Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 29
Τότε, μόλις απηχήσαντος του κρότου των όπλων, ήλθεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, όστις, ουδέποτε αυτός πολεμήσας διά του ξίφους υπέρ της πατρίδος, ηθέλησε να δρέψη τους καρπούς του αγώνος, στηριζόμενος επί των χαρτίνων αυτού κατορθωμάτων, και να δεσπόση μόνος αυτός και απεριόριστος της Ελλάδος.
Εν Νησίω είπε ποτε προς τους Μανιάτας: «_Εγώ είμαι ο θυρωρός, ο ιστάμενος εις την θύραν και φυλάττων την παρθένον Ελλάδα_.
Ούτω δε το κράτος των πολυαρίθμων μικρών τυράννων έμελλε να θραυσθή βιαίως διά της αυθεντίας ενός μεγάλου τυράννου, αι δε τοπικαί επιρροαί να καταβληθώσι και εξαλειφθώσι. Τούτο απεκαλείτο επισήμως: ισοπέδωσις των ταραχοποιών στοιχείων, νίκη της τάξεως και της συγκεντρώσεως, τρυφερά μέριμνα υπέρ της παρθένου Ελλάδος. Τοιαύται όμως ιδέαι δεν συνέφερον βεβαίως ούτε εις τους Μαυρομιχάλας ιδία, ούτε εις τους Μανιάτας εν γένει.
Ότε το πρώτον συνηντήθησαν ο Κυβερνήτης και ο τοσούτον δι' αυτόν ολέθριος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο σφριγών νεανίας παρέστη προ του άρχοντος της Ελλάδος λαμπράν περιβεβλημένος στολήν, ως τις των κομψοπρεπών νέων. Ο Καποδίστριας απηύθυνεν αυτώ, ένεκα της εντελώς ατόπου εκείνης παραστάσεως εν καιρώ μεγάλης της πατρίδος πτωχείας, αυστηράν και μακράν παραίνεσιν, κατώρθωσε δε τοιαύτην να εμποιήση εις τον νεανίαν εντύπωσιν, ώστε το αίμα του Γεωργίου ανέβη εξ αιδούς εις τας παρειάς αυτού. Ουδένα όμως απέφερε διαρκή καρπόν η νουθεσία εκείνη (82).
Αφ' ετέρου δε ο Πετρόμπεης είχεν ήδη την 3)15 Οκτωβρίου 1827 προσαγορεύσει τον Κυβερνήτην διά πεφυσημένης επιστολής ως δώρον του ουρανού, επικαλούμενος επ' αυτόν μεν τας ευλογίας, επί τους εχθρούς δε την αράν του Θεού.
Αλλ' αφ' ενός μεν, αι εκ μέρους του γηραιού Μπέη οχληραί βοηθείας αιτήσεις, εν ονόματι του πατριωτισμού, κατόπιν αδιαφορία, υποψία και τέλος έχθρα, ήν ουδ' αυτό το θέλγητρον γερουσιαστικής θέσεως κατώρθωσε να πραΰνη· αφ' ετέρου δε, εκ μέρους του Καποδιστρίου, η παροχή μετ' αηδίας, σμικρύνουσα το δωρούμενον διά της σμικρότητος της δωρούσης ευμενείας, δυσπιστία και προσωπική ζηλοτυπία, ήτις ου μόνον εξήρει των κυβερνητικών χαρίτων την παντοδύναμον εν Μάνη οικογένειαν και τον αρχηγόν αυτής, αλλ' απεμάκρυνεν αυτήν μάλιστα των δημοσίων υπουργημάτων, και κατεδίωκεν αυτήν, και καθίστα αληθή αποδιοπομπαίον τράγον δι' όσα εν Μάνη συνέβαινον κακουργήματα, εγέννησαν την μεταξύ των Μαυρομιχαλών και του Καποδιστρίου έχθραν.
Τα ήθη και έθιμα των Μανιατών δεν ηδύναντο να συμβιβασθώσι, καθ' ολοκληρίαν, προς τας περί απολύτου υποταγής απαιτήσεις του Καποδιστρίου, ως και προς το καθόλου συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, όστις εφαντάσθη ότι ως εν τη λοιπή Ελλάδι ούτω ταχέως έμελλε να δεσπόση και της Μάνης, εν ή η υπεροχή των Μαυρομιχαλών ηνώχλει αυτόν· διό εκ παντός τρόπου εσπούδασε να καταβάλη αυτήν και προς τούτο αντέταξε την φιλοδοξίαν και αντιζηλίαν άλλων οίκων, οίον του Κουτούφαρη, Τζανετάκη, Μουρζίνου και εί τινος ετέρου. Εντεύθεν πάσα αίτησις των οίκων τούτων τάχιστα εξετελείτο υπό της κυβερνήσεως, απερρίπτετο δε πάσα των Μαυρομιχαλών. Οσάκις ο Πετρόμπεης απήτει χρηματικάς αποζημιώσεις ανθ' όσων απώλεσε κατά τον αγώνα, ο Καποδίστριας ή ουδόλως ή γλισχρότατα ήμειβε τον υπέροχον οίκον όστις και χρήμα και αίμα πολύτιμον εθυσίασεν υπέρ του ιερού αγώνος. Ενώ ούτω προσεφέρετο ο Καποδίστριας προς τον Πετρόμπεην, οι υπάλληλοι αυτού προσεφέροντο λίαν ιταμώς εν αυτή τη χώρα κατά τε του οίκου των Μαυρομιχαλών και των φίλα αυτοίς φρονούντων· ο νομάρχης μάλιστα _Γενοβέλης_ ούτω παρώργισε τους Μαυρομιχάλας, ώστε κατά το Πάσχα του 1830 εξερράγη εν _Τζίμοβα_ στάσις κατ' αυτού, ής ηγείτο ο αδελφός του Πετρόμπεη _Τζανής_, όν δι' απάτης συλλαβών ο Κυβερνήτης καθείρξεν εν Ναυπλίω ως φονεύσαντα, προ ετών, άνθρωπόν τινα· καθείρξε δε και τον υιόν του Τζανή _Κατζάκον_ επί αποπείρα φόνου κατά του εξαδέλφου αυτού _Πιεράκου_. Πάντες δε οι Μαυρομιχάλαι επετηρούντο υπό της αστυνομίας ως επικίνδυνοι τη κυβερνήσει. Τούτο εξήγειρε τους Μανιάτας σύμπαντας φίλους τε και εχθρούς των Μαυρομιχαλών, διότι πάσα προσβολή παρά ξένου κατά Μανιάτου αντανακλά, κατά τα έθιμα των Μανιατών, κατά πάντων αυτών. Εντεύθεν ήρξατο απειλητική στάσις· πάντες ωπλίσθησαν ως επί επαναστάσεως κατά των Τούρκων ουδ' αυτών των γυναικών και των παίδων εξαιρουμένων· ενθουσιασμός φλογερός επύρωσε τους πάντας· πεντακισχίλιοι υπό τον _Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην_ μαχηταί ωρκίσθησαν να εκστρατεύσωσι κατά του τυράννου, ει μη εντός μιας εβδομάδος απεφυλακίζοντο οι συλληφθέντες Μαυρομιχάλαι· συνέστη πρόσκαιρος επιτροπεία εκ δώδεκα ανδρών προς διοίκησιν της χώρας, καταργουμένης της εξουσίας του Καποδιστρίου· ο διοικητής των Καλαμών _Κορνήλιος_ ο επιχειρήσας να καταπολεμήση τα λείψανα της υπό τον Τζανήν στάσεως, μόλις ηδυνήθη μετημφιεσμένος να δραπετεύση ως απλούς ναύτης επί πλοίου. Τούτων γινομένων, ο Πετρόμπεης διέτριβεν ως γερουσιαστής εν Ναυπλίω. Εις μάτην εζήτησε παρά του Καποδιστρίου ν' απέλθη εις την εαυτού πατρίδα, όπως, ως έλεγε, καθησυχάση τα πράγματα· ο Καποδίστριας δεν έδιδεν αυτώ άδειαν. Τότε εδραπέτευσε κατά Φεβρουάριον 1831 εις Ζάκυνθον επί αγγλικού πλοίου, του Γόρδωνος, αλλ' αποβιβασθείς εις Κατάκωλον της Ηλείας, οπόθεν εσκόπει να μεταβή εις Λιμένι, συνελήφθη υπό του _Κωνσταντίνου Κανάρη_, εις καταδίωξιν αυτού σταλέντος, και απήχθη εις Ναύπλιον. Ουδαμώς δε λαβών ο Καποδίστριας προ οφθαλμών επιστολήν του Πετρόμπεη, εν ή διεμαρτύρετο διά την προσγενομένην αυτώ βίαν, απλώς βουληθέντι ίνα μεταβή εις την ιδίαν αυτού πατρίδα προς υπεράσπισιν των οικείων και κατάπαυσιν των ταραχών, εκήρυξε διά διατάγματος αυτόν τε και τον Κωνσταντίνον ως λιποτάκτας· επιτροπεία δ' εκ γερουσιαστών προεδρευομένη υπό του Βιάρου εκήρυξε τον πολιόν _Πετρόμπεην_ ένοχον εσχάτης προδοσίας, ού ένεκα καθείρχθη εν τω _Ιτζ — Καλέ_ τω ετέρω φρουρίω του Ναυπλίου επί εννέα όλους μήνας ως κακούργος. Άμα ο αδελφός του Πετρόμπεη Κωνσταντίνος έμαθεν ότι ούτος καθείρχθη, αφίκετο εις Ναύπλιον επί τη υποσχέσει του Καποδιστρίου ότι θα έμενεν ελεύθερος· αλλ' άμ' αφικόμενος και ετέθη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν. Μάτην δε ο Ρώσος Ρίκορδ, παρακληθείς υπό της έξ και ογδοηκοντούτιδος μητρός του Πετρόμπεη και υπό του Κατζάκου Μαυρομιχάλη, παρεκάλεσε Κυβερνήτην όπως δέξηται τον Πετρόμπεην εις συνδιαλέξιν κατ' οίκον προς συνδιαλλαγήν. Τέλος επείσθη ο Καποδίστριας. Προς τούτο δ' ωρίσθη η συνδιάλεξις να γίνη κατά την 5ην μετά μεσημβρίαν της 26ης Σεπτεμβρίου εν τω οίκω του Κυβερνήτου παρόντος και του ναυάρχου Ρίκορδ. Κατ' απαίσιον σύμπτωσιν ο Καποδίστριας παραβάς την εαυτού υπόσχεσιν ένεκα ταραχής έκ τινος άρθρου του «_Ταχυδρόμου του Λονδίνου_» κατακρίνοντος την πολιτικήν αυτού, δεν εδέξατο (26 Σεπτεμβρίου 1831) αυτόν εις ακρόασιν. Ούτω δ' ο γέρων _Πετρόμπεης_ νομίσας ότι σκοπίμως προς εμπαιγμόν εξήχθη υπό φρουράν εκ του _Ιτζ-Καλέ_ και υπό φρουράν ως κακούργος περιήχθη, εξεμάνη. Απαγόμενος δ' αύθις εκ της οικίας Καποδιστρίου εις τας φυλακάς παρεκάλεσε τους φρουρούς αυτού, ίνα ει δυνατόν επιτρέψωσιν αυτώ να διέλθη έμπροσθεν της οικίας, εν ή κατώκουν ο υιός αυτού Γεώργιος και ο αδελφός Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι. Αφικόμενος δ' εκεί υπό τα παράθυρα εκραύγασεν ο γέρων φωνή τρεμούση εξ οργής; «_Για σας παιδιά_»· πρώτος ο Γεώργιος αναγνωρίσας την φωνήν του πατρός προς το παράθυρον ορμά· και ιδών είπε προς τον Κωνσταντίνον: «_ο γέρος_». «_Τι κάνεις;_» ερωτώσιν αμφότεροι. «_Τα βλέπετε_», απαντά εν μανία και απέρχεται ο πολιός Μπέης. Αι λακωνικαί αύται λέξεις εδήλουν μυρίους όσους διαλογισμούς και σκοπούς κρυφίους, οίτινες συλλήβδην εγένοντο τω Κωνσταντίνω και Γεωργίω το σύνθημα της ταχίστης δολοφονίας του Καποδιστρίου, ήν και εξετέλεσαν πράγματι την επαύριον 27 Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος διετέλουν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν, αλλά διά προσπεποιημένης υποταγής είχον κατορθώσει να καταστήσωσιν, από μακρού, λίαν ελαφράν την φρούρησιν αυτών· επρομηθεύθησαν δε και όπλα υπό τους οφθαλμούς αυτούς του επόπτου αυτών _Καραγιάννη_. Πολλάκις δε ήδη είχον ενεδρεύσει εν τη οδώ τον Κυβερνήτην· αλλά δεν ετόλμησαν το τόλμημα. Νυν όμως απήτουν τα εν Μάνη νόμιμα να μη αναβληθή επί πλέον η εκδίκησις.
Τα κατά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου ουτωσίν εκτίθησιν επακριβώς ο Γερμανός ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδος Κάρολος Μένδελσον Βαλθόλδυς, ού πολλαχού ήδη εμνημονεύσαμεν:
«Η 27 Σεπτεμβρίου ην Κυριακή· η πρωία ην λαμπρά και αίθριος. Τη 6η ώρα καταλιπών το δωμάτιον, εν ώ από μιας ήδη ώρας ειργάζετο, απήλθεν εις τον μικρόν του αγίου Σπυρίδωνος ναόν, όπως ακούση την λειτουργίαν. Συνώδευον δ' αυτόν ο είς μόνον πιστός μονόχειρ απόμαχος ο _Κοκώνης_ και ο στρατιώτης _Λέοντας_. Καθ' οδόν συνήντησαν αυτώ ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλαι, εχαιρέτισαν αυτόν και σπεύσαντες προεπορεύθησαν αυτού εις τον ναόν. Έστησαν δ' ούτως ένθεν και ένθεν της στενής θύρας, ώστε οι εισερχόμενοι εις τον ναόν ώφειλον να διέρχωνται μεταξύ αυτών. Είχον ενδυθή λαμπρώς, ως οι επί εορτή κοσμούμενοι. Αντικρύ δ' αυτών επί του αντιθέτου της οδού μέρους ίσταντο οι αστυνομικοί υπάλληλοι οι την τήρησιν των υπόπτων επιτετραμμένοι, ο _Ιωάννης Καραγιάννης_ και ο _Α. Γεώργης_.
Και τούτο δηλοί την απελπιστικήν της κυβερνήσεως θέσιν: ότι ηναγκάσθη να εμπιστευθή την εκτέλεσιν των αυτής μέτρων υπαλλήλοις, οίτινες διαπραττομένου εγκλήματος κατά του αρχηγού του Κράτους, παρίσταντο αδρανείς εν αδιαφορία και μάλιστα συμπράττοντες. Αμφότεροι ήσαν μεμυημένοι τα των δολοφόνων σχέδια. Ο Καραγιάννης, ο ασυγγνώστω των αρχών αμελεία διατελών από τεσσαράκοντα ημερών επιτηρητής των Μαυρομιχαλών, γενόμενος επί τέλους συνωμότης αυτών, απεφάσισε να συντείνη όση δύναμις εις τον «φόνον του τυράννου». Έξ μόλις ημέρας προ της απαισίου εκείνης Κυριακής είχε μάθει η αστυνομία την προ μηνός γενομένην αγοράν των πιστολίων. Τοιαύτην αμέλειαν υπό την αυστηράν του Γιαννετά διοίκησιν ηδύνατό τις να φαντασθή. Προς τον Καποδίστριαν είχον ανακοινώσει ο αστυνόμος Ναυπλίου (83) και ο Άγγλος Δώκινς, ότι η ζωή αυτού εκινδύνευεν. Αλλ' εκείνος απέκρουσε τας θετικάς και ευλόγους αυτών παραστάσεις, απαντήσας αυτοίς διά θρησκευτικού αξιώματος: _«Η Θεία Πρόνοια αγρυπνεί επί του Κυβερνήτου της Ελλάδος. Θα σεβασθώσι τας λευκάς μου τρίχας»_ (84). Οποία δαιμόνιος πεποίθησις. Έγκλημα σχεδόν φαίνεται ενώπιον των αιματηρών της Μάνης εκδικητών η της θείας Προνοίας επίκλησις. Ο Καποδίστριας εγίνωσκε τους Μανιάτας και της Μάνης τα έθιμα. Τούτου δ' ένεκα είπε βραδύτερον ο λαός: «_Ήθελε ν' αποθάνη_.
Συνεκλονήθη πως ο κόμης, ότε είδε τους Μαυρομιχαλέους ισταμένους προ της θύρας του ναού και η της προτεραίας νουθεσία επήλθεν αυτώ φοβερά. Επί βραχύ εδίστασεν· ανέβλεψε δε προς την οικίαν του επί των στρατιωτικών υπουργού Ροδίου και η της σωτηρίας ελπίς διέλαμψεν εν τη ψυχή αυτού· αλλ' αποβαλών αθύμως τον δειλόν στοχασμόν μετά μικράν ανάπαυλαν προεχώρησε και ανέβη τας προ της θύρας του ναού ολίγας βαθμίδας (85). Τότ' εξάγουσιν οι φονείς τας διπλάς σφαίρας εχούσας αυτών πιστόλας, σκοπεύουσι κατά του κυβερνήτου και πυροβολούσιν. Η σφαίρα του προδότου Καραγιάννη αποτυχούσα του σκοπού εισδύεται εις την αριστεράν της θύρας παραστάδα (86)· αλλ' ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης επιτυγχάνει τον κόμιτα όπισθεν κατά κεφαλήν· κλονούμενον δε τον Καποδίστριαν δις διά μαχαίρας πλήττει κατά την κοιλίαν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και αμέσως το θύμα κλίνει νεκρόν, άφωνον. Ο Κοκώνης υπεδέξατο τον πίπτοντα Κυβερνήτην επί του αποκεκομμένου αυτού βραχίονος, όν είχεν αποβάλει πολεμών προς τους Αιγυπτίους και αποθείς τον νεκρόν χαμαί ετράπη προς καταδίωξιν των φονέων. Και επυροβόλησε μεν κατά του Κωνσταντίνου, αλλ' ακροθιγώς μόνον ήψατο αυτού η σφαίρα, ο δε φονεύς ανορθωθείς ηγωνίσθη να διεκφύγη. Αλλά νυν επέρχεται αγρία σκηνή προ του ναού, όστις ην έτι πλήρης προσευχομένων. Περί το πτώμα του Κυβερνήτου συναγείρονται φίλοι και γυναίκες παροτρύνοντες εις εκδίκησιν. Ο τραυματισθείς Κωνσταντίνος εν πολλή αγωνία συρόμενος περαιτέρω καταδιώκεται υπό του καταρωμένου πλήθους, μέχρις ού ο στρατηγός Φωτομάρας πυροβολήσας από του παραθύρου της αυτού οικίας ρίπτει αυτόν χαμαί. — Υβρίζων και καταρώμενος ο εκμανής λαός σύρει κατά γης τήδε κακείσε τον θανασίμως τετρωμένον· λακτίζει αυτόν και προπηλακίζει· πείσμων δ' εκείνος και θρασύς μέχρι τέλους ικετεύει μόνον τους συναγηγερμένους να φονεύσωσιν αυτόν ταχέως: «_Μη με λερώνετε βρε παιδιά. Μωρέ δεν ευρίσκεται κανένα παλληκάρι να με φονέψη με μια πιστολιά;_» Ο άγριος φονεύς ουδόλως έχρηζε να ικετεύση μακρότερον περί της αυτού απαλλαγής· η ιλαστήριος σφαίρα εύρεν αυτόν και επέρανε το μαρτύριον αυτού. Αλλά και κατ' αυτού του αψύχου πτώματος αυτού ετράπη η λύσσα του λαού, όστις σύρας αυτόν εις την πλατείαν της πλατάνου κατέρριψε βλασφημών και υβρίζων εις την θάλασσαν από των τειχών του κάτω φρουρίου. Ούτω δε η αμερικανική δικαιοσύνη του ελληνικού λαού (Λύντσιος νόμος) ετιμώρησε τον έτερον των φονέων του Καποδιστρίου.
Κατά τον πρώτον νωπόν της πράξεως θόρυβον, κατά την πρώτην προ του ναού φοβεράν σκηνήν, ηδύνατο ίσως ο άλλος της πράξεως αυτουργός Γεώργιος Μαυρομιχάλης να διεκφύγη ευκόλως μετά του Καραγιάννη διά της εγγύς πύλης του Ναυπλίου.
Εν Μάνη ην ελεύθερος. Τουναντίον όμως κατέφυγε διά της μεγάλης αγοράς εις την οικίαν του Έλληνος αξιωματικού Βαλλιάνου, εν ή εφάνη διατεθειμένος να πωλήση την ζωήν αυτού όσον το δυνατόν ακριβώτερον. Ότε όμως προσώρμησε το θορυβώδες πλήθος μετέβαλε σχέδιον και αναρριχηθείς εις χθαμαλόν τινα τοίχον κατεπήδησεν εις τον κήπον του κυρίου Ρουάν και μόλις αναπνέων εφώνησεν: «_Ο τύραννος δεν ζη πλέον. Έπεσεν από τας χείρας τας ιδικάς μου και τον θείου μου. Να με ασφαλίσετε_» Παρέδωκε το αυτού όπλον προς τον συνταγματάρχην Πελλιόν και ενόμισεν ότι εξησφαλίσθη. Περί την εσπέραν όμως αυτόπται εμαρτύρησαν ότι ο φονεύς Γεώργιος Μαυρομιχάλης είχε κρυβή εν τη οικία του Γάλλου πρεσβευτού· ευθύς δε πλήθος λαού λυσσών περιεκύκλωσε το μέγαρον της πρεσβείας απαιτούν διά κραυγών εκδίκησιν. Εν τω θορύβω επεφάνη ο φρούραρχος _Αλμέιδας_ και εζήτησε την παράδοσιν του κακούργου, εν ονόματι της προσκαίρου τριανδρίας, ήν περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας είχε συστήσει η Γερουσία εκ του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη προς διοίκησιν των κοινών. Έδειξε προς τον Ρουάν το υπό τα παράθυρα αυτού συνηθροισμένον πλήθος και παρετήρησεν αυτώ ότι, εάν αρνηθή, έμελλε ν' αποβή αδύνατος η χαλίνωσις της μανίας του λαού (87). Παρέστησε τότε προς τον _Μπετζαδέν_ (88) Γεώργιον, ότι προύκειτο περί τακτικής αυτού δίκης, ήτις έμελλε να γείνη υπό τα όμματα πάσης της Ευρώπης, και ότι ήθελεν είναι πολύ ασφαλέστερος εν ταις χερσί των δημοσίων αρχών ή εντός οικίας πολιορκουμένης υπό λυσσώδους πλήθους. Και διεμαρτυρήθη μεν εκείνος ζωηρότατα· αλλ' απεφάσισε τέλος ν' απέλθη, κατιδών ότι αυτή η προς προστασίαν αυτού καλή διάθεσις ουδόλως είχε την προς τούτο δύναμιν. Παρεκάλεσεν όμως όπως συνοδεύση αυτόν Γάλλος τις αξιωματικός· ο δε Ζεράρ και ο Ρουάν έπεισαν τον συνταγματάρχην Πελλιόν ίνα εκπληρώση το φιλάνθρωπον εκείνο καθήκον. Ούτω δε στηριζόμενος επί του βραχίονος του Πελλιόν διήλθεν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον απειλητικόν και ένοπλον όμιλον.
Η συκοφαντία κατηγόρησε βραδύτερον τους Γάλλους ως συνενόχους του κακουργήματος, πρόφασιν ίσως λαβούσα την πράξιν του Πελλιόν· τουναντίον όμως, εύκαιρον είναι να αναμνήσωμεν οπόσον συμφέρον είχεν η Γαλλία να παραδοθή ο _Μπεϊζαδές_ εις τακτικάς δικαστικάς αρχάς και να κριθή δικαστικώς. Νέα τις πράξις αμερικανικής δικαιοσύνης _(Λύντσιος νόμος)_» προ της φλιάς του αντιπρεσβευτού γενομένη ήθελε παράσχει ευρύ στάδιον εις τας μάλλον παρακεκινδυνευμένας υποθέσεις επί της τοσούτον συγκεχυμένης ταύτης υποθέσεως και ήθελε γείνει αφορμή σχολίων λίαν δυσαρέστων τη Γαλλία. Καθότι η αγανάκτησις του λαού είχε τοσούτον κορυφωθή, ώστε ούτος υλάκτει κατά γράμμα ζητών εκδίκησιν (89). «_Ή σκοτώνετε τον γονέα και πιάνετε τους συμβούλους, ει δε μη θα κάνωμεν εκδίκησιν μοναχοί μας!_» Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει, ότι η κυβέρνησις ηναγκάσθη εκ των διαθέσεων τούτων του πλήθους να συστήση στρατοδικείον.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μετηνέχθη κατ' αρχάς εις το φρούριον _Μπούρτζι_, είτα δε εις την ειρκτήν του _Ιτζ-Καλέ_. Ότε ηγγέλθη αυτώ ότι έμελλε να παραπεμφθή ενώπιον στρατοδικείου, αντέστη αρνούμενος ναναγνωρίση την αρμοδιότητα τοιούτου εξαιρετικού δικαστηρίου. Είχεν, είπε, βαθμόν στρατηγού των ατάκτων του ελληνικού στρατού και ην μέλος της εθνικής συνελεύσεως, ήτις υφίστατο έτι νομίμως. Υπεδείκνυε δε ούτως ότι μόνη η εθνική συνέλευσις είχε δικαίωμα να δικάση αυτόν. Σαθρά βεβαίως ην η βάσις της εκ της γερουσίας πηγασάσης εκείνης διαδικασίας. Κατά την στιγμήν όμως εκείνην εμπαθούς ερεθισμού, καθ' ήν ήρχιζεν η δίκη και «_η Ελλάς ολόκληρος πενθηφορούσα εζήτει δικαιοσύνην_», κατά την έκφρασιν του Στούρτζα, ουδόλως ην δυνατόν να προσδοκά τις ότι ήθελε κατισχύσει ήρεμός τις και αμερόληπτος των πραγμάτων εκτίμησις. Μετά βιαίαν προανάκρισιν, καθ' ήν δεν επετράπη τω κατηγορουμένω μηδέ να συγκοινωνήση καν άνευ μαρτύρων προς τον δικηγόρον αυτού, τον Άγγλον φιλέλληνα Μάσσον, εκήρυξεν εαυτό αρμόδιον το υπό της γερουσίας συσταθέν στρατοδικείον, καίτοι ο Μάσσον σφοδρότατα και ευφυώς προσέβαλε την αρμοδιότητα ταύτην, και κατεδίκασε τους κατηγορουμένους Γεώργιον Μαυρομιχάλην και I. Καραγιάννην εις τον διά τουφεκισμού θάνατον, τον δε συνένοχον Α. Γεώργην εις δεκαετή δεσμά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα κατεδικάσθη και εις την των πατροκτόνων ποινήν, την αποκοπήν δηλαδή της χειρός, ήν εχάρισεν όμως αυτώ ο αδελφός «_του υψηλοτάτου θύματος»_». Ο υπερασπιστής Μάσσον επεκαλέσατο υπέρ του πελάτου αυτού την δικαιοδοσίαν της εθνικής συνελεύσεως και εκήρυξεν ευπαρρησιάστως ότι πάσα καταδίκη του Γεωργίου υφ' οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου ήθελεν είναι πολιτική δολοφονία. Ήχησε δε τούτο τόσω προσβλητικώς εις τα ώτα των ευαισθήτων δικαστών, ώστε ο γέρων Φωτομάρας ο πυροβολήσας κατά του Κωνσταντίνου και παριστάμενος νυν ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανεκάλεσε τον Άγγλον εις την τάξιν. Ίδιον αναθεωρητικόν δικαστήριον προς τον σκοπόν τούτον κατασταθέν επεκύρωσεν απλώς την πρωτόδικον απόφασιν· απεκρούσθη δε η περί ακυρότητος ένστασις, ήν υπέβαλεν ο Μάσσον κατά της επικυρωτέας αποφάσεως. Η εκτέλεσις της ποινής του Καραγιάννη προτείναντος νανακαλύψη σπουδαία ανεστάλη· μετά δ' έξ μήνας επέτυχεν ούτος ναπολυθή εντελώς.
Η καταδίκη έμελλε να εκτελεσθή τη πρωία της 10 Οκτωβρίου επί των οχυρωμάτων του φρουρίου. Ο γηραιός Πετρόμπεης έβλεπεν από της ειρκτής αυτού το θλιβερόν θέαμα. Ο υιός αυτού απέτεινε προς αυτόν τρις τον έσχατον αποχαιρετισμόν, είτα δε προυχώρησεν ο εξημμένος νέος σφριγών και πλήρης ακμής. Η χάρις αυτού και η ανθούσα σωματική δύναμις είχον ανέκαθεν προσελκύσει προς αυτόν τας καρδίας των συμπολιτών αυτού. Ουδείς οφθαλμός έμεινεν άδακρυς, ότε προβάς στερρώ τω βήματι έστη προ των επιτετραμμένων την εκτέλεσιν στρατιωτών και απέσπασε το περί τους οφθαλμούς αυτού δέμα, όπως θεωρήση έτι την πόλιν, την θάλασσαν, τα πάτρια βουνά και αναπνεύση τον καθαρόν της πατρίδος αέρα. Ανέκραξε τότε προς τους παρισταμένους οιονεί κληροδοσίαν καταλείπων αυτοίς τους εξής σημαντικούς λόγους: — «_Αδέλφια! ομόνοια, αγάπη»_· και διέταξεν ο ίδιος: «πυρ!» δι' εντόνου φωνής. Αι πρώται βολαί επέτυχον και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έπεσε χαμαί νεκρός.
Θα ημάρτανε βεβαίως ο ιστορικός κατά του ηθικού νόμου, ει επεζήτει μεγαλορρήμονας φράσεις, όπως περικαλλύνη την πολιτικήν δολοφονίαν αναμιμνησκόμενος τον _Αρμόδιον και Αριστογείτονα_. Η δολοφονία είναι πάντοτε αποτρόπαιος, καίτοι ενίοτε η ηθική κατάστασις του φονέως δικαιολογεί επιεικεστέραν τινά κρίσιν. Οι εν ταις επαρχίαις οπαδοί του Κυβερνήτου απέμειναν ενεοί εκ της φρίκης. Ο Κολοκοτρώνης, όστις εφ' ολόκληρον εσπέραν ετήρησε μυστικήν την φοβεράν είδησιν εν Τριπόλει, λέγει: «_Την αυγήν, όπου το έμαθαν οι πολίται της Τριπολιτζάς, έμειναν νεκροί· άφησαν τα εργαστήριά των, ταις δουλιαίς τους και επερπατούσαν εις τους δρόμους ωσάν τρελλοί»_, και ότι παρακληθείς υπό των προυχόντων της Τριπόλεως ηναγκάσθη να λαλήση μίαν όλην ώραν εις τους κατοίκους συνιστών αυτοίς ησυχίαν και τάξιν εν τη κρισίμω ώρα. Και εν Ναυπλίω ωσαύτως, όπου οδυνώμενος, προϋπήντησεν αυτώ ο λαός, λέγει ο _Γέρος_ ότι παρήγγειλεν: «_ησυχίαν_!» Εκεί δεν έλειπαν βεβαίως μεταξύ των εκθύμων οπαδών του Κυβερνήτου και φανατικοί, οίτινες ευχαρίστως εξεμεταλλεύοντο το γενόμενον έγκλημα υπέρ των φατριαστικών αυτών σκοπών και οσφαινόμενοι τακτικήν και αποτελεματικήν συνωμοσίαν επέρριπτον τας σκοτεινοτάτας των υπονοιών κατ' ανδρών, οίοι ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, και κατ' αυτών έτι των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων. Η αγρία δολοφονία του Μαυρομιχάλη πρέπει εν πρώτοις, να θεωρηθή ως έργον της αιματηράς εκείνης εκδικήσεως, ήτις εν Μάνη στενώτατα συνδέεται προς την φύσιν της χώρας και των ανθρώπων. Όπου η ζωή ομοιάζει προς διαρκή πόλεμον, άτοποι βεβαίως είναι αι ήρεμοι έννοιαι περί αγαθής αστικής συμπεριφοράς και αστυνομικής καλής διαγωγής. Το μέτρον του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν εφαρμόζεται εν τη Μάνη. Δυνατόν ίσως εν τη αρχαία Ελληνική ιστορία να ευρεθή ανάλογόν τι προς τον φόνον του Κυβερνήτου συμβάν· δυνατόν ν' αναμνησθή τις του Νάβιδος και του Ιππάρχου.
Απαιτείται όμως μεγίστη κοσμοπολιτική σύγχυσις κρίσεως, όπως προβή τις εις παραλληλισμόν του Μαυρομιχάλη προς τον Σανδ (90) και παραβάλη την γοργήν εκείνου πράξιν προς την βραδείαν ενέργειαν του αγαθού τούτου, αλλά νοσηρού και εξημμένου Γερμανού, όν είχεν υποτάξει η γόησσα πνευματική δύναμις του _Καρόλου Φολλενίου_ (91). Ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι απείδον εις το όνειδος και την πτώσιν της οικογενείας αυτών, εις τα δεσμά του αυτών γενάρχου και απηλλάγησαν του οικογενειακού αυτών εχθρού άνευ πολλής σκέψεως διά τολμήματος, ούτινος το νόμιμον ήκιστα πρότερον ανελογίσαντο, ως γνήσια της φύσεως τέκνα. Δεν πρέπει τις όμως ένεκα τούτου ν' απογυμνώση την πράξιν του πολιτικού αυτής χαρακτήρος, όστις πρόδηλος κατεφάνη εν τη δίκη και κατά τας τελευταίας στιγμάς του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.
Διπλωματικαί εκθέσεις μικρόν προ του φόνου του Κυβερνήτου γραφείσαι βεβαιούσι ρητώς ότι το πάθος, όπερ εκ της κτηνώδους επεμβάσεως της Ρωσίας εις τας εσωτερικάς της Ελλάδος έριδας και της εν Πόρω καταστροφής και της αναγκαίας πατριωτικής πράξεως του Μιαούλη εξηκολούθει έτι βιαίως συνταράσσον τας ψυχάς των Ελλήνων, επλήρου και έτρεφεν αυτάς δι' απαισίων σχεδίων. Το πάθος δι' ού ο _Βέρνε_ (92) υποδεικνύει το πολιτικόν εμπύρευμα κατά την περίστασιν ταύτην, είναι αναντιρρήτως ζωηροτάτη απήχησις του ληκυθείου κόμπου της Νέας Γερμανίας. «Οι Έλληνες, λέγει, ηλευθερώθησαν του τυράννου αυτών Καποδιστρίου κατά γνησίως αρχαίον τρόπον ουχί δι' ημερίδων και ανάνδρου περί ελευθεριών φλυαρίας, αλλά διά ξίφους. Αυτή είναι αληθής, πλαστική ελευθερία· ουχί η ημετέρα, η εν εικόνι μόνον, η ρωμαντική· ουχί δολοφονία, αλλ' έντιμος μάχη. Βαθυτάτην πάντοτε ησθανόμην εν τη ψυχή μου αντιπάθειαν βλέπων τον πανούργον εκείνον διαπεπονηρευμένον και εν τη σχολή του δεσποτισμού γεγηρακότα πολιτικόν ηγούμενον λαού ζήσαντος και θανόντος υπέρ ελευθερίας μόνον και πίστεως. Ούτω δε και εκυβέρνησεν· ουδέν άλλο ην η κυβέρνησις αυτού ή αδιάκοπος παιδοκτονία, διαρκής απόπειρα δηλητηριασμού της ελευθερίας. Απηγόρευσε τανώτερα διδακτήρια τα υπερβαίνοντα τον κύκλον της αριθμήσεως και γραφής· την ελευθεροτυπίαν εξέσπασε πρόρριζον και επέβαλε λαώ παίδων και αυτήν της αρθρώσεως την λογοκρισίαν. Αναμφίβολος βεβαίως είνε η επίδρασις πολιτικού εμπορεύματος υπό την προ της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος καταστροφήν. Συνέπεσεν ίνα ο του οίκου των Μαυμιχαλών εχθρός φανή αυτοίς συγχρόνως και ως τύραννος της πατρίδος. Ην δε δυνατόν ίνα ούτοι παρίδωσιν ότι ο Κυβερνήτης εν τω εκρωσιαστικώ αυτού ζήλω έθηκε Ρώσους αξιωματικούς εφ' εκάστου πλοίου, ότι εταπείνωσε τον ελεύθερον της Ελλάδος στόλον εις όργανον των ανατολικών του Τσάρου σχεδίων, αυτά δηλαδή εκείνα τα αγανάκτησιν προξενούντα γεγονότα, άτινα παρώρμησαν τον ατρόμητον του Μιαούλη πατριωτισμόν εις το εν Πόρω ολοκαύτωμα; Ούτω δε συνεπλέχθησαν εις άλυτον δεσμόν το ψυχολογικόν αίτιον της αιματηράς εκδικήσεως και ο πολιτικός παράγων. Και αν δ' έτι σπινθήρ τις μόνος ευγνωμοσύνης παρέμενεν εν ταις καρδίαις αυτών από των χρόνων εκείνων, ούς ο Καποδίστριας παρέσχεν ευεργεσίας είς τινα μέλη της μαυρομιχαλικής οικογενείας, ήθελεν αναγκαίως σβεσθή, άμα προκειμένης εκλογής μεταξύ του προσωπικού φίλου και του εχθρού της Ελλάδος.
_Και μείζον, όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμού λέγω._