Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 6

Chapter 663 wordsPublic domain

Εγράφη εν Λονδίνω, την 6 Ιουλίου 1827. (υπογρ.) ΔΥΔΛΕΥ, ΠΡΙΓΚΗΨ ΠΟΛΙΓΝΑΚ, ΛΙΒΕΝ.

Τοιαύτη ήτο η προσωρινή σωτηριώδης διά την Ελλάδα συνθήκη της 24)6 Ιουλίου 1827, δυνάμει της οποίας αι τρεις ευεργέτιδες δυνάμεις Ρωσία, Γαλλία και Αγγλία απέστειλαν τελεσίγραφον προς την Τουρκίαν προσκαλούσαι αυτήν εις την μετά των Ελλήνων ανακωχήν πολέμου.

Αλλά το περί τούτου επιδοθέν αυτή τελεσίγραφον η Πύλη ουδ' απαντήσεως ηξίωσε, και μικρόν μετά ταύτα νέος Αιγυπτιακός στόλος εξ ογδοήκοντα και εννέα πλοίων απεβίβασε 5,000 ανδρών εις Πελοπόννησον, ίνα δι' αυτών κατενεχθή το τελευταίον κατά της Ελληνικής επαναστάσεως τραύμα. Εν τω μεταξύ όμως, 2)14 Απριλίου 1827, η εν Τροιζήνι Τρίτη Εθνική Συνέλευσις εξέλεξε τον Ιωάννην Α. Καποδίστριαν _Κυβερνήτην της Ελλάδος_ (26) διά του υπ' αριθμόν ΣΤ' ψηφίσματος αυτής ως εξής:

Αριθμός ΣΤ'.

&Η Γενική Τρίτη των Ελλήνων Συνέλευσις&

Θεωρούσα ότι η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας.

Θεωρούσα ότι απαιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρείαν πολιτικός Έλλην διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας

&Ψηφίζει:&

Α'. Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται παρά της συνελεύσεως ταύτης, εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους, _Κυβερνήτης της Ελλάδος_ και εμπιστεύεται την νομοτελεστικήν αυτής εξουσίαν.

Β'. Ως τοιούτος θέλει κυβερνήσει την Ελληνικήν πολιτείαν κατά τους καθεστώτας νόμους.

Γ. Η διάρκεια της επιτροπείας παρά του έθνους εις αυτόν εξουσίας προσδιορίζεται _διά επτά χρόνους_, αρχομένους από της σήμερον.

Δ'. Να ειδοποιηθή δι' έγγραφου ενυπογράφου από όλους τους πληρεξουσίους του έθνους προσκαλούμενος να έλθη εις την πατρίδα διά να αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως.

Ε'. Διορίζεται τριμελής επιτροπή γνωριζομένη υπό το όνομα _η αντικυβερνητική επιτροπή_ (27) διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του και θέλει παύσει άμα φθάση ο Κυβερνήτης εις την Ελλάδα.

ς' . Το παρόν ψήφισμα να καταχωρηθή εις τον Κώδικα των ψηφισμάτων και κοινοποιηθή διά του τύπου.

Εν Τροιζήνι τη 2 Απριλίου 1827.

_Ο Πρόεδρος_

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΣΙΝΗΣ.

_(Έπονται αι υπογραφαί των λοιπών πληρεξουσίων τον αριθμόν 115). (28)

(Τ. Σ.) «Ο γραμματεύς της Συνελεύσεως N. Σπηλιάδης

Ως εκ του άνω ψηφίσματος της Εθνοσυνελεύσεως, εμφαίνεται, ο Ιωάννης Καποδίστριας εθεωρήθη ως ο μόνος Έλλην ο δυνάμενος να κυβερνήση χρηστώς το έθνος, ούτινος ετάχθη κυβερνήτης, εφ' ώ και μετά έξ ημέρας παρέσχεν αυτώ την πληρεξουσιότητα να συνάψη μετά του εξωτερικού δάνειον· διότι ο τότε πόλεμος είχεν εξ ολοκλήρου εξαντλήσει το έθνος χρηματικώς. Το ψήφισμα δε δι' ου επληρεξουσιοδοτείτο ο κυβερνήτης είχεν ώδε:

Αριθμός ΙΒ'.

&Η εθνική τρίτη των Ελλήνων Συνέλευσις.&

Θεωρούσα ότι ο πόλεμος απαιτεί χρήματα διά να ευτυχήση·

Θεωρούσα ότι το έθνος ένεκα των εκ του πολέμου δεινών δεν έχει κατά το παρόν πόρον χρημάτων εσωτερικώς ανάλογον των επειγουσών αναγκών της πατρίδος·

Θεωρούσα ότι διά τα έξοδα του πολέμου έχει ανάγκην από δάνειον εξωτερικόν.

&Ψηφίζει:&

Α'. Το Ελληνικόν έθνος ανοίγει και δέχεται μέχρι πέντε μιλλιουνίων διστήλων ταλλήρων πραγματικών ήτοι εκκαθαρισμένων δι' υποθήκης της εθνικής γης προς ασφάλειαν των δανειστών.

Β'. Επιτρέπεται η πληρεξουσιότης προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν να πραγματευθή, όθεν κρίνει συμφερώτερον, το τρίτον τούτο δάνειον (29) άνευ ζημίας των δανειστών του Α' και Β' δανείου, καθόσον αποβλέπει το δικαίωμα της υποθήκης επάνω εις την εθνικήν γην της Ελλάδος.

Γ'. Ανατίθεται εις τον πατριωτισμόν του Κυβερνήτου ο τρόπος των συμφωνιών του τρίτου τούτου δανείου.

Δ'. Από το τρίτον δάνειον θέλει πληρόνει τον τόκον των δύο προλαβόντων δανείων.

Ε'. Το παρόν ψήφισμα να καταχωρηθή εις τον κώδικα των ψηφισμάτων και κοινοποιηθή διά του τύπου.

Εξεδόθη τη 8 Απριλίου, εν Τροιζήνι.

Ο Πρόεδρος

ΓΕΩΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ. (Έπονται αι υπογραφαί των λοιπών πληρεξουσίων τον αριθμόν 104).

(Τ. Σ.) Ο γραμματεύς της Συνελεύσεως Ν. Σπηλιάδης.

Κατά τον Βρετόν, ο Καποδίστριας, παρά τας δύο ταύτας ακαταμαχήτους ενδείξεις και τας δύο ταύτας επισήμους μαρτυρίας εμπιστοσύνης, ήν το Ελληνικόν έθνος παρέσχεν αυτώ διά των ψηφισμάτων, εφάνη ενδοιάζων αν έπρεπε να αποδεχθή ή να αρνηθή την υψίστην θέσιν εις ήν το έθνος εκάλεσεν αυτόν. Αλλ' ο τοιούτος αυτού ενδοιασμός προήρχετο εκ της πλήρους γνώσεως της αθλίας καταστάσεως εν ή διετέλει η Ελλάς, καταστάσεως, ήν προυκάλεσαν οι οιόμενοι είναι αναγεννήτορες αυτής. Προς τούτοις δε έβλεπε και την αβεβαιότητα και αδιαφορίαν σχεδόν των μεγάλων ανακτοβουλίων της Ευρώπης ως προς το Ελληνικόν ζήτημα· διότι εισέτι δεν είχεν υπογραφή η σύμβασις του Λονδίνου υπό της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας (24]6 Ιουλίου 1827), η αβεβαιότης εβασίλευεν επί των Ελληνικών πραγμάτων, ο δε ορίζων της Ελλάδος ην κεκαλυμμένος υπό πυκνοτάτων νεφών επαπειλούντων ισχυράν καταιγίδα. Διότι μεθ' όλων την υπό της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως εκλογήν του Καποδιστρίου, μετά την διάλυσιν αυτής, η συμμορία των ολίγων εκείνων, οίτινες δεν επεθύμουν να έχωσιν επί κεφαλής τον Καποδίστριαν ουχί δι' άλλον λόγον ειμή μόνον διότι, του Καποδιστρίου ερχομένου εις Ελλάδα, δεν ήθελον έχει πλέον την ήν είχον επιρροήν εν τοις λαοίς της Ελλάδος, τα πάντα μετήλθον όπως την του κυβερνήτου εκλογήν ματαιώσωσιν, επί τούτω δε προσελκύσωσι, διά παντός μέσου, τους ισχύοντας τότε εκ των Ελλήνων και δι' αυτών να καταλύσωσι τα ήδη υπό του έθνους καλώς πεπραγμένα. Είς μάλιστα των βουλευτών της μερίδος αυτών ετόλμησεν εν μέση τη Βουλή να μέμψηται της _αντικυβερνητικής επιτροπής_ επί ανυπάρκτοις καταχρήσεσιν εθνικών πραγμάτων και επεκαλείτο την Βουλήν όπως ενεργήση ανακρίσεις επί των καταγγελλομένων. Ταύτα δε λέγων ο υποβεβλημένος εκείνος βουλευτής είχεν εν νω να ζητήση την κατάργησιν της υπό της εθνικής πλειονοψηφίας δημιουργηθείσης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, και ταύτης τελεσθείσης τον διορισμόν νέας εκ του αντικαποδιστριακού κόμματος αντικυβερνητικής επιτροπής, ήτις συγκαλούσα νέαν Εθνικήν Συνέλευσιν να ζητήση την κατάργησιν του ΣΤ' ψηφίσματος της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως, δι' ου ο Καποδίστριας εξελέγετο επί επταετίαν Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ευτυχώς όμως το βουλευτικόν σώμα, ού προΐστατο ανήρ ευθύφρων και πατριώτης ο _Νικόλαος Ρενιέρης_, απέρριψε περιφρονητικώς την πρότασιν εκείνην και ούτως εματαιώθησαν ολοσχερώς τα αντεθνικά σχέδια της αντιπολιτεύσεως ζητησάσης προς στιγμήν να γεννήση τους εσωτερικούς σπαραγμούς, οίτινες καθ' όλον τον αγώνα ελυμαίνοντο την Ελλάδα.

Εν τούτοις ο Καποδίστριας μόλις μαθών εν Παρισίοις εξωδίκως τον εαυτού διορισμόν, αμέσως έσπευσε να αναχωρήση εις Πετρούπολιν, όπως, ως λέγει ο βιογράφος αυτού Στούρτσας (30), ίδη τον τάφον του Αλεξάνδρου, συγχαρή τω νέω Τσάρω και εκφράση ελπίδας και φόβους αυτού περί της Ελλάδος, ής τινος αι τύχαι είπερ ποτέ και άλλοτε νυν αυτώ εναπέκειντο. Καθ' οδόν διήλθε διά Φράγκφουρτ (1 Μαΐου 1817), και εκείθεν διά Βέιμαρ όπως ίδη τον φίλον και συναγωνιστήν ιππότην Στάιν. Εκ Βέιμαρ μετέβη εις Βερολίνον και εκείθεν εις Πετρούπολιν. Άμα τη αφίξει απουσιάζοντος του Νικολάου εις περιοδείαν, επεσκέψατο το μέγαρον Πετρο — Παυλόφσκη, εν ώ εθάπτοντο οι Τσάροι της Ρωσίας και έχυσε δάκρυα θαλερά επί του τάφου του ευεργέτου αυτού Αλεξάνδρου του Α'. Μετ' ολίγον δε καταφθάς εις την πρωτεύουσαν ο Τσάρος Νικόλαος εδέξατο τον Καποδίστριαν, τον πιστόν και αφωσιωμένον υπουργόν του αδελφού, μετά μεγάλης χαράς και πολλών τιμών.

Επίσης μετ' ιδιαιτέρας χαράς είδον αυτόν και τα άλλα μέλη της αυτοκρατορικής οικογενείας και ιδίως η πρώην αυτοκράτειρα, ήτις και εξώρκισεν αυτόν λέγουσα: «_Μη διά το όνομα Θεού υπάγητε εις την Ελλάδα, κύριε κόμη, διότι ηδύναντο εκεί να αποπειραθώσι κατά της ζωής σας. Σεις δε γνωρίζετε με ποίον τρόπον οι Έλληνες κατατρώγουσιν αλλήλους διά την επιθυμίαν του να εξουσιάζωσι πάντες, αλλά να μη υποτάσσηται ουδείς_». Εις ταύτα όμως ο Καποδίστριας απεκρίθη τα εξής: «Κυρία, εάν εγώ αρνηθώ και η Ελλάς καταπέση, τι θα είπωσι περί εμού; Ιδού ο ανήρ ο οποίος ηδύνατο να την σώση ο οποίος προετίμησεν επιφανή θέσιν εις την Ρωσίαν της σωτηρίας της πατρίδος του, η οποία και εχάθη . . . Άλλως τε, Κυρία μου, καθώς αφιέρωσα την νεότητά μου εις την υπηρεσίαν του ενδόξου ευεργέτου μου μακαρίτου υιού της Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητός Σας, ομοίως δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω εις την Ελλάδα θυσίαν το γηραλέον σώμα μου». Οι λόγοι της αυτοκράτειρας προφητικώ τινι τρόπω επηλήθευσαν δυστυχώς.

Εν Πετρουπόλει μένων έλαβε διά του αδελφού αυτού Βιάρου Καποδιστρίου αντίγραφα των ψηφισμάτων της εν Τροιζήνι Γ' εθνικής συνελεύσεως, ολίγω δε βραδύτερον επισήμως και παρ' αυτής της Εθνοσυνελεύσεως. Καθ' εκάστην σχεδόν εν Πετρουπόλει μένων ο Έλλην διπλωμάτης εγίνετο αντικείμενον ιδιαιτέρων προκλήσεων εν τοις ανακτόροις, κατά δε την πέμπτην συνέντευξιν μετά του αυτοκράτορος Νικολάου ζητήσας επιμόνως την από της ρωσικής υπηρεσίας παραίτησιν, άνευ της οποίας αδύνατον ην αυτώ να τηρήση ανεπηρέαστον την εν Ελλάδι νέαν θέσιν, έλαβεν αυτήν διά αυτοκρατορικού Ουκαζίου (διατάγματος), όπερ ο Τσάρος απηύθυνε προς την _διευθύνουσαν Γερουσίαν_, ίνα καταστήση αυτήν επισημοτέραν, ήτις και εδημοσίευσεν αυτήν εν τη _Εφημερίδι της Ρωσικής Κυβερνήσεως_ ως εξής:

Τ σ α ρ σ κ ο έ σ ε λ ο, τη 12 Ιουλίου 1827.

«Καθ' ήν εξέφρασε προς Ημάς ευχήν ο ιδιαίτερος Ημών σύμβουλος κόμης Καποδίστριας ηυδοκήσαμεν να δώσωμεν αυτώ την από της Ημετέρας υπηρεσίας πλήρη και τελείαν παραίτησιν. Είναι ευχάριστον Ημίν να εκφράσωμεν αυτώ, επί τη ευκαιρία ταύτη, πάσαν Ημών την ευγνωμοσύνην διά τον πεφωτισμένον ζήλον μεθ' ού εξεπλήρωσε τα χρέη αυτού, διά την προς τα συμφέροντα και την δόξαν της Ρωσίας αφοσίωσιν αυτού και διά την αγάπην προς το σεβαστόν πρόσωπον του αγαπητού ημών αδελφού αοιδίμου αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, ού η μνήμη είναι ένδοξος, ούτινος πάντοτε εδικαίωσε την προς αυτόν εμπιστοσύνην.

»Ευδοκούμεν δε να διαβεβαιώσωμεν αυτόν περί της προς αυτόν αμετατρέπτου Ημών ευμενείας.

»Υπεγράφη ιδία χειρί της Α. Α. Μεγαλειότητος

ΝΙΚΟΛΑΟΣ.

Ο αυτοκράτωρ συν τη αποδοχή της από της ρωσικής υπηρεσίας παραιτήσεως του Έλληνος διπλωμάτου ηυδόκησε να απονείμη αυτώ σύνταξιν ισόβιον εξ 60,000 φράγκων, αλλ' ο αγέρωχος Καποδίστριας φρονίμως σκεπτόμενος απεποιήθη αυτήν θέλων να έχη πλήρη την από της ρωσικής επιρροής ανεξαρτησίαν και ο Νικόλαος θαυμάσας την αφιλοχρηματίαν του ανδρός εδικαίωσεν αυτόν. Ούτω λοιπόν ο Καποδίστριας ανεγνωρίσθη υπό της ευεργέτιδος Ρωσίας ως κυβερνήτης της Ελλάδος, τούτ' αυτό δε έπραξαν και τα ανακτοβούλια των Παρισίων και του Λονδίνου. Πολλά δε και επανειλημμένως λαλήσας προς τον αυτοκράτορα περί της μελλούσης πορείας αυτού, υπέβαλεν, επί τέλους, αυτώ και _Υπόμνημα_ σπουδαίον και πειστικόν, δι' ού περιγράφων την τότε κατάστασιν της Ελλάδος και τας περί αυτής αντιζηλίας των Δυνάμεων, στέργει μεν την παραχωρηθείσαν ημιανεξαρτησσίαν, αλλ' αν οι Έλληνες, λέγει, «λάβουν καί τινας βοηθείας, εξ ών σκεπάζοντες τας πικροτέρας των στερήσεις, θέλουσιν εισαγάγει τάξιν τινά και εις την διοίκησιν και οικονομίαν των. Αν τούτο όμως στερηθώ το καταπειστικώτατον μέσον, άμα ασθενώς υποκρατούμενος επί του τόπου, ίσως οι Έλληνες δεν μοι δώσωσιν ήν θέλω τους ζητήσει πληρεξουσιότητα και παρασυρόμενοι από παραινέσεις ξένας της πολιτικής των επεμβαινουσών αυλών, ίσως και επιμείνωσιν εις το της παντελούς ανεξαρτησίας των. Τούτου γενομένου, η απόφασίς μου θέλει είσθαι, ή μάλλον ήδη και είναι, να μη λάβω ουδέν μέρος εις τα πράγματά των, αλλά ν' αποτρέξω εις την εστίαν μου κατά την γενέθλιον γην, και προβλέπων αναπολείπτους συμφοράς, ν' αρκεσθώ εις εκπλήρωσιν των καθηκόντων της θρησκείας και της φιλανθρωπίας περί το εσόμενον πλήθος των δυστυχών.

»Και ικετεύω την Υ. Μεγαλειότητα, ν' αποδεχθή την παρούσαν ανομολόγησιν, και να πιστεύση ότι ουδέποτε θέλω από ταχθή από τα εν αυτή. Εγώ δε μετά του φόρου της αϊδίου ευγνωμοσύνης μου επί ταις ευεργεσίαις Αυτής, συντάττω και τον του βαθυτάτου σεβασμού μεθ' ού ειμί κτλ.» (31)

Το έγγραφον τούτο, δημοσιευθέν βραδύτερον, και περιέχον παράγραφον, δι' ής διακηρύττει ότι σκοπός και αγών του μέλλοντος βίου αυτού έσεται το ευγνωμονείν, αλλά δικαιώσαι συνάμα την εμπιστοσύνην των Ελλήνων, το υπόμνημα, λέγομεν, τούτο εσχολίασαν ουχί ορθώς διάφοροι συγγραφείς, ών προεξάρχει ο Γερβίνος (32), ισχυριζόμενος, ότι δι' αυτού ο Καποδίστριας τη μεν Ρωσία ωμολόγει τρόπον τινά όρκον πίστεως εις τα ρωσικά συμφέροντα, εαυτώ δε εξησφάλιζεν ηγεμονίαν, συγκειμένην μεν εκ της Πελοποννήσου καί τινων νήσων, εξαρτωμένην δε από της Τουρκίας, ώσπερ η Σερβία, η Μολδαυία και η Βλαχία, και ουδέν μέλλον έχουσαν. Αλλ' ο Γερβίνος φωράται ψευδόμενος, ως πας τις αναγνούς το υπόμνημα τούτο δύναται να κρίνη.

Όπως ποτ' αν η, ο Καποδίστριας απήλθε της ρωσικής πρωτευούσης τη 28 Ιουλίου 1827 ουδέν άλλο αποκομίζων εκ Ρωσίας και δι' ουδενός άλλου δεσμού προς αυτήν συνδεόμενος ή διά του της ευγνωμοσύνης, ήν πας τίμιος και χρηστός ανήρ πρέπει να οφείλη προς τους ευεργέτας αυτού. Έκτοτε δε δεν είδε πλέον την πρωτεύουσαν των Τσάρων, την κονίστραν του ενδόξου διπλωματικού σταδίου, δι' ού και την Ελλάδα ετίμησε και εαυτόν εις το απόγειον της δόξης ανεβίβασεν.

Ο Καποδίστριας τη 4 Αυγούστου κατέφθασε και αύθις εις Βερολίνον, ένθα εγένετο δεκτός μετά χαράς υπό της βασιλικής οικογενείας, παρ' ή απήλαυεν ιδιαιτέρας όλως αγάπης. Εντεύθεν δε έγραψε προς τον εν τη εν Βέιμαρ επαύλει αυτού διαμένοντα στενώτατον αυτού φίλον Στάιν την εξής ωραίαν επιστολήν:

«Εν μέσω ενδείας φοβεράς και συμφορών αναριθμήτων, εν μέσω λαού πεινώντος και υπό της κακοδαιμονίας μαστιζομένου, υπό της οθωμανικής δε ρομφαίας απειλουμένου, μέχρι τελείας καταστροφής, και απηλπισμένου να εύρη την δέουσαν βοήθειαν, όπως οδηγηθή εις το πέρας των αγώνων του, υπέρ του οποίου όμως πάσα γενναία ψυχή θα αισθάνεται αιωνίως συμπάθειαν βαθυτάτην, ως μη παύσαντος πώποτε να εμπνέη ζωηρότατον ενδιαφέρον εις όλους τους ανθρώπους, τους συγκινουμένους εκ των ιερών ονομάτων της θρησκείας, της πατρίδος και της ανθρωπότητος, το έργον μου, βεβαίως, θα ήναι δυσχερέστατον. Αν δε τολμώ ν' αποπειραθώ την εκτέλεσίν του, τούτο προέρχεται εκ της συνειδήσεως των εμών καθηκόντων, εκ της σταθεράς θελήσεως του να εκπληρώσω αυτά, και εκ της ελπίδος προσέτι ότι ο Θεός, εν τη δικαιοσύνη και εν τη ευσπλαγχνία του, και οι δυνατοί της γης, εν τη χριστιανική αυτών καλοκαγαθία, δεν θα με αφήσωσιν εγκαταλελειμμένον.»

Εκ Βερολίνου ανεχώρησε και τη 10 του αυτού μηνός έφθασεν εις Χάμβουργ, οπόθεν επιβάς του αγγλικού ατμοπλοίου «_Βο Σόλιφε_» ανεχώρησεν εις Λονδίνον.

Ενταύθα ήλπιζεν επί την καλοκαγαθίαν του φιλέλληνος πρωθυπουργού της Αγγλίας Γεωργίου Κάνιγγ, δι' ού και μόνου ήλπιζε να νικήση πάντα τα επιπροσθούντα εν τω μέλλοντι σταδίω προσκόμματα· αλλ' εις μάτην. Διότι ο Καποδίστριας κατέφθασεν εις Λονδίνον καθ' ήν ημέραν ενεταφίαζον τον αληθή φιλέλληνα Κάνιγγ! Ο θάνατος αυτού ην καίριον τω κόμητι τραύμα· Μόνον εν τω χρηματιστηρίω η άφιξις του Καποδιστρίου επήνεγκε λαμπρά αποτελέσματα, ως λέγει ο «Χρόνος» του Λονδίνου (33). Η ανωτέρα διπλωματία προσηνέχθη αυτώ ψυχρώς· ο Βέλλιγκτον την αυτήν ετήρησε διαγωγήν ο δε λόρδος Γρέυ δεν έστερξε να ίδη αυτόν. Αλλά την ψυχρότητα πάντων υπερέβαλεν η του βασιλέως της Αγγλίας Γεωργίου του Δ', ως διηγήθη αυτήν αυτοπροσώπως ο Καποδίστριας τω Σπυρίδωνι Τρικούπη: «Φθάσας ο Κυβερνήτης εις Αγγλίαν, εζήτησε να προσκυνήση τον βασιλέα και μετά πολλάς ημέρας αφιχθείς κατά διαταγήν αυτού εις Βινδσώρην, όπου διέτριβεν, εισήχθη εις την πινακοθήκην του παλατίου· μετά πολλήν δε ώραν ηνεώχθη άλλη θύρα, εισήλθεν άνθρωπος υψηλού αναστήματος, ιδιωτικώς και αμελώς ενδεδυμένος, έκλεισε την θύραν και ήρχισε να παρατηρή τας ανακειμένας εικόνας και να προχωρή, όπου ίστατο ο Καποδίστριας. Ούτος και εκ του προσώπου και εκ του αναστήματος επείσθη ότι ήτο ο βασιλεύς, όν είχεν άλλοτε ιδεί, συνοδεύων εις Αγγλίαν τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· απορών δ' επί τω παραδόξω τούτω τρόπω της εντεύξεως, ανέμενε το αποβησόμενον όρθιος, άφωνος και ακίνητος. Προχωρών ο βασιλεύς, κατήντησεν, όπου ίστατο ο Καποδίστριας, και ως αν τον συνήντησεν απροσδοκήτως ανεφώνησεν· Ah! vous êtes ici, mosier le comte! je suis bien aise de vous voir. (Α! είσθε εδώ, κύριε κόμη, είμαι πολύ ευχαριστημένος, διότι σας είδον). Ταύτα είπε και μηδ' απάντησιν αναμείνας απεχαιρέτησεν, απεμακρύνθη ησύχως, παρατηρών τας λοιπάς εικόνας και εξήλθε, δι' ής είχεν εισέλθει θύρας· τούτου γενομένου ήνοιξέ τις την θύραν, δι' ής εισήχθη ο Καποδίστριας, και τον προέπεμψεν εις την άμαξάν του, ως λαβούσης χώραν της μετά του βασιλέως συνεντεύξεώς του. Ο τρόπος ούτος εξεικόνισεν αποχρώντως την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος» (34).

Τούτο και μόνον είναι, καθ' ημάς, ικανόν να δείξη το μέγεθος της αφοσιώσεως του Καποδιστρίου εις τα συμφέροντα της Πατρίδος του· διότι διπλωμάτης οξυδερκής οίος εχρημάτισεν εφ' άπαντα αυτού τον βίον, ο Καποδίστριας δεν ήτο δυνατόν να μη ηννόησε την έννοιαν της υποδοχής εκ μέρους του Γεωργίου Α'. Εγίνωσκε, λοιπόν, άριστα ο Καποδίστριας τα τε αίτια και τα αποτελέσματα της τοιαύτης υποδοχής· αλλά χάριν της πατρίδος εγένετο εκούσιον θύμα και ήχθη ως πρόβατον επί σφαγήν (35). Περιττόν ίσως δεν είναι να προσθέσωμεν, ότι και εν Αγγλία υποσχέσεις μόνον έλαβεν, αλλ' ουδέν ούτε περί δανείου, ούτε περί άλλης βοηθείας χρηματικής κατώρθωσεν.

Η τοιαύτη δυσαρέσκεια των Άγγλων κατά του κυβερνήτου Καποδιστρίου παραχωρήσαντος υπό την προστασίαν αυτών κατά το 1814 την Επτάνησον, περί ού έγραφεν ο «Χρόνος» του Λονδίνου της 23 Αυγούστου 1830: «Εδέχθημεν την προστασίαν της Επτανήσου τη αιτήσει ενός Ρώσου υπουργού, καταγωγήν έχοντος ελληνικήν» προήρχετο εκ της μη εκλογής του Λεοπόλδου, όν η Αγγλία εζήτει, και εκ της αποδοχής του Καποδιστρίου του τίτλου: _Κυβερνήτου της Ελλάδος_, δι' ού κατέστρεψε τα αγγλικά σχέδια.

Εκ Λονδίνου απηύθυνεν ο Καποδίστριας και τα πρώτα αυτού έγγραφα προς τον πρόεδρον της Εθνοσυνελεύσεως Γεώργιον Σισσίνην και τον πρόεδρον της προσωρινής Κυβερνήσεως, έχοντα ώδε:

&Προς τον Πρόεδρον της Εθνικής Συνελεύσεως&

Εν Λ ο ν δ ί ν ω, την 11]23 Αυγούστου 1827.

&Κύριε!&

»Ενώ ητοιμαζόμην ν' αναχωρήσω εκ της ρωσικής πρωτευούσης, έλαβον, διά του αδελφού μου την διακοίνωσιν της Υμετέρας Εξοχότητος και των πληρεξουσίων του έθνους, δι' ής μ' εγνωστοποιήθησαν δύο ψηφίσματα, το μεν περί της εκλογής εμού, ως προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως, το δε περί της διδομένης εις εμέ πληρεξουσιότητος, όπως διαπραγματευθώ εθνικόν δάνειον.

»Από του Μαΐου, άμα αφίχθην εις Πετρούπολιν, εφημερίδες και ιδιωτικαί επιστολαί μ' έκαμαν γνωστήν την τοσούτον κολακευτικήν και τοσούτον επίσημον διαβεβαίωσιν της εθνικής προς εμέ εμπιστοσύνης.

»Δεν θέλω κάμει λόγον προς την Υμετέραν Εξοχότητα και προς τους συναδέλφους υμών, ούτε περί των αισθημάτων εξ ών εμπνέομαι, υπ' όψει έχων τα περί ών ο λόγος ψηφίσματα, ούτε περί των ευχών ας απευθύνω προς τον Ύψιστον όπως επιδαψιλεύση και προς Υμάς, και προς εμέ επίσης, την δύναμιν, ίνα φθάσωμεν εις τον σκοπόν των μακρών και αιμοφύρτων θυσιών, εις άς το Ελληνικόν έθνος υπεβλήθη, και υποβάλλεται ήδη, επί τη ελπίδι της απολυτρώσεώς του.

»Θέλω λοιπόν περιορισθή, σήμερον, να Σας δώσω λόγον των μέχρι τούδε μικρών μου προσπαθειών, συγχρόνως δε και το μέτρον της εις το μέλλον πλήρους αφοσιώσεώς μου.

»Πληροφορηθείς την καταστροφήν των Αθηνών, τας χρηματικάς δυσχερείας της προσωρινής κυβερνήσεως, και την θλιβεράν ανάγκην εις την οποίαν ευρέθη αύτη όπως ζητήση την συνομολόγησιν δανείου, εν Επτανήσω, ικανού μόνον διά τινας ημέρας, έσπευσα, αντί πάσης απαντήσεως, ν' αποστείλω προς τον αδελφόν μου μέρος της μετριωτάτης περιουσίας μου, και τον παρήγγειλα να λάβη μετοχήν εις το δάνειον αυτό, αν τω όντι εγένετο, άλλως, να καταθέση, εις τας χείρας της προσωρινής κυβερνήσεως, δύο χιλιάδας λίρας στερλίνας. Συγχρόνως κατέφυγα προς τους εν τη αλλοδαπή πλουσίους ομογενείς, παρακαλέσας αυτούς ν' ακολουθήσωσι το παράδειγμα τούτο, και συντρέξωσι και αυτοί το κατά δύναμιν.

»Η προσπάθειά μου αύτη έτυχε, και η προσωρινή κυβέρνησις θα ευκολυνθεί ούτω, επί του παρόντος, προς θεραπείαν των μάλλον κατεπειγουσών αναγκών. Είπον επί του παρόντος, διότι ελπίζω, τη βοηθεία του Θεού και της συνέσεως υμών, το ημέτερον έθνος να λάβη ταχέως άλλην τινά ισχυροτέραν βοήθειαν.

»Κατά την ενεστώσαν των πραγμάτων κατάστασιν, η βοήθεια αυτή, διά να κατασταθεί ζωτική, δέον να έχη διπλούν σκοπόν. Δέον να εξαγάξη την Ελλάδα εκ της ολεθρίας απομονώσεώς της, και προσέτι να θέση αυτήν εις συνάφειαν μετά των κυριωτέρων ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Δέον η ισχυροτέρα αυτή βοήθεια να προμηθεύση εις αυτήν τα μέσα της υπάρξεως και της υπερασπίσεως, μέχρις ότου η κυβέρνησις δυνηθή να αποκαταστήση τάξιν τινά εν τη διοικήσει του έθνους, και ευρεθή τούτο εις κατάστασιν να επαρκή αφ' εαυτού εις τας ανάγκας του.

»Διά τούτο, εξαιρετικώς επεμελήθην τα μέγιστα ταύτα συμφέροντα, και θα εξακολουθήσω επιμελούμενος αυτά. Ένεκα δε τούτου, προτού αφιχθώ αυτόθι, θεωρώ αναγκαίον να διέλθω και εκ Παρισίων.

»Αν η Θεία Πρόνοια ευλογήση, και εις το μέλλον, τας προσπαθείας μου, τολμώ να ελπίσω ότι θα δυνηθώ να Σας παράσχω παρηγορίαν τινά, το δε έθνος, πιστεύω, δεν θα μου αρνηθή την εξουσίαν εκείνην, την οποίαν θα του ζητήσω, όπως κανονισθώσιν, εν τη νομίμω ενασκήσει των προταθέντων μοι σπουδαιοτάτων καθηκόντων όλα τα συνδιαλλακτικά μέτρα μετά των ευρωπαϊκών Αυλών, αίτινες θα παρέμβωσιν υπέρ της εθνικής σωτηρίας.

»Ουδέ στιγμήν μίαν θ' αφήσω να παρέλθη άπρακτος. Από την εις την άλλην ημέραν, ημπορεί ν' αποφασισθή περί της Ελλάδος το μέγα ζήτημα της ζωής ή του θανάτου. Τι θα γίνη μόνος ο Θεός το γνωρίζει. Αλλ' ας μην αποκρύψωμεν, κύριοι, ότι από υμάς εξαρτάται να έλθωσιν αι περιστάσεις ευνοϊκαί υπέρ του έθνους· και θα έλθωσιν (εστέ βεβαιότατοι περί τούτου), αν, ακλόνητοι μένοντες επί των αμεταβλήτων αρχών της αγίας ημών θρησκείας εργασθήτε εν σύμπνοια, και εν αγαθοπιστία εις το έργον της κοινής σωτηρίας, οι μεν εξ υμών φέροντες τα όπλα, όχι μόνον μετ' αφοσιώσεως και ανδρίας, αλλά και μετά αυστηράς πειθαρχίας εις τας διαταγάς των ανωτέρων σας, οι δε διοικούντες τον τόπον υπέρ του τόπου και όχι υπέρ ή κατά των δείνα συμφερόντων.

» Ενταύθα, κύριοι, παύω τον λόγον, αφίνων εις την υμετέραν σύνεσιν και εις την φιλοπατρίαν σας την φροντίδα του να καταμετρήσητε την μεγίστην ευθύνην την βαρύνουσαν τας υμετέρας κεφαλάς. Θεωρώ δε τιμήν το να συμμερισθώ μαζί σας την ευθύνην ταύτην, αλλά δεν διστάζω παντάπασι να επαναλάβω και ενταύθα ότι αδύνατον μου είναι να συμμερισθώ αυτήν προτού με ακούσετε, και προτού συγκατατεθήτε να μοι δώσετε όλην σας την εμπιστοσύνην, την οποίαν αισθάνομαι την ανάγκην να εμπνεύσω εις τας καρδίας σας.

«Μετά των διαπύρων ευχών μου, δεχθήτε την διαβεβαίωσιν της εξαιρέτου μου υπολήψεως.

Αυθημερόν δε έγραψε και προς τον πρόεδρον της προσωρινής κυβερνήσεως τάδε:

&Προς τον Πρόεδρον της προσωρινής κυβερνήσεως της Ελλάδος.&

Εν Λονδίνω, την 14]26 Αυγ. 1827.

&Κύριε!&

«Δεν ηδυνάμην ν' απαντήσω πληρέστερον εις την επιστολήν, ήν η Υμ. Εξοχότης μ' έκαμε την τιμήν να με διευθύνη, παρά μεταβιβάζων προς υμάς ανοικτήν, την προς τον Πρόεδρον της εθνικής συνελεύσεως σημερινήν επιστολήν μου.

Μακρυτέρας εξηγήσεις δεν θα προήγαγον επί τα πρόσω το έργον υπέρ της τελέσεως του οποίου οφείλομεν να μεταχειρισθώμεν και όλον τον χρόνον μας και όλας τας προσπαθείας μας.

Ας εργασθώμεν υπέρ του ενδόξου αυτού έργου. Ας εργασθώμεν εν αγαθή πίστει, μετ' αφιλοκερδείας, συμπνοίας και συνέσεως. Η κοινή αύτη υποχρέωσις είναι η πρωτίστη των ιδικών μας υποχρεώσεων, και αν ο Θεός μεθ' ημών, η πατρίς θα σωθή.

Μετά την εις την Ελλάδα άφιξίν μου, διαφυλάττομαι να κάμω τη Υμετέρα Εξοχότητι γνωστοποιήσεις υψίστου συμφέροντος, συνοψιζούσας το μέλλον, και, κατά τας ελπίδας μου, την σωτηρίαν της ημετέρας πατρίδος.»