Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 7

Chapter 726 wordsPublic domain

Αι επιστολαί αύται, της εθνοσυνελεύσεως διαλυθείσης ήδη, μετά χαράς ανεγνώσθησαν εν τη Βουλή και προυξένησαν μεγίστην παρηγορίαν και διεβεβαίωσαν περί της προσεχούς αφίξεως του Κυβερνήτου, περί του οποίου τινές διέδιδον ότι δεν απεδέξατο την υψηλήν της πατρίδος πρόσκλησιν. Εκ της πρώτης μάλιστα επιστολής μανθάνομεν ότι το εκ της πωλήσεως των επίπλων αυτού ποσόν εις 2,000 λιρών αγγλικών ανερχόμενον απέστειλε προς τον εν Κερκύρα διαμένοντα αδελφόν Βιάρον όπως εγχειρίση αυτάς τη προσωρινή κυβερνήσει και ότι έγραψε προς τους εν τω εξωτερικώ (Μόσχαν, Οδησσόν, Λιβόρνον, Τεργέστην και Βενετίαν) Έλληνας, οίτινες έπεμψαν εις Ελλάδα περί τας 100,000 φράγκων, όπως επαρκέσωσιν εις τας πρώτας ανάγκας της πατρίδος, την _αντικυβερνητικήν επιτροπήν_ της οποίας διαβεβαίωσεν ότι προσεχώς αι ευεργέτιδες δυνάμεις θα εφρόντιζον περί του δανείου.

Προς τούτοις, ο Καποδίστριας εν Λονδίνω διαμένων τη 31 Αυγούστου 1827 απηύθυνε προς τα τρία ανακτοβούλια των την σύμβασιν της 24]6 Ιουλίου υπογραψασών δυνάμεων το επόμενον Υπόμνημα δι' ού εξαιτείται χρηματικάς βοηθείας, όπως δυνηθή να ενεργήση τα προς διευθέτησιν των της Ελλάδος. Το Υπόμνημα τούτο έχει ώδε:

«Η εν Λονδίνω συνθήκη της 6 Ιουλίου αναγγέλλει ότι η χύσις του αίματος και τα δυστυχήματα όσα από του 1821 ερημούσι τα προς Ανατολάς, και βάλλουσιν εις κίνδυνoν τα μέγιστα συμφέροντα, θα παύσωσι, και επομένως δεν θα διαταραχθή εκ τούτων η ειρήνη, την οποίαν η Ευρώπη απολαύει διότι προς τον σκοπόν τούτον αι δυνάμεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας προσφέρουσι διά της μεσιτείας και εγγυήσεώς των, προς μεν τον Σουλτάνον έντιμον με την Ελλάδα ειρηνοποίησιν, προς δε τους Έλληνας τον τρόπον του ν' απαλλαγώσιν από την ολεθρίαν απομόνωσίν των, να βελτιώσωσι την ενεστώσαν κατάστασίν των και τέλος να ελπίσωσιν ευτυχέστερον μέλλον. Αλλά τα μυστικοσυμβούλια αυτών, μελετώντα τας περιστάσεις όσαι δύνανται να βραδύνωσιν ή να επενέγκωσι δυσνίκητα εμπόδια εις την κατορθώσιν της σωτηριώδους όλα θέσεώς των, και ζητούντα να προλάβωσιν ή να υπερνικήσωσιν όλα ταναντία, θα καταπεισθώσιν ότι δεν θα φθάσωσι τον σκοπόν των δυνάμεων ευτυχώς πως, ειμή μόνον απαλλάττοντα την Ελλάδα όσον τάχιον από την αθλιωτάτην και αξιοθρήνητον κατάστασιν, εις την οποίαν έφθασεν εξ αιτίας του οκταετούς εξολοθρευτικού πολέμου και των εξ αυτού συμφορών.

Εν υποθέσει ότι οι Τούρκοι αποδέχονται ή απορρίπτουσι την μεσιτείαν των Δυνάμεων, θα εξετάσωμεν εν συντόμω με ποίον τρόπον αι Δυνάμεις αύται θα κατορθώσωσιν, ώστε να πληρωθώσιν αι ευχαί των και αι ευχαί της Ευρώπης και της ανθρωπότητος. Εν υποθέσει ότι οι Τούρκοι και οι Έλληνες αποδέχονται την συνθήκην της 6 Ιουλίου, ότε ήρχισαν αι πραγματικαί διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών, και τέλος έγεινε σύμβασις διά της μεσιτείας και υπό την εγγύησιν των τριών Δυνάμεων. Εις την παρούσαν κατάστασιν της Ελλάδος, και καθ' ήν θα ευρεθή αύτη αφ' ού παύσωσιν αι εχθροπραξίαι, ποίαν ηθικήν ή υλικήν εγγύησιν θα δυνηθή να προσενέγκη αμοιβαίως εις τας Δυνάμεις η Κυβέρνησίς της, και πώς θα τολμήση να τας βεβαιώση ότι θα εκπληρώση τα υπεσχημένα; Και αν θα υποσχεθή με τον επισημότερον τρόπον κατά τούτο, ποίους τρόπους έχει εις την διάθεσίν της, ώστε να δυνηθή να τα εκπληρώση; Προ τριών οι Έλληνες δεν υπάρχουσιν, ουδέ πολεμούσιν, ειμή διά των βοηθημάτων, τα οποία χρεωστούσιν εις την ελεημοσύνην των Χριστιανών της Ευρώπης. Αι γαίαι των εις τε την Πελοπόννησον και εις την Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα είναι αγεώργητοι, αφ' ότου οι Τούρκοι φέρουσιν εκεί την ερήμωσιν και τον θάνατον διότι οι γεωργοί φέρουσι τα όπλα, και αι οικογένειαί των ή ηχμαλωτίσθησαν ή διεσκορπίσθησαν εις τας νήσους, ή κατέφυγον εις βράχους απροσίτους. Αι κώμαι, τα χωρία και αι πόλεις της Ελλάδος κατεστράφησαν και κατήντησαν ερείπια και ερημίαι· άλλο δεν έμεινεν εις τους κατοίκους της, ειμή ο αρχαίος χαρακτήρ αυτών, και η ομόφωνος και αμετάθετος απόφασίς των, να μη υποκύψωσιν εις τον ζυγόν του Τούρκου ή άλλου τινός ξένου. Αλλ' οι ούτως ευγενώς διατεθειμένοι Έλληνες, λαός και αρχηγοί, εξ αιτίας του πολέμου, και των εξ αυτού δεινών και της αναρχίας δεν θέλουσι να κατασταθή Κυβέρνησις ισχυρά, και δυναμένη να διομολόγηση και να εκπληρώση τα διωμολογημένα σύμφωνα με την συνθήκην της 6 Ιουλίου, και την απόφασιν των μεσιτευουσών Δυνάμεων. Και από ποίαν εντόπιον πηγήν ηθικήν ή χρηματικήν οποιαδήποτε Κυβέρνησις θα εξαρτύση εις την Ελλάδα σήμερον την επιρροήν της, την υπόληψίν της, την εξουσίαν της, και τους τρόπους να ενεργήση τα χρέη της; Είναι το αυτό ή ως αν ήθελε να μη γνωρίση τις την φύσιν των ανθρώπων, ή να κρίνη προκατειλημμένως και αδίκως περί του φονικού πολέμου των Ελλήνων, αν θελήση να τους ονειδίση διά την εξ αυτών αθλίαν κατάστασίν των; ή να βάλη βάσιν εις εγγύησίν τινα συνισταμένην εις πράξιν υπογεγραμμένην από την Κυβέρνησίν του, Κυβέρνησιν πολιορκουμένην από παντοίας επειγούσας ανάγκας, και κατακυριευμένην από την αυτογνώμονα θέλησιν παληκαρίων, των οποίων η κακομοιρία αποτελεί την δύναμιν, και των οποίων η απελπισία δικαιώνει πολλάκις τας καταχρήσεις. Και όμως ποίαν εγγύησιν ηδύναντο αι δυνάμεις να λάβωσιν από την Ελλάδα διά να εγγυηθώσιν ωσαύτως εκ μέρους των εις τους Τούρκους, ότι οι Έλληνες θα εκτελέσωσι τας αποφάσεις, τας οποίας θα κάμωσι μεσολαβούσαι; Άλλον τρόπον δεν έχουσι προς τούτο, ειμή να καταλάβωσι στρατιωτικώς ωχυρουμένας τινάς θέσεις, ή κανέν φρούριον, ή καμμίαν νήσον. Αλλά τούτο δεν συμβιβάζεται με την συνθήκην της 6 Ιουλίου και με τον ειρηνοποιόν σκοπόν των. Οι αυτοί στοχασμοί γίνονται εναργέστεροι εν υποθέσει ότι η Πύλη θ' απορρίψη την μεσιτείαν των.

«Είμεθα πεπεισμένοι ότι οι Έλληνες θα προθυμηθώσι να συναινέσωσιν εις την ειρημένην συνθήκην, έχοντες εντελή εμπιστοσύνην εις τους χριστιανικούς και καλοκάγαθους σκοπούς των συμμάχων Δυνάμεων.

«Αλλά εις την παρούσαν κατάστασίν των όλως γυμνοί και άποροι όντες θα παρέβαινον το πρώτον και ιερώτερον χρέος των, αν δεν εζήτουν από τους βασιλείς βοήθειάν τινα, διά ν' αποφύγωσι τους απείρους κινδύνους, εις τους οποίους τους ρίπτουσιν αφ' ενός η παντελής έλλειψις τροφών, και αφ' ετέρου αι προσπάθειαι των Τούρκων να κατακτήσωσι την Πελοπόννησον, εν ώ χωρίς της ετοίμου βοηθείας των Δυνάμεων θ' απολεσθώσιν ήδη, ότε αύται απεφάσισαν να τους σώσωσιν. Είναι δε πιθανόν να τους φυλάξη και τώρα η θεία Πρόνοια θαυματουργούσα· πλην αυτοί θα εξακολουθήσωσι παλαίοντες εναντίον τριών εχθρών επίσης φοβερών, της παμπτωχείας, της αναρχίας και των Τούρκων, αλλ' όχι βέβαια μη προξενούντες λίαν δεινά και κινδυνώδη αποτελέσματα τόσον δι' εαυτούς, όσον και διά την διατήρησιν της ειρήνης εις τον Βόσπορον. Και αν δε οι συμμαχικοί στόλοι εμποδίσωσι τον Ιμπραχίμ να λάβη νέας δυνάμεις από την Αίγυπτον, τάχα δεν είναι φόβος μη λάβη από την Ήπειρον και την Αλβανίαν βοήθειαν στρατευμάτων, διά ν' εξακολουθήση ακμαίως τον πόλεμον, και να καταθραύση τα λείψανα των λαών, των καταφυγόντων υπό τα τείχη του Ναυπλίου και δύο άλλων φρουρίων, και τότε να παραδοθώσιν εις αυτόν αι πεινώσαι φρουραί παραδίδουσαι τα φρούρια αυτά; Εν υποθέσει τέλος ότι, ο Ιμπραχίμ θα βιασθή να σταθή ή και να φύγη από την Πελοπόννησον, τάχα τα φρούρια όσα μένουσιν εις την εξουσίαν των Τούρκων είναι δυνατόν να παραδοθώσιν επί συνθήκη εις την Κυβέρνησιν, μη δυναμένην να τους υποχρεώση εις τούτο, και ως εκ των προτέρων μη έχουσαν καμμίαν υπόληψιν εις τους πλουσίους και δυνατούς των Τούρκων, οίτινες είναι τα νεύρα των φρουρών των; μενόντων άρα φρουρίων εν τη Πελοποννήσω εις την εξουσίαν των Τούρκων, δύνανταί ποτε να ελπίσωσιν αι Δυνάμεις να εκτελεσθή διά μέσου διαπραγματεύσεων το β' άρθρον της συνθήκης, το ορίζον παντελή διαχωρισμόν των δύο εθνών προς αποφυγήν νέων μεταξύ αυτών συγκρούσεων;

«Αν αφ' ετέρου οι Τούρκοι ισχυρογνωμούντες εξακολουθήσωσι τον κατά των Ελλήνων πόλεμον, και αν νέαι καταστροφαί εφελκύσωσι την συμπάθειαν της Ευρώπης επί τους Έλληνας, δεν θα αναγκασθώσιν αι Δυνάμεις να παραδεχθώσι δραστηριώτερα μέτρα, τα οποία θα αποτελέσωσιν ό,τι αύται επιθυμούσι να αποφύγωσιν, ό εστι τον πόλεμον;

«Αλλ' αι Δυνάμεις δεν έχουσι να φοβηθώσι τοιούτον τι, αν προμηθεύσωσιν ολίγα βοηθήματα εις τους Έλληνας, ώστε να δυνηθώσιν ούτοι να συστήσωσι κυβέρνησιν, δυναμένην να ενεργή σταθερώς και προς ένα σκοπόν αμετάτρεπτον τα τε στρατιωτικά και ιδιωτικά χρέη της, ήτις, αφ' ού ανακαλύψη εις το έθνος τους κεκρυμμένους πόρους του, να τω χορηγήση τους τρόπους του να επαρκέση εντός ολίγου εις εαυτό, και να εκπληρώση εντίμως ό,τι αν ήθελεν υποσχεθή η Κυβέρνησίς του, καίτοι εξακολουθούσα τον κατά των Τούρκων πόλεμον.

«Αφ' όλα τα εκβιαστικά μέτρα, όσα απαιτούνται να εκπληρωθεί η συνθήκη της 6 Ιουλίου, το να δώσωσιν εις τους Έλληνας διά τινων βοηθημάτων την δύναμιν να την εκτελέσωσι, θα ήτο το μόνον όπερ συνάδει παντελώς με το πνεύμα και με τον σκοπόν της. Τούτο μόνον θα καταπείση τον Σουλτάνον ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις θέλουσιν αφεύκτως την ειρήνην της Ανατολής διά της σωτηρίας των Ελλήνων. Τούτο μόνον δύναται να βιάση τους Τούρκους να συναινέσωσιν εις ό,τι θέλουσιν αι Δυνάμεις, και επομένως να μη χρειασθώσιν αύται άλλα μέτρα, τα οποία δύνανται να κινήσωσιν εις αμέσους εχθροπραξίας την Αγγλίας, Γαλλίαν, Ρωσίαν και Τουρκίαν.

«Τούτου δοθέντος, τα Μυστικοσυμβούλια των συμμάχων θα έκρινον εύλογον να δηλοποιήσωσιν εις την Πύλην ότι αι Δυνάμεις σέβονται τας αποφάσεις της, και δεν θέλουσι να την βιάσει να τας μεταβάλει· πλην διά τους αυτούς λόγους δεν μεταβάλλουσα και αύται τας ιδικάς των, και επομένως θα εκπληρώσωσι τα της συνθήκης πιστώς, διατηρούσαι φιλικάς σχέσεις με τους Έλληνας. Αν δε τούτο θεωρηθή από την Πύλην ως εχθροπραξία, αύτη δύναται να κηρύξη τον πόλεμον εις τας μεσολαβούσας Δυνάμεις και τότε θα λάβωσι και αύται αμυντικά μέτρα υπέρ εαυτών· αλλ' είναι δυνατόν να υποτεθή ότι ετυφλώθη τόσον, ώστε να κηρύξη τω όντι πόλεμον κατά της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και ούτω να εκθέση την μητρόπολίν της εις το να πάθη υπό της πείνης εντός ολίγου και ίσως να προκαλέση την πτώσιν της αυτοκρατορίας; τι άρα μέλλει να πράξη; ή θα φυλάξη σιωπήν, ή θ' αποκάμη απαιτούσα να παύσωσιν αι τοιαύται σχέσεις, και τούτο θα συντελέση επί πλέον να διατηρηθή η ειρήνη εις τον Βόσπορον· ο δε χρόνος θα δώση τέλος εις τα της συνθήκης και ίσως θα δώση τέλος αναγκάζων και όλας τας Δυνάμεις της Ευρώπης να συναινέσωσιν εκουσίως εις αυτήν.

«Αλλά χορηγούσαι εις τους Έλληνας τ' απαιτούμενα βοηθήματα αι Δυνάμεις δεν λαμβάνουσι τάχα πραγματικώς μέρος ενεργόν εις τας μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξίας, αντιβαίνουσαι εις την συνθήκην, και δεν εκτρέπονται από τον οποίον εχάραξαν εις εαυτάς όρον, επ' ελπίδι να υποχρεώσωσι τους Τούρκους να δεχθώσι την μεσιτείαν των; Η παρουσία εις το Αρχιπέλαγος των συμμαχικών στόλων, και η εκ τούτων συνάφεια και αι σχέσεις των Δυνάμεων με τους Έλληνας απαντώσιν εις αυτάς τας ενστάσεις, και μάλιστα φαίνεται ότι νομιμοποιούσιν εις τα όμματα των Τούρκων την οποίαν οι Έλληνες επικαλούνται βοήθειαν. Πλην και διατί αι Δυνάμεις δεν δηλοποιούσιν εις τους Τούρκους, ότι θέλουσι να επιτύχωσι τον σκοπόν, θέλουσι σταθερώς και αμεταθέτως τα προς τον σκοπόν αυτόν φέροντα, και ότι επομένως εχορήγησαν βοηθήματα εις τους Έλληνας, είτε διά να τους βάλωσιν εις θέσιν να εκπληρώσωσι προς την Πύλην αυτήν (αν δεχθή την μεσιτείαν) ό,τι αν υποσχεθώσι δυνάμει της συνθήκης, είτε διά να τους προμηθεύσωσι τους τρόπους του να υπάρξωσι και υπερασπίσωσιν εαυτούς εις περίπτωσιν, καθ' ήν η Πύλη τυφλώττουσα ως προς τα διά της συμφέροντα, ήθελεν απωθήσει την οποίαν αι Δυνάμεις τη ορέγουσι χείρα βοηθείας;

«Η αλήθεια, αν και λυπηρά, πλήττει όλας τας διανοίας, και οι Τούρκοι αυτοί, τέλος πάντων, θα την γνωρίσωσιν, ώστε, αν ήναι τρόπος να τους βιάσει να υποχωρήσωσιν εις την ανάγκην χωρίς πολέμου, άλλος τρόπος δεν φαίνεται ειμή μόνος ο παρ' ημών προβαλλόμενος· ούτως αι σύμμαχοι Δυνάμεις με ένα μόνον λόγον και διά τινος βοηθείας, ήτις θα τας επιβάλη θυσίας ακαριαίας και μη ανάλογους με τους οποίους θα προκαταλάβη κινδύνους, θ' αποσκεδάσωσι τους φόβους του πολέμου εις τον Βόσπορον, και θα σώσωσι την Ελλάδα. Εξηγούμεν τον στοχασμόν μας. Τραπεζίται αξιοσέβαστοι είναι έτοιμοι να συμφωνήσωσι με την Ελλάδα δάνειον ενός εκατομμυρίου λιρών στερλινών προς ογδοήντα ή ογδοήντα πέντε καθ' εκατόν και με τόκον προς πέντε καθ' εκατόν· όμως απαιτούσι την εγγύησιν της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας διά τα επιμερίσματα του αυτού δανείου. Αν λοιπόν αι Δυνάμεις δώσωσι την εγγύησίν των, θα υποχρεωθώσι να πληρώσωσιν είκοσι χιλιάδας λίρας κατ' έτος εκάστη, και εκτός των τόκων χρεώλυτρον προς έν καθ' εκατόν, και η δόσις αυτή δεν θ' απαιτήται εις χρήματα, διότι οι Τραπεζίται δανεισταί υπόσχονται να την πληρώνωσιν αυτοί, λαμβάνοντες αναγραφάς ισαξίας επί του μεγάλου βιβλίου του Δημοσίου χρέους εκάστης κυβερνήσεως. Το δ' εκ τούτου κεφάλαιον εις την διάθεσιν της Ελλάδος τιθέμενον, αφ' ενός μεν θα χρησιμεύση εις εξόφλησιν των δύο δανείων του Λονδίνου, αφ' ετέρου δε θα χορηγήση εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τα μέσα να διευθετήση τα προς άμυναν της Ελλάδος, και να βάλη εις ενέργειαν τους πόρους της.

«Η δε διάρκεια της εγγυήσεως αυτών θα είναι πραγματικώς ολιγοετής· διότι δεν θα επεκταθή ειμή άχρι της ημέρας εκείνης, καθ' ήν η Ελλάς απολαύουσα πάλιν δημοσίας πίστεως και χρήσιμα τα σημαντικά πλούτη των γαιών της κατασταίνουσα, θα εύρη ευκόλως τους τρόπους να συμφωνήση υπό την ιδίαν της εγγύησιν νέον δάνειον, ότε και θα εκπληρώση τας υποχρεώσεις της προς τας Δυνάμεις. Αν όμως προτιμήσωσιν αύται να δανείσωσιν αμέσως εις τους Έλληνας ποσότητά τινα, άπαξ πληρωτέαν, και να λάβωσιν ευλογοφανή τόκον και εγγύησιν οποίαν εγκρίνουσι, τότε η ποσότης αύτη, διά να επαρκέση εις τας σημερινάς ανάγκας και εις τους ανωτέρω εκτεθειμένους σκοπούς, δεν πρέπει να είναι ολιγωτέρα των εννεακοσίων χιλιάδων λιρών στερλινών, τριακοσίων δηλαδή χιλιάδων δι' εκάστην δύναμιν. Αν τέλος πάντων αι Δυνάμεις δεν δέχονται ούτε το έν ούτε το άλλο, πάλιν ευεργετούσι την Ελλάδα μεγάλως, αν παραδεχθώσιν από της σήμερον την ανάγκην και το κατεπείγον βοηθείας τινός χορηγηθησομένης εις αυτήν, και θελήσωσι να δηλοποιήσωσιν εις το πρωτόκολλον των συνδιαλέξεων των εν Λονδίνω πληρεξουσίων των ότι, αφ' ού δεχθώσιν οι Έλληνες την συνθήκην της 6 Ιουλίου, τους δανείζουσιν ομού και αι τρεις την ποσότητα . . . . ή προσφέρουσιν εις την Κυβέρνησίν των το υποστήριγμα της ιδίας αυτών πίστεως διά να τους βάλωσιν εις θέσιν να συμφωνήσωσι νέον δάνειον. Η δηλοποίησίς των θα μένη προς ώρας μυστική γενομένη δε προς το ενδεχόμενον δεν θα βάλη εις κίνδυνον ουδενός τα συμφέροντα, και η ελληνική κυβέρνησις θα την μεταχειρισθή είς τινας τραπεζίτας τιμίους και διακριτικούς, να λάβη παρ' αυτών άμεσα βοηθήματα, τα οποία ήδη ήθελον συντελέσει ουσιωδώς εις την σωτηρίαν των Ελλήνων. Τούτων μη γενομένων, άλλο δεν μένει εις αυτούς ειμή να επικαλεσθώσι την Θείαν πρόνοιαν, και ν' αφεθώσιν εις την τύχην των· αλλά τότε δεν θα βαρύνη επ' αυτούς ουδεμία ευθύνη συνεπείας της παντελούς στερήσεως και απελπισίας των. Αποφεύγομεν τους λόγους, δι' ών θα απεδεικνύομεν πόσον θα ωφέλει, αν εδίδετο σήμερον βοήθεια τις εις τους Έλληνας και μόνον λέγομεν ότι θα προελάμβανε μεγαλειτέρας θυσίας τόσον εις την περίπτωσιν, καθ' ήν ούτοι δεχθέντες μεσιτείαν, δεν θα ευρίσκοντο εις κατάστασιν να εκπληρώσωσιν ό,τι υποσχεθώσιν, όσον εις την περίπτωσιν καθ' ήν αι Δυνάμεις θα ηναγκάζοντο να καταφύγωσιν εις άμεσα εκβιαστικά μέτρα ώστε να υποχρεώσωσι την Πύλην να δεχθή την μεσιτείαν. Αποφεύγομεν τέλος ν' αναπτύξωμεν όλας τας ωφελείας, όσαι θα πηγάσωσι μετ' ολίγον από την τοιαύτην βοήθειαν, και μόνον λέγομεν ότι αύτη θα επενέγκει τας εκ της συνθήκης της 6 Ιουλίου εμπορικάς σχέσεις μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδος.»

Μετά ταύτα δε μεταβάς εκ Λονδίνου εις Βρυξέλλας εκείθεν εις Παρισίους τη 20 Σεπτεμβρίου 1827 απηύθυνε προς τα μυστικοσυμβούλια των τριών Δυνάμεων την επομένην διακοίνωσιν:

«Αι Αυλαί της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, την μεσιτείαν των προσφέρουσαι εις τους Τούρκους τους Έλληνας, κατά την συνθήκην της 6 Ιουλίου, επρότειναν και άμεσον ανακωχήν όπλων. Και οι μεν Έλληνες εδέχθησαν την μεσιτείαν, ειπόντες ότι ήσαν έτοιμοι να συμφωνήσωσι μετά των Τούρκων περί της ανακωχής αυτής. Η δε Πύλη απέρριψε τας προτάσεις των αντιπροσώπων των μεσιτευουσών αυλών, ο Αιγυπτιακός στόλος συγκείμενος από ογδοήντα τέσσαρα πλοία, εξ ών τα σαράντα Αυστριακά, έφθασε την 28 Αυγούστου, εις Νεόκαστρον. Αι σύμμαχοι αυλαί προνοούσαι, εφρόντισαν από τον Ιούνιον να εμποδίσωσι διά φιλικών εισηγήσεων τον Αιγυπτιακόν στόλον εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας· αλλ' ο στόλος αυτός απέπλευσε, και χιλιάδες Αράβων υπάγουσι να συντελέσωσι της Πελοποννήσου τον όλεθρον, καθ' όν καιρόν οι συμμαχικοί στόλοι έλαβον διαταγάς να περιπλέωσιν ηνωμένοι τα παράλια της Ελλάδος, διά να τον προλάβωσι. Το Διβάνιον έχει υπ' όψιν την συνθήκην και την ομόφωνον δηλοποίησιν των αντιπροσώπων Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Όθεν ειξεύρει ότι και ο περίπλους των ειρημένων στόλων ηδύνατο να βιάση την Πύλην, ηθικώς τε και φυσικώς, να δεχθή την μεσιτείαν των, και ήδη γαυριά ότι υπεξέφυγε πάσαν βίαν διά της επιμονής, και μάλιστα διά της αυθαιρεσίας, δι' ής ο Σατράπης της Αιγύπτου ηδυνήθη να ματαιώση τα κινήματα των πρακτόρων της τριπλής συμμαχίας. Πώς λοιπόν να υποθέσωμεν ότι εις το εξής η Πύλη, υπείκουσα εις τας συμβουλάς των Δυνάμεων, θα κλίνη τον αυχένα; Τούτου μη διδομένου, πώς θα δυνηθώσι να ανθέξωσιν οι Πελοποννήσιοι Έλληνες; Αν δε κατ' αυτήν την ώραν υποκύπτωσι, πώς είναι δυνατόν να ελπίσωσιν αι Δυνάμεις να φθάσωσι τον σκοπόν της συνθήκης των, φυλλάττουσαι την ειρήνην, ή τουλάχιστον μη λαμβάνουσαι μέτρα, άτινα ως εκ των περιστάσεων ήθελον προκαλέσει τον πόλεμον, τον οποίον θέλουσι ν' αποφύγωσι; Δεν ανήκει εις ημάς να συζητήσωμεν αυτά τα βαρέα ζητήματα, ειμή κατά μόνην την έποψιν, ήν κατεδείξαμεν εις το υπόμνημα της 31 Αυγούστου.

Και δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν ότι, καίτοι έλαβεν ο Ιμπραχίμ νέας δυνάμεις αξιολόγους, δύναται ακόμη και η Πελοπόννησος να σωθή και η Πύλη να βιασθή βραδύτερον να δεχθή την μεσιτείαν των Δυνάμεων χωρίς πόλεμον, αν αύται χορηγήσωσιν από της σήμερον εις τους Έλληνας τα ζητηθέντα χρηματικά βοηθήματα. Λέγομεν δ' από της σήμερον, διότι το παν συνίσταται εις τον αρμόδιον καιρόν· και τούτο αποδεικνύεται εναργώς από την άφιξιν των Αιγυπτίων εις τα Μεθοκόρωνα, οίτινες δεν θα ήρχοντο, αν οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας ήρχιζον να περιπλέωσι διά να τους εμποδίσωσιν, άμ' αφ' ού η Πύλη διεδήλωσεν επισήμως ότι δεν εδέχετο ποτέ μεσιτείαν ξένων εις τα της Ελλάδος· ότε και ο Μεχμεταλής φειδόμενος της απαιτουμένης διά την εκστρατείαν ταύτην δαπάνης, δεν θα επέτρεπε να εκπλεύση ο στόλος του από τον λιμένα της Αλεξανδρείας, και τα Αυστριακά πλοία δεν θα προσεφέροντο ευκόλως εις την υπηρεσίαν του υπό ναύλον. Όθεν αι σύμμαχοι Δυνάμεις, εφαρμόζουσαι την παρατήρησιν ταύτην εις τας παρούσας περιστάσεις, θα καταπεισθώσιν ότι δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθή η συνθήκη εν ειρήνη, έκτος αν παραιτήσωσι την τύχην της Ελλάδος εις το επί τοσούτον αβέβαιον και κινδυνώδες του χρόνου, καθόσον οι Έλληνες δεν υπάρχουσι την σήμερον, ειμή διά των ολίγων βοηθημάτων, τα οποία τους έστειλαν, μετά την πτώσιν των Αθηνών, οι εις τα ξένα ομογενείς των, και καθ' όσον τα μένοντα εισέτι φρούρια είν' εφωδιασμένα μόλις δι' ολίγας ημέρας. Αφ' ού δε οι Άραβες θερίσωσι τα γεννήματα των Ελλήνων, τότε ποία ελπίς μένει να πολεμήση προς τόσον ανωτέρας δυνάμεις και να νικήση αυτός ο κακόμοιρος λαός; αλλά και αν, ως διά θαύματος, σωθή, διατηρούμενος υπό τα τείχη του Ναυπλίου, της Μονεμβασίας και της Κορίνθου, ο τόπος πάλιν θα κατερημωθή και θα μείνη διά πολύν καιρόν άφορος. Και όμως από μόνην αυτού του τόπου την ύπαρξιν εξαρτάται το πλήρωμα των συντηρητικών σκοπών, οίτινες χαρακτηρίζουσι την γενομένην διά της συνθήκης της 6 Ιουλίου συμμαχίαν.

Αν μας ερωτήσωσι πώς εις την παρούσαν κρίσιν των πραγμάτων τα ζητούμενα υπέρ της Ελλάδος δύνανται να την προμηθεύσωσι τους τρόπους, να εξέλθη νικήτρια από το στάδιον του πολέμου; αποκρινόμεθα ότι, αφ' ού μεταχειρισθώμεν μέρος αυτών των βοηθημάτων εις το να συλλέξωμεν λόχους τινάς αγαθών Ελβετών, διά να την βοηθήσωσι με τους βραχίονάς των και με την τάξιν των, βοηθουμένη άλλως τε ατό τους συμμαχικούς στόλους ως εμποδίζοντας την συγκοινωνίαν του Ιμπραχίμ με την Αίγυπτον, η Ελλάς, όχι μόνον θα αντιτάξη αντίστασιν ισχυράν εις τα στρατεύματά του, αλλά και θα τα βιάση να ρίψωσι κάτω τα όπλα. Η δε συλλογή των Ελβετών θα εκτελεσθή ευκόλως και αμέσως, αν αι μεσιτεύουσαι Δυνάμεις υποστηρίξωσιν εμπιστευτικώς διά της επιρροής των τας περί τούτου ενεργείας της Ελληνικής Κυβερνήσεως εις την Ελβετίαν. Τελεστώντες επικαλούμεθα και αύθις τας μεσολαβούσας Δυνάμεις να λάβωσιν εις σκέψιν τας παρατηρήσεις όσας εκτίθεμεν είς τε το υπόμνημα και εις ταύτην την διακοίνωσίν μας. Παρακαλούμεν δε να τας δεχθώσιν ευμενώς διά τε το συμφέρον του δυστυχούς Ελληνικού Έθνους και διά την διατήρησιν της ειρήνης»·

Μετά το εκ Λονδίνου υπόμνημα και την εκ Παρισίων διακοίνωσιν ο φιλόπατρις Καποδίστριας εις την ανάγκην της εξευρέσεως δανείου αποβλέπων, τη 1η Οκτωβρίου απηύθυνε τήν δε την διακοίνωσιν προς τα ανακτοβούλια των τριών ευεργετίδων δυνάμεων:

«Η Ελλάς ήδη τεθειμένη, καθ' ό δεχθείσα την συνθήκην της 6 Ιουλίου, υπό την σκέπην της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, ελπίζει να απολαύση εντός ολίγου τας εκ της συνθήκης αυτής παρεπομένας σχέσεις με τας ειρημένας Δυνάμεις· αλλά πιεζομένη από τας ανάγκας, τας οποίας οφείλει να θεραπεύση όσον τάχος, καθυποβάλλει από τούδε τας ευχάς εις τα τρία μυστικοσυμβούλια αυτών, θαρρούσα ότι αι Δυνάμεις εν τη ευμενεία των θα μεριμνήσωσι να τας εκπληρώσωσι. Μη θέλουσα, μηδέ δυναμένη πλέον να προσδράμη εις τας φιλελληνικάς εταιρίας, αίτινες προ έξ ετών συνεστήθησαν εις την Ευρώπην και την εβοήθησαν, θα παραδεχθή ως αρχήν και κανόνα της πολιτείας της απαράτρεπτον τα να εντείνη όλας τας προσπαθείας της, διά να εξασφαλίση εις εαυτήν μόνας τας βοηθείας των τριών μεσιτευουσών Δυνάμεων, και όλων των άλλων, όσαι θελήσωσιν εφεξής να γίνωσιν ωσαύτως μεσίτριαι και να φανή αξία των επικουριών των. Απ' αυτήν την αρχήν η Ελλάς ορμωμένη, ελπίζει να λάβη από σήμερον την συνδρομήν των τριών Δυνάμεων, αν η Ελληνική Κυβέρνησις θελήση να διαπραγματευθεί προς τους Ελβετούς στρατιωτικήν τινα σύμβασιν. Την δε σημερινήν συνδρομήν των δύνανται να ενεργήσωσιν οι πράκτορες αυτών, εμπιστευτικώς εξηγούμενοι προς τους σχετικούς των, εις τας συναναστροφάς περί ως ειρημένης συμβάσεως· αρκεί δε να έχωσιν άδειαν να φανερώσωσιν ότι οι Βασιλείς των ευχαρίστως θ' ακούσωσιν ότι οι Ελβετοί προσφέρουσιν όλας τας ευκολίας εις τα της συμβάσεως, και μάλιστα θα τους γνωρίσωσι χάριν διά τούτο· ούτω θα ενεργήσωσι δραστηρίως οι φιλέλληνες, θα συμπράξωσι θαρρήσαντες και όσοι δειλοί, και θ' αρθώσιν εκ μέσου πολλά μικρά εμπόδια τα οποία είναι ενδεχόμενον να παρεμπέσωσι και ν' αντικόψωσιν ή να βραδύνωσι την έκβασιν της συμβάσεως».

Θεωρήσας δε ως ανεπαρκή την ανωτέρω διακοίνωσιν αυθημερόν (1 Οκτωβρίου) πέμπει και την εξής: