Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 28

Chapter 2856 wordsPublic domain

Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας». — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ — Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην — Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν — Κρίσεις

Εν τω μεταξύ οι των δυτικών Δυνάμεων διπλωμάται υπέβαλον τω Κυβερνήτη εγγράφους διαβεβαιώσεις των εντολοδόχων αυτών, καθ' άς αι αυλαί θερμώς επεθύμουν να αποκατασταθή εν Ελλάδι η ησυχία υπό την κρατούσαν των πραγμάτων τάξιν. Συνεβούλευσαν δε τούτου ένεκα μέτρα συνδιαλλακτικά και σύγκλησιν Εθνοσυνελεύσεως, και ηρνήθησαν οριστικώς να διατάξωσι την σύμπραξιν των στόλων αυτών μετά του ρωσικού και την από κοινού μετά του Ρίκορδ επίθεσιν κατά του Μιαούλη. Ο Δώκινς ελάλει επιμονώτερον εί περ ποτε περί εθνικής συνελεύσεως και συντάγματος, και ο Ρουάν δ' αυτός συνίστα παραχωρήσεις υπέρ της συνταγματικής μερίδος. Ούτω δε ο Κυβερνήτης, δυσχεραίνων προφανώς και ενδόμυχον έχων πρόθεσιν να διακωλύση την εκτέλεσιν του αποφασισθέντος, συγκατένευσε τέλος εις συμβιβασμόν τινα: Ο Μιαούλης έμελλε να προσκληθή, εν ονόματι της τριπλής συμμαχίας, εις απόδοσιν της εθνικής ιδιοκτησίας· υπεσχέθη δ' αφ' ετέρου ο Καποδίστριας να παράσχη αμνηστίαν τοις μετασχούσι των εν Πόρω συμβάντων και να συγκαλέση ό,τι τάχιον εθνικήν συνέλευσιν.

Οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς έμελλον να ανακοινώσωσι τοις _επαναστάταις_ τας σπουδαίας ταύτας αποφάσεις, και ανεχώρησαν προς τούτο εκ Ναυπλίου την 31 Ιουλίου, αλλά πριν ή φθάσωσιν εις Πόρον, είχεν ήδη επέλθει εκεί η απαίσιος και από μακρού επικρεμαμένη καταστροφή.

Η μάχη της 29 Ιουλίου είχε προξενήσει βαθυτάτην εντύπωσιν εις τους περί τον Μιαούλην. Την εσπέραν της 31 Ιουλίου απεφάσισαν οι εν Πόρω _πατριώται_, οίτινες τέως είχον υποστηρίξει πιστώς τον Έλληνα ναύαρχον, να προβώσιν εις διαπραγματεύσεις προς τον Ρίκορδ, ως στερούμενοι τροφών και πολεμεφοδίων. Συγκατένευσαν δε να καταληφθή η πόλις αυτών την επαύριον πρωίαν υπό του στρατού του Κυβερνήτου. Συνήνουν δ' αφ' ετέρου οι Ρώσοι να κλείσωσι τους οφθαλμούς αυτών, αν, διαρκούσης της νυκτός, μετεφέροντο εις Ύδραν οι εκτεθειμένοι εκ των κατοίκων και οι φοβούμενοι κρίσιν τινά Υδραίοι. Επί της φρεγάτας «_Ελλάδος_» απελείφθησαν τριάκοντα περίπου πρόσωπα μετά του Μιαούλη. Η γενική εν τούτοις αποθάρρυνσις δεν έκαμψε τον ατρόμητον ναύαρχον. Η αμηχανία εφαίνετο εκκρούσασα τον σπινθήρα εκ του λίθου και προκαλούσα πάσαν την πείσμονα αποφαστικότητα του Υδραίου ναυάρχου, όστις ανεκοίνωσε τω Ρώσω ναυάρχω διά του Σαχίνη, ότι εσκόπει να αναμείνη την άφιξιν των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ίνα διαπραγματευθή προς αυτούς, συνάμα δ' ότι προς το ελάχιστον εχθρικόν κίνημα ήθελε πυρπολήσει τα υπ' αυτού κατεχόμενα πλοία. Επειδή δ' ευλόγως υπέθετεν, ότι ξέναι παραστάσεις ήθελον κάλλιον επιδράσει, διεβίβασε την αυτήν ταύτην δήλωσιν προς τους Ρώσους διά του κυβερνήτου του γαλλικού βρικίου «Le Grénadier». Η φοβερά εκείνη απειλή εφάνη το κατ' αρχάς προξενήσασα εντύπωσίν τινα τω Ρίκορδ, όστις απήντησε δι' αγαθών λόγων και διεβεβαίωσεν ότι ήθελεν αναμείνει την άφιξιν των συναδέλφων αυτού. Μετ' ολίγον όμως έλαβε διά ταχυδρόμου, σταλέντος διά ξηράς, την είδησιν των μεταξύ Καποδιστρίου και των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων εκκρεμών διαπραγματεύσεων, δι' ών επηγγέλλετο τοις επαναστάταις αμνηστία και η ποθητή εθνική συνέλευσις.

Εν τούτοις εν τω μεταξύ λαμβάνει επιστολήν του Κυβερνήτου λέγουσαν τάδε: «Φρονώ, ότι η υμετέρα ενεργητικότης θέλει έχει σωτήρια αποτελέσματα, καθότι οι Υδραίοι ναύται θέλουσι καταλείψει τα πάντα, άμα ως αισθανθώσιν έλλειψιν τροφών και χρημάτων, στενοχωρούμενοι μάλιστα υπό του κατέχοντος την πόλιν στρατού. Ο Μιαούλης μένει τότε μόνος μετ' ολίγων αξιωματικών. Τι μένει πλέον εις αυτούς να πράξωσι; Δυνατόν να ευρίσκωνται ήδη νυν εις τοιαύτην θέσιν. Δεν έχω λόγους, κύριε ναύαρχε, όπως εκφράσω υμίν τι θέλει σας οφείλει η Ελλάς. Μη συγχύσητε, προς Θεού, την χώραν ταύτην και την σπείραν εκείνην των ουτιδανών και αφρόνων, οίτινες ουδεμίαν έχουσιν ιδέαν περί εκπληρώσεως καθήκοντος». Η επιστολή αύτη ήρκεσε να εξεγείρη τον Ρίκορδ, όστις απεφάσισε να δοθή οριστικός τις κτύπος, προ της αφίξεως των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων. Μετά πολλής δε περισκέψεως διέθεσεν ούτος τα της προσβολής: Τα τηλεβόλα εδέσποζον της πόλεως και της εισόδου του στενού, επομένως και του εγγυτάτου συνδέσμου προς την Ύδραν. Το φρούριον _Άιδεκ_, εκκενωθέν υπό της ασθενούς υδραϊκής φρουράς, κατελήφθη υπό των στρατευμάτων του Κυβερνήτου. Η κορβέττα «_Σπέτσαι_» και υδραϊκόν τι βρίκιον ηγκυροβολημένον εν τω προ του Μοναστηρίου όρμω είχον υποκύψει, ως είδομεν, εις την υπέροχον ρωσικήν δύναμιν (79)· απόσπασμά τι δε τακτικού στρατού προυχώρησε την πρωίαν της 1 Αυγούστου προς τον Πόρον, όπως προστατεύση συνάμα την πόλιν κατά της λύσσης των ατάκτων, διότι οι κάτοικοι του Πόρου είχον λίαν χαλαρωθή και προύτειναν συνθηκολογίαν. Του Ρίκορδ ούτω παρεσκευασμένου, ο Μιαούλης είχε μόνον περί τους τριάκοντα μόλις ναύτας επί της «_Ελλάδος_», τάδε λοιπά αυτού πλοία ασθενέστατα πληρώματα. Ανεμένετο όμως από ώρας εις ώραν η άφιξις των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων και των στόλων αυτών. Εν τούτοις, ούτως έχων ο Μιαούλης, ανεκοίνωσε προς τον Ρώσον ναύαρχον και προς τον προ μικρού αφικόμενον εις τον λιμένα μετά του πολεμικού βρικίου Γάλλον πλοίαρχον _Λεβαγιάν_, ότι απόφασιν είχε να επιχειρήση τα έσχατα.

Είχεν ελπίσει πεποιθότως, ότι ο Ρίκορδ ήθελεν αναμείνει την επάνοδον του Λαλάνδ και του Λάιονς, ότε η επίθεσις των ρώσων κατά του όρμου της Μονής εξήγειρεν αυτόν από της ησυχίας. Διά της ησκημένης οξυδερκείας του εν ναυμαχίαις πεπειραμένου ανδρός κατανόησε πάραυτα, ότι τα πλοία του Ρίκορδ εκινούντο προς κατάληψιν καιρίων θέσεων, όθεν να δύνανται, αβλαβή αυτά, να προσβάλωσι διά του πυρός τον Ελληνικόν στόλον. Ήτο 9 1)2 ώρα, ο δε Ρίκορδ είχε δώσει ακριβώς την διαταγήν εις προχώρησιν, και προσεπάθει να καταλάβη διά των πλοίων αυτού νέαν εγγυτέραν θέσιν, ότε φοβερά έκρηξις ανήγγειλεν, ότι ο Μιαούλης εξετέλεσε την απειλήν αυτού. Δευτέρα έκρηξις επηκολούθησε, σχεδόν αμέσως. Η φρεγάτα «_Ελλάς_» και η κορβέττα «_Ύδρα_» είχον ανατιναχθή εις τον αέρα. Ότε δε τα πυκνά νέφη του καπνού, άτινα είχον περιβάλει τον Ελληνικόν στόλον, διελύθησαν, εφάνησαν επιπλέοντα των υδάτων τα συντρίμματα της λαμπράς «_Ελλάδος_» και της πρώην λείας αυτής «_Ύδρας_.» Ο Έλλην ναύαρχος είχε ριφθή, αμέσως προ του γεγονότος, εντός λέμβου τινός μετά των περί αυτόν, και διαφυγών ως εκ θαύματος την από των ρώσων βροχήν σφαιρών, εσώθη εις Ύδραν. Μόλις μετά πολλού κόπου κατωρθώθη να διασωθή εκ των καταστρεπτικών φλογών ο μέχρι τούδε σωζόμενος ναύσταθμος και μέρος τι των επιλοίπων πλοίων καθότι πανταχού είχον θέσει πυρ οι επιδέξιοι της Ύδρας πυρποληταί. Εν κινδύνω δε ζωής κατωρθώθη να αποκοπώσι και σβεσθώσιν εγκαίρως τα καίοντα εναύσματα.

«_Το γεγονός τούτο, ην λιπηρότατον διά την Ελλάδα, ηδύνατο δε να θεωρηθή ως αντίρροπον της εν Ναβαρίνω καταστροφής_,» λέγει έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, της 14)26 Αυγούστου 1831. Δι' αυτού κατεστράφησαν δύο λαμπρά πλοία διά πολλών κόπων αγορασθέντα εν Αμερική και τοσούτον χρησιμεύσαντα κατά τον αγώνα.

Προσέβαλεν αληθώς καιριώτατα η πυρπόλησις του στόλου το νέον Ελληνικόν Κράτος, και κατέστρεψε διά μιας την βαρυτίμως εξαγορασθείσαν ανάπτυξιν του πολεμικού ναυτικού· και είνε βεβαίως αξιοθρήνητος η τύφλωσις εκείνη, ήτις οπλίζει το φατριαστικόν πάθος εις ζημίαν του κοινού καλού, και εγχειρίζει αυτή προς τούτο τον δαυλόν της καταστροφής. Ευτυχώς εσχάτως ο εν Πόρω μοίραρχος της εκπαιδευτικής ναυτικής μοίρας ανήγγειλε προς το υπουργείον των Ναυτικών, ότι ο δύτης _Γεώργιος Τρασάνης_ αιτείται την άδειαν να ανελκύση άνευ αποζημιώσεως από μέρους του δημοσίου ταμείου την ιστορικήν φρεγάταν «_Ελλάδα_», ήτις κατασκευασθείσα, ως είπομεν, εν Αμερική εκ των χρημάτων του εθνικού δανείου του 1824 και μέγα κατά τον αγώνα διαδραματίσασα πρόσωπον, τοιούτον επέπρωτο να έχη τέλος. Ο ρηθείς δύτης κατελθών εις το βάθος της θαλάσσης ανεύρε την _φρεγάταν_, εξ ής υπολείπεται το κάτω μέρος του σκάφους φαίνεται δε εν αυτώ το έρμα και το σκάφος κεκλιμένον προς αριστερά, βεβυθισμένον δε εν τη ιλύι. Ευχής έργον θα ήτο αν ανειλκύετο η φρεγάτα αυτή, ής τα εσκωριασμένα λείψανα εν τω μουσείω της _Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος_ κατατιθέμενα να εγείρωσι τον ενθουσιασμόν άμα και την λύπην επί τη επελθούση συμφορά και χρησιμεύωσιν ούτως ως παράδειγμα τοις επιγιγνομένοις.

Την 2)14 Αυγούστου επήλθε ζωηρά ανταπόκρισις μεταξύ των _συναδέλφων_. Ο Λαλάνδ και ο Λάιονς προσεπάθησαν να αποτρέψωσι τον ναύαρχον Ρίκορδ της χρήσεως βίας κατά των Υδραίων, και απήτησαν ανακοίνωσιν των προς αυτόν διαταγών αφού, παρά την δήλωσιν του Κυβερνήτου, είχε προβή εις εχθροπραξίας προς στασιώτας και απεμονώθη από της συμμαχίας. Ο Ρίκορδ εδικαιολογήθη, λέγων ότι απέτρεψε μόνον την προσβολήν ελληνικών πλοίων, αλλ' οι δύο κυβερνήται απήντησαν, ότι η διά του πλοίου αυτού μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων υπήρξεν αφορμή της επελθούσας καταστροφής, και παρετήρησαν ότι αι πρώται εχθροπραξίαι εγένοντο υπό των Ρώσων. Ο Κυβερνήτης όμως ενόμισεν αναγκαίον να ανακοινώση προς τον Ρίκορδ προς καθησύχασιν αυτού τα εξής: «_Δύναμαι να σας αποδείξω δι' επισήμων εγγράφων το εναντίον εκείνον, όπερ δυσηρέστησεν υμάς εν ταις επιστολαίς των υμετέρων συναδέλφων_».

Εν τούτοις, τα μετά την εν Πόρω κρίσιν επελθόντα κατά την ξηράν συμβεβηκότα κατέδειξαν, ότι ουδέν πλέον εδυσώπει ή περιέστελλε τον Κυβερνήτην. Το υπό τον Νικήταν και Καλλέργην σώμα της κατοχής, όπερ συνεπεία συνθηκολογίας της 31 Ιουλίου είχεν εισέλθει εις την πόλιν του Πόρου, εφέρετο προς αυτήν ως κατακτηθείσαν πόλιν. Οι ατυχείς του Πόρου κάτοικοι απέτινον αναγκαίως την οργήν των Καποδιστριακών επί τω εγκλήματι του Μιαούλη. Αι αρχαί ουδέν έπραττον προς περιστολήν των ακολασιών, αίτινες διεπράττοντο κατά τε των πραγμάτων και προσώπων. Πυρ και σίδηρος ελυμαίνοντο την πόλιν εκείνην, ήτις προ 24 ωρών είχεν υποταγή εκουσίως, και ής οι πράγματι ένοχοι κάτοικοι είχον προ καιρού καταφύγει εις Ύδραν. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων αξιωματικοί και στρατιώται επανέκαμψαν εις Άργος και Ναύπλιον.

Οι ξένοι μόνοι, όσοι διετέλουν έτι εν ελληνική υπηρεσία, δεν συνεμερίσθησαν τας διαθέσεις ταύτας. Οι Γάλλοι ειθισμένοι ανέκαθεν να συγκιρνώσι, δι' ελευθέρας εκφράσεως του πολιτικού αυτών φρονήματος, τον ζυγόν όν είτε υφίστανται ή και επιβάλλουσι πολλάκις έν τε τη πατρίδι αυτών και επί ξένης, εξέφραζον απροκαλύπτως την αγανάκτησιν αυτών, ο δε στρατηγός _Ζεράρ_ εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν, εν ή δριμύτατα κατεμέμφετο τοις μετασχούσι της λεηλασίας στρατιώταις. Ούτω μετά της εν Πόρω κρίσεως εξερράγη εις εκφανή εχθρότητα η επικρατούσα τέως ψυχρότης μεταξύ του Κυβερνήτου και των Γάλλων. Η θέσις αυτών είχεν ήδη καταστή δυσχερής και δυσφόρητος, έμενον δε εισέτι, όπως αποτρέψωσι την εντελή διάλυσιν του τακτικού σώματος, ήτις ην άφευκτος μετά την αναχωρήσιν αυτών. Ο Καποδίστριας θεωρείτο πλέον υπό των αντιπρέσβεων Αγγλίας και Γαλλίας ως φατριαστής μόνον και ως ρωσίζων.

Διά τούτο αντέστησαν ούτοι ζωηρότατα, ότε ο ναύαρχος Ρίκορδ, συμμορφούμενος προς την επιθυμίαν του Καποδιστρίου, παρεσκευάσθη να αποκλείση την στασιάσασαν Ύδραν. Επειδή δε τα ρωσικά πολεμικά βρίκια ήρξαντο περιπλέοντα προ της νήσου, και ηπείλουν να βυθίσωσι παν πλοίον αποπειρώμενον να εξέλθη του λιμένος, απέστειλαν εκείσε πολεμικά πλοία ο τε Λαλάνδ και ο Λάιονς, όπως παρακωλύσωσι την έκρηξιν εχθροπραξιών. Ούτως η συγκεκαλυμμένη διάστασις μεταξύ των τριών προστατίδων Δυνάμεων απεκαλύφθη εντελώς, οι δε επαναστάται ηδύναντο πλέον απροκαλύπτως του λοιπού να επικαλεσθώσι την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Δεν προύκειτο πλέον περί στάσεως κατά της καθεστηκυίας αρχής, αλλά περί απαλλαγής από ξένης επιδράσεως, ως έλεγον.

Μεταξύ Ρίκορδ και των Υδραίων είχε συμβή προ μικρού εν Σύρω όμοιόν τι προς τα του Πόρου, τούτο δε εξηρέθισε το αίμα του Κυβερνήτου. Ο Ρώσος κυβερνήτης ηθέλησε να συλλάβη διά της βίας εν τω λιμένι της νήσου εκείνης ιδιόκτητόν τι βρίκιον του Μιαούλη. Αλλ' ο πλοίαρχος εδήλωσεν αυτώ, ότι συμφώνως προς τας οδηγίας του Μιαούλη ήθελε καύσει μάλλον ή παραδώσει το πλοίον. Εμεσίτευσε τότε ο Αυστριακός πρόξενος παρά τω Ρίκορδ, όπως αποτρέψη της Σύρου τας συνεπείας εμπρησμού, δυναμένου να εκταθή επί την πόλιν και τας αποθήκας, και κατώρθωσε να ακουσθεί η παράκλησις αυτού, εγγυηθείσης της κοινότητος της Σύρου, ότι το βρίκιον δεν ήθελεν επιχειρήσει τι κατά της ρωσικής σημαίας. Από της στιγμής εκείνης παράτησαν τα ελληνικά πλοία την ρωσικήν σημαίαν και ανέλαβον την τρίχρουν γαλλικήν. «Οι Ρώσοι μετέλαβον του μίσους, όπερ ησθάνθη ολόκληρον το ελληνικόν έθνος κατά του Κυβερνήτου Καποδιστρίου· μετέσχον δ' αυτού επίσης και τα περί αυτόν πρόσωπα, άτινα χωρίς τινος λόγου προσωπικού συμφέροντος διέμενον έτι εν υπηρεσία της κυβερνήσεως», κατά τινα έκθεσιν εξ Αθηνών και εκ Σύρου. Ο Καποδίστριας ως δεινός διπλωμάτης ιδών την διάστασιν των κυβερνητών των ευεργετίδων Δυνάμεων και επιθυμών να λυθή υπό ανωτέρου κριτηρίου η προς μεγίστην αυτού δυσαρέσκειαν αναφυείσα διάστασις αύτη απηύθυνε, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1831, _υπόμνημά τι_ προς την εν Λονδίνω σύνοδον, παραπονούμενος ότι οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς δεν είχον ενεργήσει εκ συμφώνου μετά του ναυάρχου Ρίκορδ, _καίτοι πάντες κατέκριναν την διαγωγήν αυτού_. «Ο Κυβερνήτης — κατά τινα έκθεσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως — διέγραψεν επί τη ευκαιρία ταύτη φρικτήν της Ελλάδος την εικόνα· απήτησε δε να δοθή πέρας εις την περί του μέλλοντος της χώρας επικρατούσαν αοριστίαν, να ορισθώσιν ό,τι τάχιον τα όρια και ο ηγεμών αυτής, να σταλώσι δε όμοιαι οδηγίαι προς τους αντιπρέσβεις και τους κυβερνήτας των στόλων, και να χορηγηθή, απέναντι του υπό των Δυνάμεων εγγυηθέντος δανείου, χρηματική τις συνδρομή προς την προσωρινήν κυβέρνησιν, ής είχον εντελώς εξαντληθή τα ταμεία». Αλλά και τα παράπονα και η αίτησις βοηθείας απήχησαν άνευ τινός αποτελέσματος παρά τη εν Λονδίνω Συνόδω. Ούτω δε εν Ελλάδι, άμα ως το ελληνικόν ναυτικόν εκοσμήθη διά της γαλλικής σημαίας, οι δε αντιπρόσωποι των δυτικών Δυνάμεων ουδόλως απέκρυπτον πλέον την απροκάλυπτον αυτών συμπάθειαν υπέρ της αντιπολιτεύσεως, επήλθεν άμεσος η διαλυτική κρίσις της πολιτικής αποσυνθέσεως. Ο Καποδίστριας, κάλλιστα τα επερχόμενα οσφραινόμενος, κατενόησεν ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστροφής, και την στιγμήν ταύτην εξέλεξε προς εκτέλεσιν προφυλακτικού τινος πραξικοπήματος.

Μέχρι τούδε είχεν αναβάλει την σύγκλησιν της εθνικής συνελεύσεως προφασιζόμενος ότι ήτο ανάγκη να επέλθη πρότερον η απόφασις της εν Λονδίνω συνόδου, και να ανατεθή η περί πάντων κρίσις προς τον μέλλοντα ηγεμόνα, αλλά η παράτολμος του Μιαούλη πράξις διέλυσε πάσαν περιοριστικήν αυτού σκέψιν, και την δευτέραν ημέραν μετά την πυρπόλησιν του ελληνικού στόλου (2 Αυγούστου) εξέδωκε διάταγμα, δι' ού καθίστα γνωστόν, ότι αι περιστάσεις υπηγόρευον αυτώ να συγκαλέση ταχύτερον την συνέλευσιν, και ότι οι πληρεξούσιοι έπρεπε να συνέλθωσιν εν Άργει την 1)13 Σεπτεμβρίου. Η δ' εθνική συνέλευσις είχεν, ως είδομεν, αναβληθή τη 6 Αυγούστου 1829, υφίστατο δ' έτι νομίμως, και ο πρόεδρος Γ. Σισίνης υπέγραφε πάντοτε ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως. Επειδή όμως ο Καποδίστριας προέβλεπεν, ότι αυτοί εκείνοι οι πληρεξούσιοι, μεταβαλλομένων νυν των πραγμάτων, δεν θα ήσαν πλέον τοσούτον ευάγωγοι όσον πρότερον, απεφάσισε να ασκήση το κινδυνώδες εκείνο προνόμιον, όπερ επιτρέπει εις τον ηγεμόνα να διαλύη βουλήν δυσαρεστούσαν αυτώ, όπως η βέβαιος, ότι εν τη νέα συνόδω θέλει απαντήσει ολιγωτέραν ιδιότροπον αντίστασιν. Απεφάσισε δε να διαλύση σιωπηρώς την υφισταμένην συνέλευσιν διατάσσων νέας εκλογάς. «Οι εκλογικοί σύλλογοι, δύνανται ή να επικυρώσωσι τους πληρεξουσίους, οίτινες μετέσχον της εν Άργει συνελεύσεως του 1829, ή να εκλέξωσι νέους, όσους και όπως ο νόμος διατάσσει.»

Διέταξε δε συγχρόνως τον πρόσκαιρον επί της δικαιοσύνης γραμματέα _Μ. Σικελιανόν, όπως εξαιτήσηται, δήθεν οικεία βουλήσει υπέρ του Μιαούλη και των οπαδών αυτού επιείκειαν· αλλά συγχρόνως εν τη αυτή εκθέσει απήτει εξαιρετικόν δικαστήριον εκ πέντε γερουσιαστών και ενός εισαγγελέως των Εφετών όπως δικάση τους πρωταιτίους πάσης στάσεως, ταραχής και συνωμοσίας, τους την «_συνταγματικήν επιτροπείαν_» της Ύδρας αποτελούντας: _Γεώργιον Κουντουριώτην, Ανδρέαν Μιαούλην, Σαχίνην, Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον_ και _Αναστάσιον Πολυζωίδην_. Επειδή δε η κατακραυγή πάντοτ' εξηκολούθει κατά του κυρίου αιτίου της καταστροφής, του _Βιάρου_, και του υπερβολικόν υπέρ της κυβερνήσεως ζήλον επιδεικνυμένου _Γιαννετά_, ο Καποδίστριας, όπως καταπραΰνη την κοινήν γνώμην έπαυσεν αυτούς των θέσεων και διέταξε να καταλίπωσι το Ελληνικόν έδαφος. Αλλά ταύτα πάντα εγένοντο λίαν αργά· ο αγών έμελλε να διακριθή δι' αίματος· οι Υδραίοι εξωπλίσθησαν προς διάδοσιν της στάσεως· ο Τσάμης Καρατάσος ο αποτυχών, ως είρηται, εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι, επιβάς νυν υδραϊκού πλοίου έπλεεν εις Πελοπόννησον, όπως εξεγείρη εκεί τα πνεύματα κατά του Κυβερνήτου, όστις στερούμενος στόλου ελληνικού, ανέβηκε τω Ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ την καταπολέμησιν της επιτεινομένης επαναστάσεως.

Ο Ρίκορδ περιπλέων τα παράλια της Πελοποννήσου, εν τω κόλπω της Κορώνης ηνάγκασεν Υδραίους επιβαίνοντας τριών πλοίων προς εξέγερσιν των Μανιατών, ίνα, πυρπολήσαντες τα εαυτών πλοία, αποβώσιν εις Αλμυρόν.

Πανταχόθεν απειλούμενος ο Καποδίστριας οτέ μεν μετεχειρίζετο βίαν, οτέ δε την αλωπεκήν. Επήλθεν η κυρία ημέρα συγκλήσεως των πληρεξουσίων, η 1 Σεπτεμβρίου, και παρήλθεν· αλλ' ο Καποδίστριας υπό παντοίας προφάσεις ανέβαλλε την έναρξιν των εργασιών· η αναβολή εξηρέθιζε τον λαόν. Καθήρεσε _Βασίλην_ τινά αξιωματικόν του τακτικού στρατού, όστις ομνύων δεύτερον υπό του Κυβερνήτου επιβαλλόμενον όρκον εξείπε φράσεις προσβλητικάς κατ' εκείνου· αλλ' ο καθαιρεθείς μεταβάς εις Ύδραν εξήγειρε, καθ' εκάστην, θύελλαν κατά του Κυβερνήτου· Ημέρα τη ημέρα οι υπάλληλοι εκ μωρίας ή υπερβολικού ένεκα ζήλου εκίνουν την χολήν κατά του Καποδιστρίου, όν ήθελον καταστήσωσιν αγαπητόν παρά τω λαώ. Τα πνεύματα ήσαν εις άκρον εξεγηγερμένα κατά του Κυβερνήτου· παντοίαι διαδόσεις αληθείς και ψευδείς υπέθαλπον παρά τω λαώ κρυφίαν τινά ταραχήν και φόβον περί του μέλλοντος της πατρίδος· ότε μεν παρίστατο υπό των αντιπολιτευομένων ο Καποδίστριας ως _Ρώσος τοποτηρητής_, όστις ητοίμαζε τη Ρωσία την υποταγήν της Ελλάδος, ότε δε διεδίδετο τη ενεργεία, ως εικός, των Άγγλων και Γάλλων, ότι ο Καποδίστριας ως κωλύων την ανάρρησιν Βασιλέως της Ελλάδος εκώλυε συγχρόνως και την ευδαιμονίαν του έθνους.

Είχεν ήδη μάλιστα συλληφθή η ιδέα του «_φόνου του τυράννου_». Ο _Πρόκες — Όστεν_ μάλιστα γράφει, ότι «έρανος προς μίσθωσιν δολοφόνων περιεφέρετο σχεδόν αναφανδόν, και ότι ο μεν Μαυροκορδάτος ηνείχετο, ο δε Ζωγράφος και υπεστήριζεν αυτόν . . . . Ο δε ανίκανος Υψηλάντης είχεν αποσυρθή εις Άργος, και τοιούτον υπεδύθη ήθος, ώστε οι συνωμόται απήτησαν παρ' αυτού συνδρομήν προς εκτέλεσιν αποτροπαίου σχεδίου. — Ουχί! απήντησεν ούτος τότε. _Ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος και η τυραννοκτονία δεν είναι αρετή. Αν δε ήτο τοιαύτη, δεν θα εμίσθουν δολοφόνους, αλλά θα εξετέλουν μόνος την πράξιν_» (80).

Ο εν Παρισίοις μάλιστα Έλλην λόγιος Μηνάς Μινωίδης (81), εκήρυξεν ήδη ότι, ότε εξελέγη ο Καποδίστριας κυβερνήτης, κατ' Απρίλιον του 1828, επί εις Παρισίους αφίξει του Νικολάου Υψηλάντου, εσχηματίσθη _μυστική τις εταιρία του Ηρακλέους_, ής ο Κυβερνήτης μόλις ημέρας τινάς προ της δολοφονίας έσχε γνώσιν, ής ο σκοπός ην η διά παντός μέσου δολοφονία του Καποδιστρίου. Ημείς όμως εις ταύτα ουδαμώς πιστεύοντες καθώς και εις το άλλο το υπό του μέλους της αυτής εταιρίας (του Ηρακλέους) _Παναγιώτη Καλεβρά_ αναφερόμενον εν τω βιβλίω αυτού: «_Πολιτικός Βίος του αοιδίμου Ιωάννου Καποδιστρίου κυβερνήτου της Ελλάδος_». Αθήναι 1873, ότι αντί 25,000 γροσίων, υποσχεθέντων τω υπηρέτη του Κυβερνήτου _Νικολέτω_ να δηλητηριάση αυτόν διά του καφέ, θεωρούμεν την δολοφονίαν έργον κατ' εξοχήν ιδιωτικόν και προϊόν εκδικήσεως της γενναίας μεν, αλλά τοσαύτας προσβολάς υποστάσης παρά του Κυβερνήτου οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων, ζητούντων διά του Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη να εκπλύνωσι, κατά τα έθιμα της πατρίδος αυτών ανυποτάκτου Μάνης, ιδιωτικάς όλως προσβολάς, ως λέγει και έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως της 13)25 Οκτωβρίου 1831: «Καίτοι, ο φόνος υπήρξεν αποτέλεσμα ιδιωτικής εκδικήσεως της εχθρικώς πάντοτε κατά του Κυβερνήτου διακειμένης οικογενείας των Μαυρομιχαλών, δεν δύναται τις όμως να μη καταλογίση επίσης το έγκλημα τούτο εις την αγρίαν των πνευμάτων έξαψιν, ήτις είχεν έτι μάλλον κορυφωθή διά της επεμβάσεως ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εν Πόρω και Μεσσηνία. Μέρος όμως του αξιοθρηνήτου τέλους του Κυβερνήτου πρέπει να αποδοθή εις την από μακρού παντελή αυτού εγκατάλειψιν υπό της Αγγλίας και Γαλλίας, όπως επίσης και εις τας εμψυχώσεις, άς παρείχεν εις τους αντιπάλους του Κυβερνήτου η την επανάστασιν διευθύνουσα παρισινή επιτροπή».

Και όντως ο Καποδίστριας είχε βαθμηδόν περιέλθει εις εχθρικάς σχέσεις προς την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών, ής ό αρχηγός Πετρόμπεης κατείχε σπουδαίαν μοναρχικήν σχεδόν θέσιν, παρά τοις πολεμικοίς Μανιάταις και ωνομάζετο υπό του λαού «_βασιλεύς της Μάνης_». Ωραίος και μεγαλοπρεπής ανήρ πράος το φρόνημα, είχε παραγκωνισθή εντελώς ο Μανιάτης μπέης κατά την διάρκειαν του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου, απέναντι των άλλων οπλαρχηγών, οίτινες, ως ο Κολοκοτρώνης, διετυμπάνιζον και επέβαλλον ούτω διά της μεγαλαυχίας την αξίαν αυτών. Εννοείται όμως, ότι δεν ελησμόνησε τούτου ένεκεν ο _Πετρόμπεης_ τας παραδόσεις της φυλής αυτού και την κλέφτικην αυτού φύσιν, ούτε της χρηματικής ωφελείας ημέλησεν, ούτε υστέρησε των άλλων, αρπαγής προκειμένης και λείας.

Αδιακόπως είχεν ανάγκην χρημάτων· ηγάπα δε το χρήμα διότι κατεσπατάλα αυτό και ήτο, ως επεκάλει αυτόν ο Καποδίστριας, _αιώνιος απαιτητής_. Μετρητά διέρρεον εν μια στιγμή εκ των χειρών αυτού, διότι κατ' ανάγκην, επιβαλλομένην υπό της πατρογονικής αυτού αλαζονείας, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς, διένεμεν ηγεμονικά δώρα προς πάντας τους οπαδούς αυτού, εξεπροσώπει αυτούς διά λαμπράς εξωτερικής επιδείξεως, και επεθύμει να εξαλείψη πάσαν ει δυνατόν της Μάνης την πτωχείαν. Πλην τούτου εκόμπαζεν επί τη μικρότητι και τη καλλονή της χειρός αυτού, άτινα εθεώρει ως σημεία αρχαίου γένους. Σπάνιοι μόνον εκ των κορυφαίων του Ελληνικού αγώνος, οίος ο Μάρκος Βότσαρης και ο Καραϊσκάκης, είχον προθύμως και μετά χαράς θυσιάσει πάντα τα ίδια εαυτών συμφέροντα υπέρ του κοινού καλού. Είχον μεν αληθώς οι στρατιωτικοί αρχηγοί της Πελοποννήσου διακινδυνεύσει γενναίως την περιουσίαν αυτών, αλλ' εμφύτως όμως πάντοτε υπολογίζοντες, ότι η θυσία αυτών δεν ήθελεν απομείνει άνευ αμοιβής, και ότι το κράτος των τούρκων πασάδων ήθελε διαδεχθή μικρά και συνεχής διοίκησις πασάδων Ελλήνων. Και αν δε τις αποδεχθή, ότι μανιάτης Μπέης ηδύνατο να παραιτήση το ίδιον εαυτού αξίωμα, απέναντι μεγάλου και καθαρώς εγνωσμένου σκοπού, ουδεμία όμως ήτο δεκτή προσδοκία, ότι ήθελεν αποβάλει τον βαθέως ερριζωμένον αυτού εγωισμόν χάριν του Κυβερνήτου, και προς όφελος κυβερνήσεως, ής καθ' εκάστην ετίθετο εν αμφιβόλω η εθνική ενέργεια, ήτις εθεωρείτο ως ηγορασμένη υπό της Ρωσίας, και ήν επολέμουν τοιούτοι ακριβώς άνδρες, οποίοι είχον θεωρηθή πάντοτε υπό των απαιδεύτων παλληκαρίων ως τα πρότυπα ευρωπαϊκής μορφώσεως και σοφίας. Εις ταύτα δε προσετέθη και η φυσική αποστροφή του εν μάχαις δεδοκιμασμένου και ήκιστα την εν ειρήνη ικανότητα εννοούντος πολεμιστού, προς άρχοντα ουδέποτε εν πυρίτιδι δοκιμασθέντα. Οι Μαυρομιχάλαι είχον χύσει το αίμα αυτών υπέρ της πατρίδος, εννέα δε και τεσσαράκοντα του γένους αυτού είχεν ίδει πίπτοντας ο _Μπέης_ εν τω προς τους Τούρκους πολέμω. Τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Κυριακούλη και του Ηλία Μαυρομιχάλη απολαύουσιν έτι εντίμου μνήμης παρά τω ελληνικώ λαώ.