Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 11
Φύση, χαμόγελ' άστραψες κ' εγίνηκες δική του· Ελπίδα, τώδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πώχεις· Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλωσύνης. Γύρου κυττά να τον ιδή . . . . . . . . . . . . Κοντά ναι κει 'ς τον νιον ομπρός ο τίγρις του πελάγου (151) Κι' αλιά! μακρυά ναι το σπαθί, μακρυά ναι το τουφέκι! Αλλ' όπως έσχισ' εύκολα βάθος τρανό, κ' εβγήκε, Κι' ώρμησε . . . . . . . . . . . . . . . . . . Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο, Κατά το στήθος το πλατύ, και το ξανθό κεφάλι, Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκειά πνοή της νιότης, Έτσι κι' ο νιος . . . . . . . . . . . . . . Της φύσης από τ'ς όμορφες και δυναταίς αγκάλαις, Οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε. Κ' ευθύς ξυπνά 'ς τ' ελεύθερο γυμνό κορμί π' αστράφτει, Την τέχνη του κολυμπιστή μ' αυτήν του πολεμάρχου. (152)
8
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει.
Άστραψε φως, κ' εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του. (153) Οι κόσμοι γύρου ν' άνοιγαν κορώναις να του ρήξουν, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου, Όμορφε ξένε και καλέ και 'ς τον ανθό της νιότης, Άμε και δέξου 'ς το γιαλό του δυνατού την κλάψα
1849
ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ
ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (154)
Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού το οποίον αρχινάει από το σπόρο, και γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλαις ταις φυτικαίς μορφαίς, δηλαδή, τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τ' άνθη, και τους καρπούς. Εφάρμοσέ την, και σκέψου βαθιά την υπόσταση του υποκειμένου, και τη μορφή της τέχνης. Πρόσεξε ώςτε τούτο το έργο να γένεται δίχως ποσώς να διακόπτεται.
Μία μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίαις να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις ταις αίσθησαις αόρατο Μονάρχη. Τότε είναι αληθινό ποίημα. Ο Μονάρχης, οπού μένει κρυμμένος για ταις αίσθησαις, και γνωρίζεται μόνον από το πνεύμα, μέσα εις το οποίον εγεννήθηκε, είναι έξω από την περιφέρεια του Καιρού· αλλά μία δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του Καιρού.
Σκέψου βαθιά, και σταθερά, (μία φορά για πάντα) τη φύση της Ιδέας, πριν πραγματοποιήσης το ποίημα. Εις αυτό θα ενσαρκωθή το ουσιαστικώτερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις.
Ο θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ως το τέλος, το Κοινό και το Κύριο (Proprio), συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα· ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για την αληθινήν ουσία, αλλά εις τρόπον ώστε να μη το καταλάβουν ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς. Εις τούτο θα φθάση τινάς με τρόπον απλό, πλούσιον όμως από δεσίματα, θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ. χ. ετοιμοθάνατος, — χρυσοπηγή, — χρυσοπράσινα, κ. ά.
Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθή εις το κέντρο της Εθνικότητος, και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η Ποίηση, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του.
Όλο το Ποίημα ας εκφράζη το Νόημα, ωσάν ένας αυτοΰπαρχτος κόσμος, μαθηματικά βαθμολογημένος, πλούσιος και βαθύς. Μέσα εις αυτό το δρόμο μοναχά συγχωρείται να προξενήση τινάς, με τα διάφορα ακόλουθα εφευρήματα, ταις πλέον μεγάλαις και φοβεραίς εντύπωσαις. Αυτό δεν έγινε ποτέ αρκετά καλά. Όσοι εδοκίμασαν να το κάμουν (ως ο Ευριπίδης, και μ' αυτόν οι περισσότεροι των νεωτέρων, οι οποίοι είναι παιδιά του), έμειναν έξω από την Ιδέα, και όποιος έχει νου δεν το υποφέρει.
Εις το ποίημα του _Χρέους_ (155) μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος.
Πραγματοποίησε τούτη την ιδέα· όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί, — πατρός, — αδελφού, — γυναικός, — ριζωμένοι εις τη γη, και με αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας· — τους αρπάζεται η γη, και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη τους την αγιωσύνη της ψυχής τους. Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της. Από την αρχή ως το τέλος περνάνε από πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο τότε &έτρεξε η θάλασσα&, και η ψυχή τους έπλεε εις την πίκρα, και ετρέκλιζαν ωσάν μεθυσμένοι. Τότε ο εχθρός τους ζητεί ν' αλλαξοπιστήσουν. Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι ο Σταυρός είναι η καθέδρα της αληθινής σοφίας επειδή όσα ο Ιησούς εις τρεις χρόνους εδίδαξε με το Ευαγγέλιο, όλα τα ανακεφαλαίωσε εις τρεις ώραις απάνου εις το Σταυρό.
Έντοναις δύναμαις, οι οποίαις ξετυλίζονται εις φυσικοεθνικά όργανα, εις μία μικρή γη· δύναμαις μεγάλαις κάθε λογής, οι οποίαις εμψυχώνουν το ξετύλιγμα, οπού ακατάπαυτα προχωρεί μεγαλύτερο. Ενώ αυξαίνει, κάμε ώστε ανάμεσα εις ταις νικηφόραις ενάντιαις δύναμαις να ευρίσκεται η ενθύμηση της περασμένης δόξας. — Οι Αδελφοποιτοί. — Μελέτησε καλά τη φύση της Ιδέας, και το υπερφυσικό και γεννητικό βάθος της ας πετάξη έξω το φυσικό μέρος, και τούτο ας τεθή αβίαστα εις όργανα εθνικά.
Αλλά όπως φθάση τινάς εις τούτο, ανάγκη να μελετήση τον υποστατικόν ήσκιον, οπού θα βγάλη έξω τα σώματα, μέσ' από τα οποία αυτός θα φανερωθή με εκείνα ενοποιημένος. Και μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθή, εις όλα τα μέρη του έργου, η εθνικότης όσο το δυνατό πλέον εκτεταμένη. Τοιουτοτρόπως η Μεταφυσική έγινε Φυσική.
Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισε την εις τόσους χαραχτήρες, ανδρών και γυναικών, εις τους οποίους ν' ανταποκρίνωνται εμπράκτως τα πάντα. Σκέψου καλά αν τούτο θα γένη ρωμαντικά, ή, αν είναι δυνατό, κλασσικά ή εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα είναι ο Όμηρος· του πρώτου ο Σέϊκσπηρ· του τρίτου, δεν γνωρίζω.
Η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη· — μία από ταις σημασίαις· η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα, διά μιας υψώνεται εις το άκρο της δόξας, πρώτα με το να σηκωθή, και έπειτα με το να βασταχθή, αποκρούοντας πολλαίς δύναμαις, και από εκεί πέφτει εις τη βαθύτατη δυστυχία. Τοιουτοτρόπως μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ως το τέλος, όπου είναι η λέξι &αιματοτσακισμένα&· — κ' έτσι τωόντι κάθε λέξη εβγήκε μεστή από το νόημα, και το έργο δείχνεται ατομικό, σύμφωνο με το πνεύμα της Γενικότητος, που το εγέννησε.
Το ποίημα ας έχη ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό, και αφού σωματοποιηθή εις τα όργανα καιρού, τόπου, εθνικότητος, γλώσσας, με τους διαφορετικούς στοχασμούς, αισθήματα, κλίσαις κ. ά. (ας γένη ένας μικρός σωματικός κόσμος ικανός να τη φανερώση), τέλος επιστρέφει εις τον Θεό·
'Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος, Εκείθ' εβγήκε ανίκητος·
Κύτταξε να σχηματίσης βαθμηδόν ωσάν μίαν Αναβάθρα από δυσκολίαις, ταις οποίαις θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησαις απορρουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραυούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ' όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ. ά.
Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος μέσα εις τον οποίο κινειέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζη εις την ατμοσφαίρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους, οπού θέλουν να την αρπάξουν, — και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. — Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. — Ας φανή καθαρά η μικρότης του τόπου, και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλαις ενάντιαις δύναμαις, θέλει έβγουν οι Μεγάλαις Ουσίαις.
Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση. Η θλίψη τους στέκεται εις το να θυμούνται την ευτυχισμένη κατάσταση τους, όθεν έπρεπε να βλαστήση το καλό της πατρίδας. Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα· το αισθάνονται βαθμηδόν, και επομένως ολικώς. Η πείνα δε μπαίνει εις τον κύκλον ειμή μόνον ως εξωτερική δύναμη, την οποίαν υπερνικούν καθώς όλαις ταις άλλαις.
Σκέψου την ισοζυγία των δυνάμεων, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Εκείνοι ας αισθάνωνται όλα, και ας νικάνε όλα, με την ουσίαν έξυπνη· τούταις ας νικάνε και αυταίς, αλλ' ωσάν γυναίκες (156).
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ A'.
Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κ' ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι 'ς το μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο 'ς το νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μεσολόγγι (157)· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάνω δέηση, και ιδού μέσ' 'στη καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κ' εσβενότουνε· και με φωνή, που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε·
Το χάραμα επήρα Του Ήλιου το δρόμο, Κρεμώντας τη λύρα Τη δίκαιη 'ς τον ώμο,(158) Κι' απ' όπου χαράζει Ως όπου βυθά,
Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»
2
Παράμερα στέκει Ο άντρας, και κλαίει· (159) Αργά το τουφέκι Σηκώνει, και λέει· «Σε τούτο το χέρι »Τι κάνεις εσύ; »Ο εχθρός μου το ξέρει »Πως μου είσαι βαρύ.» Της μάννας ω λαύρα! Τα τέκνα τριγύρου Φθαρμένα και μαύρα, 'Σαν ήσκιους ονείρου· Λαλεί το πουλάκι 'Σ του πόνου τη γη, Και βρίσκει σπειράκι, Και μάννα φθονεί.
3
Γροικούν να ταράζη Του εχθρού τον αέρα Μιαν άλλη, που μοιάζει (160) Τ' αντίλαλου πέρα· Και ξάφνου πετειέται Με τρόμου λαλιά· Πολληώρα γροικειέται, Κι' ο κόσμος βροντά.
4
Αμέριμνον όντας Τ' Αράπη το στόμα Σφυρίζει, περνώντας 'Σ του Μάρκου το χώμα· Διαβαίνει, κι' αγάλι Ξαπλώνετ' εκεί, Που εβγήκ' η μεγάλη Του Μπάιρον ψυχή.
5
Προβαίνει και κράζει Τα έθνη σκιασμένα.
6
Και ω πείνα και φρίκη! Δε σκούζει σκυλί!
7
Και η μέρα προβαίνει, Τα νέφια συντρίβει· Να, η νύχτα που βγαίνει, Κι' αστέρι δεν κρύβει.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β'.
1
Άκρα του τάφου σιωπή 'ς τον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ' η μάννα το ζηλεύει (161) Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· 'ς τα μάτια η μάννα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα, και κλαίει· «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω 'ς το χέρι; Οπού συ μου γινες βαρύ, κι' ο Αγαρηνός το ξέρει.» (162)
2
_Το Μεσολόγγι έπεσε την Άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ' άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή·_
Η ζωή που ανασταίνεται με όλαις της ταις χαραίς, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ' όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση 'ς την επιφάνεια και εις το βάθος της.
Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι' όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μέσ' 'στη θάλασσα βαθιά ξαναπετειέται πάλι, Κι' ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
Και μέσ' 'ςτης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα, Έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται 'ς ώρα γλυκεία κ' εκείνο (163). Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο 'ς την ομορφιά και χάρη (164), Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιαις βρύσαις χύνεται, με χίλιαις γλώσσαις κρένει (165)· Όποιος πεθάνη σημέρα χίλιαις φοραίς πεθαίνει. Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
3
_Ενώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήσει εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Ελλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβυσμένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ' από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Αράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12._
«Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία, Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.» Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γροικάει· Αλλά πώς φθάνει 'ς τον εχθρό και καθ' ηχή ξυπνάει; Γέλιο 'ςτο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολειέται, Κ' η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετειέται·
Και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο, Τ' αράθυμο, το δυνατό, κι' όλο ψυχαίς γιομάτο, Βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα, Τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα· Τέλος μακρειά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο, Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. (166)
4.
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων· «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, οπού η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ' από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία
Η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μέσ' 'ςτο νερό που βράζει.
— Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνη πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τους τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Μάρτυρες.
5
. . . . . . . . . . . . 'Σ τη πεισμωμένη μάχη Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι, (167) Και τα γλυκοχαράματα, και μέσ' 'ςτα μεσημέρια, (168) Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν εβγούν τ' αστέρια. Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε, (169) Κ' οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε· «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολίβι, Πέλαγο μέγα βράζ' ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.» (170)
6
_Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνην την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις ταις λαμπραίς ημέραις της νίκης, είχε πέση κοπιασμένος από τον πολεμικόν αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, η οποία έως τότε είχε μείνη άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του._
Μακριά απ' όπ' ήτα' αντίστροφος κι' ακίνητος εστήθη· Μόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ' αρματωμένα στήθη· «Εκεί ήρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου· Με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου. Φωνή πε· Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος (171)· 'Σ την κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος (172)· Παλληκαρά, και μορφονιέ, γεια σου, καλέ, χαρά σου! Άκου! νησιά, στεριαίς της γης, εμάθαν τ' όνομά σου (1734). Τούτος, αχ! που ν' ο δοξαστός, κ' η θεϊκιά θωριά του;
Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατα του (174), Έρρηξε χάμου τα χαρτιά με τ'ς είδησαις του κόσμου Η κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . Χαρά της έσβυε τη φωνή, που ν' τώρα αποσβυμένη Άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη (175). Εδώ ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου, Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κ' εγ' όλη τη πνοή μου· Τα λίγα απομεινάρια της πείνας και τ'ς αντρείας, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Γκόλφι να τα χω 'ς το πλευρό, και να τα βγάλω πέρα, Που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα· Δρόμ' αστραφτά να σχίσω τους 'ς εχθρούς καλά θρεμμένους, 'Σ εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους (176) Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι· Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»
«Θύραις ανοίξτ' ολόχρυσαις για την γλυκειάν ελπίδα.»
7
Κρυφή χαρά στραψε 'ς εσέ· κάτι καλό χει ο νους σου· Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ' αδελφοποιτού σου; (1774) Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω· Θαυμάζω ταις γυναίκες μας, και 'ς τ' όνομά τους μνέω.
Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν, και ταις επαρατήρησα αδιάκοπα,
Για η δύναμη δεν είν' 'ς αυταίς ίσια με τ' άλλα δώρα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ' αυταίς, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε· «Όχι, παιδί μου· άφησε να μπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνειθίσουμε·
Μεγάλο πράμα η υπομονή!. . . . . . . . .
Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κ' εκείνη. Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιαίς.
Απ' όσα δίν' η θάλασσα, απ' όσ' η γη, ο αέρας.»
Κ' έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα, κ' εγιόμισε το δωμάτιο. Και η πρώτη είπε· «Και το αεράκι μας πολεμάει.» — Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Κι' άφσε το χέρι του παιδιού, κ' εσώπασε λιγάκι, Και ξάφνου της εφάνηκε 'ς το στόμα το βαμπάκι.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ' όνειρο της,
Κι' όλαις εφώναξαν μαζί, κ' είπαν πως είδαν ένα·
Κι' ότι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Είπα, να ιδώ τη γνώμη τους 'ς την υπνοφαντασιά τους (178).
Και μία είπε· «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κ' ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κ' έπειτα εφθάναμε μαζί 'ς τη θάλασσα με πολλή ορμή,
Και μέσ' 'στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»
Και μία δεύτερη είπε·
«Εγώ δα δάφναις. — Κ' εγώ φως . . . . . . . . . . . . .
— Κ' εγώ 'ς φωτιά μια όμορφη π' αστράφταν τα μαλλιά της.»
Και αφού όλαις εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη, πού χε το παίδι ετοιμοθάνατο, είπε· «Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα.» Και όλαις οι άλλαις εσυμφώνησαν, κ' ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της, πού χε ξεψυχήση.
Ιδού, αυταίς οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυταίς είναι μεγαλόψυχαις, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μ' όλον ότι τους επάρθηκε η ελπίδα, που είχαν, να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυταίς και να ταις λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα — Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύθηκες ταραγμένος·
Να μου το πής να το χω γω γκολφισταυρό 'ς τον άδη. (179) Εχαμογέλασε πικρά, κι' ολούθενε κυττάζει· Κι' ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.
8
_Παρασταίνεται ο Ιμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή τον αν δεv το κατορθώση._
Καθώς εκεί 'ς την Αραπιά . . . . . . . . . . . . . Χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο. Μέσ' 'ςτην ψυχή την αγροικά σα σπίθα 'ς τη φωτιά της, Και συχνά τού π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του· «Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.» «'Σ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ' αγκίστρι.» «Μάννα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου (180).» «Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κ' η ντροπή μου»
9
Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει· ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Ο Αράπης, τραυηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,
Και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του λυχτάει.
Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύση η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και μέσα τους, λόγια λένε
Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει· 'Σ τα μάτια και 'ς το πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους. Αγάπη κ' έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν· Τα σπλάχνα τους κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν· Γλυκειά κ' ελεύθερ' η ψυχή σα να τανε βγαλμένη, Κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη (181).
10
Αφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να ταις αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Μί' απ' αυταίς, η γεροντότερη, μιλεί για ταις άλλαις· «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,
Που είμ' όλη κάτου από τη γη κ' ένα μπουτσούνι απ' έξω. Ορκίζουν σε 'ς τη στάχτ' αυτή Και 'ς τα κρεβάτια τ' άτυχα με το σεμνό στεφάνι· Ν' αφήστε σας παρακαλούν να τρέξουμε 'ς εκείνο, Να κάμουμ' άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.» Κ' επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση, Όλαις 'ς τη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του, Κ' εβάστααν όλαις κατ' αυτόν τη χούφτα σηκωμένη, Και με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη, Σα να θελ' έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί 'ς εκείναις.
11
Οι γυναίκες, εις ταις οποίαις έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέωνται και αυταίς, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη, που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ' όλαις ταις άλλαις, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.
12
Είναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·
Πολλαίς πληγαίς κ' εγλύκαναν γιατ' έσταξ' αγιομύρος.
Μένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·
'Σ του τέκνου σύρριζα του νου, Θεού της μάννας μάτι· Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . . Από το πρώτο μίλημα 'ς τον αγγελοκρουμό του.
Για τούτο αυτή είναι
Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ όχι για τη Μοίρα, Και μέσ' 'ςτην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος της πλημμύρα,
επειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μέσ' 'ςτα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι
Τριαντάφυλλα ναι θεϊκά 'ς την κόλαση πεσμένα.
13
Μένουν οι Μάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για να βγούνε 'ς το γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,
Μνήσθητι, Κύριε, — είναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, — εφάνη!
Επάψαν τα φιλιά 'ς τη γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . 'Σ τα στήθια και 'ς το πρόσωπο, 'ς τα χέρια και 'ς τα πόδια.
Μία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ' εκείνο.
Ιδού, σεισμός και βροντισμός, κ' εβάστουναν ακόμα, Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό 'ς το στόμα, Κ' εσχίσθη αμέσως, κ' έβαλε 'ς της Μάννας τα ποδάρια Της πείνας και του . . . τα λίγα απομεινάρια· Τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα, Τα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.
14
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά, κι' ομπρός του δεν εθώρα, Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα, Π' άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του, 'Σ το φως της καλωσύνης του, 'ς το φως της ομορφιάς του.
15
Έχε όσαις έχ' η Ανατολή κι' όσαις ευχαίς η Δύση.
16
Μ' όλον που τότ' ασάλευτος 'ς το νου μ' ο νιος εστήθη, Κ' είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη (182).
17
Κι' άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πώχει.
18
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλωσύνη.
19
Ο υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.
20
'Σ τον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.
21
Ανάξιε δούλε του Χριστού, κάτου τα γόνατά σου.
22