Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Part 12

Chapter 12134 wordsPublic domain

Για κύττα κει χάσμα σεισμού βαθιά 'ς τον τοίχο πέρα (183) Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά, και τρέμουν 'ς τον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23

Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά 'ς τη χτίση (184)· Η Ανατολή τ' αρχίναγε κ' ετέλειωνέ το η Δύση. Κάποι από την Ανατολή, κι' από τη Δύση κάποι· Κάθ' ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι' αγάπη.

24

Κάνε σιμά κ' είναι ψιλαίς, κάνε βαρειαίς και πέρα, Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομόζαν τον αέρα.

25

Η όψη ομπρός μου φαίνεται, και μέσ' 'ς τη θάλασσ' όχι Όμορφη ως είναι τ' όνειρο μ' όλα τα μάγια πώχει·

26

Χρυσ' όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν' αφήση, Το πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27

Κ' έφυγε το χρυσ' όνειρο ως φεύγουν όλα τ' άλλα.

28

Ήταν με σένα τρεις χαραίς 'ς την πίκρα φυτρωμέναις, Όμως για μένα 'ς τη χαρά τρεις πίκραις ριζωμέναις.

29

Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30

Του πόνου έστρεψαν οι πηγαίς από το σωθικό μου, Έστρωσ' ο νους, κι' ανέβηκα πάλι 'ς τον εαυτό μου (185)

31

Το γλυκό σπίτι της ζωής, που χε χαρά και δόξα.

32

Παράπονο χαμός καιρού 'ς ό,τι κανείς κι' α χάση.

33

Χαρά 'ς τα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα, Που μώδειξε σκληρ' όνειρο 'ς το σάβανο κλεισμένα.

34

Και μετά βίας Τι μώστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35

Έστρωσ', εδέχθ' η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους, Κ' εδέχθηκε 'ς τα βάθη τους τον ουρανό κ' εκείνους.

36

Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37

Οπού ν' ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι (186).

38

_Το πολιορκούμενο Μεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,_ Πώφαγε κόκκαλο πολύ του Τούρκου και τ' Αράπη (187).

39

Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40

Πάλι μου ξίππασε τ' αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας, Κ' έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.

41

Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο.

42

Κι' οπού η βουλή τους συφορά, κι' οπού το πόδι χάρος.

43

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος. Εκείθ' εβγήκε ανίκητος.

44

Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο.

45

_Ο αριθμός του εχθρού,_ Τόσ' άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46

_Η Ελπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με_ Τα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47

Χάνονται τ' άνθη τα πολλά, πούχ' άσπρα με τα φύλλα.

48

Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49

Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς, και κλει φωνή κι' αυτήνη.

50

Μέσ' ς' τ' Άγιο Βήμα της ψυχής.

51

Η δύναμή σου πέλαγο, κ' η θέλησή μου βράχος.

52

'Σ τον κόσμο τούτον χύνεται και 'ς άλλους κόσμους φθάνει.

53

Με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι' ωραία.

54

Πολλοί ν' οι δρόμοι πώχει ο νους.

55 _Η βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,_ Οπού περνάει το πέλαγο και κόβεται 'ς το βράχο.

56

Και το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι, Κ' εχόρευε, κ' εβέλαζε, 'ς το φουντωτό λιβάδι.

57

Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Ουρανός σε προσκαλεί, κ' η Κόλαση βρυχίζει.

58

Και με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59

Και ταις ατάραχαις πνοαίς ταις πολυαγαπημέναις.

60

_Οι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κυττάζουν τον μακρυνό ξάστερον ορίζοντα κ' εύχονται_

Να θόλωνε 'ς τα μάτια τους με κάτι, που προβαίνει.

61

Κ' επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ'.

1

Μητέρα, μεγαλόψυχη 'ς τον πόνο και 'ς τη δόξα, Κι' αν 'ς το κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου Με λογισμό και μ' όνειρο (188), τι χάρ' έχουν τα μάτια, Τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μέσ' 'ς το πανέρμο δάσος, Που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια (Κύττα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα του Βαϊώνε! Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα, Ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πώχει, Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ναι κρυμμένα· Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου, Κ' ευθύς εγώ τ' Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω; Δόξα χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

_(Η Θεά απαντάει εις τον ποιητή, και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Μεσολογγιού)._

2

Έργα και λόγια, στοχασμοί, — στέκομαι και κυττάζω —, Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι, Κι' άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλούν χρυσό μελίσσι. Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο. — Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια, Και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σα πληθύνουν, Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι. «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ' Άγγλου! «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι. »Κι' αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν· »Αθάνατή σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;» (189) 'Σ την πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα π' ο ξένος ναύτης. Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,

Και με λιβάνια δέχεται, (190) και φώτα τον καϊμό τους Ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκκλήσι. Το μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του (191)· «Ψαρού, τ' αγκίστρι π' άφησες, αλλού να ρήξης άμε.» Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια, Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν πληθύνουν τ' άστρα, Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι. Γέρος μακριά, π' απίθωσε 'ς τ' αγκίστρι τη ζωή του, Το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας (192)· «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου! «Πέλαγο μέγ', αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι· »Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν »Αθάνατή σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις; »Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψης.

3

Δεν τους βαραίν' ο πόλεμος, αλλ' έγινε πνοή τους, . . . . . . . . . . · . . κ' εμπόδισμα δεν είναι 'Σ ταις κορασιαίς να τραγουδούν, και 'ς τα παιδιά να παίζουν.

4

Από το μαύρο σύγνεφο κι' από τη μαύρη πίσσα, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος

Ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα Τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τη σημαία, Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει Παντόγυρα 'ς τον όμορφον αέρα της αντρείας, Κι' ο ουρανός καμάρωνε, κ' η γη χεροκροτούσε· Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε, Κ' εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης· «Όμορφη, πλούσια, κι' άπαρτη, και σεβαστή, κι' αγία!» (193)

5

Από την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα Χαμογελάσαν κι' άστραψαν, κ' είπαν τα μαύρα χείλη· «Παιδί, 'ς την πόρτα χαίρεσαι με τη βοή, που στέρνεις· 'Μπροστά, λαγέ, 'ς τον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις· Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.» Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ' αργοπορώντας,

Κατά το κάστρο το μικρό πάλι κυττά, και σφίγγει, Σφίγγει στενά τη σπάθη του 'ς το λαβωμένο στήθος, Π' αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη (194).

6

&Ο Πειρασμός&

Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, Κ' η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα, Και μέσ' 'ς τη σκιά, που φούντωσε και κλει δροσιαίς και μόσχους, Ανάκουστος κηλαϊδισμός και λιποθυμισμένος (195).

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, Χύνονται μέσ' 'ς την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι' αφίνουν τη δροσιά τους, Κι' ούλα 'ς τον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια (196). Εξ' αναβρύζει κ' η ζωή 'ς γη, 'ς ουρανό, σε κύμα. Αλλά 'ς της λίμνης το νερό, π' ακίνητό ναι κι' άσπρο, Ακίνητ' όπου κι' αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο, Με μικρόν ήσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα, Που χ' ευωδίση τ'ς ύπνους της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο (197).

Αλαφροήσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι δες· Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Χωρίς ποσώς γης, ουρανός, και θάλασσα να πνένε, Ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά 'ς το λουλουδάκι, Γύρου σε κάτι ατάραχο, π' ασπρίζει μέσ' 'ς τη λίμνη, Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του (198).

7

Έρμα ν' τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα (199)

8

_Εις το ποίημα έν' από τα σημαντικώτερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλαις πλέον ηλικιωμέναις γυναίκες είχαν αναθρέψη, και την αγαπούσαν όλαις ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμο ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήση εις τον καιρό της ευτυχίας· ώςτε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει παρηγοριά κυττάζοντας τ' αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Αυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε 'ς τ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τοις γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ' όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους, και να περιμείνη μαζί τους την ώρα τον θανάτου. Μετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχαις πνοαίς οι πολυαγαπημέναις» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πως είχε ιδή τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης._

Άγγελε, μόνον 'ς τ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου; 'Στ' όνομ' Αυτού, που σ' τα πλάσε, τ' αγγειό τ'ς ερμιάς τα θέλει. Ιδού, που τα σφυροκοπώ 'ς τον ανοιχτόν αέρα, Χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσαίς μου! Τα θέλω γω, να τα χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα, Εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσαις χαριτωμέναις.(200)

Κι' άκουα που λέγετε· «Πουλί, γλυκειά που ν' η φωνή σου Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση· Καλαίς πνοαίς παρηγοριά 'ς τη βαρειά νύχτα κ' έρμη (201)· Με σας να πέσω 'ς το σπαθί, κι' άμποτε να μαι πρώτη! Το στραβό φέσι 'ς το χορό τ' άνθια 'ς τ' αυτί στολίζει, Τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο, Και 'ς τη θωριά τον είν' όμορφο το φως και μαγεμένο! (202)

9

Τα σπλάχνα μου κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν, Κι' όσ' άνθια θρέφει και καρπούς τόσ' άρματα σε κλειούνε.

10

Φεύγω τ' αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο. Τ' ονείρου μάταια πιθυμιά, κι' όνειρο αυτή ν' η ίδια! Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξειδεύτρα, Μου πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ' ένα δάκρυ (203)· Κόψ' το νερό 'ς τη μάννα του, μπάσ' το 'ς το περιβόλι, 'Σ το περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο (2044).

11

_Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου, ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά, την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,_

Οπού δε σκιάς παράδεισο, και τήνε χαιρετάει Με του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

_εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου._

12

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και ταις αντρογυναίκες Γύρου 'ς τη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν Μ' αγαπημένα πράματα, και με σεμνά κρεβάτια, Ακίνηταις, αστέναχταις, δίχως να ρήξουν δάκρυ· Και γγίζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λειωμένα ρούχα· Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχταις να γιομίσουν (205)

13

Είν' έτοιμα 'ς την άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κ' ελεύθεροι να μείνουν, Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

14

_(Μία γυναίκα εις το γιουρούσι·)_ Τουφέκια τουρκικά σπαθιά! Το ξεροκάλαμο περνά.

15

Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη, Τ' όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές 'ς τη χλόη (206).

1844

Γ

Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ Chiare, fresche e dolci acque

Νερά καθαροφλοίσβιστα, Γλυκύτατα και κρύα, Που μέσα αναγαλλιάζετο Η ασύγκριτη ομορφία· Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε Τ' ωραίο της το πλευρό (Μ' ανοίγεται η ενθυμούμενη Καρδιά με στεναγμό)·

Κ' εσείς, που από το μόσχο σας, Δροσόχορτα, δροσάνθη, Ο κόλπος του φορέματος Ο αγγελικός ευφράνθη· Αέρα ιερέ, που μ' έσφαξαν Τα μάτια τα λαμπρά Ακούστε τα παράπονα, Που κάνω υστερινά.

Αν να κλεισθούν οι μέραις μου Δακρύζοντας μου μέλλη Από το πάθος το άπειρο, Κι' ο Ουρανός το θέλη, Μια χάρην η βαρειόμοιρη Ψυχή μου επιθυμεί, Να λάβη εδώ τον τάφο της, Κι' ολόγυμνη να βγη.

— Πικρός, πικρός ο θάνατος! Αλλά δεν είναι τόσο, Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής Εγώ μπορώ να δώσω· Γιατί πού ναύρη η δύστυχη Περσότερη ησυχιά, Για να γδυθή τα κόκκαλα, Τα μέλη τ' αχαμινά;

Ίσως καιροί θε νάλθουνε Που δε θα με μισήση Η ωραιότης η άσπλαχνη· Και θα ξαναγυρίση 'Σ τον τόπο, που μ' απάντησε Τη μέρα την ιερά, Και να με ιδούν τα μάτια της Θα δείξη επιθυμιά·

Αλλά, 'ς ταις πέτραις βλέποντας Το υστερινό μου χώμα, Θ' ανοίξη αναστενάζοντας Έτσι γλυκά το στόμα, Οπού για κάθε αμάρτημα Θε να συγχωρεθώ, — Στενεύοντας με δάκρυα Ωραία τον Ουρανό. Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε Απ' τα κλωνάρια πλήθος, Συρμένα από τον Έρωτα 'Σ το μαλακό το στήθος· Κ' έστεκε με ταπείνωση Σε τόσην δόξα αυτή, Ολόλαμπρη, ολοστόλιστη, Απ' την ανθοβολή.

Και ποιο από τ' άνθια ησύχαζε Απάνου 'ς την ποδιά της, Ποιο 'ς τα μαργαριτόπλεχτα Λαμπρόξανθα μαλλιά της· 'Σ την όψη ποιο του ρεύματος Του λιβαδιού, και ποιο Λες κ' έλεε αεροπλέοντας· Ο Έρως είν' εδώ.

Πόσαις φοραίς το πνεύμα μου Από τρομάρα επιάσθη, Και, τούτη, τούτη, εφώναξα 'Σ τον Ουρανόν επλάσθη! Γιατί όλα τότε μού καναν Τα φρένα εκστατικά, — Το σώμα, το γλυκόγελο, Το πρόσωπο, η λαλιά·

Και τόσο αυτά μου κρύβανε 'Σ τα μάτια την αλήθεια, Πού λεα· Και πότε ανέβηκα, Ποιος μου δωκε βοήθεια; — Θαρρώντας οπώς έλαβα Οικιά 'ς τον Ουρανό· Κ' εγώ από τότε ανάπαψη Δε βρίσκω παρά δω

Και συ, και συ, τραγούδι μου, Αν είχε ο νους μου φθάση Να σε στολίση ως ήθελα, Τώρ' άφινες τα δάση, Κ' επρόβανες τα λόγια σου 'Σ τον κόσμο θαρρετά· Αλλά μην πας, κι' απόμεινε Μ' εμέ 'ς την ερημιά.

ΜΙΜΗΣΗ TOΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ

The poor soul sat etc. Shakesp. Othel. Act IV. Se III.

Η αθλία ψυχή καθήμενη Σε χόρτο, σε λουλούδι, Με μία φωνή νεκρώσιμη Αρχίναε το τραγούδι· «Ελάτε, τραγουδήσετε »Την πράσινην ετιά».

Ακίνητο το χέρι της Εις την καρδιά βαστάει, Την κεφαλή 'ς τα γόνατα Τ' αδύνατα ακουμπάει, Κι' ο ρύαξ εκεί 'ς τα πόδια της Εφλοίσβιζε τερπνά. «Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε» »Ε τ ι ά, ε τ ι ά, ε τ ι ά.»

Πικρά αντάμα εβγαίνανε Τα δάκρυα με τα λόγια, Κ' έτσι έλεγε ακατάπαυτα Βαριά τα μοιρολόγια, Οπού την ελυπιόντανε Λαγκάδια και βουνά. «Ετιά να τραγουδήσετε, »Ε τ ι ά και πάντα ε τ ι ά.»

»Δε φταίει· — ψεύτη τον Έρωτα »Κανείς ας μην τον κράζη· »Έως που μιλεί τ' αχείλι μου, »Δ ε φ τ α ί ε ι, θε να φωνάζη· »Γιατί μου το φανέρωσε »Πως πλέον δε μ' αγαπά, »Κι' αμέσως εγώ αρχίνησα »Να τραγουδήσω ε τ ι ά.

»Μια μέρα εγώ του κλαύθηκα »Πως πέφτει 'ς άλλα στήθη, »Κ' εμένα μ' απαράτησε, — »Κ' εκείνος μ' αποκρίθη· » — Μιμήσου με κι' αγάπησε »Άλλη κ' εσύ αγκαλιά. — »Τι ν' αγαπήσω η δύστυχη »Πάρεξ θανάτου ετιά!

»Δε θέλω να μου βάλουνε »Εις το στερνό κλινάρι »Μυρτιαίς, ούτε τριαντάφυλλα, »Πάρεξ ετιάς κλωνάρι, »Κι' απάνου από το μνήμα μου »Άλλη δε θέλω ησκιά· »Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε »Την πράσινην ετιά.»

Η ΑΝΟΙΞΙ TOT METAΣTAΣIΟΥ

Già riede primavera Col suo fiorito aspeto

Απ' την άνοιξη, που εγύρισε, Ουρανός και γης ευφράνθη, Με το χόρτο και με τ' άνθι Παίζει ο ζέφυρος τερπνά.

. . . . . . . . . . . . . Και το χόρτο πρασινίζει, Μον' 'ς εμένα δε γυρίζει Της καρδιάς η σιγαλιά.

Ήλιου αχτίνα καθαρώτατη Του βουνού τα χιόνια λειώνει, Που το νέο του ξεφυτρώνει Πράσιν' έντυμα λαμπρό·

Το σιγό το κυματάκι Εις ταις άκραις του φλοισβίζει, Και το ανθοδροσοστολίζει Με τ' ακοίμητα νερά.

Το ισχυρό το δέντρο, που είδανε Σταθερό καιροί και χρόνοι, Τα κλωνάρια ξελαφρώνει Απ' τα χιόνια τα οκνηρά.

Παντού, ιδού, ξυπνούν και τρέμουν Άνθια χίλια από το χώμα, Που είν' απείραχτα εις το χρώμα Απ' τ' αλέτρια τα σκληρά,

Νά, το χειλιδόνι εγύρισε, Που το πέλαο περνάει, Κ' εδώ πάλι οικοδομάει Τη γλυκειά του τη φωλιά.

Κ' εκεί που με τη φτερούγα Τρέχει ογλήγορα και λάμνει, Προσοχή καμμιά δεν κάμνει Εις οποίον τον κυνηγά.

Η βοσκούλα ερωτεμένη Πάει 'ς το ρεύμα να κυττάξη, Για να βάλη ωραία σε τάξη Τα ξανθά της τα μαλλιά.

Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα· Τώρα πλέον δε μνέσκουν άλλοι, Ή ψαράδες 'ς τ' ακρογιάλι, Ή διαβάταις 'ς την οικιά.

Ως και ο ναύτης, που γυμνότατος 'Σ την πατρίδα του εσυνάχθη, Γιατί ο μαύρος εταράχθη Από φουσκοθαλασσιά,

Βλέποντας σιγό το κύμα, Λύει το πλοίον, και δε φοβάται Και ουδέ πλέον ξαναθυμάται Πώς εφούσκωσε φριχτά.

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Or che niega i doni suoi La stagion dei fiori amica.

Τώρα η άνοιξη μας έκρυψε Τ' ανθηρά, τα ωραία της δώρα, Και προβαίνει ασταχοφόρα Του καλοκαιριού η αυγή.

Και αποκάτου από τον ήλιο Τόσο του άμμου η λαύρα αυξήνει, Που εις τη βάρβαρη Κυρήνη Μόλις είναι η λαύρα αυτή.

Τώρα πλέον το γλυκοχάραμα Η δροσιά δε συντροφεύει, Χόρτο ούτ' άνθι θεραπεύει Μήτε μία σταλαματιά.

Πλέον δε σέρνει ο ρύαξ το ρεύμα Εις την γην, οπού διψάει, Και σκασμένη αναζητάει Τα καρπόφορα νερά.

Τη φαγό κυττάζει ο ήλιος Μπουχωμένη, χλωμιασμένη, Που είδε ο Μάης ξανανιωμένη, Εις τα φύλλα, εις τη μορφή.

Και εις την γην την μητρικήν της Σκιάν ολίγη δεν αφίνει, Μήτε σκιά του ρύακος δίνει, Που της έδωσε θροφή.

Ιδρωμένος στήθια, πρόσωπο, Πάνω εκεί 'ς τα θερισμένα, Με τα μέλη ξαπλωμένα, Νά, κοιμάται ο θεριστής·

Πάει, και τ'ς ίδρωτες, που τρέχουν, Αποπάνου του γυρμένη, Η βοσκούλα ερωτεμένη Του σφουγγίζει παρευθύς.

Κείτεται 'ς την γη την άκαρπη Το σκυλί, κι' αδυναμίζει, Και ποτέ του δε γαυγίζει 'Σ τον αυθέντη του κοντά.

Αλλά το ξερό λαρύγγι Πολεμάει να ξανασάνη, Παίρνει αέρηδες, και βγάνει Λαχανιάσματα συχνά

Κειος ο ταύρος, που ποιμένες, Νύμφαις, τού χανε καμάρι, Με τα κέρατα αντιβάρει Εις τα δέντρα δυνατά, —

Τώρα αργός κυττάει, μουγκρίζει, 'Σ του αυλακιού την πρασινάδα, Και με μούγκρισμα η γελάδα Αποκρειέται ερωτικά.

Τα πετούμενα ησυχάζουν Μελωδίαις δεν ασηκώνει Το γλυκόφωνο τ' αηδόνι, Αλλ' ο τσίτσικας λαλεί.

Και τα εντύματα τα νέα Δείχνουν τα παλαιά τα φίδια· Διπλωμένα 'ς τα φραξίδια Προς τον ήλιο έχουν στολή.

Της ημέρας της μακρύας Εις την κάψα, ως και τα μαύρα Και τα ψάρια από τη λαύρα Έχουν κύματα ζεστά·

Και από τ' άντρα τους δε βγαίνουν Μέσ 'ς το πέλαο να τρέχουν, Αλλ' οικιά 'ς ταις πέτραις έχουν, Και εις τα φύκια τα πικρά.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΕΜΑΧΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Vo solcando un mar crudele

Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω, Και πανάκι και ξάρτι δεν έχω, Και το πέλαο μουγκρίζει φριχτά

Η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει, Η φωνή των ανέμων σφουρίζει, Λείπει η τέχνη και δε με βοηθά

Μέ τον άθλιον η Τύχη με παίρνει, Κι' όθε θέλει η προδότρα με σέρνει, Καθώς φεύγει, και δε με κυττά.

Η αθωότη μ' απόμεινε μόνη, Την αισθάνομαι μέσα 'ς τα στήθια, Αλλ' αντί να μου φέρη βοήθεια, Με συντρίβει, με πνίγει σκληρά.

ΑΜΟΥΣΙΑ _Του Σίλλερ_

Der allein besitzt die Musen

Έχεις τη Μούσα, αν τη δεχθής εις το θερμό σου στήθος. Για του βαρβάρου την ψυχή δεν είναι παρά λίθος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

&Της μετάφρασης της Σ' Ραψωδίας της Ιλιάδος.&

(Στίχ. 1-7).

Επολεμούσαν έτσι ωσάν τη φλόγα· Μηνυτής ήλθε ο Αντίλοχος ωστόσο Γλήγορα εκεί 'ς τον Αχιλλέα· τον ηύρε Οπού ομπρός εις τα ορθόπρυμνα καράβια Με το νου του ό,τι εστάθη εμελετούσε Κ' έλεε πικρώς η μεγάλη ψυχή του· Συφορά! γιατί τάχα όλοι σκορπιούνται Με αντάρα εις το πεδίον, και φεύγουν όλοι Τρομασμένοι οι Αχαιοί κατά τα πλοία;

(Στίχ. 319-322).

Ο κυνηγός που κυνηγάει τα λάφια . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Απελπισμένος πως ύστερος ήλθε Γιατί ο θυμός του κατακαίει τα σπλάχνα.

(Στίχ. 464-467).

Έτσι γω να μπορούσα από τη Μοίρα Να τον πάρω, όταν θε νάλθη κοντά του, Καθώς όπλ' από μένα ωραία θα λάβη, Όποιο μάτι τα ιδή να τα θαυμάση.

(Στίχ. 470-471).

Είκοσ' είν' τα φυσούνια ευκολοφούσκωτα

(Στίχ. 531-32).

Εις τ' ανεμόποδ' άλογ' ανεβαίνουν.

(Στίχ. 535-537). . . . . . . και τρέχει άσπλαχνη η Μοίρα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Και γυμνό 'ς τη σφαγή τον ποδοσέρνει.

(Στίχ. 596).

Που γλυκολαμπυρίζει ωσάν το λάδι.

Δ

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (207)