Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 31

Chapter 31122 wordsPublic domain

Κατ' εξοχήν δε ψέγεται λέγει ο Θερειανός, ότι δεν μετεφύτευσε (διά μαγικής ράβδου) εις την Ελλάδα, την βιοτεχνικήν δεινότητα και τα εκπαιδευτικά σχολεία των Ελβετών· ότι δεν διένειμε γην εις τους πένητας και ακτήμονας αγρότας· ότι δεν μετεποίησε παραχρήμα τους «κλέφτας» εις ωφελίμους και ειρηνικούς εργάτας· ότι εφύτευσε μόνον δένδρα και γεώμηλα, ουδαμώς επιμεληθείς, όπως μεταρρυθμίση επί το Ευρωπαϊκώτερον τα γεωπονικά εργαλεία· ότι ηρνήθη την υφ' Ολλανδών αιτηθείσαν άδειαν περί συστάσεως τραπέζης· ότι περιεφρόνησε «μέχρι βανδαλισμού» της Ελληνικής αρχαιότητος τα λείψανα· ότι έβλαψε την πνευματικήν διάπλασιν της νέας γενεάς, κολοβώσας την εκπαίδευσιν, περιορίσας την διδασκαλίαν, δεσμεύσας την φιλολογίαν και τη συμβουλή του Στούρζα αποδοκιμάσας την σύστασιν πανεπιστημίου· ότι την εν Ελλάδι Εκκλησίαν ανεκήρυξεν ανεξάρτητον διά της εγκαθιδρύσεως Ιεράς Συνόδου· ότι, αντί της διαλυθείσης βουλής, συνέστησε το λεγόμενον _Πανελλήνιον_· ότι ενεκαίνισε πολύπλοκον γραφειοκρατίαν· ότι απέτυχε να συνομολογήση δάνειον, παρά πάσαν του Εϋνάρδου την μεσιτείαν· ότι η κακώς νοουμένη φιλοπατρία περιήγαγεν αυτόν εις ξενοφοβίαν και ξενηλασίαν, η δε φιλαυτία του εις μίσος και αποστροφήν του συνταγματικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών· ότι άμα αναλαβών την κυβέρνησιν, επεχείρησε να αποπέμψη τους αντιπροσώπους του έθνους και να καταλύση τας δημοκρατικάς αρχάς· ότι επειράθη να εξευτελίση τους οπλαρχηγούς και να περιστείλη την ολιγαρχικήν των προεστώτων δύναμιν· ότι εβδελύσσετο τους ναυτικούς, και μάλιστα τους Υδραίους, διά τας χρηματικάς αυτών αξιώσεις· ότι ήθελε να καταστρέψη την νόμιμον υπεροχήν και πατροπαράδοτον ηγεμονίαν οίκων τινών και μάλιστα των Μαυρομιχαλών, περί πλείστου δ' εποιείτο τους συγγενείς φίλους του, γενόμενος νευρόσπαστον των δύο αυτού αδελφών, και κατ' εξοχήν του Βιάρου, οίτινες εισήγαγον την κατασκοπίαν· ότι, επί τέλους, κατεδίωξεν αμειλίκτως την αντιπολίτευσιν, κατεφίμωσε την δημοσιογραφίαν, υπεξείλεν ιδιαίτερα γράμματα κτλ.

Ο Γερμανός _Κάρολος Μένδελσον Βαρθόλδυς_, ο ιστοριογράφος της νεωτέρας Ελλάδος, αφιεροί σπουδαίον μέρος του β' τόμου της Ιστορίας αυτού περί του _Ιωάννου Καποδιστρίου_, περί ού και ιδίαν, ως είπωμεν, μονογραφίαν εξέδωκεν υπό τον τίτλον: _ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας_, αλλ' εκ ταύτης εξάγεται εκφανώς, ότι παν άλλο είναι ή αμερόληπτος ιστοριογράφος, ως δυστυχώς μέχρι τούδε υπήρξαν και οι πλείστοι των γραψάντων τον βίον του Καποδιστρίου.

Αι περί του Καποδιστρίου κρίσεις του Μένδελσον είναι επιπόλαιοι επί των βαθυτάτων ζητημάτων, άμοιροι δε ψηλαφητών αποδείξεων και αναμφισβητήτων επιχειρημάτων· άπασαι αι περί Καποδιστρίου δοξασίαι του Γερμανού ιστορικού περί των πολιτικών αυτού κρίσεων περιορίζονται εις τα δυο ταύτα: _Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επλάσθη παρά της φύσεως δεσποτικού χαρακτήρος, αν ουχί τύραννος, και ότι ήτο τυφλόν όργανον της Ρωσίας, αφ' ής επάτησεν εις την Ελλάδα υπό τας εμπνεύσεις τον Τσάρου οργανίσας και διοικήσας αυτήν_.

Ο Μένδελσον είναι ου μόνον ανακριβής εις τούτο, αλλά και εκ προμελέτης μεροληπτικός. Διαστροφεύς δε πολλών φράσεων των αυθεντικών εγγράφων εις ά καταφεύγει, όπως υποστηρίξη τας κρίσεις αυτού, εκτός εάν η κριτική αυτού ήτο ελαφροτάτη και δεν ηδύνατο να καταβυθισθεί μέχρι του επικρατούντος πηλού εν τω πυθμένι των τότε συμβάντων και παθών, όπως αναζητήση και ανεύρη την αλήθειαν. Ο άλλως φιλέλλην Γερμανός εκ του όλου συγγράμματος αυτού καταφαίνεται ου μόνον ότι είχε προσωπικάς συμπαθείας και αντιπαθείας εν Ελλάδι, αλλ' ότι απετέλει μέρος κόμματος, προ πάντων δε, ότι παρακολουθεί τας συγγραφάς των γραψάντων προηγουμένως Ελλήνων και φιλελλήνων κατά του Καποδιστρίου, οίτινες και χρωματισθέντες διά το κομματικόν αυτών μένουσιν εν τη ιστορία αναξιόπιστοι. Ουχ ήττον όμως, μεθ' όλα ταύτα, έχων υπ' όψει το αρχαίον: «_οίδε και πολέμιος αρετήν ανδρός θαυμάζειν_» δεν ηδυνήθη να παρασιωπήση και τας αρετάς αυτού, περί ών λέγει τάδε:

Το εξωτερικόν του κόμητος ην επίχαρι και αξιοπρεπές. Ην μέτριος την αναβολήν και εύσωμος· εκυρτώθη δε, του γήρως επελθόντος και των φροντίδων. Αι ρυτίδες του ευρέος, αψιδωτού και αλαζόνος μετώπου του, και η ωχρότης της μορφής αυτού κατήλεγχον πνευματικούς κόπους και βαρείς εσωτερικούς αγώνας, ών το μάταιον είχεν εξαντλήσει την προτέραν αυτού σφριγηλότητα και υγείαν. Οι ωραίοι όμως μελανοί οφθαλμοί του ενέφαινον πάντοτε δεξιότητα και πανουργίαν· το μακρόν και αυστηρόν αυτού στόμα διέστελλε πάντοτε το υπέροχον και ειρωνικόν του εκείνο μειδίαμα· η δε ομιλία του είχεν έτι το θέλγητρον της θωπευτικής εκείνης πραότητος και ευμενείας, όπερ διέλυε και αυτών των πολιτικών αντιπάλων αυτού τας προλήψεις. Ο Καποδίστριας, διά των κανονικών χαρακτηριστικών της μορφής αυτού, διά της γλυκύτητος του βλέμματος και του δελεαστικού του στόματος και του κάτω χείλους του ανεμίμνησκε μάλλον το λεπτόν έμφυτον της φυσιογνωμίας της αλώπεκος.

Η λελογισμένη επιφύλαξις και η διπλωματική ηρεμία, αίτινες εφαίνοντο περιβάλλουσαι τον Κυβερνήτην εν πολυαρίθμω ομίλω, διελύοντο συνήθως, οσάκις ελάλει μεταξύ οικείων περί των μεγάλων ζητημάτων της Ανατολής και του μέλλοντος της πατρίδος αυτού. Αποβάλλων τότε την ψυχρότητα, και λαλών μεθ' ελκυστικής, πλήρους πεποιθήσεως, πολλάκις όμως και μονοτόνου φωνής περί του «_σταυρού_», όν είχεν αναλάβει επί των ώμων αυτού, παρίστατο ως χαρίεις και σοβαρός ομιλητής, όν περιέβαλλον συγκινητικήν πένθους χροιάν η ατυχία της πατρίδος αυτού και των ανθρώπων η αχαριστία. Ησθάνετό τις τότε συμπαθή τινα προς αυτόν έλεον και οίκτον· διότι εστεφάνου αυτόν και ανύψου η προαίσθησις του μαρτυρικού του υπέρ της Ελλάδος θανάτου.

Την έμπυρον ευγλωττίαν, ήν ανέπτυσσε, συνήθως, ο ιόνιος πολιτικός εν ταις περί πολιτικών πραγμάτων συζητήσεσι, δεν έπρεπέ τις βεβαίως τυφλώς να πιστεύη. Διότι και άν ποτε απροκατάληπτος, κατ' επιφάνειαν, επραγματεύετο περί σπουδαίων ζητημάτων της στιγμής, εις τον πολιτικόν όμως παρατηρητήν εγέννα έμφυτόν τινα φόβον η παρρησία εκείνη ακριβώς, ήτις αδιακόπως ούτως ειπείν εμαρτύρει περί της ειλικρίνειας της. Ούτως ο _Βορύ Δεσαίν Βενσάν_ εφρόνει, ότι ο Καποδίστριας ήνοιγεν αυτώ την καρδίαν αυτού εκείθεν μόνον, όθεν επεθύμει να ανακοινωθώσι τα κατ' αυτήν εις τον Γάλλον υπουργόν Μαρτινιάκ, και ήκουε μετά προσποιητής ευπιστίας, πως ο κόμης ελάλει περί των δύο φυσικών της Ελλάδος εχθρών, των Τούρκων και των Άγγλων, του ναυτικού εκείνου έθνους, όπερ προσεπάθει να οικειοποιηθή την δύναμιν της Ενετίας εν Ανατολή· πώς κατεμέμφετο τον αφόρητον Άγγλον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, και κατηγόρει αυτού, ότι εματαίωσε τα στρατιωτικά σχέδια του Μαιζόν, ών η σύλληψις μόνη κατεδείκνυεν, ότι ο στρατάρχης ην άξιος «μαθητής του μεγάλου σχολείου». Ότε δε ο Γάλλος ηθέλησε να αναγράψη εις πρωτόκολλον τους εγκαρδίους τούτους λόγους, χαρακτηριστικώτατον υπήρξεν, ότι ο προμηθεύς Κυβερνήτης συνήνεσε μεν, αλλά παρετήρησεν όμως, ότι καλόν ήτο να μη μνημονευθεί η συναίνεσίς του αύτη, ίνα μη υποληφθή τυχόν, ότι συνεφώνησαν αμφότεροι, όπως απατήσωσι τους Γάλλους υπουργούς διά προσπεποιημένης ειλικρινείας.

Η ειλικρίνεια αύτη, η αδιακόπως άγρυπνος, και φοβουμένη πάντοτε μη εκληφθή ως υπόκρισις, είνε χαρακτηριστικώτατον του διπλωμάτου γνώρισμα, και συνδέεται προς την τέχνην της αποφυγής αμέσων ερωτήσεων και την δεξιότητα περί τας αιφνιδίους μεταλλαγάς θέματος ομιλίας, ήν τα μέγιστα κατείχεν ο Κυβερνήτης. Συνέβαινεν όμως, εννοείται, πολλάκις, η θερμή φύσις του ανδρός της μεσημβρίας να θραύη τα δεσμά της υποκρίσεως, και να αισθάνηται ο Καποδίστριας, κατά τους τελευταίους ιδίως καιρούς βαρείας μερίμνης και πάλης, την ανάγκην της ανυποκρίτου εκχύσεως των αισθημάτων αυτού, έστω και κινδυνεύων να παράσχη λαβήν εις τους εναντίους. Η αγανάκτησίς του επί τη «καταχρήσει του ονόματος της πατρίδος υπό των εχθρών αυτού» ην τοσούτον ισχυρά, ώστε περιήγαγεν αυτόν να αναφωνήση μετ' εμπαθούς αγανακτήσεως: «Αν συρφετός τις δοξομανών καταστρέφη υπό την σημαίαν ταύτην την ευημερίαν εκατοντάδων χιλιάδων, και αφίνη αυτούς λιμοκτονούντας δίκην επαιτών, Πατρίς είνε τούτο; Υπάρχει πατρίς, ναι! και υπέρ αυτής προσήνεγκον αι ευγενέσταται καρδίαι τας μεγίστας των θυσιών αλλ' η πατρίς αύτη πρέπει να είναι αλήθεια και όχι ψεύδος!»

Η φύσις είχε προικίσει αφθόνως τον κόμητα Καποδίστριαν διά της πνευματικής εκείνης ευκινησίας και γοργότητος, ήτις ιδιάζει εις πάντας τους νεωτέρους Έλληνας, και ουδείς ποτε δύναται ν' αρνηθή, ότι έπραξε παν το κατ' αυτόν, όπως αναπτύξη τα δώρα ταύτα. Την έλλειψιν μεγάλης παιδεύσεως κατώρθου να αναπληροί δι' ενδελεχούς αναγνώσεως και ασυνήθους μνήμης, ήτις είχε πρόχειρον πάντοτε λόγιόν τι εκ τε των αρχαίων και νεωτέρων χρόνων. Έγραφε μεν δυσκόλως την Ελληνικήν, αλλ' ελάλει αυτήν όμως ευχερώς και ταχέως. Οσάκις εστερείτο επιχειρημάτων, κατέφευγεν εις αξιώματα, πολλάκις δε του αισθήματος η θερμότης συνεκάλυπτε την έλλειψιν πεποιθήσεως τουναντίον όμως κατείχε την υπέροχον εκείνην κοινωνικήν ευστοχίαν και σύνεσιν, ήν παρέχει η εν αυλαίς αναστροφή, το πανταχού σπάνιον προτέρημα του εν δέοντι σιγάν και ακούειν, και προ παντός απίστευτον δεξιότητα να προσαρμόζη την ομιλίαν αυτού προς τους ανθρώπους, λαλών μεν προς χωρικόν περί του ποιμνίου του, προς ιερέα δε περί του λόγου του Θεού, προς πεπαιδευμένον περί της κλασικής αρχαιότητος, και προς κυρίας περί ποιήσεως.

Εν γένει εγνώριζεν ο Καποδίστριας να κολακεύη λεπτότατα την κοινήν γνώμην. Εννοών δε, πόσον σπουδαίον είναι το εξωτερικόν του άρχοντος, και ότι πολλάκις εν ευκαίρω σεβαστότερον είναι κοινόν τι φόρεμα ή στολαί και παράσημα, εφαίνετο εν απλουστάτη ενδυμασία περιπατών εν ταις οδοίς του Ναυπλίου, και μόνον αυτού κόσμημα φέρων το κυανούν περιλαίμιον όπερ είχε κεντήσει αυτώ η κυρία _Εϋνάρ_. Μόνον δε κατά την εν Πελοποννήσω οδοιπορίαν απεφάσισε να φορέση στολήν, αφού συνεβούλευσε τούτο ο Κολοκοτρώνης, παρατηρών αυτώ, ότι ο λαός εγονυπέτει ενώπιον του προηγουμένου ιππέως, όν εξελάμβανεν ως Κυβερνήτην ένεκα της λαμπράς αυτού αναβολής. Εν Ναυπλίω κατώκει πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα· ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά ως αν η αγάπη του λαού ην η καλλίστη προστασία του Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης του απετέλει ο ήλιος· κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και έν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα. Ευχαρίστως ελάλει ο πρώην υπουργός του Αλεξάνδρου περί του λιτού αυτού βίου. Πώς είναι δυνατόν έλεγε, να τραπώ εις την πολυτέλειαν, όταν η Ελλάς καταστρέφεται σχεδόν εκ της παντελούς της πενίας; Ούτω δε και η δίαιτα αυτού ην απλουστάτη. Ό,τι απαύστως εφώνει προς τους Έλληνας: «_ταν σκάφαν σκάφαν, και ταν μάζαν μάζαν_» εφαίνετο θέλων εις εαυτόν πρώτον να εφαρμόση. Εν μέσω λαού ολιγαρκούς έζη και αυτός ολιγαρκέστατος, διά πολλής έχων φροντίδος, πώς ν' αναπληρώση διά νηφαλιότητος και τακτικού βίου τας αδυναμίας της κράσεως αυτού. Οι αναταμόντες το πτώμα αυτού ιατροί εύρον εν αυτώ πάντα τα προς βαθύ γήρας απαιτούμενα. Ηδύνατο δε να είπη καυχώμενος ο Κυβερνήτης:

«Ουδέποτ' εν νεότητ' εις το αίμα μου έμιξα πίνων πυρετού ερεθισμούς· ουδέποτε μ' αναίσχυντον το μέτωπον εδίωξα την νόσον κ' εξασθένωσιν. Ούτω το γήρας είναι δι' εμέ χειμών δροσώδης, αναψύχων, όχι παγερός».

Και αυτοί οι αδιαλλακτότατοι των πολεμίων αυτού δεν ετόλμων να προσβάλωσι την καθαρότητα ταύτην του ιδιωτικού βίου. Μετά της απλότητος δε και νηφαλιότητος του ανδρός συνεδέετο το φειδωλόν εκείνο και οικονόμον πνεύμα, όπερ πρωιμώτατα ήδη διεβόησαν ως φιλαργυρίαν οι εχθροί του. Αλλ' η φειδωλία του κόμητος δεν ήτο κενή μόνον και εγωιστική. Εδείκνυτο πάντοτε συμπαθής προς τους χρείαν έχοντας, οικτίρμων δε πολλάκις μέχρις αδυναμίας, ώστε να βοηθή και τους αναξίους συνδρομής. Τουναντίον δε μετά πολλής ευστοχίας επεχείρει την εκπλήρωσιν των δημοσίων και πατριωτικών σκοπών. Χαρμόσυνον προυξένησεν έκπληξιν, ότι απεποιήθη την ψηφισθείσαν αυτώ υπό της εθνικής συνελεύσεως αντιμισθίαν, ότι δεν εφείσθη της ιδίας αυτού περιουσίας, προκειμένου περί αγαθών και πατριωτικών σκοπών, ότι ανέλαβε την ιδία δαπάνη εκπαίδευσιν νέων απόρων Ελλήνων, και μετέσχεν εκ του γλίσχρου βαλαντίου του της ελληνικής εθνικής τραπέζης και της εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας. Ως ποτε ο μέγιστος της αρχαιότητος πολιτικός, ηδύνατο ευθαρσώς να προκαλέση τους εναντίους αυτού, αν ετόλμων να επιρρίψωσιν αυτώ το εθνικώτατον πάντων των ελαττωμάτων, την του χρήματος κατάχρησιν. Επιμελώς δ' απέφευγε να παράσχη τροφήν εις την υπόνοιαν, ότι εκαρπούτο δήθεν την υψηλήν αυτού θέσιν, όπως εκμεταλλεύηται το κράτος, και βαθύτατα ελύπει αυτόν η ιδιοτέλεια των επισήμων Ελλήνων.

Από πρωίας μέχρις εσπέρας παρά το γραφείον αυτού καθήμενος, αναίσθητος όλως εφαίνετο ο κόμης προς τας διασκεδάσεις, δι' ών άλλος τις άρχων ήθελεν αρτύσει τους κόπους της αρχής. Αι σοβαραί δημόσιαι ασχολήσεις του είχον αληθώς καταπνίξει το αίμα του και τα πάθη του, ξένος δε και απρόσιτος ήτο προς πάσαν ηδονήν και παρεκτροπήν.

Ενώ δε η απλότης και το άμωμον του ιδιωτικού αυτού βίου ήσαν πρόσφοροι να γεννήσωσι τον προς τον Κυβερνήτην θαυμασμόν εν τε τη Ελλάδι και τη αλλοδαπή, ηύξανεν έτι ούτος την αυτών εντύπωσιν, συμμορφούμενος πιστώς προς τους τύπους της καθεστώσης θρησκείας, ευλαβώς τα θρησκευτικά νόμιμα επιτελών και ενδελεχώς τούτο επιδεικνύμενος. Και εν αυτή τη πολιτική ανεμίγνυε τύπους θρησκευτικούς, η δε της θείας προνοίας επίκλησις είνε στερεότυπος εν ταις επισήμοις αυτού επιστολαίς και ομιλίαις. Κατ' αυτά ήδη της νεότητός του τα έτη συνέδεσαν λεπτοί, αλλ' ισχυροί δεσμοί τον ευσεβή άνδρα και τον πολιτικόν. Η προς την γαλλικήν επανάστασιν διάστασις, ήν πανταχού εκήρυσσεν ο Κυβερνήτης, ήν προ παντός διάστασις προς τας αντιθρησκευτικάς ιδέας του 1789. Ούτω δε ο Καποδίστριας είνε είς των εξοχωτάτων πολιτικών ανδρών, οίτινες εν πάση σχεδόν Ευρωπαϊκή αυλή διεκρίθησαν από της παλινορθώσεως διά της εκκλησιαστικής τάσεως του πνεύματός των. Εις την εκκλησιαστικοπολιτικήν ταύτην διάθεσιν περιέβαλεν αίγλην επιχάριτος αλλά σκοτεινής και ασαφούς θρησκομανίας η αναστροφή του κόμητος προς την κυρίαν _Κρύδενερ_, περί ής είπομεν, τον _Βάδερ_ γερμανόν θεόσοφον και τον αυτοκράτορα _Αλέξανδρον_. Βραδύτερον δε προσετέθη και η επίδρασις της αυστηράς αλλά ψευδευλαβούς κοινωνίας εν Γενεύη. Ούτω παραδοξότατα συνεφύρθησαν εις έν τα διάφορα στοιχεία: πολιτική, μυστικισμός, καλβινιστική και ανατολική προς τους τύπους ευλάβεια. Όπως δήποτε όμως και αν κρίνη τις περί του κράματος τούτου, αναντίρρητον είνε, ότι η ευλάβεια, ή τουλάχιστον η αυστηρά εκπλήρωσις των θρησκευτικών καθηκόντων, ήν σπουδαιότατον απαιτούμενον δι' άνδρα θέλοντα να κυβερνήση το ελληνικόν έθνος. Καθότι, πλην της γλώσσης και των δημοτικών θεσμών των Ελλήνων, ο κλήρος υπήρξεν η συντηρητική δύναμις, ήτις επί μακραίωνα δουλείαν προυφύλαξε τους Έλληνας από της διασπάσεως και του ολέθρου.

Ο Καποδίστριας ην βεβαίως κοινωνικός ανήρ ευαρεστότατος ` τους τρόπους, πνευματώδης και προσηνής, προσωπικώς άμωμος, απλούς δε και νηφάλιος την δίαιταν, και άψογος τον βίον· ην δε, προς τούτοις, ακάματος εργάτης και διπλωμάτης τέλειος. Εκ των δύο δε κατηγοριών, εις άς διακρίνει τον διπλωματικόν κόσμον ο αρχιγραμματεύς της γερμανικής αυτοκρατορίας, ήτοι της μεγάλης ομάδος των «_θηρευόντων ύδνα και μεγαλοσταύρους_» και των ολίγων διπλωματών, οίτινες διάθεσιν έχουσι να εργασθώσιν αληθώς υπέρ της πολιτείας, και πιστώς τα εαυτών καθήκοντα εκπληρούντες «_τιμήν αυτών λογίζονται να είναι τα μισητότατα πάντων πρόσωπα_», ο Καποδίστριας δεν ανήκε βεβαίως εις τους πρώτους. Ειργάζετο ακαμάτως, και ουδόλως εις υλικήν αμοιβήν αποβλέπων, ουδενός δε υπελείπετο κατά την δεξιότητα και την γραφικήν ευχέρειαν. Αλαζών τις φιλοδοξία, ήν ουδέποτε δύναται να εννοήση ο όχλος, κατείχε και εζωογόνει αυτόν. Ηγάπα την πατρίδα αυτού· αν δ' εσφάλη κατά την εκλογήν των μέσων, μομφής αξία είναι η κρίσις αυτού, ουχί δε το φρόνημα.

Τοιαύτη τις είναι η του _Μένδελσον Βαλθόλδυ_, προς όν ο εν Αθήναις διατρίβων κατά την μεταπολίτευσιν του 1862 Άγγλος ιστορικός, αλλά μισέλλην Γεώργιος Φίνλαϋ είπε να μη γράψη πολλά καλά περί Καποδιστρίου, κρίσις περί του Κυβερνήτου ως ατόμου.

Ο Κυβερνήτης έν, καθ' ημάς, διεπράξατο μέγιστον πάντων σφάλμα: δεν είχεν άδικον να ερείδηται επί του λαού, αλλά δεν έπρεπε να αφήση και τους διαπαιδαγωγήσαντας και ελευθερώσαντας αυτόν, ούτε τους δυναμένους να παρεμβάλωσιν αυτώ προσκόμματα· διά της γεννηθείσης αντιπολιτεύσεως, των φυγόντων εξ Ελλάδος φιλελλήνων και των εν αυτή διπλωματικών πρακτόρων, ο Καποδίστριας απώλεσε τας εν Ευρώπη συμπαθείας. Ως καλός διπλωμάτης ώφειλε να επωφεληθεί μάλλον των ελαττωμάτων του ρωσικού κράτους, εν ώ υπηρέτησεν ή να εξάψη και επαυξήση αυτά· διότι ουδέν είναι ευκολώτερον του να αφοπλίζη τις τους αντιπάλους αυτού ενδίδων και πείθων αυτούς διά των πραγμάτων, διεγείρων δε την φιλοτιμίαν αυτών εις το ορθώς πράττειν, αν δε αποδειχθή εκ των πραγμάτων ότι ούτοι έχουσι δίκαιον να ασπασθή την γνώμην αυτών.

Αλλ' ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Όθων ηθέλησαν να μεταχειρισθώσι το όπλον τούτο, και αν ο Καποδίστριας συνεκάλει τον Απρίλιον του 1828 την Εθνοσυνέλευσιν, αν ο Όθων παρείχε Σύνταγμα ευθύς ως υπεσχέθη, ούτε ο είς θα εδολοφονείτο, ούτε ο Όθων θα εξεθρονίζετο.

Ο Καποδίστριας, άτε Κερκυραίος, οι δε Κερκυραίοι μόλις είχον απαλλαχθή των Βενετών, ότε αυτός εσπούδαζεν εν Ιταλία, δεν εγίνωσκε καλώς την Ελληνικήν: «_Ελάλει αλλά δεν έγραφεν Ελληνιστί_», ως λέγει ο Σ. Τρικούπης εν τη _Ιστορία της Επαναστάσεως_ και ως επιβεβαιοί και ο Νικόλαος Δραγούμης εν ταις _Ιστορικαίς Αναμνήσεσι_: «Κατά τους γραμματικούς κανόνας δεν ήτο πάντη άμεμπτος· ό,τι δε επεθύμει να γράψη έγραφεν αυτό γαλλιστί και οι περί αυτόν μετέφραζον αυτό εις την ελληνικήν· και όμως τοιούτος ων περί την ελληνικήν διέτριβε και περί τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και περί το αναφανέν τότε πρώτον, νυν δε τοιαύτας λαβόν φάσεις _γλωσσικόν_ λεγόμενον _ζήτημα_ εν Παρισίοις, ένθα πρωτηγωνίστουν ο Κοραής, ο Κοδρικάς, ο Οικονόμος, ο Ρίζος Νερουλός, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Νεόφυτος Δούκας, ών ο μεν Κοραής, ως γνωστόν υπερεμάχει της _καθομιλουμένης_, ο Κοδρικάς της καθαρευούσης, ής χρήσις εγένετο εν τοις Πατριαρχικοίς γραφείοις της Κωνσταντινουπόλεως και τοις ηγεμονικοίς γραφείοις των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας, ο δε Δούκας της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, ήν αυτός έγραφεν απταίστως, ως έστιν ιδείν εν ταις εκδόσεσι των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πάντες ούτοι έσχον και τους υπέρ και τους κατ' αυτών, εντεύθεν δ' εγεννήθησαν οι λεγόμενοι Κοραϊσταί, αντικοραϊσταί και υπερκοραϊσταί. Κατά πάσαν πιθανότητα, ως αναφέρει ο Θερειανός, εν τω _Αδαμαντίω Κοραή_, ο Καποδίστριας έκλινε μάλλον προς τας θεωρίας του Παναγιώτου Κοδρικά, μεθ' ού εν Παρισίοις διατρίβων έλαβε και συνέντευξιν, καθ' ήν περί της γλώσσης ωμίλησαν, τούθ' όπερ βεβαίως πολύ ελύπησε τον Κοραήν. Ο Καποδίστριας και ως ιατρός και ως διπλωμάτης έγραψε διάφορα επί των θεμάτων τούτων έργα, ών τινα μεν εξεδόθησαν, τινά δε ουχί. Εκ των έργων αυτού αναγράφομεν όσα ηδυνήθημεν να περισυλλέξωμεν:

α') Αι Επιστολαί αυτού γαλλιστί το πρώτον εκδοθείσαι εν Γενεύη τω 1839 υπό Ε. A. Betant και είτα ελληνιστί εν Αθήνας εν τέσσαρσι τόμοις τω 1841 υπό Μιχαήλ Γ. Σχινά.

β') Λόγος Επικήδειος εις τον ηγεμόνα Σπυρίδωνα Γεώργιον Θεοτόκην, εν Κερκύρα 1883.

γ') Observations sur l' Etat actuel des îles Ioniennes.

δ') Saggi — sullo Stato de la medicina, chirurgia e farmacia del Jonio (ιδέ Κατάλογον των Υπομνημάτων εις την Ιόνιον Ακαδημίαν από του 1808 — 1812 υπό Ανδρέου Μουστοξύδου εν Πανδώρα τόμω Ζ' (1856) σελ. 297.

ε') Μémoire sur Ali Pacha de Janina (ιδέ Vretos, Notice Bibliographique Τόμ. Α', σελ. 18).

ς') Aperçu de ma carrière publique depuis 1798 jusqu' à 1822, St. Ρétersbourg 1868.

ζ') Περί της αρχής των ατομικών διαφορών του οργανισμού (ιταλιστί).

η') Επί τη περιπτώσει του τοκετού Ισραηλίτιδος γεννησάσης ομού 5 επταμηνιαία τέκνα (ιταλιστί).

θ') Rapport présenté à S. M. L' Empereur Alexandre par S. E. Mr le Comte de Capodistrias sur les Etablissements de Mr de Fellengerg à Hofwill en Octobre 1814 Paris και πλήθος άλλο υπομνημάτων και εκθέσεων διπλωματικών, ών συλλογή επί ταυτώ δεν εγένετο δυστυχώς μέχρι σήμερον.

Τοιαύτη ήτο, εν ολίγοις η βραχυχρόνιος διοίκησις της Ελλάδος υπό του μεγίστου των του ΙΘ' αιώνος Ελλήνων ανδρών Ιωάννου Α. Καποδιστρίου και τοιαύται αι αρεταί και τα μειονεκτήματα αυτού. Νυν δ' ειπόντες και βραχέα τινά περί των πόρων, ούς ως κυβερνήτης της Ελλάδος διέθηκεν υπέρ της αναπτύξεως και βελτιώσεως των κακώς κειμένων, μετά τον οκταετή εκείνον και δεινόν αγώνα, σπεύδομεν να συνεχίσωμεν την μετ' αυτόν ιστορίαν, την ιστορίαν της ελεεινής αναρχίας, ήν άνδρες σπουδαρχίδαι παρεσκεύασαν, ως μη ώφελε, τη μητρί Ελλάδι:

Το όλον των επί της τετραετούς σχεδόν διοικήσεως του Κυβερνήτου σταλέντων αυτώ υπό των συμμάχων Δυνάμεων ποσών συνέκειτο:

Εκ της Γαλλίας . . . . . . . 3,500,000 » Ρωσίας . . . . . . . 3,500,000 » Αγγλίας . . . . . . . . 500,000 --------- 7,500,000

Το όλον δε των εισπραχθέντων υπό του Κυβερνήτου χρημάτων έχει ούτως:

Εκ της Εθνικής τραπέζης κεφάλαιον . . . . . .1,100,000 » χαρτονομισμάτων . . . . . . . . . . . . . 500,000 » του κέρδους των αργυρών και χρυσών κοσμημάτων . . . . . 100,000 » διαφόρων κληροδοτημάτων και προσφορών . . . 600,000 » δανεισθέντων τω έθνει παρά του Κυβερνήτου. .800,000 » των προσόδων της χώρας . . . . . . . . . 14,000,000 ---------- 24,600,000 (96)

Διά του σχετικώς ελαχίστου τούτου χρηματικού ποσού διετήρησεν ο Κυβερνήτης στρατόν εν καλή καταστάσει, ανερχόμενον εις 11,300 άνδρας και είκοσι δύο πλοία καλώς εξηρτισμένα και αξιωματικούς καλώς μισθουμένους. Εάν δ' εις τα υπ' αυτού τελεσθέντα ανά την Ελλάδα έργα απίδωμεν, τότε δικαίως θέλομεν αναφωνήσει ότι περί Καποδιστρίου ήρμοζεν ό,τι έλεγε περί της αρχαίας Ελλάδος ο διασημότατος Γερμανός καθηγητής _Κάρολος Φρειδερίκος Χέρμανν: «_ότι ουδεμία πώποτε πολιτεία κατώρθωσε διά σμικρών πόρων μείζονα ή όσα η αρχαία Ελλάς_» (97).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας. — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. — Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. — Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως συνεχιζούσης την προηγουμένην — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη — Ο Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντεπολιτευομένων. — Ταραχαί εν Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλών αυτούς κατά των Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου.