Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα
Part 10
Θανάτου ετιά, που τα κλωνάρια γέρνεις 'Σ την κατοικιά την ύστερη τ' ανθρώπου.
35
Εάν την άκρην του ο ζέφυρος δε γγίζει, Στέλνει ακίνητον ήσκιο οπού μαυρίζει.
36
Εις την άρπα γλυκά γέρνει το στήθος.
37
Και φωνάζει· «Ω Παρθένα, ω Ψυχοσώστρα!»
ΠΟΘΟΣ (92)
Αχ! νάσουνα μαζί μου, Αγάπη μου Μερτούλα, Σε τούτη τη βαρκούλα Με τάσπρο το πανί.
Αχ! νάσουνα μαζί μου! Με σε να φύγω από δω, Που η νιότη μου σα ρόδο Για σε θα μαραθή.
Μονάχα τότε οι δυο μας, Μέσ' 'ς του πελάου τ'ς αγκάλαις, Χωρίς μαρτύριαις άλλαις, Πάρεξ τον ουρανό.
Ελεύθερο ένα δάκρυ Με σένα ήθελε χύσω, Στο πέλαο ήθελ' αφήσω, Με σε ένα στεναγμό.
Και τα κακά του ψεύτη Θυμούμενοι του κόσμου, Ταις δυστυχιαίς μας, φως μου, Και κάθε συφορά,
Αποσταμένοι ναύταις, Μακρυά ν' αναπαυθούμε, 'Στου πέλαγου να βρούμε Την έρμη αγκαλιά
ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ
Γλυκύτατη φωνή βγάν' η κιθάρα, Και σε τούτη την άφραστη αρμονία Της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα·
Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία Έκσταση του Οσσιάνου, εις τ' ακρογιάλι Της νυχτός εμψυχοίς την ησυχία. (93)
Κάθισε για να πούμε ύμνον 'ς τα κάλλη Της Σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε Ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλη.
Μου φαίνεται τον βλέπω, που ακουμβούσε 'Σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο 'Σ τα γένεια τα ιερά λαμποκοπούσε
Απ' το Σκοπό, νάτο, προβαίνει· ω πόσο Συ την νύχτα τερπνά παρηγορίζεις! Ύμνο παθητικό θε να σου υψώσω.
Παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζης Στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου Σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζης.
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ (94)
Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι, ειρήνη Όλην, όλη την φύση ακινητούσε, Και μέσα από την έρημη την κλίνη Τ' αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε· Τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη Την γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε· Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει. Κι' ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.
Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος· 'Σ τα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα Γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος Τ' αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ' ασπρισμένα (95), Κι' αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος Τα μάτια εστριφογύριζε σβυσμένα· Αγάλι γάλι εσηκώθη από χάμου, Και ωσάν να χε το φως του ήλθε κοντά μου. (96)
ΕΙΣ ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Η Δόξα δεξιά συντροφεύει Τον άντρα, που τρέχει με κόπους Της Φήμης τους δύσβατους τόπους, Και ο Φθόνος του στέκει ζερβιά, Με μάτια με χείλη πικρά·
Αλλ' όποτε η μοίρα του γράψη, Τον δρόμον του κόσμου να πάψη, Η Δόξα καθίζει μονάχη 'Σ την πλάκα του τάφου λαμπρή, Και ο Φθόνος αλλού περπατεί.
'Σ την πλάκα του Μάρκου καθίζει Η Δόξα λαμπράδες γιομάτη· Κλεισμένο για πάντα το μάτι, Οπού χε πολέμου φωτιά Ελάτε ν' ακούστε παιδιά!
Σοφοί λεξιθήραις μακρύα, Μη λάχη σας βλάψω τ' αυτία· Τρεχάτε 'ς τα μνήματα μέσα, Και ψάλτε με λόγια τρελλά· Ελάτε ν' ακούστε, παιδιά!
Και συ ακολούθα το στίχο, . . . . . . για να ιδής, Αν γνωρίζη τη φωνή σου Ο τυφλός ο ποιητής.
Ο Πολυλάς εσφήνωσε τους στίχους τούτους 'ς τα Προλεγόμενά του (Σ. Ε. Κ. 1859) με την εξής παρατήρηση: «Ο ποιητής φαντάζεται ότι εις τη μονάξια θ' ακούση τη φωνή του Ομήρου, ο οποίος με την παρουσία του διά μιας εμψυχώνει την αναίσθητη φύση.»
Το λείψανο, πού χε γλυτώση Ο Πρίαμος με θρήνους, με δώρα, Εγύριζε οπίσω την ώρα Που πέφτει 'ς την όψη της γης Το φως το γλυκό της αυγής.
Εβγήκαν μαζί της θλιμμένης Τρωάδας απ' όλα τα μέρη Γυναίκες, παιδάκια και γέροι, Θρηνώντας, να ιδούν το κορμί Που χάνει γι' αυτούς την ψυχή.
Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα Απάνου 'ς του Μάρκου το σώμα· Απέθαν', απέθαν' ο Μάρκος· Μια θλίψη μια άκρα βοή, Και θρήνος και κλάψα πολλή.
. . . . . . . . . . . . . . . . .
Παρόμοια ηχώ θα λαλήση, Του κόσμου την ύστερη 'μέρα, Παντού 'ς τον καινούριον αέρα· Παρόμοια 'ς τους τάφους θα εμβή, Να κάμη καθένας να εβγή.
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Απ' αυτά, που σου εχύσαν απάνου, Ένα παίρνω θανάτου λουλούδι, Και πικρά το στερνό σου τραγούδι, Γλυκέ υιέ του αδελφού μου, αρχινώ, Έχει απείραχτο χρώμα το φύλλο, Όπως ήτανε ζώντας το χείλο, Που της νιότης γλυκά το λουλούδι Εγελούσε δροσάτο, λαμπρό· Τώρα εσβύσθη, κι' αργά το τραγούδι Το στερνό σου με κάνει να πω.
Του Μαϊού ροδοφαίνεται η μέρα, Που ωραιότερη η φύση ξυπνάει, Και την κάνουν λαμπρά και γελάει Πρασινάδες, αχτίνες, νερά· Άνθη κι άνθη βαστούνε 'ς το χέρι Παιδιά κι' άντρες, γυναίκες και γέροι· Ασπροεντύματα, γέλια, και κρότοι, Όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά Ναι, χαρήτε του χρόνου τη νιότη, Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά.
Πλέκει ο δύστυχος ένα στεφάνι Και από πάνου του η μάννα του γέρνει· «Πάντα η τύχη απ' αυτά να σου σπέρνη, »Και για σε να ναι ο χάρος αργός.» Πώς με λύπη θωρεί το στεφάνι; Ξάφνου ιδού 'ς το κεφάλι το βάνει, Και πηδώντας τη μάννα του κράζει, Και χορεύει 'ς τη μάννα του ομπρός· «Βγάλ' το, μάτια μου,» η μάννα φωνάζει, »Δε μ' αρέσει, όχι, εκειός ο χορός.»
Αλλά ανήσυχα υψώνει τα μάτια, Λες και κάτι 'ς τα Ουράνια γυρεύει, Όμως πάντα χορεύει, χορεύει, Με θυμό, με λαχτάρα πολλή·
_(Τα μουγκρίσματα του θανάτου αγροικόντανε μακρόθεν)_
Φύσα, φύσα, και σκόρπησε, αέρα, Τα μουγκρίσματα αυτά τα βαθιά· Δεν ακούει· 'ς τον άστρωδην αιθέρα Βασιλεύει γλαυκή σιγαλιά.
Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
«Άδη μαύρε, χαιρετώ σε! Δεν εχάρηκε ποτέ Μάτι ανθρώπου για τον ήλιο Καθώς τώρα εγώ για σε.» (97)
»Από κει, που λίγη αγάπη, Κ' είναι πλάνεμα πολύ, Σε λιγάκι θα κατέβη Ο έρωτάς μου να μ' ευρή.» (98)
«Χωρίς . . . . . Τ' όμορφ' άστρο της αυγής, Άδεια κι' άφωνη και μαύρη (99) Η Παράδεισω της γης.»
»Μ' έχει σημέρα μηνύση· Λ ί γ η ν ώρα α κ ό μ α ζ ω, Κ' εκατάπια το φαρμάκι Σαν αθάνατο νερό.»
«Όνειρο κοντό για μένα Νιότη, αγάπη και ζωή· Όλα ονείρατα 'ς τον κόσμο· Ναι, και ο θάνατος τα λυεί.»
»Πώς ευθύς δεν κατεβαίνεις; Πώς αργείς, γλυκειά ψυχή; Αχ! το ψυχομαχητό σου Θέλ' είν' άγριο και βαρύ.»
Τέτοια, ομπρός 'ς τους ήσκιους, όλους Εξυπνούσε τους ηχούς Το τραγούδι ερωτεμένο, Και τους έκανε γλυκούς (100).
Εκυττούσανε τα χέρια Και το μέτωπο της νιας, Οπού ετρέμαν τα λουλούδια Τα λαμπρά της παρθενιάς.
Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει· Έπαψ' η γλυκειά φωνή· Πέφτει τ' όμορφο κοράσι 'Σ την αγκάλη του εραστή (101).
1833
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Το δώμα τ' ολομόναχο Βροντούσε από τραγούδια· 'Σ τα χέρια και 'ς το μέτωπο Ετρέμαν τα λουλούδια (102) Της κορασιάς οπ' έλαμπε Σαν τ' άστρο της αυγής
Είναι αλαφρό το χώμα σου 'Σαν της ελιάς το φύλλο, 'Σαν της δροσιάς το στάλαμα· Μη σου βαρύνη αν χείλο Ανθρώπου δώση φίλημα 'Σ την πέτρα, που κρατείς.
Κι' αυτός γελάει που σ' έβαλε Τέτοια λαλιά 'ς το στόμα, Κι' ο κόσμος, οπού ετίμησες, Πατώντας του το χώμα, Αναγαλλιάζει η σπίθα του Και κατά σε πηδά.
ΟΧΤΑΣΤΙΧΑ
&Αγνώστων ποιημάτων.
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ευρώπη την κυττάει πώς θε να πράξη· Της Ευρώπης κυττάει κατά τα μέρη· Χωρίς όψη το πρόσωπο ν' αλλάξη, Απάνου εις τη ρομφαία βάνει το χέρι Βασιλικά, και με πολέμιαν τάξη Έκαμε νεύμα, οπού έλεγε· Α κ α ρ τ έ ρ ε ι. Και κατά την Ασία φριχτογυρίζει, Το δάχτυλο κινάει, και φοβερίζει.
ΤΑ ΔΥΟ ΜΝΗΜΑΤΑ
Τρεις φοραίς πολεμάει, και με την τρίτη Τα εγκάρδια προμηνύματα ακλουθάει· Σταίνει δύο κυπαρίσσια ομπρός 'ς το σπίτι. Και δύο μνήματα μαύρα οικοδομάει· Το φως του λαμπροτάτου αποσπερίτη 'Σ τα επιτύμβια κλαδιά λαμποκοπάει· 'Σ το ένα λαμποκοπάει και 'ς τ' άλλο μνήμα, Και γλυκά σέρνει κάτου ο ρύαξ το κύμα.
ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ
Στέκουν τα προβατάκια, — οπού το μάτι Για δαιδάλεα τα παίρνει από μακρύα, Και, αγκαλά και κανένα επεριπάτει, Έλεγες ότι σφάλλει η φαντασία· Έως οπού 'ς την κοιλάδα, άνθια γεμάτη, Τρέχουνε, δύο με δύο, και τρία με τρία, Και 'ς όλα της κοιλάδας τα περάσματα Λαλούν κουδούνια, αντιλαλούν βελάσματα.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ (103)
Η Κρήτη, λέγει, . . . . η γη ναι της Αντρείας. Για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας.
Αίμα ας γένη το κρασί 'ς του γάμου το ποτήρι. (104). . . . . Ω παλληκάρι, φεύγα· Πάρε μια φούχτα από τη γη την ποθητή σου κ' έβγα.
Ο ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Τρεις κόσμοι σφόδρα πολεμούν, κ' οι τρεις αντρειωμένοι· Ο τέταρτος, νά, φαίνεται 'ς τα μάτια, και δεν είναι (105).
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΥΡΙΑΣ ΑΓΓΛΙΔΑΣ
1
&(Μία φωνή 'ς ένα vnσάκι)&
Με τάνθη μας εμίσεψε· Ναύρ' άνθη σα γυρίση· Ετοίμασέ τε, κ' έφθασε· Δεν ημπορεί ν' αργήση· Μην είναι κείνη πώρχεται Με κάτασπρα πανιά;
2
&(Ένα Πνεύμα)&
Αθάνατε Φύλακα, οπού ο ουρανός κ' η θάλασσα σε βλέπουν και μένεις σιμά
Της όμορφης βασίλισσας της αποκοιμισμένης,
άφησέ με να κλείσω μέσα 'ς τα χέρια της το στεφάνι της κεφαλής μου, για να δοκιμάση αυτή, όταν ξυπνήση, όση χαρά εγώ αισθάνθηκα κυτταζοντάς την.
&(Άλλο Πνεύμα)&
Περίσσια γλυκομίλητο νέο πνεύμα της θαλάσσης (106), Τ' όμορφο πλάσμα δεν είναι 'ς τον ύπνο βυθισμένο.
3
Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κ' ευθύς εγιόμισ' άνθη.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ ΤΟΥ
'Σ τον καθρέφτη, π' ακέριαν εδέχτη (107) Τη γλυκεία της παρθένας εικόνα, Με του γάμου στολαίς και κορώνα, Ρήχνει τρεις η παρθένα ματιαίς. Τρεις κινώντας τριγύρου φοραίς.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ
1
Και είδανε το ξόδι σου με την κεροδοσιά του.
2
Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας, Πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα, Σ' ακαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φθάσης.
3
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . της ημέρας, Π' ο τρίτος άνθιζε 'ς εσέ θεοτικός Απρίλης (108), Με την ψυχή τρεμάμενη μέσ' 'ς τη χαρά του πόθου, Αχ! σ' έσταινα βασίλισσα 'ς της γης ταις ευτυχίαις, Ενώ 'λαις ταις δοκίμαζα κυττώντας τη θωριά σου. Στην πλάκα πέφτω (109), και θαρρώ πως δε θα σου βαρύνη, Παρθέν', από τα χείλη μου, κι' από τα γόνατά μου (110).
ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
1
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, άλλα μέσα Ανθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος. Αυγή ναι κι' άστραφτε γλυκά σα 'ς την αρχή της πλάσης, Κ' εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια 'ς τη δροσιά της (111).
2
Κρατεί 'ς το χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα· Ουρανός δένεται και γη 'ς την όμορφη ματιά της.
3
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι· Βρύσαις απλώνει τα κλαδιά το δέντρο 'ς τον αέρα· Μην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη· Γιατί τα φύλλ' αν είν' πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα. Το ψηλό δέντρ' ολόκληρο κ' ηχολογά κι' αστράφτει Μ' όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ' ουρανού τα φώτα. Σαστίζ' η γη κ' η θάλασσα κι' ο ουρανός το τέρας, Το μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς το ναό της φύσης (112),
Κι' αρμόζουν διάφορο το φως χίλιαις χιλιάδες άστρα, Χίλιαις χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα. 'Σ το δέντρο κάτου δέησιν έκαμ' η βοσκοπούλα· Τ' άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο. Τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης, Κι' ολόκληρ' η Παράδεισω διπλή Παράδεισώ ναι. Ποιος είχε πη που σου μέλλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια; Πού ναι το στήθος τ' όμορφο, που τέτοιους κόσμους έχει; 'Σ τ' αμπέλ' η κόρη κάθεται και παίζει με τ' αρνί της (113).
4
Γιατ' η ψυχή μου μώλεγε συχνά 'ς το στήθος μέσα· 'Σ τον κόσμο την αγάπη σου παρά πολύ μη βάνης, Και τ' άστρα μ' όλο τους το φως κυττούν μ' ερωτεμένα, Και ρόδο μέσα μου πολύ, κρίνος πολύς, ανθίζει.
5
Πολλαίς φοραίς σ' αγκάλιασα . . . . . . Πολλαίς με την αγάπη μου και με το πέταμά μου.
6
Πέταμα και κειλαϊδισμό . . . . . . 'Σ τον πολυαγαπημένο τους ήλιο που βασιλεύει.
7
_Τα διάφορα χρώματα του δειλινού_, Οπού δεν έχουν όνομα κ' έχουν περίσσια κάλλη.
8
Όσαις μακρυά παίρνουν μορφαίς οι στρούνοι 'ς τον αέρα
9
Εδώ δεν έλειψε ποτέ λουλούδι και πουλάκι.
10
Μακρύς ο λάκκος π' άνοιξε και κλει το γίγαντά μου (114).
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ (115)
1
_Ο Βρυέννιος άγρυπνος ενώ ο εχθρός του κοιμάται·_
«Και συ, ανθισμένο κλαδί, οπού αυτός εκρέμασε το σπαθί του,
Η παρατήρηση του σοφού της Γερμανίας, και η σκέψις ότι εις εκείνον τον ανήθικον αιώνα έτυχε να ανθίση, κατά την ιστορική μαρτυρία, τούτο το υψηλό φρόνημα, επαρακίνησαν τον Σολωμό να σχεδιάση ένα ποίημα, εις το οποίον ιδανοποιούσε τον Βρυέννιο, τον επαράσταινε ότι αισθάνεται όλη τη διαφθορά της εποχής του, και ότι ενταυτώ προαισθάνεται λαμπρότατα το μέλλον αυτού του ξεπεσμένου Ελληνικού Έθνους. Θα κλείσω (μου έλεγε ο ποιητής) εις την ψυχή του το μέλλον της Ελλάδας.
Του συνθέματος τούτου, το οποίον αγνοώ αν ο ποιητής ετελείωσε, δεν σώζονται εις τα ευρισκόμενα χειρόγραφα ειμή τα εξής ολίγα, και αυτά ήθελε μείνουν ακατανόητα, αν δεν εγνώριζα κάτι του σχεδίου.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
του κάκου με προσκαλείς εις τη ζωή και μου δείχνεις τον τρόπο να τη γλυτρώσω. Αν ποτέ . . . . κάνω γλήγορα να τον ξυπνήσω.»
2
_Έβλεπε εις πόση ματαιότητα είχε βυθισθή το Έθνος, και χαρακτηρίζει τον Έλληνα του καιρού του με τα ακόλουθα λόγια·_
«Και το θείον αίσθημα, με το οποίο πλησιάζει τη θεότητα, ως και αυτός με όλους τους ναούς του, είναι, καθώς όλα τα άλλα,
Απάνου 'ς τ' άδειο της ψυχής πολύτιμο στολίδι».
3
_Ο νους του εβυθίζετο εις το μέλλον, κ' έλεγε προς την Ελλάδα._
«Εγώ σε ασπάζομαι εις το μέλλον εντυμένην με άπειρη δόξα· . . . . . . . . . . . . . . . η ψυχή μου εδέχτη Τον ήλιο της ελπίδας μου, ήλιο με δίχως γνέφι. Και με τους ήχους τ' αηδονιού θεοτικά τη θρέφει».
4
Στενός ο τόπος, σκοτεινός, κ' εβρόντουνε από γέλια.
5
Μ' αρέσει, δρυ, να σε θωρώ μέσ' 'ς τουρανού τ'ς αγκάλαις.
Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ
XVIII
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Εκύτταα, κ' ήτανε μακρυά ακόμη τ' ακρογιάλι· Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι! Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω 'ς τ' άλλο, Πολύ κοντά 'ς την κορασιά με βρόντημα μεγάλο· Τα πέλαγα 'ς την αστραπή κι' ο ουρανός αντήχαν (116) Οι ακρογιαλιαίς και τα βουνά μ' όσαις φωναίς κι' αν είχαν.
XIX
Πιστέψετε π' ό,τι θα πω είν' ακριβή αλήθεια, Μα ταις πολλαίς λαβωματιαίς, που μώφαγαν τα στήθια (117), Μα τους συντρόφους, πώπεσαν 'ς την Κρήτη πολεμώντας, Μα την ψυχή, που μ' έκαψε τον κόσμο απαρατώντας (Λάλησε, Σάλπιγγα! κ' εγώ το σάβανο τινάζω, Και σχίζω δρόμο και τ'ς αχνούς αναστημένους κράζω (118)· «Μην είδετε την ομορφιά, που την κοιλάδα αγιάζει; »Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι' ό,τι σας μοιάζει. »Καπνός δε μένει από τη γη νιος ουρανός εγίνη·
»Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ, και θα κριθώ μ' αυτήνη.» — «Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια (119) »'Σ τη θύρα της Παράδεισως που εβγήκε με τραγούδια· »Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της, (120) »Κ' έδειχνεν ανυπομονιά για νά μπη 'ς το κορμί της· »Ο Ουρανός ολόκληρος αγροίκαε σαστισμένος, »Το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος (121) »Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει· »Όμως κυττάζει εδώ κ' εκεί, και κάποιονε γυρεύει.»)
XX
Ακόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . . . . . . . . Κ' η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει, Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα, Σαν περιβόλι ευώδησε κ' εδέχτηκε όλα τ' άστρα (1224)· Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν' αφήση (123). Δεν είν' πνοή 'ς τον ουρανό, 'ς τη θάλασσα, φυσώντας Ούτε όσο κάνει 'ς τον ανθό η μέλισσα περνώντας (1246) Όμως κοντά 'ς την κορασιά, που μ' έσφιξε κ' εχάρη,
Εσειότουν τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι (125) Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει, Κι' ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη. Έτρεμε το δροσάτο φως 'ς τη θεϊκιά θωριά της, 'Σ τα μάτια της τα ολόμαυρα και 'ς τα χρυσά μαλλιά της.
XXI
Εκύτταξε τ' αστέρια, κ' εκείνα αναγαλλιάσαν, Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν· Κι' από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνη, Κυπαρισσένιο ανάερα τ' ανάστημα σηκώνει, Κι' ανεί τ'ς αγκάλαις μ' έρωτα και με ταπεινοσύνη, Κ' έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλωσύνη. Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει, Κ' η χτίσις έγεινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει. Τέλος 'ς εμέ που βρισκόμουν ομπρός της μέσ' 'ς 'τα ρείθρα, Καταπώς στέκει 'ς το Βοριά η πετροκαλαμήθρα, (126)
Όχι 'ς την κόρη, αλλά 'ς εμέ την κεφαλή της κλίνει· Την κύτταζα ο βαρυόμοιρος, με κύτταζε κ' εκείνη. Έλεγα πως την είχα ιδή πολύν καιρόν οπίσω, Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο, Κάνε την είχε ερωτικά ποιήση ο λογισμός μου (127), Καν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου· Ήτανε μνήμη παλαιή (128), γλυκειά, κι' αστοχισμένη, Που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει· Σαν το νερό, που το θωρεί το μάτι ν' αναβρύζη Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι' ο ήλιος το στολίζει (129) Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα, Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα, Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου, Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου· Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου Βλέπουνε μέσ' 'ςτην άβυσσο (1304) και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου, Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου· «Κύττα με μέσ' 'ςτα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι (131) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
»Όμως εξέχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου· »Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν, »Την αδελφή μου ατίμησαν, κι' αμέσως την εσφάξαν, »Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ, »Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι »'Σ την Κρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . »Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχταις μου κ' εβγήκα (132) »Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να χω· »Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο (133).
XXII
Εχαμογέλασε γλυκά 'ς τον πόνο της ψυχής μου, Κ' εδάκρυσαν τα μάτια της, κ' έμοιαζαν της καλής μου Εχάθη, αλιά μου! αλλ' άκουσα του δάκρυου της ραντίδα 'Σ το χέρι, πού χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα — (134) Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι, Π' αγνάντευεν Αγαρηνό κ' εγύρευε μαχαίρι. Χαρά δεν τού 'ναι ο πόλεμος· τ' απλώνω του διαβάτη Ψωμοζητώντας, κ' έρχεται με δακρυσμένο μάτι Κι' όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν, Αργά, κι' ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν, Και μέσα 'ς τ' άγρο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάη,
Κ' η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάη, (135) Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι' ο νους μου κινδυνεύει, Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει· Τα κύματα έσχιζα μ' αυτό, τ' άγρια και μυρωδάτα, (136) Με δύναμη, που δεν είχα μήτε ς τα πρώτα νιάτα, Μήτε όταν εκρατούσαμε, πετώντας τα θηκάρια, Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια, Μήτε όταν τον μπομπο-Ισούφ και τ'ς άλλους δύο βαρούσα Σύρριζα ς τη Λαβύρινθο π' αλαίμαργα πατούσα. 'Σ το πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου Κ' αυτό μου τ' αύξαιν', — έκρουζε 'ς τη πλεύρα της κυράς μου. (137) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Αλλά το πλέξιμ' άγουε, και μου τ' αποκοιμούσε, (1384) Ήχος, γλυκύτατος ήχος, οπού με προβοδούσε Δεν είναι κορασιάς φωνή 'ς τα δάση που φουντώνουν, Και βγαίνει τ' άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν, Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει, Του δένδρου, και του λουλουδιού, που ανοίγει και λυγάει· Δεν είν' αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του Σε ψηλούς βράχους κι' άγριους, όπ' έχει τη φωλιά του, Κι' αντιβουύζει ολονυχτής από πολλή γλυκάδα Η θάλασσα πολύ μακρυά, πολύ μακρυά η πεδιάδα, Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλυωσαν τ' αστέρια,
Κι' ακούει κι' αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια (139) Δεν είν' φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ' αγροίκαα μόνος 'Σ τον Ψηλορίτη, οπού συχνά μ' ετράβουνεν ο πόνος, Κ' έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπη, Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κ' οι κάμποι (140) Κ' ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα, Κ' εφώναζα ω θεϊκιά, κι' όλη αίματα Πατρίδα! Κι' άπλωνα, κλαίοντας, κατ' αυτή τα χέρια με καμάρι(141) Καλή ν' η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι. Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζη, Ίσως δε σώζεται 'ς τη γη ήχος, που να του μοιάζη (1424) Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . . . . . . . . Δεν ήθελε τον ξαναπή ο αντίλαλος κοντά του. Αν είν' δεν ήξερα κοντά, αν έρχωνται από πέρα· Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομίζαν τον αέρα, Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . . . . . . . . . .
Μόλις είν έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος. Μ' άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά μπη δεν ημπόρει Ο ουρανός, κ' η θάλασσα, κ' η ακρογιαλιά, κ' η κόρη Με άδραχνε, και μ' έκανε συχνά ν' αναζητήσω Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω. Έπαψε τέλος, κι' άδειασεν η φύσις κ' η ψυχή μου, Που εστέναξε, κ' εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου· Και τέλος φθάνω 'ς το γιαλό την αρραβωνιασμένη, Την απιθώνω με χαρά, κ' ήτανε πεθαμένη (143).
1833
Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ (144)
1
Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου (145)· Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακρυά, και πέρα Μακρυά πο την Παράδεισω, και συ 'ς εσέ χεις μέρος Μέσα 'ς τα στήθια σου τ' ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;
2
Κυττάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου, Ναι πρώτη, αλλ' όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου! (1464)
3
«Χιλιάδες άστρα 'ς το λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα!» (147)
4
«Γελάς και συ 'ς τα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο.»
5
«Κοντά ναι το χρυσόφτερο, και κατά δω γυρμένο, Π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα, Και κει γροικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη (148), Και κει τραυά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πώχει Γλυκά δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου, Και τ' άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλη. (149) Πουλί, πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου, Ευτυχισμός ά' δεν είναι το θαύμα της φωνής σου, Καλό ς τη γη δεν άνθισε, 'ς τον ουρανό, κανένα. Αλλ' αχ! να δώσω μία πλεξιά, και νά μαι κει φθασμένος, Ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς, και νά μαι γυρισμένος, Με δυο φιλιά της μάννας μου, με φούχτα γη της γης μου» (1504)
6
«Φιλώ τα χέρια μ' και γλυκά το στήθος μ' αγκαλιάζω Ανοιχτά πάντα κι' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου. Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»
7