Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 27

Chapter 2756 wordsPublic domain

Αφειδώς μετεχειρίσθη παρακλήσεις και απειλάς ο Καποδίστριας, όπως στερήση τον «_Απόλλωνα_» της προστασίας των νησιωτών. Επίτροπος της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας και Ύδραν και υπέβαλε προς τους δημογέροντας τον τύπον αναφοράς, δι' ής παρεκάλουν ούτοι την κυβέρνησιν να απομακρύνη της νήσου το σκάνδαλον, όπερ κατήσχυνε τας κοινότητας αυτών, απαλλάττουσα αυτάς του «_Απόλλωνος_». Αλλ' οι νησιώται έμειναν κωφοί προς τας παρακλήσεις του Κυβερνήτου, οι Υδραίοι δε μάλιστα διέταξαν την ημέρας και νυκτός ένοπλον φρούρησιν του τυπογραφείου του Α. Πολυζωίδου, εν ώ εξετυπούτο ο «_Απόλλων_» , προς αποτροπήν βιαίας τινός από της Στερεάς επιθέσεως. Η βιαιότης της γλώσσης του «_Απόλλωνος_» ηύξησε μετά του απειλούντος αυτόν κινδύνου, η χειρίστη δ' αυτού μομφή κατά του Κυβερνήτου ήν ο φόβος αυτού προς την κοινήν γνώμην. «Ο ελεύθερος τύπος, επανελάμβανεν αδιακόπως υπό διαφόρους φράσεις το αντιπολιτευόμενον φύλλον, υπήρξε πάντοτε η αιωνία πέτρα του σκανδάλου διά τους αυθαιρέτους δεσπότας.»

Αλλά πλην των εφημερίδων οι αντιπολιτευόμενοι, θρασύτεροι γενόμενοι, ήρξαντο γράφοντες και αναφοράς, άς υπερεπλήρουν διά πλαστών υπογραφών, εν αίς εξετίθετο η αντεθνική δήθεν πολιτική του Κυβερνήτου. Τούτο δ' έχων υπ' όψει: «_Ας κατασκευάζωνται_, έγραφεν ο Καποδίστριας προς τον πρίγκηπα Σούτσον εις Παρισίους, _αναφοραί εν Ύδρα και άλλοις δήμοις του Αιγαίου, εκ Πελοποννήσου αφ' ετέρου και εκ της Στερεάς δεν παύει ο λαός γράφων προς εμέ τα αντίθετα. Επί του παρόντος έχομεν έτι μόνον εμφύλιον πόλεμον διά του καλάμου· αλλοίμονον αν καταντήση ούτος εις πυροβολισμούς!_»

Οι φόβοι ούτοι εφάνησαν ταχέως δικαιολογούμενοι υπό των γεγονότων. Η κατά το Αιγαίον στασιαστική κίνησις, ιδίως της Σύρου, ελάμβανεν οσημέραι σοβαρωτέραν μορφήν. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, όστις είχε τέως διαμείνει εν τω βάθει της σκηνής και συνεδαύλιζε μόνον εκ Τήνου, ένθα είχε καταφύγει, την φλόγα, ήλθεν εις Ύδραν, ο επίτροπος της κυβερνήσεως έφυγεν εκείθεν, και οι τω Κυβερνήτη αφωσιωμένοι δημοτικοί σύμβουλοι εδιώχθησαν. Επταμελής _συνταγματική επιτροπή_, αποτελουμένη, ως είπομεν, εκ των: Κουντουριώτου, Μιαούλη, Β. Βουδούρη, Μ. Τομπάζη, Δ. Βούλγαρη, Α. Κριεζή και Ν. Οικονόμου, ανέλαβεν, ως ηγγέλλετο την διοίκησιν της νήσου, και διέκοψε πάσαν σχέσιν προς την καθεστηκυίαν κυβέρνησιν. Το παράδειγμα της Ύδρας παρηκολούθησαν, εντός ολίγου, και άλλαι νήσοι του Αιγαίου. Ο σκληρότερος όμως κατά του Κυβερνήτου κτύπος ην η αποστασία της Σύρου, ής η δυσαρέσκεια οσημέραι αύξουσα από των τελευταίων ταραχών, εκορυφώθη νυν μετά το δοθέν παράδειγμα της Ύδρας εις εκφανή στάσιν. Τα τελωνεία Σύρου είχον τέως αποτελέσει τον κυριώτατον οικονομικόν πόρον της κυβερνήσεως. Διότι επί της Στερεάς δεν εισεπράττοντο οι φόροι τόσον τακτικώς ως επί των νήσων. «_Η δυσάρεστος συνέπεια πάντων των σκευωρημάτων_, έγραφεν ο Κυβερνήτης, _είναι η εξής: αι υπό των δήθεν πατριωτών υποκινούμεναι ταραχαί παρέχουσιν εις τους ενοικιαστάς την πρόφασιν να αναβάλωσι την εις το δημόσιον πληρωμήν· οι φορολογούμενοι αφ' ετέρου ουδεμιάς αμελούσιν ευκαιρίας, όπως υστερώσι της καταβολής των οφειλομένων. Εκ τούτου εννοείτε την αξιοθρήνητον θέσιν μου_».

Κατά την εποχήν ταύτην ο Καποδίστριας, εις απελπισίαν περιελθών ένεκα της καθυστερήσεως των αναγκαιοτάτων χρηματικών πόρων, κατέφυγεν εις το έσχατον μέτρον κυβερνήσεως παλαιούσης προς την χρεωκοπίαν· έπλασε νέους φόρους, μη πληρωνομένων των παλαιών· διέταξε κατ' απομίμησιν του παρά πάσι τοις πεπολιτισμένοις έθνεσιν υπάρχοντος τέλους χαρτοσήμου, την πληρωμήν τοιούτου φόρου παρά παντός τίτλου ιδιοκτησίας, παντός συμβολαίου εκμισθώσεως και πάσης υπό της κυβερνήσεως διδομένης αδείας· ανεβίβασε τους τελωνειακούς δασμούς, τον μεν της εξαγωγής εις 8, τον δε της εισαγωγής εις 10 ο)ο, επί προφάσει ανακουφίσεως των εκ Κρήτης δυστυχών μεταναστών· εψήφισε δε τέλος την έκδοσιν 3,000,000 φοινίκων ατόκου χαρτονομίσματος.

Τω ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ τοσούτον κρίσιμος εφαίνετο η των πραγμάτων κατάστασις, ώστε έγραφε κατ' Ιούλιον του 1831 τον Νέσσελροδ: «Τα συμβάντα επέρχονται ενταύθα ουχί της ισχύος των πεποιθήσεων, αλλά διά της δυνάμεως των ταπεινοτάτων ορμών. Πας ο μετασχών της υπερασπίσεως της πατρίδος, ζητεί νυν αποζημιώσεις και δώρα, και ζητεί αυτά ανώτερα των εν τω πολέμω ζημιών αυτού. Πάντες λησμονούσι την πτωχείαν του δημοσίου ταμείου και την αρχήν, ότι οι ικανώτατοι πρέπει να καταλάβωσι τας καλλίστας των θέσεων. Τούτου ένεκα έχει τοσούτους εχθρούς η κυβέρνησις. Οι αντιπρέσβεις Αγγλίας και Γαλλίας κατακρίνουσι μεν εν τω φανερώ την αντιπολίτευσιν, αλλ' εν τω κρυπτώ δεν παύουσιν υποστηρίζοντες αυτήν, και συνδαυλίζουσιν ούτω το πυρ, εξ ού γενική κινδυνεύει να προέλθη και καταστρεπτική πυρκαϊά».

Η αμηχανία του Κυβερνήτου ταυτοχρόνως τοσούτον είχε κορυφωθή, ώστε ησθάνθη την ανάγκην να ενδώση, κατά τι, εις τας απαιτήσεις των πολεμίων, αφού μάλιστα η αντιπολίτευσις είχεν ισχυρόν έρεισμα τους αντιπρέσβεις των δυτικών Δυνάμεων, οίτινες προβαλλόμενοι ως ασπίδα τας ταπεινοτάτας ορμάς Ελλήνων σπουδαρχών υπό τον τύπον ευλόγων δικαίων, τας ανάγκας των αληθώς την πατρίδα κατά την επανάστασιν ευεργετησάντων, τους πτωχούς τους οπωσδήποτε πάσχοντας, τους πολιτικής επικουρίας επιδεομένους και πάντας εν γένει τους ένεκα τούτου ή εκείνου του λόγου αφορμάς κατά της κυβερνήσεως έχοντας, κατεπενέβαινον τοις των Ελλήνων πράγμασιν επί ιδίοις τέλεσιν, οι μεν ως συμπολιτευόμενοι, εν οίς πρώτιστοι οι Ρώσοι οι δε ως αντιπολιτευόμενοι, εν οίς οι Άγγλοι και Γάλλοι. Τη παρακινήσει των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων ήλθον περί τας αρχάς Ιουλίου, πέντε προύχοντες της Ύδρας εις Ναύπλιον, όπως συνεννοηθώσι μετά της Κυβερνήσεως. Επανέλαβον την περί εθνοσυνελεύσεως και συντάγματος απαίτησιν, ήν πλείσται πόλεις, εν αίς και αι Αθήναι, τοσούτον ενεργώς είχον ασπασθή. Αλλ' ο Κυβερνήτης ηρνήθη να δεχθή αυτούς και να συνομιλήση μετ' αυτών προσωπικώς, εδέησε δε να γείνωσιν αι διαπραγματεύσεις τη μεσιτεία των αντιπρέσβεων. Ο Καποδίστριας εθεώρει τους Υδραίους ως απλούς αποστάτας, και μεγάλως εδυσχέραινεν, ότι των Δυνάμεων αντιπρόσωποι συγκατέβαινον εις προσωπικήν προς αυτούς κοινωνίαν. Ούτω δε κατεδείκνυε την αγανάκτησιν αυτού, γράφων προς τον Σούτσον:

»Αι απαιτήσεις, άς οι κύριοι αντιπρέσβεις έσχον την υπομονήν να ακούσωσι παρά των Υδραίων εν τη μετ' αυτών συνεντεύξει, χαρακτηρίζουσιν εντελώς τα τε πρόσωπα και πράγματα. Δεν δύναμαι να ελπίσω, ότι η ημιεπίσημος ανάμιξις των κυρίων αντιπρέσβεων εις τα της Ύδρας θέλει φέρει ευχάριστόν τι αποτέλεσμα.» Ουχ ήττον δεν κατώρθωσεν ο Καποδίστριας να αντιστή εκφανώς εις την γενικήν συνταγματικήν πίεσιν. Απεφάσισε να ορίση κατ' Οκτώβριον 1831 την έναρξιν της Εθνοσυνελεύσεως, υπό τον όρον: «_αν μέχρις Οκτωβρίου δεν μετέβαλλε την κατάστασιν των πραγμάτων η εν Λονδίνω σύνοδος._»

Συνάμα δ' επέμεινε προφορικώς ο έμφρων ηγεμών, απέναντι των συνταγματικών ορέξεων των νησιωτών, εις το αξίωμα, ότι δεν είχε το δικαίωμα να διαθέση το μέλλον της Ελλάδος, και ότι μόνος ο μέλλων Βασιλεύς ηδύνατο να αποφασίση περί της σκοπιμότητος συνταγματικού πολιτεύματος. Οι Υδραίοι επανέκαμψαν άπρακτοι· αλλ' ο Κυβερνήτης διήνοιξε τους οφθαλμούς αυτών, και αι ψευδείς παραχωρήσεις κατέστησαν οξείαν την κρίσιν. Η μερίς της αντιπολιτεύσεως ήρξατο παρασκευαζομένη εις συγκρότησιν ιδίας εθνικής συνελεύσεως εν Ύδρα. Και απεπειράθησαν μεν νυν οι αντιπρέσβεις να συνδράμωσι την κυβέρνησιν δι' επισήμων αγαθών συμβουλών, αλλ' η ατελής όλως αρμονία, ήτις επεκράτει μεταξύ αυτών, κατεφαίνετο προδηλότατα εκ των διακοινώσεων αυτών.

Ούτως ο μεν Ρώσος _Ρούκμαν_ απήτει έντονα και γενναία μέτρα ισχυριζόμενος, ότι έπρεπε να κατασυντριβή η κεφαλή του επαναστατικού δράκοντος, ο δε βαρώνος _Ρουάν_ της Γαλλίας διεβίβασε την λακωνικήν ταύτην αλλά μεγάλην σημασίαν έχουσαν πρότασιν, του να διατάξη την υπό γαλλικών στρατευμάτων κατάληψιν του Ναυπλίου, ψυχροί δε και εχθρικοί υπήρξαν οι λόγοι του Άγγλου _Δώκινς_, παρατηρούντος ότι δεν ηδύνατο να αναμιχθή εις εμφυλίους ελληνικάς διενέξεις, και ότι ήκιστα ενόμιζε πρόωρον την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως και κινδυνώδη διά την Ελλάδα την εις αυτήν παροχήν συντάγματος. Ο Καποδίστριας όμως ηρκέσθη επαναλαμβάνων την τυπικήν υπεκφυγήν, ότι δεν ηδύνατο να δώση σύνταγμα, αφού η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι εκλέξει ηγεμόνα, δεν επεθύμει δε αυτός να προδράμη της μεγαλοδωρίας του μέλλοντος βασιλέως της Ελλάδος.

Ο Κυβερνήτης ηδυνήθη να πεισθή εν τω εν Ελλάδι γαλλικώ στρατοπέδω, εν ώ παρευρέθη κατά τας επί τη ιουλιανή επαναστάσει γενομένας εορτάς, πόσον βαθέως ήσαν εν αυτώ ερριζωμέναι αι δημοκρατικαί ιδέαι, και πόσον ευμαθείς είχον καταστή αι γαλλικαί λόγχαι. Ούτω εφοβείτο ευλόγως, ότι οι μέλλοντες να φρουρήσωσι το Ναύπλιον Γάλλοι στρατιώται ήθελον συναδελφωθή προς τους επαναστάτας, και καλόν ενόμισε να υποδείξη μετ' αξιοπρεπείας, «ότι η ημέρα, καθ' ήν ξένος στρατός ήθελε καταλάβει την πρωτεύουσαν της Ελλάδος και εις τας λόγχας αυτού μόνας ήθελεν οφείλει την ασφάλειάν της η κυβέρνησις, ήθελεν είναι η τελευταία ημέρα του προσωρινού Κυβερνήτου! και ότι, αν αι σκευωρίαι αναπτυχθώσιν επί τοσούτον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις μόνον διά ξένων επικουρικών στρατευμάτων να δύνηται να επιβάλη υπακοήν εν Ναυπλίω και Άργει, εστέ πεπεισμένος — είπε προς τον Ρουάν — ότι εγώ δεν θα είμαι πλέον κυβέρνησις!» Ούτω δε ο Καποδίστριας απεφάσισε να ακούση. Ίνα επιφέρη δ' οριστικόν τινα και κρίσιμον κτύπον κατά της Ύδρας, ηρνήθη τοις νησιώταις τα ναυτιλιακά έγγραφα, ισχυριζόμενος, ότι δεν υπήκουον πλέον τοις παλαοίς αυτών δημογέρουσιν, αλλά τη αυτοκλήτω συνταγματική δημοτική επιτροπή. Παρεκάλεσε δε συνάμα τους κυβερνήτας των τριών συμμάχων στόλων να παρακωλύσωσιν εκπλέοντα τα πλοία των επαναστατών. Αλλά δυστυχώς ήκουσεν ως προς τούτο τον _Λαλάνδ_ και τον _Λάιονς_ προφασιζομένους έλλειψιν οδηγιών εκ μέρους των οικείων κυβερνήσεων. Η διαγωγή αύτη των κυβερνητών Αγγλίας και Γαλλίας, καθ' ά έγραφεν ο Ρίκορδ τη 30 Ιουλίου προς τον Νέσσελροδ: «_κατέδειξεν, ότι οι ναύαρχοι της Γαλλίας και Αγγλίας υπήρξαν οι κύριοι αίτιοι των ταραχών και της καταστροφής εν Πόρω_». Ο Κυβερνήτης δεν εταράχθη βεβαίως εκ της «_δειλίας των Άγγλων και Γάλλων_», ως απεκάλει το πράγμα. Το σπουδαίον νυν ήτο να κατασταλή δι' ενός μόνου κτύπου η επανάστασις. Ούτω δε εν τω ναυστάθμω του Πόρου διετάχθη εν κρυπτώ ζωηροτάτη δραστηριότης. Ο Καποδίστριας διέταξε τον εξοπλισμόν και την πλήρωσιν του ελληνικού στόλου· ήθελε δε να προσβάλη την Σύρον, ίνα τιμωρήση αυτήν ότι συμμετέσχε της επαναστάσεως, και επαναγάγη ούτως υπό το κράτος αυτού την εμπορικώς και πολιτικώς σπουδαιοτάτην νήσον του Αιγαίου.

Κατά την σπουδαιοτάτην εκείνην διά την Ελλάδα στιγμήν, η κοινότης της Ύδρας προέβη εις αξιόμεμπον απόφασιν. Επεφόρτισε τον δαφνοστεφή ναύαρχον Α. Μιαούλην να ματαιώση διά πραξικοπήματος τα σχέδια του Κυβερνήτου, και μεταβαίνων κατεσπευσμένως εις Πόρον μετά 200 νησιωτών να καταλάβη τον ελληνικόν στόλον και τον ναύσταθμον. Ο Μιαούλης κατά την νύκτα της 14 προς την 15 Ιουλίου 1831 ηγούμενος πεντήκοντα μόνον ανδρών και συνοδευόμενος υπό του σημαιοφόρου αυτού Α. Κριεζή και του Α. Μαυροκορδάτου ως πολιτικού συμβούλου, μετέβη εις Πόρον και κατώρθωσε, διαρκούσης έτι της νυκτός, να καταλάβη αιφνιδίως, τη βοηθεία των κατοίκων, τον ναύσταθμον τον στόλον, και να αναπετάση την σημαίαν αυτού επί της φρεγάτας «_Ελλάδος_».

Ο εν Πόρω ευρισκόμενος στόλος απετέλει τότε το μέγιστον μέρος της ελληνικής ναυτικής δυνάμεως· συνέκειτο δε εκ της φρεγάτας: «_Ελλάδος_», 64 τηλεβόλων, των κορβετών «_Σπετσών_» και άλλης τινός, δύο ατμοπλοίων, του «_Άστιξ_» και της «_Καλαυρίας_», πολλών πυρπολικών και άλλων μικροτέρων πλοίων, Ο Μιαούλης διέταξε την εξόπλισιν των πλοίων τούτων, ίνα απαγάγη αυτά εις Ύδραν, μετεχειρίσθη δε πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην, όπως προσηλυτίση υπέρ της «_συνταγματικής μερίδος_» τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ. Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέττας αι «_Σπέτσαι_». Εις μάτην όμως· ο γενναίος ψαριανός ην φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις ό παρέμεινε πιστός καθ' όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω Κυβερνήτη μεθ' όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής. Ούτος αρνηθείς να παραδώση το πλοίον αυτού εις την κοινότητα της Ύδρας, απεχώρησεν, ότε ο Μιαούλης έτεινεν αυτώ την χείρα. Δακρύων ούτος επί τη πεισμοσύνη του παλαιού συμμαχητού, διέταξε προς το θεαθήναι την φυλάκισιν αυτού, και την εξ Υδραίων πλήρωσιν των «_Σπετσών_», αλλ' απέλυσε πάλιν εντός ολίγου τον γενναίον πυρπολητήν.

Το παράβολον τούτο πραξικόπημα του Μιαούλη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν τω Κυβερνήτη. Εσωτερική δε τις άλλη επανάστασις εφαίνετο γινομένη εν αυτώ. Αι εκφράσεις και η συμπεριφορά αυτού ενέφαινον τον άγριον πόθον προσωπικής εκδικήσεως· επεκαλέσατο δε νόμους και δικαιοσύνην, όπως καταδικασθώσιν εις θάνατον οι ηγήτορες της αντιπολιτεύσεως. Τους Υδραίους εθεώρει ως στίφος βαρβάρων και πειρατών, οίτινες προσέβαλλον την αρχήν αυτού, διότι είχε κλείσει εις αυτούς την οδόν του κακουργήματος και της ληστεύσεως. Τούτου δ' ένεκα εδήλωσεν, ότι σκοπόν είχε να πλύνη διά του αίματος των εχθρών την εστίαν εκείνην της αποστασίας.

Εν Ναυπλίω επεκράτει μεγίστη κατάπληξις επί τοις εν Πόρω γινομένοις. Ουδέν εφαίνετο σαφέστερον, ή ότι δυσκόλως θα κατώρθου ο Κυβερνήτης να καταστείλη την στάσιν δι' Ελληνικών δυνάμεων. Ούτω δε ετράπη ούτος προς τους τρεις αντιπρέσβεις, και δι' επισήμου εγγράφου της 16)28 Ιουλίου, εν ώ καταφαίνεται αμηχανία, παρέστησε την πράξιν του αρχηγού των Υδραίων. Απήτησε δε παρ' αυτών να λάβωσι πάραυτα παν δυνατόν μέτρον, όπως πείσωσι τους Υδραίους, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν ήθελον ανεχθή, αλλά παραδειγματικώς τιμωρήσει τοιαύτας άφρονας και εγκληματικάς πράξεις. Εκ τυχαίας συμπτώσεως, ήτις παρέχει ημίν ύποπτον λαβήν, ο τε γάλλος αντιπρεσβευτής και οι κυβερνήται _Λαλάνδ_ και _Λάιονς_ ευρέθησαν απόντες του Ναυπλίου κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν. «_Λυπούμαι πολύ_, έγραφεν ένεκα τούτου ο Κυβερνήτης προς τον βαρώνον Ρούκμαν, «ότι ο βαρώνος Ρουάν είνε απών, ότι ο κύριος Λαλάνδ ευρίσκεται εν Ναβαρίνω, και ότι ο κύριος Λάιονς απέπλευσε χθες εντεύθεν. Ελπίζω όμως ότι υμείς, απέναντι της σοβαρότητος των πραγμάτων, θέλετε παρακινήσει τον ναύαρχον Ρίκορδ να μεταβή εις Πόρον, όπως κωλύση τους πειρατάς της Ύδρας από της εκτελέσεως των σχεδίων αυτών.»

Ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ, άμα αγγελθέντων των εν Πόρω γενομένων, είχε μεταβή εις Ναύπλιον, και εξέφρασε το κατ' αρχάς, δισταγμούς τινας και ενστάσεις κατά της μονομερούς επεμβάσεως των Ρώσων εις την ελληνικήν εμφύλιον έριδα, αλλ' ο Κυβερνήτης εγνώριζε τον άνθρωπον. Ανέλαβεν ενώπιον αυτού το ήθος του πρώην υπουργού του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και ο ρώσος ναύαρχος ηναγκάσθη να υπακούση. Ο Ρίκορδ απέπλευσε, συγχρόνως δ' ο Καποδίστριας απέστελλεν εις Πόρον διά ξηράς έν τάγμα πεζικού, 200 άνδρας τακτικού ιππικού υπό τον Δημήτριον Καλλέργην και ισχυρόν σώμα ατάκτων. Ο ρώσος ναύαρχος ηγκυροβόλησε μετά της φρεγάτας και του βρικίου αυτού, προ μεγάλου στομίου του λιμένος του Πόρου. Μικρόν δε μετ' αυτόν επεφάνη έξωθεν του Πόρου και η αγγλική φρεγάτα «_Μαδαγασκάρ_,» ήτις εξηκολούθησεν όμως, μετά μικράν διαμονήν, πλέουσα προς την Σαλαμίνα, όπερ ηύξησε μεν τας ελπίδας των επαναστατών, προυκάλεσε δε πικρότατα του Κυβερνήτου παράπονα. Ο Καποδίστριας υπέμνησε δριμέως προς τον αντιπρεσβευτήν _Δώκινς_, ότι αι οδηγίαι του Λόρδου Πάλμερστον υπηγόρευον αυτώ να παράσχη ηθικήν συνδρομήν τη προσωρινή κυβερνήσει και αφήκεν αυτόν να κρίνη, οποίαν εντύπωσιν ήθελε προξενήσει τοις Έλλησιν η στιγμιαία εμφάνισις και η παραχρήμα αναχώρησις της «_Μαδαγασκάρ_».

Επειδή δε ο Κυβερνήτης ουδ' επί στιγμήν καν ηδύνατο να αμφιβάλλη περί των διαθέσεων του λαού, παρεδέξατο ανενδοιάστως, ότι δυνατόν ήτο να εκραγή εμφύλιος πόλεμος. Το Ναύπλιον ετέθη εις κατάστασιν πολιορκίας, η αστυνομία ανέπτυξε σωτήριον αυτής ενέργειαν, έρευναι κατ' οίκον και φυλακίσεις εξετελούντο, και πας ύποπτος ηναγκάζετο να καταλίπη ανυπερθέτως την πόλιν. Ούτως ηρπάγησαν νυκτός εκ των οίκων αυτών οι ιατροί _Αλεξόπουλος_ και _Σπηλιόπουλος_, εσύρθησαν χωρίς τινος ανακρίσεως ή εξετάσεως έξω των πυλών των τειχών και εξηναγκάσθησαν να φύγωσιν εις Ύδραν.

Ο γενναίος του Κολοκοτρώνη συναγωνιστής ο _Τουρκοφάγος_ Νικήτας επετράπη και ανέλαβε την διοίκησιν παντός του εις Πόρον αποσταλέντος σώματος εκ χιλίων περίπου ανδρών, όπερ αποστολήν είχε να υποστηρίξη εκ της Στερεάς τας κινήσεις των Ρώσων. Οι προφυλακές αυτού προυχώρησαν αντίπεραν μέχρι της νήσου, αυτός δε εστρατοπέδευσεν εν τω προαστείω _Γαλατά_, κειμένω επί της Στερεάς απέναντι του Πόρου.

Ότε αφίκετο εις Πόρον ο ναύαρχος Ρίκορδ, ο Μιαούλης κατεγίνετο εις εξοπλισμόν των πλοίων, άτινα είχε καταλάβει, όπως απαγάγη αυτά κατόπιν εις Ύδραν. Προσκληθείς δε να παραιτηθή του σκοπού αυτού, εδήλωσεν ότι ενήργει τη διαταγή της _συνταγματικής επιτροπής_. Μάτην ηπείλησε βίαν ο Ρίκορδ. Ο Μιαούλης, διαβεβαιών την ευπείθειαν αυτού εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, υπεδήλωσεν, ότι δεν ηδύνατο να λάβη διαταγάς παρά του Ρώσου ναυάρχου ατομικώς, και ότι ήθελεν υπερασπισθή εναντίον αυτού. Παρέπεμψε δε τον ναύαρχον Ρίκορδ εις τας δημοτικάς της Ύδρας αρχάς, όπερ εθεωρήθη φυσικώς υπό των Ρώσων ως ειρωνεία. Αι διαπραγματεύσεις ετραχύνθησαν, και βίαιαι επήλθον σκηναί· Ρώσος δε τις κήρυξ, σχίσας επιστολή του Μιαούλη και καταπατήσας αυτήν ενώπιον του ελληνικού πληρώματος, ολίγου δειν εφονεύετο υπό των αγανακτησάντων Ελλήνων, αν δεν προυστάτευεν αυτόν ο Μιαούλης. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν επεφάνησαν οι της Αγγλίας και Γαλλίας κυβερνήται _Λάιονς_ και _Λαλάνδ_, τυχαίως ελθόντες και έτοιμοι να επανακάμψωσιν εις Ναύπλιον. Ίνα διατηρήσωσι δε το κύρος της τριπλής συμμαχίας, συνετάχθησαν ταις ενεργείας του πρεσβυτέρου αυτών συναδέλφου, του Ρίκορδ. Προσεκάλεσαν τους επαναστάτας να αποχωρήσωσι και να αποδώσωσι τη κυβερνήσει τα τε πλοία και τον ναύσταθμον. Αλλ' ο Μιαούλης ησθάνετο έτι και νυν ότι ήτο πολίτης της Ύδρας· αντέταξε τας ρητάς διαταγάς της δημογεροντίας και επιτροπή, σταλείσα εις Ύδραν όπως ερωτήση περί τούτου, επεβεβαίωσεν αυτάς. Ο Λάιονς και ο Λαλάνδ ούτ' εξουσίαν ούτε διάθεσιν είχον να ασκήσωσι βίαν τούτου δ' ένεκα απήλθον εις Ναύπλιον, όπως μάθωσι την γνώμην των αντιπρέσβεων.

Αναντιρρήτως ο ένθεν κακείθεν πλους της «_Μαδαγασκάρ_», η αιφνίδιος εμφάνισις, η ατελής απειλή και η παραχρήμα αναχώρησις αμφοτέρων των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ήσαν πρόσφορα μόνον όπως αναζωογονήσωσι τας ελπίδας των επαναστατών.

Πριν ή αποπλεύσωσιν όμως συνεφώνησαν προς αμφοτέρους τους αντιπάλους να γείνη αποφυγή πάσης αιματοχυσίας, έλαβον δε παρά του Μιαούλη και του ναυάρχου Ρίκορδ την υπόσχεσιν, ότι δεν θα επιχειρήσωσί τι κατ' αλλήλων ιδιοβούλως, μέχρις ού επιστρέψωσιν εκ Ναυπλίου ο Λαλάνδ και ο Λάιονς κομίζοντες την απόφασιν των συμμάχων. Αλλά και διάθεσιν αν είχεν ο ρώσος ναύαρχος να υπομείνη μέχρι της προθεσμίας ταύτης, τα πράγματα έμελλον να κατισχύσωσι της υποσχέσεως αυτού. Ο Ρίκορδ έγραψε προς τους δύο συναδέλφους επιστολήν, αγγέλλουσαν ότι σκοπόν είχε να περιζώση τον Μιαούλην, να κλείση αυτώ το μεσημβρινόν στόμιον του πορθμού, και να εξαναγκάση αυτόν εις παράδοσιν· εις τοσούτον δε μάλιστα προυχώρει ο προς επέμβασιν ζήλος αυτού, ώστε ηξίωσε παρά των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων να υποστηρίξωσιν αυτόν εν ταις κατά του Μιαούλη και των Υδραίων ενεργείαις αυτού. Ούτω δε ευθύς αμέσως μετά τον απόπλουν των κυβερνητών του γαλλικού και αγγλικού στόλου, ανεκοίνωσεν ο Ρίκορδ προς τον Έλληνα ναύαρχον, ότι έμελλε να αποστείλη δύο πλοία εις το μεσημβρινόν στόμιον του στενού, άπερ και απέστειλε και κατέλαβον εν τω μέσω αυτών την κορβέταν «_Σπέτσαι_», απεκώλυσαν τον είσπλουν και έκπλουν των πλοιαρίων, άτινα μετέφερον ύδωρ και τροφάς εις το αντίπεραν κείμενον Μοναστήριον. Πρόδηλος σκοπός αυτών ήτο να διακοπή εντελώς η προς την Ύδραν συγκοινωνία, να αποκλεισθή δε και λιμοκτονήση ο Μιαούλης εν τω στενώ εκείνω πόρω. Τούτου δ' ένεκα κατά την νύκτα της 24 προς την 25 Ιουλίου επήλθε μάχη μεταξύ των ρώσων και των επαναστατών. Μικρά τις κορβέτα, φορτίον τροφίμων εξ Ύδρας κομίζουσα, απεπειράθη να εισχωρήση διά της μικράς εισόδου εις τον λιμένα. Ο κυβερνήτης του ρωσικού πλοίου ο «_Τηλέμαχος_» εξέπεμψεν ευθύς λέμβον, προσκαλών αυτήν να οπισθοχωρήση· αποκρουσθείσης δε της λέμβου διά πυροβολισμών, ήρξατο πυροβολών και αυτός κατά των επαναστατών. Το φρούριον του Πόρου, και η κορβέτα «_Σπέτσαι_» μετέσχον του επακολουθήσαντος κατά των Ρώσων αγώνος. Κατίσχυσαν όμως τα κάλλιον ωπλισμένα και πεπληρωμένα πλοία, και μετά δίωρον μάχην, η μεν κορβέτα «_Σπέτσαι_» είχεν απολέσει τους ιστούς αυτής, η δε άλλη ηναγκάσθη να επιστρέψη εις Ύδραν. Επέτυχον δε ούτως οι Ρώσοι να αναγκάσωσιν εις υποστροφήν και τους τρόφιμα κομίζον υδραϊκόν πλοίον. Το γεγονός τούτο βαθείαν ενεποίησεν εντύπωσιν τω Έλληνι ναυάρχω. Απέστειλε δε τον υπασπιστήν αυτού _Αργυρόπουλον_ εις την ρωσικήν ναυαρχίδα, όπως εκφράση παράπονα κατά των παρακεκινδυνευμένων κινημάτων του ρωσικού στόλου. Αλλ' ο Ρίκορδ, ένθερμος ρώσος πατριώτης, θεωρών πάσαν την κατά του Κυβερνήτου επανάστασιν ως ειδικήν κατά του Τσάρου προσβολήν, απήντησε διά τινων τραχειών ναυτικών εκφράσεων, ότι «_οι επαναστάται δεν ήξιζον τίποτε καλλίτερον_». Επειδή δε ο Μιαούλης, και μετά τούτο δεν απετρέπετο του παραλόγου σκοπού αυτού, αλλά διέταξε την νέαν πλήρωσιν των «_Σπετσών_», και εζήτησεν επικουρίας παρά της κοινότητος της Ύδρας, αναγκαίον ενόμισεν ο Ρώσος ναύαρχος να προβή εις οριστικόν τινα κατ' αυτού κτύπον, και να συλλάβη αμφοτέρας τας κατά το μικρόν στόμιον του πορθμού ευρισκομένας ελληνικάς κορβέτας.

Η 29 Ιουλίου είχεν ορισθή υπό του Ρίκορδ προς εκτέλεσιν οριστικής τινος επιθέσεως. Ενώ το πυρ των ρωσικών πλοίων ήθελεν απασχολεί τους επαναστάτας, έμελλον να εξορμήσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα εκ των υψωμάτων του Γαλατά, να διαβώσι το αβαθές στενόν και να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον του Πόρου, όπερ τοσούτον ζωηρώς είχε μετάσχει του κατά του «_Τηλεμάχου_» αγώνος. Το σχέδιον όμως τούτο απέτυχε. Καθότι ο του των επιλέκτων τάγματος διοικητής _Διαμαντινός_, όστις είχε προτείνει να οδηγήση το σώμα της εφόδου, ελπίζων ότι δεν ήθελε γείνει δεκτή η πρότασις αυτού, απώλεσε το θάρρος κατά την κρίσιμον στιγμήν· τα δε στρατεύματα της Κυβερνήσεως δεν εκινήθησαν εκ της θέσεως αυτών.

Εν τούτοις όμως η από της θαλάσσης προσβολή επέτυχε πληρέστατα. Δύο ρωσικά βρίκια προσέβαλον το φρούριον του Πόρου, δύο δε άλλα επετέθησαν κατά των ασθενώς πεπληρωμένων και κακώς ωπλισμένων ελληνικών κορβετών, ών ιδίως την άλωσιν εσκόπει ο Ρίκορδ. Μετά μιας ώρας μάχην ετινάχθησαν αι «_Σπέτσαι_» εις τον αέρα, ετέρα δε τις κορβέτα περιήλθεν εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν, ώστε το πλήρωμα αυτής ηναγκάσθη να καταλίπη αυτήν και να καταφύγη εις Πόρον.

Το άγγελμα της πρώτης ταύτης σπουδαίας συγκρούσεως μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων διέπτη ταχέως εις Ναύπλιον

Ο δε αντιπρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν έγραψε·

«Μετά τοσαύτας ευεργεσίας, άς επεδαψίλευσεν η Ρωσία εις την χώραν ταύτην, μετά την πιστήν προστασίαν, ήν παρέσχεν εις τους Έλληνας, μεθ' όλας τας εκδουλεύσεις, άς ρώσοι πράκτορα παρέχουσιν έτι και νυν εις τους Υδραίους καθ' εκάστην, ηδύνατο βεβαίως να φρονή η Ρωσία, ότι ήτο ασφαλής κατά τοιαύτης προσβολής και τοσούτον μελανής αχαριστίας. Ευρίσκομαι εν λυπηρά ανάγκη να ανακοινώσω εις την αυλήν μου τας λεπτομερείας του αξιοθρηνήτου αυτού γεγονότος. Θέλω δ' επίσης εκθέσει το πράγμα εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν πρεσβείαν, όπως λάβη αύτη πάραυτα όσα νομίση πρόσφορα μέτρα κατά των εν τοις λιμέσι του Ευξείνου ευρισκομένων σήμερον υδραϊκών πλοίων».

Προς ταύτα δ' απήντησεν ο Κυβερνήτης:

«Η Ελλάς εκ του προτέρου ήδη εστηλίτευσε τους εργάτας του κατά της αυτοκρατορικής ρωσικής σημαίας εγκλήματος, και καθιστά επομένως αυτούς μόνους υπευθύνους επί τη ζημία, ήν δύνανται να υποστώσι τα σπουδαιότατα Ελληνικά συμφέροντα, όταν η υμετέρα έκθεσις και η του ναυάρχου Ρίκορδ φθάσωσιν εις Ρωσίαν. Η Ελλάς και η κυβέρνησις αυτής ευελπιστούσιν, ότι ο Τσάρος εν τη δικαιοσύνη και τη αγαθότητι αυτού δεν θέλει συγχύσει την μεγάλην του έθνους ομάδα, ήν εμπνέει ευγνωμοσύνη προς τον αυτοκρατορικόν της ευεργέτην, τους ολίγους εκείνους ανθρώπους, οίτινες σκληροτραχήλως επιδιώκουσι παράφρονα και εγκληματικά σχέδια, καταδηλούντες ούτως ικανώς την τύφλωσιν αυτών.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.