β ζ ι τ Oh! gli effetti, Signor sì. Από Β ζ ι τ, το Passio βγαίνει, (17) Που το τύμπανο, κουφαίνει· Β ζ ι τ, και βγαίνει η Mottoneide (18), Μ' ένα φάσκελο all' Eneide; Από Β ζ ι τ, με τσοι κορώναις Βγαίνουν οι ντισερτατσιόναις, Κ' ευθύς πάνε και κουρνιάζουνε, Σείου, σείου, καμαρωτά, 'Σ το Demostene κοντά. Με το Β ζ ι τ πετιέται tutto Il sonetto 'ς το χαρτί, Ξάφνου ξάφνου come un rutto, (19) Που για να βγη δεν αργεί. Το Β ζ ι τ τα χει γεναμένα Όσα έχω καμωμένα· Ούλα μου είν' του Β ζ ι τ παιδία, Ούλα, μα την Παναγία! Μη le cause, — γιατί χάνεσαι· Σου τα λέω, γιατί τα αισθάνεσαι· Τέτοια ας λένε, αν ορίζουνε· Γιατί αλλιώς, μου φλυαρίζουνε. Μα σε σκότισα· σηκώνου Κάπου, κάπου. Και του χρόνου.

ΤΟ ΙΑΤΡΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Τέλος πάντων ήρθε η ώρα, Οπού εσπάρθηκε 'ς τη χώρα Πως πεθαίνει τ' ανεψίδι Του Δοτόρου του Ροΐδη· Και ο Δοτόρος δεν αργεί, Αμπονώρα την αυγή, Το μπαστούνι του να βάλη Αποκάτου απ' τη μασκάλη, Και κουνώντας το κεφάλι Και τα φρύδια, ευθύς αρπάζει Το καπέλλο, και φωνάζει· Ah! non voglio più aspettar; Θε να ιδώ, costè sto affar. Δυο — τρεις — τέσσερης — πέντε — έξη· Αμπονώρα, και θα βρέξη· Cosi par . . . . Μωρή κοπέλλα, Να μου φέρης την ομπρέλλα· Είναι ινκόμοδο πολύ Για το χέρι να κρατή »Την ομπρέλλα . . Μα θα πης· »Θέλεις κάλλιο να βραχής; »Νιάνκα τούτο δε μου μπαίνει.» Κ' έτσι λέοντας κατεβαίνει, Κι' απανταίχνει, εκεί που βγαίνει, Ένα του σκολειταρούδι· »Μωρέ, συ σαι ένα λουλούδι· »Κ' εγώ εγίνηκα κουκκούδι. »Πόσα βάσανα! χιλιάδες »Τρεμουλιό, θέρμη, σοχάδες· »Ma zà κάνω ogni sproposito »Μέρα νύχτα Μπα! a proposito »Vostra madre τι μου κάνει; »Με τον μπάρπα πώς τα βγάνει; »Πόσο πώχω να τη δω! »Μωρέ, α δεν έχω καιρό· »Έχω εκείνο τ' ανεψίδι, »Που θα λέη· Μπρε το Ροΐδη »Κάποιος θα τον αποκοίμισε· »Ναι! — και θέλει μ' απεθύμησε! »Πες τση pur πως τόμου αδειάσω »Θάρθω εκεί να ολημεριάσω, »Και να βράση ένα κοττόπουλο, »Και να ψήση ένα γαλλόπουλο· »Αγκαλά μου, — πίστεψέ μου, — »Δεν έχω όρεξη ποτέ μου, — »Με χορταίνει η μυρωδία· »Μα σας κάνω συντροφία· »Κ' έπειτα από το γιόμα, »Απ' το ίδιο μου το στόμα »Θε ν' ακούσης, για να κλαις, »Ούλαις μου τσοι συφοραίς! »Αγκαλά μου, μισοξέρει »Ο Σιορ πάρες κάποια μέρη· »Μα ούλαις, ούλαις, θα τσοι πω, »Και θε να τσοι ξαναειπώ, »Να τ'ς ακούση η Σιόρα μάρε· »Είναι gravida, mi pare: »Ας γεννήση alla buon' ora: »Rispettabile Signora! »Είναι αρχόντισσα graziosa, »Είναι poi και generosa: »Vera dama! — Tι γελάς; »Να μου τήνε προσκυνάς. — »Να τση πης τση Σιόρα μάρες, »(Μα να μην είναι ο Σιορ πάρες) »Να μου στείλη εκειά τα κλήματα· »Addio caro: προσκυνήματα.» — Και τη ρούγα του ότι αρχίζει, Πάλι οπίσω του γυρίζει· »Ε! κατ' ήθελα να πω· »Α! . . για πες, να σε χαρώ, »Κείνη, η μωραϊτοπούλα, »Οπού είχετε για δούλα, »Είναι zà ακόμη εκεί — »Ben! την έχω για πιστή. »Γεια σου, μάτια· προσκυνήματα· »Και θυμήσου για τα κλήματα.» Με τα κλήματα 'ς το νου του, Πάει 'ς το σπίτι τ' ανεψιού του, Κ' ευθύς πέφτει 'ς το σοφά Λέγοντας· «Είμαι κακά! »Είσε ούλα μου τα μέλη »Έχω σαν ένα τρουβέλι· »Μου σφυρίζουνε τ' αυτία, — »Κ' εδώ πάντα μία χτυπία, »'Σ τσου μηλίγγους μαρτελλάδες, »E, per giunta, έχω σοχάδες· »Κάλλιο να ήμουνα μαμούνι! —

_(Στρέφεται προς ένα παιδί οπού γελάει, ενώ αυτός ομιλεί)_

»Τι γελάς, εσύ, γουρούνι; »Σου μετράω με το μπαστούνι »Όσαις σέρνει ο Κουτσοφλέβαρος, »Σου μετράω 'ς τη ράχη εσένανε! »Τι σου φαίνεται! μ' εμένανε »Δε γελάει κάνεις ποτέ! —

(Προς την αδελφή του)

»Ζαχαρένια μου, ένα τέ. »Έλα δα! σε σκουτελούλα· »Μπα! και ρούμ' μα μία σταλούλα. — (Προς το παιδί)

»Σου την τρίβω εγώ τη μούρη· «Perchè no?

(Προς την αδελφή του)

Κ' ένα κουλούρι. (Προς το παιδί)

»Σίγα, bestia, έβγα απ' εδώ.

(Προς την αδελφή του)

«Presto, cara. Θε να ιδώ »Αν μπορώ να ζεσταθώ.» »Μα τι γλήγορα που βγάνεις »Ούλαις τσοι δουλειαίς που πιάνεις! »Μώρχονται συχνά λιγούραις — »Μυρωδιά από τσιπούραις· »Ουφ!

(Προς το παιδί)

»Καλά, μωρέ, καλά!

(Προς την αδελφή του)

»Έβαλες το ρουμ σωστά. »Αχ! να μου είχε την υγειά του! »Πες μου, επήε ποτέ από κάτου;

Ζαχ. Όχι, από τα ψες το βράδυ

Ροΐδ. Vi dirò; καλό σημάδι. Τίγαρης εις το κρεβάτι Εγώ απόψε έκλεισα μάτι; Κάθε λίγο είχα 'ς το νου μου Την αρρώστια του ανιψιού μου. Τόμου χάσω εγώ τον ύπνο, Δε βασταίνω. — Μέγα δείπνο Αύριο βράδυ 'ς του Reggente; Dà la festa il Residente; Μ' εκαλέσανε κ' εμένα Μα τσου βούρλισε η Νοβένα! (1) Πες μου, απόψε πως επέρα Με το γιατρικό;

Ζαχ. Το ξέρασε.

Ροΐδ. Μωρή, τώλπιζα, και το πα Με το νου μου . . . . Σώπα . . σώπα . . . Ο γιατρός ο Ταγιαπιέρρας· Μα το ναις, οπού ναι τέρας· Είναι χάρισμα Θεού Ταγιαπιέρρας (2) του κακού!

Ταγιαπ. Σιορ Δοτόρο, καλή μέρα.

Ροΐδ. Μωρέ, γεια σου, Ταγιαπιέρρα· Καρτερούμε τσου γιατρούς· Μπρε, σαν ψύχρα, — την ακούς;

Ταγιαπ. Maintenant je ne sens rien; (3) Il faut faire en medecin: Il est temps de la finir.

Ροΐδ. Κάνει ψύχρα, vengo a dir.

(Πιαίνει έναν κούνουπα)

Αχ! τον ηύρηκα per Bacco! . . . Αρρωστία!. . . δο μου ταμπάκο. Μωρέ, γεια σου· είναι καλός· Είναι zà ξενοτικός· Και ποτάζεις και μπερκέτι· Μωρέ, νά· και γιόμισέ τη· Αγκαλά μου, είναι μικρή. Να σου δώσω και χαρτί. Μπρε, δεν έχω· — Ζαχαρένια, — (Δε μου κάμανε τα γένεια) Πένναις, πένναις, και χαρτί, Φέρ' εδώ φέρε πολύ· Βλέπεις κιόλης, καρτερούμε Τσου γιατρούς, και θε να ιδούμε Ριτσετούλαις!. . . Ευτυχία, Πώχουνε τα σπετσαρία! Και τι έρχουνται να πούνε; Ζαχαρένια, - θε να ιδούνε! . . Τι κονσούλτο που θε να ναι! Και τα σίσκλα θα γελάνε! Μα για να γενή σωστό Κράχτε και το Μαυριανό· Κράχτε τόνε τι μου κάνει; Και το Ζέππο το Ζαυλάνη· Ναίσκε, ας έλθουνε, να ιδής, Καρβελάς και Πανταζής· Αμμή ο Βούτος πώς σου φαίνεται; Δεν ηξέρει τι του γένεται· Και κορδώνεται, — κοσπέττο! E quel fatuo di Zorzetto? Ο Μπερέττας . . .ναι . . . κ' εκειός, Struca, strucca, είναι γιατρός.

Ταγιαπ. Les voilà qui viennent; Silence: Il faut avoir prudence. Cher ami, vous êtes un fou.

Ροΐδ. Τσαμπουνίζεις του κακού.»

Ήρθαν όλοι κ' εκαθήσανε, Και με τρόπο εχαιρετήσανε, Μα εκειός δεν αναδεύτηκε, Μα τσου κύτταξε, κ' ερεύτηκε. Τέλος βάνει τα γυαλιά του.

Ροΐδ. Ναι· σα τώρα απάνου κάτου, Ήρθε επέρσυ quel Signore, — Quell' Inglese viaggiatore Io l' andavo a salutar, Era ricco e singolar. Ha viaggiato quanto Cook; Ma venir bisogna ad hoc. Prima già voglio informar: È imbrogliato questo affar; Questo affar è imbrogliatissimo» Και ο Καντιότος· va benissimo. (4)

Ροΐδ. Vengo, caro: Τα συμπτώματα· Περνάει πάντα τ' απογιόματα Με μια σα λιμοκαψούλα, — Πάντα,. . . αλήθεια λέω, Φιορούλα; Κι' ακούει πόνο εδώ, και κλαίει.» Και ο Δικόπουλος του λέει·

Δικόπ. Και πότε έπεσε;

Ροΐδ. A ponto: Vengo questo è un altro conto; Voglio andare colle serie, Non confondo le materie. Τον κυττάζω εκεί κ' εδώ· Δεν ηξέρω τι να πω. Και για τούταις τσοι σκινέλλαις Του έβαλα δύο τρεις αβδέλλαις· Και του δίνω ένα πουργάντε, Και του μπήχνω un vescicante.» Και ο Δικόπουλος με γέλιο·

Δικόπ. (Μωρέ, ακούς, Μπερέττα;) Meglio!

Ροΐδ. Meglio; ναι, να σε χαρώ· Grazie! io so quel che mi fo. Κ' εγιατρεύτηκε, κ' εμίλησε, Μα δελόγκου εξανακύλησε· Είπα μέσα μου· Son stufo; Sto ragazzo è già un martufo. Κάνω, κάνω, ma un costrutto Non lo vedo, e qui sta il tutto» Οι γιατροί οπού αγροικήσανε Τέτοια κούρα, κ' εσαστίσανε, Κάνουνε να σηκωθούνε, Ως για να συμβουλευθούνε·

Ροΐδ. Alto là, Conprofessori! Ragguardevoli signori, Tra voi l'infimo già son; Pur con vostra permission . . . .

Κ' έτσι λέοντας πάει να πάρη Το χαρτί, το καλαμάρι, Για να κάμη τη ριτσέττα.