Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 4
Τω 1820 συνέβη μεγάλη στρατιωτική επανάστασις εν Μαδρίτη, ής αποτελέσματα υπήρξαν η αιχμαλωσία του αδυνάτου βασιλέως Φερδινάνδου, αναγνωρίσαντος βιαίως την νέαν εγκαθίδρυσιν του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος (Κορτών). Αι αποτελούσαι την τετραπλήν συμμαχίαν Δυνάμεις, εκτός της Ρωσίας, αντί να οργισθώσιν επί τω ακούσματι, ως η Ρωσία ήλπιζε, χαριεντιζόμεναι, συνεχάρησαν τω Φερδινάνδω, επί τη σωτηρία.
Συγχρόνως σχεδόν ανεκηρύχθη το συνταγματικόν πολίτευμα και εν Νεαπόλει. Ο Μέττερνιχ εταράχθη μεγάλως, και ηθέλησε να πέμψη στρατόν εις βοήθειαν της βασιλικής οικογενείας της Νεαπόλεως· αναθεματίζουσα ό,τι την προτεραίαν είχεν εγκρίνει, η πονηρά διπλωματία και πάλιν κατέφυγεν εις τον συνήθη ιατρόν. Και πάλιν προυκλήθη συνδιάσκεψις. Η Ευρώπη εθεωρήθη ως νοσούσα βαρέως, και τόσον, όσον, ως ο αββάς δε Πραδ έλεγε, τα ιατρικά συμβούλια επολλαπλασιάζοντο. Ταις δυσχερείαις ταύταις προσετίθετο, ιδίως εν Ρωσία, και άλλη τις, ανησυχούσα μεγάλως την ευρωπαϊκήν ισορροπίαν. Από πολλού ο Πάπας είχεν επιτείνει τας περί προσηλυτισμού προσπάθειας εν τω Ρωσία διά των Ιησουιτών, γην και θάλασσαν κινούντων ίνα ένα ποιήσωνται προσήλυτον. Και είχον μεν επί Πέτρου του Μεγάλου εκδιωχθή, αλλά πάλιν επανήλθον τολμηρότεροι επί Παύλου του Α'. Ηναγκάσθη λοιπόν νυν και ο Αλέξανδρος να διατάξη εκ Ρωσίας απέλασιν αυτών. Ο Καποδίστριας, όστις είχε μείνει πάντη ξένος των θρησκευτικών τούτων ερίδων, διετάχθη του αυτοκράτορος να δικαιολογήση προς την παπικήν κυβέρνησιν το αυστηρόν αυτό μέτρον. Αυτός ο ίδιος μάλιστα, από του 1816, είχεν επιφορτισθή την διεξαγωγήν των διαπραγματεύσεων περί της εξομαλύνσεως των εν Ρωσία σχέσεων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, και ιδίως μάλιστα περί των σχέσεων αυτής μετά της εκκλησίας της Πολωνίας. Τα αναπτυχθέντα εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυταίς ζητήματα ήσαν ακανθώδη, και όμως ο Έλλην διπλωμάτης διά την άκραν δεξιότητα δι' ής εις πέρας ήγαγε την δυσχερεστάτην υπόθεσιν, κατορθώσας να επιτευχθεί πλήρης συνεννόησις μεταξύ της ρωσικής κυβερνήσεως και της παπικής εθαυμάσθη δικαίως. Εν τούτοις, τα εν Ιταλία απησχόλουν την Αυστρίαν αποστείλασαν δύο μεγάλα στρατιωτικά σώματα προς τα σύνορα, η δε Ρωσία επίσης εφαίνετο ζητούσα ευκαιρίαν να επέμβη, αλλά περιμένουσα εν τω μεταξύ να ίδη οποία τα αποτελέσματα της Εθνικής συνελεύσεως, ήν ο γέρων Φερδινάνδος των δύο Σικελιών είχε συγκαλέσει.
Η Αυστρία όμως σπεύδουσα υπεχρέωσε τους άλλους ηγεμόνας της _Αγίας Συμμαχίας_ να συνέλθωσιν εις συνέδριον. Η πόλις αυστριακής Σιλεσίας Τρόππαου ωρίσθη ως τόπος συνεντεύξεως, και εκεί συνήλθον εκ νέου οι ηγεμόνες και οι διπλωμάται, εν οίς και οι δύο αντίζηλοι ο Καποδίστριας και ο Μέττερνιχ. Ο Καποδίστριας δεν ησύχαζεν όπως προκαλέση τας υπό του Αλεξάνδρου ελπιζομένας συνεπείας της _Ιεράς Συμμαχίας_, αλλ' εις μάτην. Ό,τι απ' αρχής εφρόνει περί αυτής, τούτο και συνέβη. Ο Μέττερνιχ υποστηριζόμενος υπό των λοιπών διπλωματών, παρέστησεν ως απειλητικήν κατά της ευρωπαϊκής ειρήνης την επανάστασιν της Νεαπόλεως.
Και η μεν Αυστρία είχε δίκαιον, αλλά, προκειμένου να επέμβωσι πάσαι αι Δυνάμεις, από κοινού, εις την υπόθεσιν της Νεαπόλεως, ο Καποδίστριας αντέτεινε, λέγων, ότι η Ρωσία δεν έπρεπε να περιπλακή εις υπόθεσιν όλως ξένην των συμφερόντων αυτής. Επρότεινε δε να προκληθή η μεσολάβησις του Πάπα, και η πρότασις εγένετο αποδεκτή. Αλλ' ο Πάπας, εμβρόντητος εκ του επαναστατικού πνεύματος, απεποιήθη. Τότε ο Τσάρος, φοβούμενος μη συντελέση εις την εξασθένησιν της _Ιεράς Συμμαχίας_, διά της ηθικής αποχωρήσεως αυτού, υπεσχέθη σύμπραξιν προς τον αυτοκράτορα της Αυστρίας. Ο βασιλεύς της Νεαπόλεως προσεκλήθη εις Λάυβαχ, και εκεί μετέβησαν επίσης και οι σύμμαχοι ηγεμόνες και οι διπλωμάται αυτών, όπως συσκεφθώσι περί των μελλόντων γενέσθαι.
Η επανάστασις της Νεαπόλεως κατεστάλη τάχιστα. Αλλ' άλλη εν τω μεταξύ εξερράγη· η εν Τουρίνω. Ενώ δε χρόνω οι σύμμαχοι και οι διπλωμάται, προσηλωμένους είχον τους οφθαλμούς επί την Ιταλίαν, και η συνδιάσκεψις ενησχολείτο πώς να εξεύρη τρόπους κατευνάσεως του επαναστατικού πνεύματος του λαού, του αναπτυχθέντος εν ταις ιταλικαίς ιδίως χώραις, ταχυδρόμος απροσδόκητος φέρει τοις συνδιασκεπτομένοις την είδησιν της ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως εν Δακία υπό του _Αλεξάνδρου Υψηλάντου_. Ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος εταράχθη μεγάλως· διότι ο Υψηλάντης ήτο ιδιαίτερος υπασπιστής αυτού. Τούτο ενοχοποίει την ρωσικήν πολιτικήν. Και ο μεν αυτοκράτωρ απεδοκίμασε την διαγωγήν αυτού, ο δε Καποδίστριας εγένετο αντικείμενον υπονοιών, κακολογίας και μίσους. Επιμελώς δε εφρόντισεν, όπως μη ο αυτοκράτωρ συμπεριλάβη εν τη οργή και το τυραννούμενον Ελληνικόν έθνος, και όπως αναβάλη πάσαν οριστικήν απόφασιν μέχρι της εις την Ρωσίαν επανόδου όπου θα ήτο ελεύθερος ξένων επιρροών. Όταν δε και η Πελοπόννησος επανέστη, τότε πλέον η μανία των αντιπάλων του Καποδιστρίου υπερέβη παν όριον, και αι κατ' αυτού πανουργίαι έφθασαν μέχρις εχθρότητος. Το στάδιον της κακεντρεχείας υπήρξεν ομαλώτατον. Συγχρόνως σχεδόν τη επαναστάσει της Ισπανίας, της Νεαπόλεως, του Τουρίνου, τη εξάψει των πνευμάτων καθ' όλην την Ιταλίαν, τη δολοφονία του δουκός του Βερρύ, ταις αντιρρήσεσι του Καποδιστρίου κατά της _προτάσεως περί κοινών αναγκαστικών μέτρων κατά της Νεαπόλεως_, συνέβη αφ' ενός μεν η επανάστασις του Υψηλάντου εν Δακία, αφ' ετέρου δε και η της Πελοποννήσου. Πάσαι αύται αι απροσδόκητοι συμπτώσεις καθίστων πιθανήν την ενοχήν του Έλληνος διπλωμάτου της Ρωσίας, και μάλιστα εις τα όμματα του Μέττερνιχ, φθονούντος αυτόν εμπαθώς διά τε την φημιζομένην ικανότητα και διά τον εντιμότατον χαρακτήρα, υπώπτευον δε ότι, ενόσω ο Έλλην ούτος απελάμβανε της ευνοίας του Τσάρου, η λοιπή Ευρώπη δεν θα ηδύνατο να διαθέση, ως αύτη εδόκει, τα της Τουρκίας. Γνωστός δε είναι ο κατά την εποχήν εκείνην _μισορρωσισμός_ απάσης της Ευρώπης, έχων κυρίως την πηγήν εν τοις διαφημιζομένοις σχεδίοις του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β'.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, διελύθη η εν Λάυβαχ συνδιάσκεψις, βασιλείς δε και διπλωμάται απήλθον έκαστος εις τα ίδια, τεθλιμμένοι διά τα παρόντα και ανήσυχοι διά τα μέλλοντα.
Κλείσαντες ενταύθα τα της εν Λάυβαχ συνδιασκέψεως σκοπούσης, ως είδομεν, την κατάσβεσιν του αναπτυχθέντος φιλελευθέρου των ευρωπαϊκών λαών πνεύματος και την περιστολήν των εν Ιταλία και αλλαχού εκραγεισών στάσεων, σπεύδομεν να είπωμεν ολίγα τινά περί της Ελληνικής επαναστάσεως, ήτις τοιαύτην επί του ήρωος ημών έσχεν επίδρασιν, ώστε εγκατέλιπε την εν Ρωσία υψηλήν αυτού θέσιν, ίνα ως ιδιώτης δυνηθή επί μάλλον να φανή χρήσιμος τω μεγάλω εθνικώ αγώνι.
Ήδη αρχομένων των μέσων της δευτέρας δεκαετηρίδος του προς το τέρμα αυτού δολιχοδρομούντος ΙΘ' αιώνος, ενθουσιώδης οργασμός κατείχε τα πνεύματα των Ελλήνων· οι θούριοι του εθνομάρτυρος Ρήγα, υπό των Αυστριακών τοις Τούρκοις παραδοθέντος και ευρόντος εν Βελιγραδίω αλγεινόν τον θάνατον, εφέροντο ανά τα στόματα πάντων και ενέπνεον ακράτητον ενθουσιασμόν· βιβλία και φυλλάδια υπό των λογίων εξεδίδοντο καλούντα τους Έλληνας εις τα όπλα, μία φωνή πανταχού ηκούετο, ως εγερτήριον σάλπισμα, καλούσα πάντα Έλληνα εις ένδοξον υπέρ πατρίδος αγώνα. Ουδέν το παράδοξον επομένως εάν τω 1814 τρεις Έλληνες εν Οδησσώ, άνδρες πρακτικοί και θαρραλέοι, απεφάσισαν την ιδρύσιν εταιρίας προς κατήχησιν των σπουδαιοτέρων ανδρών, διοργάνωσιν ενιαίου κινήματος και συγκέντρωσιν της διευθύνσεως αυτού. Οι άνδρες ούτοι είναι ο _Τσακάλωφ_, ο _Σκουφάς_ και ο _Ξάνθος_, οίτινες ίδρυσαν την _Εταιρίαν των Φιλικών_.
Του χρόνου προϊόντος, προσετέθησαν και άλλοι φιλοπάτριδες άνδρες, μετά πάροδον δ' έξ ετών από της ιδρύσεως αυτής, η εταιρία κατώρθωσε να έχη μέλη άνδρας εξέχοντας, ως τον κρεμασθέντα πατριάρχην _Γρηγόριον_ τον _Ε'_, τον _Αλέξανδρον Υψηλάντην_, τον άρχοντα της Μάνης _Πετρόβεην Μαυρομιχάλην_, τον ηγεμόνα της Βλαχίας _Μιχαήλ Σούτσον_, τον _Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον_, τον ημέτερον υφυπουργόν των Εξωτερικών της Ρωσίας κόμητα _Ιωάννην Καποδίστριαν_ και άλλους. Εν ταις επαρχίαις είχον συστηθή εφορείαι και επιτροπαί, απόστολοι διέτρεχον πάσας τας χώρας του Ελληνισμού ως κήρυκες της ελευθερίας και η εγγραφή των μεμυημένων πανταχού οσημέραι ηύξανεν. Επιτυχώς δ' οι εταίροι διέδιδον, ότι δρώσι κατά τας οδηγίας αποκρύφου και μυστηριώδους τινός «_Αρχής_», αφίνοντες να υπονοήται ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας _Αλέξανδρος ο Α'_, υπεδείκνυον δε δι' όλων των μέσων ότι σοβαρά επικουρία επελεύσεται άνωθεν άμα τη ενάρξει του αγώνος.
Και ιδρύθη μεν η _Φιλική Εταιρία_ και ειργάζετο όσον ην δραστηρίως προς προπαρασκευήν των πνευμάτων διά τον μέλλοντα αγώνα, αλλ' έλειπεν ο _αρχηγός_ αυτής και ως τοιούτον εζήτησαν τον Καποδίστριαν. Επί τούτω δε εστάλη εις Πετρούπολιν ο _Καμαρινός_ φέρων γράμματα του Μαυρομιχάλη αποκαλύπτοντα τα της Εταιρίας, αλλ' ο Καποδίστριας δεν εδέξατο την αρχηγίαν ειπών ότι υπουργός ων της Ρωσίας δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, αλλ' ούτε καν να συμμετάσχη του μέλλοντος κινήματος. Ο Καμαρινός απήλθεν άπρακτος, μετ' ου πολύ δε απεστάλη ο _Ξάνθος_, αλλά και ούτος ουδέν ηδυνήθη να πράξη, του Καποδιστρίου επιμένοντος εν τη αρνήσει. Τέλος απετάθησαν προς τον υπασπιστήν του Τσάρου _Αλέξανδρον Υψηλάντην_, παρακαλούντες αυτόν να δεχθή την αρχηγίαν, αλλά και ούτος το μεν πρώτον ηρνήθη διά τον αυτόν οίον και Καποδίστριας λόγον, τέλος όμως ενέδωκε, του Έλληνος διπλωμάτου ειπόντος αυτώ: «_αρκεί η εμφάνισις ολίγων χιλιάδων επαναστατών κατά την Ελλάδα, όπως η Ρωσία συνδράμη εκ των ενόντων_», και εδέξατο την αρχηγίαν.
Τη 24 Απριλίου 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανεκηρύσετο _αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας_ και μετά πάροδον εννέα μηνών, η προπαρασκευή των πνευμάτων είχε συντελεσθή καθ' άπασαν την έκτασιν των ελληνικών χωρών και η εν Πελοποννήσω έκρηξις της επαναστάσεως από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο, κατήρξατο του αγώνος μετά των δύο αδελφών αυτού _Νικολάου και Δημητρίου Υψηλαντών_· και στρατιωτικού τινος σώματος κρύφα συγκεντρωθέντος επί του ρωσικού εδάφους, και διελθών τον Προύτον τη 22 Φεβρουαρίου του 1821 εξέδωκε προκήρυξιν προς τους εν Μολδαυία και Βλαχία Έλληνας και λοιπούς Χριστιανούς καλών πάντας υπό τα όπλα:
&Έλληνες!&
«Ιδού μετά τόσων αιώνων οδύνας απλόνει ο Φοίνιξ της Ελλάδος μεγαλοπρεπώς τας πτέρυγάς του και προσκαλεί υπό την σκιάν αυτού τα γνήσια και ευπειθή τέκνα της! Ιδού η φίλη ημών πατρίς Ελλάς ανυψόνει μετά θριάμβου τας προπατορικάς της σημαίας. Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησία του αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα διά να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων και ενατενίζουσα το μόνον νικητήριον όπλον των ορθοδόξων, τον τίμιον, λέγω, και ζωοποιόν Σταυρόν, κράζει μεγαλοφώνως υπό την προστασίαν μεγάλης και κραταιάς Δυνάμεως: εν τούτω τω σημείω νικώμεν, ζήτω η ελευθερία! Και εις τας δύο ταύτας φιλικάς μας επαρχίας σχηματίζεται σώμα πολυάριθμον ανδρείων συμπατριωτών διά να τρέξη εις τα ιερόν έδαφος της φίλης ημών πατρίδος. Όθεν όσοι εύχονται να ονομασθώσι σωτήρες της Ελλάδος και είναι διεσκορπισμένοι εις διάφορα καντιλίκια, ας τρέξωσιν εις τους δρόμους, όπου ακούουσιν ότι διαβαίνει το σώμα τούτο διά να συνενωθώσι με τους συναδέλφους των. Όσοι όμως γνήσιοι Έλληνες είναι άξιοι να πιάσωσι τα όπλα και μολοντούτο να γίνωσιν αδιάφοροι, ας ηξεύρωσιν ότι θέλουσιν επισύρει εις τον εαυτόν των την μεγάλην ατιμίαν και ότι η πατρίς τους θεωρεί ως νόθους και αναξίους του ελληνικού ονόματος!»
Αλλ' εκεί μεν η Επανάστασις κατεστάλη εν τη γενέσει, καταστραφέντος του _ιερού λόχου_ εν Δραγατσανίω, αλλ' όμως περί τον αυτόν ακριβώς χρόνον, καθ' όν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ενήργει εν Μολδοβλαχία, εν Πελοποννήσω, η ελληνική επανάστασις εκηρύσσετο. Την 23 Μαρτίου οι κάτοικοι των Πατρών προέβαινον εις το πρώτον αυτών επαναστατικόν κίνημα. Οι Τούρκοι θέντες πυρ εις την οικίαν ενός των αρχόντων της πόλεως του Παπαδιαμαντοπούλου εκλείσθησαν εν τω πύργω της πόλεως. Οι Έλληνες κατώρθωσαν να κατασβέσωσι το πυρ, ανύψωσαν την σημαίαν του Σταυρού εφ' όλων των τεμενών, επτακόσιοι δε χωρικοί υπό την οδηγίαν του μητροπολίτου Πατρών _Γερμανού_, ενέκλεισαν καταδιώξαντες τους Τούρκους εις το φρούριον. Τη αυτή ημέρα ο _Πετρόβεης Μαυρομιχάλης_ κατελάμβανε τας Καλάμας. Ταυτοχρόνως οι Τούρκοι χωρικοί των πεδιάδων κατεδιώκοντο υπό των Χριστιανών, η Σπαρτιάτις _Κωνσταντίνα Ζαχαριά_ ύψωσε λευκήν σημαίαν μετά κυανού σταυρού και προσεκάλει άνδρας και γυναίκας εις εκδίκησιν κατά των τυράννων, ηγουμένη δε πολλών κατέλαβε το παρά τον Ευρώταν Λεοντάριον και κατέστρεψε τα τεμένη· το Νησίον και τα πλησιόχωρα υψούσι την σημαίαν της επαναστάσεως· η άνω Αρκαδία συνταράσσεται υπό της γενναίας φωνής του φιλοπάτριδος _Κανέλλου Δηλιγιάννη_, ευπατρίδου της χώρας, όστις εκδιώκει τους Τούρκους εκ της κοιλάδος του Αλφειού καταλαβών την Καρύταιναν· οι Οθωμανοί των Καλαβρύτων εγκαταλείπουσι τας εστίας και αναχωρούσιν· ο _Γερμανός_ ευλογεί την σημαίαν της επαναστάσεως τη 25 Μαρτίου 1821 ημέρα ορισθείση υπό της Φιλικής εταιρίας διά την έναρξιν του αγώνος, και τη επαύριον (26 Μαρτίου), ο αυτός μετά του Προκοπίου επισκόπου Καλαβρύτων και των αρχόντων Ανδρέου Ζαΐμη, Ανδρέου Λόντου, Παπαδιαμαντοπούλου και Σωτηράκη υπογράψαντες επιδίδουσι δήλωσιν προς τους εν Πάτραις προξένους των Δυνάμεων κηρύττουσαν ότι: «Οι Έλληνες μη δυνάμενοι πλέον να υποφέρωσι την αύξουσαν τυραννίαν των Τούρκων απεφάσισαν ν' αποθάνωσιν ή ν' αποτινάξωσι τον ζυγόν αυτών και λαμβάνουσι τα όπλα προς διεκδίκησιν των δικαίων αυτών, πεποιθότες ότι αι χριστιανικαί Δυνάμεις της Ευρώπης θ' αναγνωρίσωσι το δίκαιον του αγώνος των και θα παράσχωσιν αυτοίς πάσαν επικουρίαν, αναμιμνησκόμενοι τας υπό των προπατόρων των παρασχομένας τη ανθρωπότητι εκδουλεύσεις».
Εν τω μεταξύ όμως, οι Τούρκοι όπως καταβάλωσι την Ελληνικήν επανάστασιν απηγχόνιζον τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως _Γρηγόριον τον Ε'_ και άλλους επισκόπους και προύχοντας, και άνευ διακρίσεως ηλικίας ή φύλου, ενόπλων ή αόπλων, αθώων ή πταιστών, κατέσφαζον αναριθμήτους Πελοποννησίους και άλλα πολλά φρικώδη διέπραττον. Ο Καποδίστριας αδυνατών πλέον να μένη απαθής θεατής τοσούτων και τοιούτων σκληροτήτων, εναντίον αδελφών Ελλήνων διαπραττομένων, κατώρθωσε να πείση τον Αλέξανδρον αν ουχί να ευνοήση την επανάστασιν μεταβάλλων γνώμην, τουλάχιστον να επιτρέψη αυτώ την συνταξιν Υπουργικής διακοινώσεως προς την Πύλην, διά της οποίας να διαταχθή αύτη, ίνα ποιήται διάκρισιν μεταξύ αθώων και υποκινητών της επαναστάσεως. Πράγματι δε επεδόθη τότε παρά του εν Κωνσταντινουπόλει Ρώσου Πρέσβεως Κόμητος _Στρογανώφ_ προς το Διβάνιον, η από 8 Ιουλίου 1821 διακοίνωσις, ήτις διαλαμβάνουσα τα κατά της Τουρκίας παράπονα της Ρωσίας, ειδοποιεί συγχρόνως την άμεσον εκ Κωνσταντινουπόλεως του Ρώσου Πρέσβεως αναχώρησιν, εν ή περιπτώσει δεν εδίδετο παρά του Διβανίου εντός οκταημέρου προθεσμίας απάντησις· Επειδή όμως το Διβάνιον αφήκε να παρέλθη η ταχθείσα προθεσμία, ο Στρογανώφ αφείς το Βυζάντιον ανεχώρησεν εις Οδησσόν.
Μετ' ολίγον δ' ο πρίγκηψ Μέττερνιχ και ο Λόρδος Καστελρή, επιθυμούντες ίνα η Αυστρία και η Αγγλία εξασφαλίσωσι την επιρροήν αυτών εν τη Ανατολή και αφ' ετέρου δώσωσι καιρόν τη Τουρκία να εξοντώση τους αγωνιζομένους Έλληνας, ούς ο πρώτος των δύο διπλωματών ωνόμαζε «_Ταραχοποιούς_», προεσχεδίασαν νέον συνέδριον εν Βιέννη, μέλλον να ενασχοληθή περί των πραγμάτων της Ανατολής, και ιδίως των Ελληνικών. Βεβαιούται δε ότι, τότε, προς τον παραστήσαντα τω Μέττερνιχ τα εν Ελλάδι γινόμενα υπό φιλανθρωπικήν έποψιν και ειπόντ' αυτώ περί των εμποδίων, ά προέβαλλεν εις τα Ελληνικά πράγματα, ότι διηυκόλυνεν ούτω τους Τούρκους να εξαφανίσωσι το Ελληνικόν έθνος, ούτος απήντησεν αποτόμως, ότι: «_ο θάνατος ενός ή δύο εκατομμυρίων ανθρώπων ολίγον ζημιόνει τον κόσμον_», και «_ότι η διατήρησις της ειρήνης είναι μάλλον αναγκαία»._
Τοιαύτη ήτο η πολιτική του Αυστριακού Μέττερνιχ, συμπαρασύραντος και την Αγγλίαν. Ευτυχώς η Ελληνική επανάστασις ήρξατο εν χρόνοις ευνοϊκοίς· εις ταύτην δε προέβησαν θαρραλέως, άμα ως οι Έλληνες είδον ψευδομένας εν τω συνεδρίω της Βιέννης (1814 — 1815) τας παρά της Ευρώπης προσδοκίας αυτών. Ενθαρρυνόμενοι δε υπό των επαγγελιών του Αυτοκράτορος της Ρωσίας, παρεσκεύαζον κίνημα, στηριζόμενον επί των ιδίων αυτών δυνάμεων. Την έκρηξιν δ' αυτού επέσπευσεν επεισόδιον, στενώτατα συνδεόμενον προς την Ελληνικήν επανάστασιν, ήτοι η από του Σουλτάνου αποστασία του σατράπου των Ιωαννίνων _Αλή πασά_. Ο σατράπης ούτος, ού το αλλοπρόσαλλον και η θηριωδία εισίν εκ των σπανιωτάτων παραδειγμάτων της παγκοσμίου Ιστορίας, ενώ κατ' αρχάς αυστηρότατα κατέστειλεν εξέγερσίν τινα των εν Ηπείρω αρματωλών, ίνα ούτως αποκτήση την εύνοιαν του _Διβανίου_, αναθέσαντος εις αυτόν την διοίκησιν της επαρχίας Ιωαννίνων, περιεποιήθη κατόπιν το ελληνικόν στοιχείον, ένεκα των ιδίων ανταρτικών αυτού κατά της κυβερνήσεως σχεδίων, και ενεθάρρυνε τας ελπίδας των Ελλήνων. Ότε δε η Τουρκική κυβέρνησις, απολέσασα την απομονήν έπαυσε τον σατράπην, και προεκήρυξε την κεφαλήν αυτού, προσκαλέσασα τους Χριστιανούς ίνα εκδικηθώσιν αντί των τόσων βιαιοπραγιών, ας παρ' αυτού εδοκίμασαν, και συντελέσωσιν εις την τιμωρίαν αυτού, ο πονηρός Αλής κατά την τελευταίαν στιγμήν εκολάκευσεν αύθις τους Έλληνας, υποσχεθείς σύμπραξιν και συμμαχίαν. Και πράγματι αι επαγγελίαι αύται εδελέασαν τους Έλληνας, οίτινες λησμονήσαντες τας ανεκδιηγήτους βασάνους, ας υπέστησαν υπ' αυτού ηνώθησαν μετά του σατράπου και η επανάστασις ως ταχύ πυρ εξηπλώθη από της Πίνδου μέχρι του Ταϋγέτου. Ο Αλής όμως δεν εσώθη διά της συμμαχίας, καθότι οι Σουλιώται, και οι λοιποί Ηπειρώται εγκαταλειφθέντες υπ' αυτού, σωθέντος το πρώτον τη συνδρομή αυτών, εγκατέλιπον και ούτοι εκείνον εις την ιδίαν τύχην και οι απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης εκόμισαν επί τέλους την κεφαλήν του αποστάτου Αλή Πασά προς τον Σουλτάνον.
Συγχρόνως δε σχεδόν προς την Πελοπόννησον εξηγέρθησαν και η Ανατολική Ελλάς και αι νήσοι, μετ' ολίγον δε η Δυτική Ελλάς, ούτως ώστε, ότε εν αρχή του 1822 παρεδόθη το τελευταίον ο Αλή πασάς και έμεινε διαθέσιμος ο πολεμών αυτώ οθωμανικός στρατός, η Ελληνική επανάστασις ου μόνον είχεν οπωσούν ασφαλισθή διά των εν Βαλτετσίω και περί τας Θερμοπύλες μαχών και της πυρπολήσεως οθωμανικού δικρότου εν Ερισσώ της Μιτυλήνης και της αλώσεως της Μονεμβασίας, της Πύλου και της Τριπόλεως, αλλά και η προσωρινή Κυβέρνησις συγκροτήσασα την πρώτην Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν εν Επιδαύρω, είχεν ανακηρύξει δι' αυτής (1 Ιανουαρίου 1822) «_ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν του Ελληνικού έθνους ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν_».
Οι _Κλέφται_ κατήρχοντο εκ των βουνών της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, οι δε ναυτικοί κάτοικοι των νήσων Σπετσών, Ύδρας και Ψαρρών μετέβαλλον τα σκάφη αυτών από εμπορικών εις πολεμικά. Οι Τούρκοι προσεπάθησαν παντί σθένει να καταστείλωσι την επανάστασιν· οι δε Έλληνες αισθανόμενοι το άνισον της πάλης είχον απευθυνθή προς τας χριστιανικάς αυλάς, επιζητούντες την προστασίαν αυτών, αλλ' οι βασιλείς, φοβούμενοι την επικράτησιν των ανατρεπτικών ιδεών, εκώφευον εις τας επικλήσεις ταύτας· και αυτός δ' ο Αλέξανδρος της Ρωσίας υπείκων εις τας συμβουλάς του _Νέσσελροδ_ και του ανθελληνικωτάτου αντιπάλου του Καποδιστρίου Αυστριακού _Μέττερνιχ_, ηρνήθη πάσαν υποστήριξιν εκείνοις, ούς αυτός είχεν εξωθήσει εις την επανάστασιν. Αλλ' ο επιβλαβέστατος εχθρός των Ελλήνων και το κυριώτερον αίτιον των διαφόρων αυτών αποτυχιών ήν η διηνεκής διχόνοια, η μεταξύ των αρχηγών υφισταμένη, η διόλου του μακρού, αλλ' ηρωικού εκείνου αγώνος, ως μη ώφελε, παρατηρηθείσα.
Κατά την εποχήν ταύτην· άρχεται δυστυχώς σειρά όλη θλίψεων και δοκιμασιών διά τον Καποδίστριαν. Το επαναστατικόν κίνημα του Αλεξάνδρου Υψηλάντου εγένετο, ως είδομεν, από των ρωσικών μεθορίων, οι πάντες δε απέδωκαν αυτό εις την Ρωσίαν, και εθαύμαζον πώς ήτο δυνατόν Δύναμις συνδεθείσα, προ μικρού, διά της _Ιεράς Συμμαχίας_, να υποτρέφη και υποκινή επαναστάσεις. Η θέσις της τε Ρωσίας και ιδίως του Καποδιστρίου κατέστη τότε δυσχερεστάτη και μετά συντριβής καρδίας ηναγκάσθη ο φιλόπατρις Καποδίστριας να υπογράψη την επίσημον αποδοκιμασίαν του κινήματος του Υψηλάντου. Αλλ' ούτε τότε ούτε η μετ' ου πολύ εξέγερσις σύμπαντος του χριστιανικού στοιχείου κατά του τουρκικού επήρκεσαν το παράπαν να πείσωσι την Δύσιν ότι ο ελληνικός αγών και αν δεν προπαρεσκευάζετο διά της «_Φιλικής Εταιρίας_» ήτο αναπόφευκτος σύγκρουσις του καταδεδουλωμένου χριστιανικού προς το τουρκικόν στοιχείον, ή άλλαις λέξεσι διαμάχη, ήν και αν ήθελε, δεν ηδύνατο να καταπνίξη η Ρωσία, ήν δήθεν ενόμιζον ότι υπέθαλπε την Ελληνικήν επανάστασιν.