Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 34
Τότε, κατά τας κρισίμους ημέρας, περί τα τέλη Μαρτίου, απεφάσισεν ο Θήρσιος, κατ' εντολήν των αντιπρέσβεων, να σπεύση εις το εν Περαχώρα στρατόπεδον των Ρουμελιωτών, όπως μεσιτεύση και προλάβη την εις την Πελοπόννησον εισβολήν. Αλλά τόσον κατεγοήτευσεν αυτόν ο Κωλέττης, τόσον μετέτρεψε τας φρένας αυτού ο αιμύλος εκείνος ανήρ και η παρουσία και η λαμπρότης των οπλιταρχών και στρατιωτών, ώστε από μεσίτου κατέστη φίλος των Ρουμελιωτών. Επανήλθεν εις Ναύπλιον μάλλον υπερασπιστής των Ρουμελιωτών ή μεσίτης, των διαμαχομένων. Αποτυχούσης της πρεσβείας του Θηρσίου, εγένετο συμβούλιον επί του αγγλικού τρικρότου, όπερ συνέκειτο εκ των τριών ναυάρχων, των αντιπρέσβεων, του Αυγουστίνου και του Θηρσίου, και απεφασίσθη ίνα αντιτάξωσι βίαν κατά των Ρουμελιωτών. Αλλ' ούτοι πριν ή προς τούτο ετοιμασθεί ο Αυγουστίνος εξεστράτευσαν τη 25 Μαρτίου 1832, ενίκησαν τους υπό τον Νικήταν και Καλλέργην κυβερνητικούς στρατούς παρά το Λουτράκι· διεσκόρπισαν το ιππικόν του Καλλέργη, και έτρεψαν το πεζικόν του Νικήτα· τη δ' υστεραία (26 Μαρτίου) εισήρχοντο εις το Άργος έχοντες κλάδους ελαίους επί των όπλων και επί των φεσίων ως σωτήρες του έθνους και ελευθερωταί εκ του ζυγού του Αυγουστίνου· το πλήθος υπεδέχετο αυτούς εν αγαλλιάσει· και τη επαύριον, 27 Μαρτίου, αφίκοντο προ των πυλών του Ναυπλίου και εστρατοπέδευσαν εν τη Προνοία, ένθα πολλοί δυσηρεστημένοι εκ Ναυπλίου ηνώθησαν αυτοίς.
Οσημέραι αξιωματικοί και στρατιώται εγκαταλείποντες τας τάξεις των κυβερνητικών στρατευμάτων, ηνούντο μετά των Ρουμελιωτών, εφ' ώ και ο Αυγουστίνος εξέστη των φρενών βλέπων εαυτόν απογυμνούμενον τής τε των πολιτών και των στρατιωτών υπερασπίσεως. Τέλος δε τη επιούση (28 Μαρτίου 1832) ιδών ότι και οι αντιπρέσβεις και οι ναύαρχοι ώκνουν όπως υπερασπίσωσιν αυτού διά των όπλων, καίτοι ο Ρίκορδ ηβούλετο τούτο, αλλά δεν ετόλμα μόνος, παρητήθη την αρχήν.
Παραιτηθέντος του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, η Γερουσία πιστεύουσα ότι μικτή τις κυβέρνησις εκ τε των συμπολιτευομένων και αντιπολιτευομένων ηδύνατο να συγκρατήση τα διεστώτα μέχρι της καθόδου του εκλεχθέντος βασιλέως Όθωνος, εξελέξατο πενταμελή _διοικητικήν επιτροπήν_ συγκειμένων εκ των: _Κολοκοτρώνη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κωλέττη_ και _Βουδούρη_. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι και διά της εκλογής ταύτης συνεκροτείτο κυβέρνησις. ενέχουσα εν εαυτή τα σπέρματα της διαιρέσεως, διότι οι _συνταγματικοί_, αντιπροσωπευόμενοι υπό του Κωλέττη, είχον και πάλιν την μειονοψηφίαν. Ουχ ήττον όμως επήλθε ποιά τις ειρήνη, τα στρατεύματα συνεφιλιώθησαν τη παρεμβάσει του Θηρσίου εν Προνοία, τα τε κυβερνητικά και συνταγματικά και περιήρχοντο ανά τας οδούς του προαστείου του Ναυπλίου κραυγάζοντα υπέρ του Βασιλέως, του Συντάγματος και του Κωλέττη, όστις τη επαύριον (29 Μαρτίου), προτροπή και εγγυήσει του Θηρσίου, εισήλθεν εις Ναύπλιον. Η είσοδος του Κωλέττη εις την πρωτεύουσαν της κυβερνήσεως ην θριαμβευτική· ο λαός εν ευφημίαις ηκολούθει αυτόν περιστοιχιζόμενον υπό είκοσι και πέντε λαμπρώς ενδεδυμένων οπλιταρχών· κατεφίλουν αυτόν ως σωτήρα· άπειρον πλήθος λαού ανευφήμουν αυτόν εν ταις οδοίς, εκ των στεγών των οικιών, εκ των παραθύρων. Η πομπή ην βασιλέως, στρατηγού νικητού, ανδρός μεγάλως ευεργετήσαντος την πατρίδα. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας ιδών κρυφίως έκ τινος παραθύρου του μεγάρου, εν ώ κατώκει πρότερον και ο φονευθείς Κυβερνήτης την λαμπράν υποδοχήν του αντιπάλου αυτού και απελπίσας περί της αρχής αυτού τε και του Καποδιστριακού εν γένει οίκου παρεσκευάσθη εις φυγήν, και τη αυτή νυκτί περί την 1Οην ώραν επεβιβάσθη επί της φρεγάτας του ναυάρχου Ρίκορδ μετά πάντων των οικείων και φίλων, αποκομίζων και τα κειμήλια και έπιπλα αυτού, κατευθυνόμενος εις Κέρκυραν· ούτω δε εξέλιπεν εκ της Ελλάδος, ήν καθίδρυσεν εις Κράτος, η οικογένεια Καποδιστρίου, προς ήν η νεωτέρα Ελλάς οφείλει μεγάλην την εθνικήν ευγνωμοσύνην. Ο Αυγουστίνος φεύγων έξ μήνας μετά την δολοφονίαν του αδελφού εκ Ναυπλίου εκόμισε το λείψανον του πρώτου της Ελλάδος Κυβερνήτου εις Κέρκυραν (99). Ο τότε Άγγλος των Ιονίων νήσων αρμοστής _Αδάμ_, ίνα μη το λείψανον του αοιδίμου Κυβερνήτου προκαλέση τας συγκινήσεις του Κερκυραϊκού λαού, παρεκάλεσε τους αδελφούς του τεθνεώτος, ίνα η αποβίβασις του λειψάνου εκ της ρωσικής φρεγάτας γίνη νύκτωρ. Τωόντι μεσονυκτίαις ώραις της ημέρας καθ' ήν έφθασε το πλοίον (αρχαί Απριλίου 1832), αποβιβάσαντες οι αδελφοί τον νεκρόν, συνώδευσαν άνευ νεκρικής ακολουθίας εις την εν τω προαστείω Μανδουκίω _Εκκλησίαν της Πλατυτέρας_, εν τω περιβόλω της οποίας και ετάφη, παρά τον τάφον του γονέως αυτού και του επιστηθίου φίλου Μουστοξύδου. Επί του ψυχρού και απλού τάφου του καλύψαντος τα οστά αυτού, εισί γεγλυμμέναι αι εξής λέξεις πολλών δηλωτικαί
ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Οπόσον ο Ιωάννης Καποδίστριας εμερίμνησεν υπέρ του έθνους, αφ' ής στιγμής εξελέγη Κυβερνήτης και προ της εκλογής ότε διετέλει υπουργός εν Ρωσία και βραδύτερον ιδιωτεύων, μαρτυρεί η δημοσιευθείσα αλληλογραφία αυτού, ήτις καταδεικνύει τον μέγαν υπέρ της Ελλάδος ενθουσιασμόν του ανδρός.
Εφ' ώ και η ιδιαιτέρα αυτού πατρίς, η Κέρκυρα, ευγνωμονούσα ένεκα της δι' αυτού προσαφθείσης αυτή δόξης, ανήγειρεν ανδριάντα εν τη πλατεία της πόλεως, ού τα αποκαλυπτήρια μεγαλοπρεπώς επανηγύρισε τη 12 Απριλίου 1887 σύμπας ο ελληνισμός δι' αντιπροσώπων. Και η Εθνική μεν Βουλή είχε πέμψει τον πρόεδρον αυτής _Ανδρέαν Αυγερινόν_, η Κυβέρνησις τον υπουργόν των Ναυτικών και εκ Κερκύρας βουλευτήν _Γεώργιον Θεοτόκην_, το Πανεπιστήμιον τον Πρύτανιν αυτού _Γεώργιον Καραμήτσαν_ και ο δήμος Αθηναίων τον _Μιχαήλ Π. Λάμπρον_, οίτινες και λόγους εξεφώνησαν καταλλήλους τη περιστάσει, καθώς και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Κερκυραίων και διευθυντής του εν Κερκύρα Λυκείου «Καποδιστρίου» _Λεωνίδας Βλάχος_, ός και προ τούτου ίδρυσεν εν τω ιδίω λυκείω μαρμαρίνην προτομήν του μεγάλου της νήσου των Φαιάκων πολίτου (100)· Ο τη 12 Απριλίου 1887 αποκαλυφθείς εν Κερκύρα ανδριάς του πρώτου της Ελλάδος κυβερνήτου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου είναι λευκού μαρμάρου και έχει ύψος τριών μέτρων περίπου. Εικονίζει δε τον Καποδίστριαν σκεπτικόν και κρατούντα εν τη αριστερά εκτεταμένη χειρί κύλινδρον χάρτου, την δε δεξιάν έχοντα εν αναπαύσει κεκαμμένην προ του στήθους και ανοικτόν τον δείκτην. Ο Καποδίστριας φέρει ευρωπαϊκήν σύγχρονον στολήν, αλλ' επί το αρχαιοπρεπέστερον περιβάλλεται και υπό πολυπτύχου μανδύου εμπεπορπημένου κάτωθι της αριστεράς χειρός παρά την οσφύν. Ο ανδριάς βλέπει την αντικρύ της νήσου δούλην εισέτι Ελλάδα, την Ήπειρον, ήν τοσούτον αυτός εζήτησε να ελευθερώση, αλλά δεν επέτυχε και ίσταται επί βάθρου, ού το ανώτατον μέρος, κατά τας τέσσαρας πλευράς, κοσμείται υπό του οικοσήμου της οικογενείας του Καποδίστρια, ήτοι υπό θυρεών, εστεμμένων εντός κλάδων φοίνικος και φερόντων τρεις διαγωνίως αστέρας και ένα σταυρόν προς την άνω δεξιάν γωνίας εν τη κυρία δ' όψει του βάθρου την επιγραφήν:
I. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Εν δε τη δεξιά τω θεατή: «_Τον περίδοξον πολίτην και της Ελλλάδος μέγαν ευεργέτην, ανδριάντι τώ δε Ιωάννης Τουρλινός εγέγηρε συμπροθυμησαμένου του Κερκυραίων δήμου, τη φιλοτίμω του μεγάλου ανδρός προαιρέσει» εν δε τη αριστερά: «Λεωνίδας Δρόσης έργου ήρχε, Γεώργιος Βενάκης επί πέρας ήγαγεν έτει ΑΩΠΕ'_.»
Ευχής έργον θα ήτο, εάν το έθνος ίδρυε τω μεγάλω της Ελλάδος πολίτη και πρώτω Κυβερνήτη αυτής και έτερον ανδριάντα (101) είτε εν Ναυπλίω είτε εν Αιγίνη ή και εν Αθήναις, καταδεικνύον ούτω πόσον γινώσκει να τιμά τους μεγάλους αυτού άνδρας, ως έπραττον οι πατέρες ημών.
Επί τη ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος του ημετέρου Καποδιστρίου του τόσον οικτρώς τον βίον καταστρέψαντος, οι μεν εκάλουν αυτόν _Τιμολέοντα_, οι δε _Φωκίωνα_, οι δε _Βασιγκτώνα_, ο δε ιστορικός _Ούρκβαρδ_, ήττον κολακευτικός, παρέβαλεν αυτόν προς τον _Νάβιν_, αλλά, ως μοι φαίνεται, πάντες ούτοι οι ιστορικοί παραλληλισμοί εισίν άστοχοι κατά πολύ, και μάλλον αρμόζει η υπό του λαού είτα αποδοθείσα αυτώ πρoσωνυμία _Καβούρ_ ως διοργανώσαντος την ελευθερωθείσαν Ελλάδα ως εκείνος την Ιταλίαν, προ τη Ελληνική μούση και η Ιταλική συνέθηκε δύο ύμνους ών ο μεν έχει: Giovanni Capodistriu inno patriotico del cav. Anv Giuseppe Ramelli, Corfu 1886, ο δε: «_Τω μεγάλω διπλωμάτη κόμητι Ιωάννη Καποδιστρία, γραμματεί της Επικρατείας της Επτανήσου Πολιτείας, υπουργώ και καγκελαρίω του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, πληρεξουσίω λειτουργώ παρά τη Ελβετική ομοσπονδία, πολίτη της Γενεύης, ιππότη μεγαλοσταύρω των κυριωτάτων ταγμάτων της Ευρώπης, κυβερνήτη της Ελλάδος, όν η Ευρώπη εκήρυξε τον περινούστατον των Ελλήνων_» nel giorno che Corcira sua patria innalzava gli publico monumento il Canonico Dr Darmanin questo umile omaggio consacrava. Corfù 1886.
Αλλά καίπερ φυγόντος του Αυγουστίνου, η ειρήνη εν τη επιτροπή ουδαμώς αποκατέστη. Ο Κωλέττης απεστρέφετο τα δύο αυτώ εχθρά μέλη, τον Μεταξάν και τον Κολοκοτρώνην· διό τα της πενταμελούς διοικητικής επιτροπής μέλη πριν άρξωνται των διοικητικών έργων εφιλονείκουν προς άλληλα· το κόμμα των Καποδιστριακών ηγωνίζετο, εκ παντός τρόπου, να υποσκελίση τον Κωλέττην· αλλ' ούτος είχε δύναμιν κραταιάν εν τω περί το Ναύπλιον στρατώ και υπεστηρίζετο υπό του Θηρσίου, οι δε αντίπαλοι ηρείδοντο επί μόνον τον Ρίκορδ. Τέλος μετά μακράς συζητήσεις, παραιτηθέντος τη 30 Μαρτίου 1832 του Κολοκοτρώνη, συνεφώνησαν προφορικώς ο τε Μεταξάς και Κωλλέττης, όπως ιδρυθή _επταμελής_ επιτροπή εκ του _Κωλέττη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κουντουριώτη, Κολιοπούλου, Δημητρίου Υψηλάντου_ και _Ζωγράφου_. Αλλ' ό,τι συνέβη εν τη καταρτίσει της πενταμελούς επιτροπής, τούτ' αυτό συνέβη και εν τη της επταμελούς. Όπως η συγκρότησις εκείνης γενομένη υπό της Γερουσίας απήρεσε τω Κωλέττη, ούτω και η της πρώτης επταμελούς γενομένη υπό του Κωλέττη απήρεσε τη Γερουσία. Τοιαύτη ήτο η αναρχία. Και λοιπόν εσχηματίζοντο επιτροπαί και υποεπιτροπαί και διελύοντο προς ζημίαν του έθνους!
Η Γερουσία γινώσκουσα ότι ο Ζωγράφος και ο Υψηλάντης ήσαν υποχείριοι τω Κωλέττη, και ότι επομένως ο πολυμήχανος εκείνος ανήρ έμελλε να έχη την πλειονοψηφίαν, αντί των δύο εκείνων εξελέξατο τη 2 Απριλίου 1832, δύο ομόφρονας αυτή και τοις Καποδιστριακοίς: τον _Πλαπούταν_ και τον _Τρικούπην_ μενόντων των άλλων και αυτού του εχθίστου αυτή Κωλέττη, άτε μη τολμώση ν' αποκλείση αυτόν ως ισχυρότατον. Αλλ' η εκλογή της Γερουσίας απεδοκιμάζετο, ως εικός, υπό των περί τον Κωλέττην συνταγματικών· απεδοκίμαζον τον Τρικούπην ως μεταστάντα από της αντιπολιτεύσεως και εργασθέντα υπέρ της διατηρήσεως των Καποδιστριακών, οι δε Ρουμελιώται στρατιώται ηπείλουν ότι, εάν μη η Γερουσία ανεκάλει τον διορισμόν του Τρικούπη, έμελλον να ανατρέψωσι τα πάντα και κατακρεουργήσωσι τους γερουσιαστάς και άλλα τοιαύτα διαπράξωσι. Προς δε τούτοις, οι Ρουμελιώται απήτουν ίνα η εν Άργει συνέλευσις εξακολουθήση· αλλ' η Γερουσία αντέλεγε. Μάτην ο Θήρσιος συνεβούλευε, παρεκάλει, εξώρκιζε τους Γερουσιαστάς ίνα χάριν της πατρίδος πληρωθώσιν αι απαιτήσεις των επικινδύνων Ρουμελιωτών, οι Γερουσιασταί έμενον άκαμπτοι. Αποτυχών παρά τη Γερουσία ο Θήρσιος εστράφη προς τους δημογέροντας του Ναυπλίου παρ' οίς και επέτυχεν· ούτοι συναγείραντες τα πλήθη, περιεκύκλωσαν την Γερουσίαν, ηπείλησαν τους γερουσιαστάς και μάλιστα αναφανδόν ο Γάλλος αντιπρέσβυς _Ρουάν_ είπε προς τον Γερουσιαστήν _Γ. Αινιάνα_ ότι, _εάν μη υπακούσωσι, θα διασυρθώσιν αι κεφαλαί αυτών διά των οδών_, και ούτως ηνάγκασαν την Γερουσίαν να συνέλθη μετά της Κυβερνήσεως εις κοινήν συνεδρίαν, καθ' ήν τη 13 Απριλίου 1832 απεφασίσθη ίνα προσληφθή εν τη επιτροπή αντί του Τρικούπη ο _Λιδωρίκης_, ανθ' ού όμως προσελήφθη ο αγγλόφρων _Κώστας Μπότσαρης_, και συγκληθή τη 19 Απριλίου η Εθνική Συνέλευσις εν Άργει. Ούτω διά της βιαίας συμπράξεως της Γερουσίας προς την Κυβέρνησιν, ηττήθη η Καποδιστριακή μερίς· η δε Κυβέρνησις εξέδωκε προκήρυξιν τη 18 Απριλίου ότι τάχιστα συγκληθήσεται η συνέλευσις εν Άργει. Ωρίσθη δε ίνα έκαστον μέλος της Κυβερνήσεως προεδρεύη αυτής κατά μήνα, ως και παρά τη αρχαία Ελληνική Βουλή· πρώτος δε πρόεδρος εγένετο ο _Κουντουριώτης_. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη επιτροπή, μεθ' ής βία συνέπραττεν η Γερουσία, τα δε μέλη αυτής διίσταντο προς άλληλα;
Το ταμείον μόλις περιείχεν 155 τάληρα! Ο Κωλέττης κηδόμενος του στρατού, δι' ού εμεγαλύνθη, αλλά και φοβούμενος στάσιν, ως εκ της μη πληρωμής των μισθών, ηβουλήθη να διανείμη αυτόν ανά την Πελοπόννησον προς διατροφήν· αλλ' ο Ζαΐμης, ο Πλαπούτας και ο Μεταξάς ανθίσταντο θέλοντες να ταπεινώσωσι τον Κωλέττην και καταβάλωσι τους Ρουμελιώτας, όπερ προϊδών ο Κωλέττης υπεχώρησε φρονίμως. Αλλά πλην τούτου διίστατο πάντοτε η Γερουσία προς την επταμελή κυβέρνησιν, απαιτούσα ίνα συνέρχωνται κοινή εις εκτάκτους συνεδρίας, συμπράττη τη κυβερνήσει εν τη εκλογή των πληρεξουσίων, ελέγχη το δημόσιον ταμείον· προς δε τούτοις, ίνα εντός πέντε ημερών ομόση η κυβέρνησις όρκον πιστής εκτελέσεως των εαυτής καθηκόντων ενώπιον αυτής, τα δε διατάγματα φέρωσι την υπογραφήν τουλάχιστον πέντε μελών της κυβερνήσεως. Αι διαφωνίαι αύται των τε μελών της κυβερνήσεως και προς άλληλα και προς την Γερουσίαν μετεδίδοντο, ως δήλον, και εις τον λαόν· η διχόνοια των φατριών υπεξεκαίετο και ο λαός εκλυδωνίζετο εν τω πολυκυμάντω των παθών πελάγει. Όπως ποτ' αν η, ενίκησαν, επί τέλους, οι συνταγματικοί και εν τω καταρτισμώ του υπουργείου εγένοντο υπουργοί: Ο μεν _Μαυροκορδάτος_ επί των Οικονομικών, ο δε _Τρικούπης_ επί των Εξωτερικών, ο _Ζωγράφος_ επί των Στρατιωτικών, ο _Κλωνάρης_ επί της Δικαιοσύνης, ο _Βούλγαρης_ επί των Ναυτικών, ο _Χρηστίδης_ επί των Εσωτερικών, και ο _Ρίζος Νερουλός_ επί των Εκκλησιαστικών. Το υπουργείον τούτο καίπερ συνταγματικόν καλούμενον ουδέν σχεδόν συνταγματικόν έπραξεν· ουδ' αυτήν την προκηρυχθείσαν Εθνοσυνέλευσιν συνεκάλεσεν. Αλλά το μάλλον κατεπείγον ην η απειλητική κατάστασις του στρατού, όστις πολλαχώς ερραδιουργείτο υπό των Καποδιστριακών και μάλιστα υπό του Κολοκοτρώνη διαδίδοντος, μεταξύ άλλων, ότι ο Κωλέττης είχεν υποσχεθή τοις Ρουμελιώταις ως αμοιβήν την λεηλασίαν της Πελοποννήσου.
Και όντως πρώτος ο _Θεόδωρος Γρίβας_ ηγούμενος άλλων τε και Αλβανών ηργυρολόγησεν εν Άργει, είτα ετράπη προς την Τρίπολιν· ο δε Τουρκαλβανός _Ταφίλ Πούζης_ ελεηλάτει την Κόρινθον. Κατά των υπό τον Γρίβαν επήλθε προσκληθείς υπό των πολιτών ο Κολοκοτρώνης, όστις και κατέλαβε το Βαλτέτσι· ο δε Γενναίος Κολοκοτρώνης απαλλάξας τον _Ευαγγέλην Κοντογιάννην_ περικυκλωθέντα περί τον Άγιον Πέτρον υπό των αντιπάλων και των εγχωρίων εστρατοπέδευσε παρά την Τρίπολιν· ο δε Νικήτας εισβαλών εις Μεσσηνίαν απέκρουσε τους εισβαλόντας Μανιάτας αιχμαλωτίσας και τον αρχηγόν αυτών τον _Κατζάκον Μαυρομιχάλην_. Μετά μικράς δ' αψιμαχίας παρά το Ζέλι και τα Τσιπιανά, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης προσβαλών τον Γρίβαν και Χατζηχρήστον παρά τον Μαντζαγράν ηνάγκασεν αυτούς ναπέλθωσιν εις Άργος, εξ ού εγένοντο σφοδρότεραι αι έριδες μεταξύ των μελών της κυβερνήσεως· διότι ο μεν Ζαΐμης, ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας κρυφίως υπέθαλπον τας ενεργείας του Κολοκοτρώνη, ο δε Κωλέττης, Κουντουριώτης και Μπότσαρης ήθελον ναποκηρύξωσιν αυτόν ως στασιώτην, όπερ και 48 πρόκριτοι και οπλιτάρχαι διά προκηρύξεως (18 Ιουνίου 1832) αυτών προύτειναν· αλλ' αρνηθέντος του Υψηλάντου, ουδέν κατά του δαφνοστεφούς στρατάρχου της Πελοποννήσου εγένετο, ούτως ώστε εν Πελοποννήσω ελάμβανον την υπεροχήν οι καποδιστριακοί. Αλλ' η κορύφωσις της αναρχίας εν Ελλάδι επήλθεν, ότε η επιτροπεία φοβουμένη μη τυχόν οι αυτοί αντιπολιτευόμενοι καταλάβωσι τα φρούρια επέτρεψε την φρουράν αυτών τοις Γάλλοις, ών 1200 υπό τον στρατηγόν _Κορβέ_ κατέλαβον τη 7 Μαΐου 1832 το Ναύπλιον και τα φρούρια.
Αλλά τας Πάτρας πριν ή καταλάβωσιν αυτάς οι Γάλλοι προκατέλαβεν ο Κίτσος Τσαβέλλας ηγούμενος 500, όστις ην αντίθετος τη επιτροπεία. Αντίθετοι δε ταύτη ήσαν και τα πολλά της Αχαΐας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Ήλιδος και μόνον εν Κορίνθω και Λακωνία υπερίσχυσεν αύτη. Εν δε τη εκτός του Ισθμού Ελλλάδι τα μεν άλλα ήσαν αδιάφορα, τα δε της Φωκίδος εφρόνουν τα των Καποδιστριακών.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εγένοντο εν μυρίαις παρανομίαις και βία αι εκλογαί των πληρεξουσίων της Εθνικής συνελεύσεως, εφ' ώ και η Γερουσία και αι επαρχίαι Καρυταίνης, Αμφίσσης και Σπετσών διεμαρτυρήθησαν επισήμως κατά των τελουμένων εκλογικών οργίων διά την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν. Η συνέλευσις αύτη δύναται να θεωρηθή κυρίως _έκτη_, άτε νέων εκλογών γενομένων· αλλ' ως συνέχεια της _πέμπτης_ εν Άργει συνελεύσεως της επί Καποδιστρίου συγκληθείσης θεωρηθείσα αριθμείται ως _πέμπτη_, ούτως ώστε ενέχει ποιάν τινα σχέσιν προς την _πενθέκτην_ λεγομένην Οικουμενικήν Σύνοδον. Την συνέλευσιν ταύτην υπέβλεπον οι Καποδιστριακοί, διότι οι πλείστοι των πληρεξουσίων αυτής ήσαν συνταγματικοί. Τούτου ένεκα, ενώ οι πληρεξούσιοι συνήρχοντο εν Άργει, ο Δ. Καλλέργης επήρχετο αναφανδόν προς διάλυσιν αυτής, αλλ' απεστάλη κατ' αυτού ο Ν. Κριεζώτης και οι ως επικουρία αυτού πεμφθέντες πυροβοληταί και έν πολεμικόν πλοίον. Ο Καλλέργης ηττηθείς υπεχώρησε τη 8 Ιουνίου 1832 εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου, οι δ' εν Άργει συνελθόντες 180 πληρεξούσιοι, επειδή ηπειλούντο υπό των Καποδιστριακών, ψυχρώς δε υπεστηρίζοντο υπ' αυτής της επιτροπείας, απεδοκιμάζοντο δε συγχρόνως υπό τε του Ρώσου και Άγγλου αντιπρέσβεως, ως συνερχόμενοι καθ' όν χρόνον επέκειτο η κάθοδος του βασιλέως, απήλθον εις το προάστειον του Ναυπλίου, την Πρόνοιαν, ασφαλείας ένεκεν (102).
Μετά τινας ημέρας ελύετο αισίως, οπωσδήποτε, και το ζήτημα των Ελληνικών μεθορίων. Η Πύλη υπεχώρησε προς τας αιτήσεις των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των Δυνάμεων, παρεδέξατο την τροποποίησιν των μεθορίων και υπέγραψε την 27)9 Ιουλίου 1832 την οριστικήν περί Ελλάδος συνθήκην. Πλην όμως η Πύλη υπογράφουσα την συνθήκην ταύτην εποιήσατο νέας τινάς προτάσεις, ήτοι να ορισθή διά πρωτοκόλλου ο αριθμός των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδος, να υποχρεωθή η Ελλάς να μη παρέχη υπηρεσίαν τινά ή βοήθειαν προς τας δυνάμεις, κυβερνήσεις, λαούς και έθνη, μεθ' ών η Υ. Πύλη ήθελε περιέλθει εις πόλεμον, αλλά να τηρή αυστηρώς την αρχήν της ουδετερότητος, επί πλέον δε και να εκδίδη τους εις Ελληνικόν έδαφος καταφεύγοντας υπηκόους Οθωμανούς και τέλος να αποδώση τας _Δαιμονονήσους_ και τα _Ηλιοδρόμια_, άπερ, ως εκ της προσφόρου θέσεως αυτών, η Τουρκική Κυβέρνησις έκρινεν αναγκαίας προς εξασφάλισιν των παρακειμένων οθωμανικών επαρχιών. Αλλ' ευτυχώς πάσας τας αιτήσεις ταύτας, η εν Λονδίνω συνδιάσκεψις απέρριψε διά του πρωτοκόλλου της 18)30 Αυγούστου, 1832, επισπεύδουσα εις τον οριστικόν καθορισμόν των Ελληνοτουρκικών μεθορίων· εφ' ώ και προσεκάλεσε τα δύο ενδιαφερόμενα Κράτη να ορίσωσιν επιτροπάς· αυταί δε απέστειλαν κατά το 3 άρθρον της συνθήκης της 27)9 Ιουλίου 1832 τους συνταγματάρχας: _Βάκερ, Βαρτελεμύ και Σκαλόν_, οίτινες μετά του Έλληνος επιτρόπου στρατηγού _Σταΐκου_ και του Τούρκου τοιούτου _Χουσεΐν βέη_ ήρξαντο του έργου αυτών εν Πρεβέζη τη 31 Αυγούστου 1832 και επεράτωσαν αυτό τη 13)25 Νοεμβρίου. Κατά την διαχάραξιν ταύτην των ορίων εγένοντο μεταβολαί τινες μάλλον υπέρ της Ελλάδος, ένεκα τεχνικών λόγων. Το έργον όμως της οροθετικής επιτροπής υπήρξε δυσχερέστατον, ένεκα της ιδιοτροπίας του Τούρκου επιτρόπου _Χουσεΐν Βέη_, όστις, κατά την ομόφωνον δήλωσιν των οροθετών των τριών δυνάμεων, «_μετεχειρίσθη παν μέσον παρ' αυτόν εξαρτώμενον, προς παρεμπόδισιν των εργασιών, απαγορεύων τοις κατοίκοις να παρέχωσι πληροφορίας και να οδηγώσιν, απαγορεύων την προμήθειαν των αναγκαίων τροφίμων, διατάσσων τους αγωγιάτας ν' αποποιώνται όπως προχωρήσωσι κτλ., εις επίμετρον δε και εξέφρασε, κατά την τελευταίαν συνεδρίασιν, λόγους αναρμόστους και απειλάς._»
Ούτω διεκανονίσθησαν τα όρια του νέου Ελληνικού Βασιλείου, ανεπιτήδεια κατά πάντα και στενά, ουδαμώς αντάξια των μεγάλων θυσιών του ελληνικού έθνους, αγωνισθέντος υπερανθρώπως επί οκταετίαν όλην, ένεκα της γλισχρότητος των ευεργετίδων δυνάμεων, αίτινες πολύ μάλλον ήθελον εξυπηρετήσει και τον πολιτισμόν και την ειρήνην, εάν ανίδρυον Κράτος Ελληνικόν περιλαμβάνον, τουλάχιστον, την Ήπειρον μετά της Θεσσαλίας και των νήσων Κρήτης και Σάμου και παρείχον αυτώ τα μέσα της ευημερίας και της απροσκόπτου προόδου εν τη σταδιοδρομία του πολιτισμού. Και ούτως έδει να γίνη, αφ' ού και αυτός ο Αυστριακός αρχικαγκελάριος Μέττερνιχ, όστις υπήρξεν αληθώς αμείλικτος πολέμιος του Ελληνικού αγώνος, πρώτος προύτεινε την ανίδρυσιν ανεξαρτήτου βασιλείου και ουχί υποτελούς ηγεμονίας, ότε δε βραδύτερον το Οθωμανικόν κράτος διέτρεξε κίνδυνον άλλοθεν, απεφάνθη προς τον Πρόκες, ότι, εν Κωνσταντινουπόλει εκλιπόντων των Τούρκων, _έπρεπε ν' ανιδρυθή Κράτος Ελληνικόν_.
Εν τούτοις, ως είπομεν, τη 14η Ιουλίου 1832, υπό την προεδρίαν του _Πανούτσου Νοταρά_ συνελθούσα η εν Προνοία Εθνική Συνέλευσις εψήφισε τάδε: «να κηρυχθή γενική αμνηστία χάριν της ειρηνοποιήσεως των διαφόρων κομμάτων· εκφρασθή ευγνωμοσύνη προς τε τας τρεις προστάτιδας δυνάμεις και τον βασιλέα Λουδοβίκον επί τη αποδοχή του ελληνικού στέμματος διά τον υιόν αυτού Όθωνα· αναθεωρηθώσιν οι συνταγματικοί νόμοι· συνταχθή νέον σύνταγμα προς ασφάλειαν του τε λαού και του θρόνου· διανεμηθή η εθνική γη· αμειφθώσιν οι αγωνισταί και οι απόγονοι των φονευθέντων υπέρ της πατρίδος· συγκροτηθή πρόσκαιρος κυβέρνησις μέχρι της καθόδου του βασιλέως» κτλ. Εκ τούτων εψηφίσθη τη 19 Ιουλίου το Α' ψήφισμα περί γενικής αμνηστίας, εν ώ: «παρεδίδοντο εις παντελή λήθην τα απ' αρχής του εθνικού αγώνος εγκλήματα, τα πηγάσαντα εκ πολιτικών δοξασιών και αι από έργων πολέμου εις τους ιδιώτας προκύψασαι υλικαί και αποδεδειγμέναι ζημίαι ήθελον αποδοθή υπό του δημοσίου». Αλλά πριν ή προβεί περαιτέρω η συνέλευσις, οι τρεις των δυνάμεων αντιπρέσβεις διεμαρτυρήθησαν αμέσως αντιπροτείναντες α') ότι η πρόσκαιρος κυβέρνησις έδει να μείνη η αυτή μέχρι της καθόδου του βασιλέως και ιδρύσεως της αντιβασιλείας· β') ότι απηγορεύετο η πώλησις των εθνικών γαιών μέχρι της ελεύσεως του βασιλέως· γ') ότι άνευ του βασιλέως ουδέν σύνταγμα ηδύνατο να ψηφισθή.
Η συνέλευσις απέστειλε δριμείαν απάντησιν προς τους αντιπρέσβεις αναιρούσαν τας αξιώσεις αυτών ταύτας ως παρανόμους· αλλ' ο Σ. Τρικούπης δεν επέδωκεν αυτήν παρά την θέλησιν της Εθνοσυνελεύσεως. Εάν το Σύνταγμα εψηφίζετο τότε, ίσως δεν θα εγίνοντο αι πολιτικαί εκείναι κομματικαί έριδες, αι πολλαχώς παραβλάψασαι τας σχέσεις του Βασιλέως Όθωνος προς το έθνος και επενεγκούσαι τω 1843 την στάσιν, εξ ής ο Όθων ηναγκάσθη άκων και μη βουλόμενος να επικυρώση Σύνταγμα, όπερ τελείως απεστρέφετο. Είτα δε τη 26 Ιουλίου 1832 εψηφίσθη το β' υπό της Συνελεύσεως ψήφισμα, δι' ού εγένετο η επικύρωσις της _εκλογής_ του Όθωνος ως Βασιλέως, ήν εψήφισεν ήδη η Γερουσία και είχεν αποστείλει τη 26 Απριλίου προς τον Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκον η _διοικητική επιτροπή_ (προσωρινή Κυβέρνησις). «Μετά την επίσημον επικύρωσιν οι πληρεξούσιοι αναστάντες πάντες ανεβόησαν ομοθύμως και επανειλημμένως: _Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος Όθων ο Α'_. Και το πλήθος δε των Ελλήνων περικύκλωσαν το παράπηγμα της Εθνοσυνελεύσεως, ών πολλοί εισώρμησαν εις αυτό, και μετά χαράς δακρύον, επεβόων επί πολύ έξαλλοι εκ χαράς: _Ζήτω ο Βασιλεύς_ και πανταχού εν τε τω προαστείω και τω Ναυπλίω φαιδροί περιήρχοντο καθ' ομάδας οι Έλληνες, αποβαλόντες τον φόβον εκ της αβεβαίου πολιτικής του έθνους καταστάσεως, άτε ελπίζοντες τα βέλτιστα παρά του Βασιλέως Όθωνος. Διωρίσθησαν δε (19 Αυγούστου) υπό της _διοικητικής επιτροπείας_, ήτοι της προσωρινής Κυβερνήσεως, μετά ψήφισμα της Συνελεύσεως, ο ναύαρχος _Ανδρέας Μιαούλης_, ο στρατηγός _Κώστας Μπότσαρης_ και ο συνταγματάρχης _Γενναίος Κολοκοτρώνης_, όπως _συνελθόντες εις επιτροπήν απέλθωσιν εις την βασιλεύουσαν της Βαυαρίας Μόναχον και προσενέγκωσι την αφοσίωσιν και υποταγήν τον έθνους προς τον Βασιλέα αυτού Όθωνα_· αντί δε του Γενναίου μη δυνηθέντος να μεταβή, απήλθεν ο _Δ. Πλαπούτας_. Εκόμισαν δ' εις Μόναχον το τε ψήφισμα της επικυρώσεως της εκλογής εν πρωτοτύπω και τας αναφοράς της Συνελεύσεως περί ταχείας καθόδου του Βασιλέως εις Ελλάδα.
Μετά τινα δε χρόνον (τη 19 Αυγούστου), οι περί τον _Φ. Θήρσιον_, φιλέλληνα Βαυαρόν, αναλώμασι του Λουδοβίκου την Ελλάδα περιηγούμενον, αλλ' επί τοσούτον χρόνον μετά των Ελλήνων συγκρωτισθέντα, ως είδομεν, ώστε να αναμιγνύηται εις τα της Ελλάδος (103), διέλυσαν την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν, ής ο σκοπός είχεν ήδη εκτελεσθή, μετά την επιψήφισιν των ανωτέρω.