Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 26

Chapter 2697 wordsPublic domain

Οι Υδραίοι και Σπετσιώται, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων τα οποία συνεισέφερον ηρωικώς και λυσιτελώς εις τον αγώνα, δεν επεθύμουν η Ελλάς ν' απολαύση στρατιωτικού ευρωπαϊκού ναυτικού, διότι εναύλουν τα πλοία των επωφελώς προς την Κυβέρνησιν. Δεν επεθύμουν οργανισμόν ευρωπαϊκόν και ναυτικήν γλώσσαν σύμφωνον προς τα προστάγματα, τας κινήσεις και τας διεθνείς διατάξεις, αλλ' απήτουν την _αρβανίτικην γλώσσαν των_ και ναύτας μόνον εκ της νήσου εξ ής κατήγετο ο κυβερνήτης του πλοίου. Το πλήρωμα της «_Ελλάδος_» , ήν εκυβέρνα ο _Μιαούλης_, συνεκροτείτο ολόκληρον εξ Υδραίων. Οι ναύται της κορβέττας «_Ύδρας_», ήν εκυβέρνα ο _Σαχίνης_, ήσαν όλοι Υδραίοι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαίρως κατενόησεν ότι τοιουτοτρόπως ο στόλος του Κράτους ευρίσκετο εις χείρας των Υδραίων. Η δυσαρέσκεια των επιλοίπων νησιωτών της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος τότε όρια δεν είχε. Του Καποδιστρίου κατορθώσαντος να σχηματίση τον στόλον περί ού ανεφέραμεν, κατηργήθη το σύστημα τούτο αφ' εαυτού, ούτω δ' ικανοποιήθη η ετέρα μερίς του Ελληνικού ναυτικού. Αλλ' η Ύδρα και αι Σπέτσαι, υποδαυλιζόμεναι παρά του _Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου_, ποιούντος άφθονον χρήσιν του ονόματος της Αγγλίας και διασαλπίζοντος την ψευδή φήμην, ότι η Αγγλία επιθυμεί ν' αποδιωχθή ο Καποδίστριας εκ της Ελλάδος, αντέταξαν, αύται αι πρωταθλήτριαι του επταετούς αγώνος, την αναρχίαν κατά της στερεωθείσης εν τω Κράτει πειθαρχίας.

Εν τη ενάρξει του αγώνος ο Α. Μαυροκορδάτος είχεν αντιπάλους ισχυροτάτους τον Δημήτριον Υψηλάντην, τον Θεόδωρον Νέγρην, τον Καρατζάν και τον Καντακουζηνόν. Κατά τον αγώνα ήσαν πάμπτωχοι εκτός του Καρατζά, ουδέν έτερον έχοντες κεφάλαιον εκτός του γραψίματος, το οποίον εν μέσω των αγραμμάτων παλληκαρίων της εποχής εκείνης υπήρξε συχνότατα χείρον της πυρίτιδος των Τούρκων. Ο Καρατζάς και ο Καντακουζηνός ήσαν ειλικρινέστεροι και ικανώτεροι άνδρες· αλλ' απαυδήσαντες των ραδιουργιών του Νέγρη και Μαυροκορδάτου εγκατέλειψαν πρόωρα τον αγώνα. Ο Υψηλάντης και ο Νέγρης απεβίωσαν, έμεινε λοιπόν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ούτινος αι μεγάλαι αναμφισβήτητοι εκδουλεύσεις και το σταθερόν, φλεγματικόν και ανδρείον ύφος δι' ού προσηνέχθη απέναντι των φοβερών κινδύνων του Μεσολογγίου και της Σφακτηρίας επί του «_Άρεως_», έδιδον δικαιώματα πρωθυπουργού της υπό τον Ιωάννην Καποδίστριαν Δημοκρατίας. Ο εγωισμός και τα πάθη ετύφλωσαν εν τη κρισιμωτέρα της Ελλάδος εποχή τον άγαν πατριωτισμόν του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τον του Λαζάρου Κουντουριώτου, οίτινες συνώμοσαν την καταστροφήν του Κυβερνήτου.

Η Ύδρα λοιπόν ην η εστία της σχηματισθείσης «_συνταγματικής επιτροπής_», ήν συνεκρότουν ο Κουντουριώτης, ο Μιαούλης, ο Δ Βούλγαρης, ο Μ. Τομπάζης, ο Β. Βουδούρης, ο Α. Κριεζής, και ο Ν. Οικονόμου. Την Ύδραν εμιμήθησαν και άλλαι νήσοι. Οι στρατιώται αυτών επολλαπλασιάζοντο οσημέραι ερεθιζόμενοι, προ πάντων, υπό τε της _Ηούς_» εκδιδομένης υπό του Εμμ. Αντωνιάδου, και του «_Απόλλωνος_» του Αναστασίου Πολυζωίδου, όστις επολέμησε δεινότατα τον Καποδίστριαν, είπερ τις και άλλος (από 16 Μαρτίου 1831) μέχρι της δολοφονίας αυτού.

Τον Αναστάσιον Πολυζωίδην υπεστήριζον προ πολλού ο τε Α. Κουντουριώτης και ο I. Ορλάνδος, ως έκ τινος επιστολής του Ορλάνδου και Λουριώτη γεγραμμένης εκ Λονδίνου προς την Εκτελεστικήν Κυβέρνησιν τη 1)13 Οκτωβρίου 1824, εξάγεται, αναφερούσης ότι εκ του δανείου του 1824 ο Ορλάνδος εμέτρησε _500 τάλληρα_ προς τον Πολυζωίδην διά την εφημερίδα αυτού. Ο Καποδίστριας από της αφίξεως αυτού ενεθάρρυνε μεγάλως την ελευθεροτυπίαν, ίδρυσε δε προς τούτο εν Ναυπλίω και εν Αιγίνη μεγάλα τυπογραφεία, εν οίς επετρέποντο δαπάνη της Κυβερνήσεως η πληρωμή του εκδότου εκδόσεις συγγραμμάτων οιωνδήποτε ελευθέρων ιδεών. Ο _Ε. Αντωνιάδης_ είχεν επίσης συστήσει τυπογραφείον, εν ώ εδημοσιεύετο η «_Ηώς_». Της συνωμοσίας εφηβαινούσης, η «_Ηώς_» και ο «Απόλλων_» ήρξαντο να επιτίθενται κατά του Καποδιστρίου δι' απρεπών ύβρεων. Εκαλείτο προδότης της Ελλάδος και τύραννος. Τον εκτραχαλισμόν τούτον των μερίδων ιδών ο Καποδίστριας, ηναγκάσθη διά Διατάγματος (26 Απριλίου 1831) να διαρρυθμίση τα του Τύπου δι' εννέα άρθρων συμφώνως τοις περί Τύπου Νόμοις των μάλλον φιλελευθέρων και πεπολιτισμένων Κρατών της Ευρώπης. Κατά το δεύτερον άρθρον του Διατάγματος τούτου απήτει _πας τυπογράφος να παρακαταθέση τέσσαρας χιλιάδας φοινίκων εις την Εθνικήν Τράπεζαν, ως εγγύησιν ότι δεν θα τυπώση τι κατά της χριστιανικής θρησκείας ή των αρχών της δημοσίου ηθικής, ούτε δημοσιεύση προσωπικότητας ή συκοφαντίας_. Ο Καποδίστριας προέβη εις τούτο, όπως παρακωλύση την σύστασιν μικρών και αφανών, κρυφίως και εν παραβύστω, λειτουργούντων τυπογραφείου, εν οίς ετυπούντο σάτυραι και λίβελλοι, έμπλεω σατανικών συκοφαντιών και αηδεστάτων φληναφημάτων, ών οι συντάκται επηγγέλλοντο τους _φιλελευθέρους_, επωνομάζοντο _συνταγματικοί_ και εξήγειρον τον λαόν κατά του, υπ' αυτών _Ρώσου τυράννου της Ελλάδος_ αποκαλουμένου, Κυβερνήτου.

Ουχ ήττον δε διά της σατύρας ηγωνίσθη μανιωδώς κατά του Κυβερνήτου και ο έτερος των αδελφών ποιητών ο _Αλέξανδρος Σούτσος_, όστις διά πνεύματος λεπτού και αμειλίκτου πικρώς προσέβαλλε πάσαν την Καποδιστριακήν διοίκησιν· ως παράδειγμα δε της πικρίας των αρχιλοχείων όντως σατυρών αυτού παρατίθεμεν ενταύθα την περί των διατάξεων του τύπου σάτυραν αυτού, γραφείσαν κατά Μάιον του 1831 και έχουσαν ώδε:

Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό, Σούτσ' ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ· Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου Κατ' αυτό το σχέδιόν μου.

Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.

Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν, Κ' έναν πρωτεξάδελφόν μου 'ς το Πρωτόκλητο Κριτήν Κ' εγώ ένα κοκκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω· Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ' αυτού δεν δίδω ψήφο· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης.

Ένας μου συναδελφός, Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως, Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο! Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν' αποστομώσω . . . . Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.

Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας· Τραγουδάκια τύπωνέ μας

Ό,τι πράγμα δεν σ' αρέσει κι' όποιον άνθρωπον θελήσης, Ημπορείς να σατυρίσης. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.

Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό σου Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί 'ς το γόνατό σου· Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα· Απ' το κόσκιν' όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.

Ο Σούτσος το κατ' αρχάς διά του «_Απόλλωνος_» και είτα διά των εν τω «_Πανοράματι της Ελλάδος_» σατυρών επέπιπτε λάβρως κατά του Κυβερνήτου. Εν τη ανωτέρω ποιητική συλλογή εν Ναυπλίω τω 1833 εκδοθείση, ο Καποδίστριας και η κυβέρνησις αυτού αποτελούσι το σταθερόν σημείον των προσβολών αυτού. Παρωδεί τα ψηφίσματα, διακωμωδεί τα σχέδια, τα μέτρα, τους σκοπούς αυτών, προσβάλλει τους φίλους αυτού. Βραδύτερον δε προχωρεί και μέχρι της εξυμνήσεως αυτής των δολοφόνων του Κυβερνήτου. Εν μια των ωραιότερων αυτού ωδών ο Σούτσος, ωσεί νέος Τυρταίος, παριστά αυτούς ως νέους Αρμοδίους και Αριστογείτονας, ως θέλομεν ιδεί. Η ιστορία δεν επεκύρωσε την κρίσιν του ποιητού και η νυν Ελλάς θλίβεται αναγινώσκουσα τους ωραίους εκείνους στίχους.

Υπήρξε πάντοτε αδιάλλακτος. Ο πατριωτισμός αυτού ουδέποτε έλαβεν υπ' όψιν τας απαιτήσεις των συμφερόντων του Κράτους, ούτε υπέφερε τας βραδύτητας βαθμιαίας κοινωνικής προόδου. Η πλήρης πάθους ιδιοσυγκρασία αυτού καθίστα αυτόν αντίπαλον ανένδοτον, τα δε περιβάλλοντα αυτόν στοιχεία δεν ήσαν τα αρμόδια όπως κατευνάσωσι τας εξάψεις αυτού. Οι αντιπολιτευόμενοι εύρισκον εν αυτώ ισχυρόν σύμμαχον, και επειδή τότε η Ελλάς είχεν ολίγας εφημερίδας και αυτά δε τα βιβλία ήσαν σπάνια, αι σάτυραι του Αλεξάδρου Σούτσου ήσαν ως άλλαι διακηρύξεις, αίτινες αντιγραφόμεναι απεστηθίζοντο και ανέφλεγον έτι μάλλον τα πάθη.

Ιδού και ετέρα σάτυρα γραφείσα κατ' Αύγουστον του 1831, εν ή ο Καποδίστριας εικονίζεται ως δικαιολογών την πολιτείαν αυτού ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως:

Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου, να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου. Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη αν η Σάμος, αν η Κρήτη 'ς τους εχθρούς μας παρεδόθη, αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας, και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . 'πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.

Αν κατώρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον με την βίαν, με τον δόλον, και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον, με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων, αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω, και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.

Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω αν με είδετε τρεις χρόνους τ' άρθρα του να παραβαίνω κι' απ' τους όρκους μου να λείπω, γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο, σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω, να 'ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω, είχα λόγους ανωτέρους· κτλ.

Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου και τρεις τέσσαρες πιστοί μου, όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλληρα 'ς την τσέπη), πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει πλην του Μπότζαρη ταις κόραις, τα παιδιά του Καραΐσκου, άφησα να ζουν μ' ελέη, με μαζώματα του δίσκου είχα λόγους ανωτέρους κτλ

Ημπορεί να διη ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος· πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη· πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη πλην ηθέλησα να σβύσω και μεγάλους και μικρούς, πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς. Είχα λόγους ανωτέρους, αι αυλαί . . . εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.

Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ' αμφιβάλλω. Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητήτε σύνταγμ' άλλο. Δείξατέ με, 'σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν Δόσετέ με 'σαν 'στο Άργος εντελή Δικτακτορίαν, Και ομνύω 'στου Βιάρου την ζωήν πως αν 'μπορέσω, προκομμένους κι' απροκόπους χέρια πόδια θα σας δώσω. Έχω λόγους ανωτέρους Αι αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, Θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; Σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί Δυνάμεις!

Ούτω γράφων ο ποιητής κατά του Καποδιστρίου εξηρέθιζε τα πλήθη κατ' αυτού ως δήθεν ζητούντος να εκτελέση ιδιοτελείς όλως σκοπούς, και ιδίως τους νησιώτας. Και των μεν Υδραίων και Σπετσιωτών της κατά του Κυβερνήτου καταφοράς αιτία ήτο όσα ανωτέρω ανεγράψαμεν, των δε Μανιατών ήδε:

Η Μάνη προ της μεγάλης Ελληνικής επαναστάσεως της παρασχούσης ημίν την ελευθερίαν, παρουσιάζει ιστορίαν διάφορον της των άνω νήσων και της άλλης ελληνικής φυλής· διότι, εν ώ μετά την κατάλυσιν της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας (29 Μαΐου 1453) και την του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου (13 Απριλίου 1460) η πάσα Ελλάς σχεδόν εδούλευσε τοις Τούρκοις, η Μάνη έχαιρεν είδος ανεξαρτησίας εν ταις χερσί των _Μουρζινάκων, Ζαννεντάκηδων, Καπετανάκηδων, Δευτεράκων, Κονμουνδουράκηδων, Διαβολάκων, Μαυρομιχαλαίων, Πατριαρχέων, Κουκουβαλαίων_, παρουσιάζουσα λαόν μάχιμον, έχοντα πολλάς αρετάς των αρχαίων Σπαρτιατών αναμίκτους μετ' αγρίων παθών και μεγάλης δεισιδαιμονίας. Ο λαός ούτος ομιλεί υπέρ πάντα άλλον γλώσσαν ελληνικήν, απηλλαγμένην τουρκικών και λατινικών λέξεων, αποδεικνυουσών ότι οι διάφοροι κατακτηταί της Ελλάδος δεν εξετάθησαν μέχρι του μέρους τούτου, ή δεν ηδυνήθησαν επί χρόνον πολύν να διαμείνωσιν. Επί της επαναστάσεως του 1769-70 ως και εν τη του 1821, η οικογένεια _Μαυρομιχάλη_ διεκρίθη και εθυσίασε και χρήματα και άνδρας, οίτινες προσέφερον μεγάλας και ανεκτιμήτους εκδουλεύσεις εις τον ιερόν της Ελλάδος αγώνα. Ο διατρέχων την ιστορίαν των χρόνων τούτων θα ίδη εν ταις σκηναίς της Κωνσταντινουπόλεως τους ομήρους _Μαυρομιχάλη_ ως και την δραπέτευσιν αυτών. Εκ της εποχής ταύτης το αίμα των Μαυρομιχαλαίων αφθόνως επότισε το δένδρον της Ελληνικής ελευθερίας. Αλλ' ότε ο Κυβερνήτης ήρξατο της χρησιμοποιήσεως των εθνικών γαιών, όπως προσπορισθή τα μέσα της αναπτύξεως της χώρας, η Μάνη παρουσιάσθη ως πρόβλημα ενώπιον αυτού. Απετέλουν άρα γε τα άγρια και αδέσποτα όρη, αι βοσκαί και οι βάτοι της Μάνης μέρος των εθνικών γαιών ή ου; Τίσιν ανήκον; Και διά τινων τίτλων η Μάνη έπρεπε να μένη εξαιρέσιμος των γενικών μέτρων των άλλων μερών της Ελλάδος, σχηματίση δε Κράτος εν Κράτει; Ο βραχίων των νόμων της χώρας δεν έπρεπε να εκταθή μέχρι της Μάνης; Δεν έπρεπε να ληφθώσι μέτρα, όπως μη η Μάνη γίνη καταφύγιον των νόμων και των γενικών μεταρρυθμίσεων αντιστρατευομένων;

Της Μάνης παρουσιαζομένης ως το δυσχερέστατον κατά την λύσιν πρόβλημα τω Καποδίστρια, ο _Πετρόμπεης_ και ο _Ζαννετάκης_ απεφάσισαν εκ συμφώνου ιδίαν αυτών λύσιν.

Ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης εψήφισαν, ίνα η Μάνη διαιρεθή εις δύο, _ανατολικήν_ και _δυτικήν_, και την μεν κυριαρχίαν της ανατολικής ν' αναλάβη ο Ζαννετάκης, την δε της δυτικής ο Μαυρομιχάλης.

Εκάτερος αυτών, όπως υποστηριχθή παρά των Μανιατών, υπεσχέθη προς αυτούς θέσεις, στρατιωτικούς βαθμούς, αποζημιώσεις, συντάξεις, και τον σχηματισμόν ταγμάτων Μανιατών, τα οποία θα κυβερνώνται εξ ενός μέλους των δύο οικογενειών. Τοιουτοτρόπως εκυμάτισεν εις Λιμένι η σημαία του _Λυκούργου_ και του _Λεωνίδα_. Ενεπιστεύθησαν δε την αρχιστρατηγίαν τω στρατηγώ _Κατσάκω_ (Ηλία) Μαυρομιχάλη ανεψιώ του Πετρόμπεη, μικρού αποδράσαντι εκ των εν Άργει φυλακών, συνεπεία αποφάσεως του δικαστηρίου προς ό προσήχθη προδοθείς υπό του αδελφού αυτού Νικολάου Πικουλάκη Μαυρομιχάλη, όστις, ως πρώτον συνταγματικόν κατόρθωμα, επέδραμεν, ως άλλος Ιβραχίμ πασάς, κατά των Καλαμών, άς, καίπερ φρουρουμένας υπό των Γάλλων, ελεηλάτησεν.

Απέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων της τε Ύδρας και της Μάνης, τι ώφειλε να πράξη ο Καποδίστριας; Δυοίν θάτερον: ή να παραιτηθή αμέσως και επιστρέψη εις Γενεύην, όπως διέλθη το γήρας αυτού μετά του φίλου Έυναρδ, ή η υφισταμένη Κυβέρνησις αυτού εντός των δικαιωμάτων αυτής να αντιτάξη δραστηρίως βίαν κατά της Ύδρας και Μάνης, περιορίζουσα την κατ' αυτής ανταρσίαν της περαιτέρω γενικεύσεως. Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ώφειλε να δώση την παραίτησιν προς τας τρεις Δυνάμεις, και να εγκαταλείψη χάριν των Μανιατών και Υδραίων την πατρίδα και λαόν ολόκληρον, όστις ευρών πόρους ζωής, εμπόριον, ναυτιλίαν, κατάπαυσιν της πειρατείας και κιβδηλείας και ευτυχίαν εν τη απελπισία ηυλόγει και ηγάπα αυτόν υπερβολικώς. Κατά δε την δευτέραν ώφειλε να αντιτάξη βίαν κατά των ανυποτάκτων, ίνα εξαναγκάση αυτούς εις υποταγήν· δυστυχώς όμως ο μέγας εκείνος διπλωμάτης, ο τας τύχας όλης της Ευρώπης κατά τας δύο πρώτας δεκαετηρίδας του ΙΘ' αιώνος εις χείρας αυτού συγκρατήσας, δεν ηδυνήθη να εννοήση, ως ώφειλε, χάριν της σωτηρίας της πατρίδος, να προσοικειωθή τους ισχυρούς του τόπου και διά μέσων, άπερ αυτός οίδε, να καταστήση αυτούς χειροήθεις, αλλά προσοικειωθείς τον λαόν, εν αυτώ εζήτησεν άπασαν αυτού την δύναμιν, ήν κατέθραυεν η των ισχυρών επιβολή. Και εζήτησε μεν νυν, κατά το Ε' Ψήφισμα της εν Άργει Δ' Εθνοσυνελεύσεως (7 Ιανουαρίου 1830), να παράσχη τας αποζημιώσεις των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, του στρατού του Καραϊσκάκη, των σωμάτων του Μεσολογγίου και της φρουράς της Ακροπόλεως Αθηνών, αλλ' αι νήσοι εζήτουν δύο εκατομμύρια και εννεακοσίας χιλιάδας ταλλήρων Ισπανικών ως αποζημιώσεις και οι της ξηράς στρατιωτικοί πεντήκοντα τέσσαρα εκατομμύρια τουρκικών γροσίων.

Πάντες ούτοι εζήτουν αυτά άνευ τίτλων, αποδείξεων δαπάνης και βασίμων μαρτυριών. Τεσσαράκοντα πλοιοκτήται ήσαν Υδραίοι ζητούντες 1,220,000 ταλλήρων, τριάκοντα Σπετσιώται 1,000,000 ταλλήρων και οι Ψαρριανοί 700,000. Προς δε την αποσταλείσαν προς εξέλεγξιν των παραπόνων αυτών πενταμελή επιτροπήν εκ του Μεταξά, Γενοβέλη, Μαυρογένη, Μαγγίνα και Αντωνοπούλου, οι ταραχοποιοί δημοτικοί σύμβουλοι της Ύδρας παρέστησαν και πάλιν κομπορρημονούντες και αξιούντες ούτε ολίγα ούτε πολλά 18,000,000 φοινίκων!

Η Εθνοσυνέλευσις καθώς και ο Καποδίστριας απεφάσισαν να πληρώσωσιν 1,000,000 ταλλήρων ταις νήσοις εις γαίας, χρήματα και γραμμάτια, ή το όλον των 2,900,000 ταλλήρων εις μόνον γαίας. Αλλ' ο μέγας αληθώς πατριώτης Κουντουριώτης εύρε την ευκαιρίαν να θέση την μάχαιραν εις τον τράχηλον της Ελλάδος, ζητών το όλον ποσόν 2,900,000 ταλλήρων εις χρήματα και τόκον μέχρις ού αποπληρωθή το ποσόν τούτο (τόκον ετήσιον 1,400,000 φοινίκων). Φυσικώς ούτε η Κυβέρνησις ούτε η Γερουσία, απεδέξατο την τοκογλυφικήν ταύτην αίτησιν, ήτις δεν εβασίζετο επί αποδείξεων, αλλ' επί των παραλόγων φωνασκιών των πλοιοκτητών, τινές των οποίων ελαχίστας υπέστησαν ζημίας. Διότι, κατά τινας υπολογισμούς, τα μεγαλείτερα πλοία της εποχής εκείνης των νησιωτών δεν ήσαν μεγαλείτερα των 300 τόννων, έν δε πλοίον των 300 τόννων κατά τας υψηλοτέρας διατιμήσεις των τότε ναυπηγών της Γαλλίας, δεν ηδύνατο να στοιχίση εν τη ναυπηγία αυτού περισσότερον των 25,000 φράγκων. Άρα πάντα τα πλοία, άπερ δεν ήσαν βεβαίως και πάντα των 300 τόννων, και δεν απωλέσθησαν πάντα κατά τον επταετή αγώνα, δεν ηδύναντο να απαιτήσωσιν αποζημίωσιν ούτε 1,000,000 ταλλήρων.

Εν τούτοις, ο Καποδίστριας, όστις ήλπισεν, ότι ηδύνατο να ευχαριστήση αυτοίς διά πληρωμής μικρού τινος ποσού απέναντι των απαιτήσεων απέστειλεν, επί τη γνωμοδοτήσει της πενταμελούς επιτροπής, προς τας δημοτικάς αρχάς των _τριών νήσων_ 50,000 ισπανικών ταλλήρων συγχρόνως δε εκήρυξε (12)24 Μαρτίου 1830) την Ύδραν _ελεύθερον λιμένα επί πενταετίαν_, όπως ανορθώση το καταπεπτωκός εμπόριον. Τα εκ του τελευταίου όμως τούτου μέτρου πλεονεκτήματα ανηρέθησαν όλως διά της αυξήσεως των επί της εισαγωγής και εξαγωγής δασμών, οι δε κεχολωμένοι Υδραίοι ούτε διά του δώρου της ατελείας κατεπραΰνθησαν, ούτε διά της πληρωμής μέρους τινός των απαιτήσεων αυτών. Ενεκολπώθησαν χωρίς της ελαχίστης ευγνωμοσύνης τας 25,000 ισπανικών ταλλήρων, άτινα εδόθησαν τη Ύδρα — 16,000 εδόθησαν ταις Σπέτσαις και 9,000 τοις Ψαροίς — και εξηκολούθουν έτι μεγαλοφωνότερον απαιτούντες την υπό του Κράτους πληρωμήν ολοκλήρου του χρέους. Τέλος απεφάσισεν ο Κυβερνήτης να προτείνη αυτοίς οριστικήν εξόφλησιν δι' 6 εκατομμυρίων φοινίκων, ών έν τρίτον έμελλε να δοθή εις κτήματα, έτερον εις ομολογίας και το υπολειπόμενον εις μετρητά εκ του ελπιζομένου δανείου, ή και σύμπασα η ποσότης εις εθνικά κτήματα, αλλ' οι νησιώται ουδέν ήθελον να ακούσωσι περί του συμβιβασμού εκείνου, και επέμενον απαιτούντες την υπό του Κράτους αναγνώρισιν ολοκλήρου του χρέους, και την παρά τη εθνική χρηματιστική τραπέζη κατάθεσιν του φανταστικού αυτού κεφαλαίου επί τόκω 8 ο)ο, ού οι ετήσιοι τόκοι ήθελον αναβαίνει, ως είπομεν ανωτέρω, εις 1,440,000 φοινίκων. Την αξίωσιν ταύτην απέκρουσεν εντόνως ο Καποδίστριας διότι εν τη κακή τότε καταστάσει της τραπέζης δικαίως εφοβείτο ο Κυβερνήτης, ότι ήθελε παντελώς καταστραφή η πίστις αυτής, αν επεβαρύνετο διά νέου χρέους. Ούτω το περί αποζημιώσεως ζήτημα έμεινεν άλυτον, η μεταξύ της κυβερνήσεως και των Υδραίων διάστασις παρετείνετο, και αι ιδέαι της Ιουλιανής επαναστάσεως εύρον στήριγμα εν Ύδρα απτά υλικά συμφέροντα.

Τοιαύται ήσαν αι απαιτήσεις των νησιωτών και η αδιάσειστος αυτών απόφασις, όπως, εάν μη αποζημιωθώσιν αντιστώσι κατά της Κυβερνήσεως. Και δεν εμιμήθησαν οι γεννάδαι τους απαιτητάς αποζημιώσεων των κατά ξηράν στρατευμάτων, οίτινες ήσαν ουκ ολίγοι. Αλλ' αι απαιτήσεις αύται ήσαν δίκαιαι και συγκαταβατικαί. Ο δε στρατηγός _Ιωάννης Ράγκος_, λέγει φιλέλλην ιστοριογράφος της εποχής, έδειξε πρώτος το παράδειγμα της αποδοχής των δοθεισών αποζημιώσεων και τοιουτοτρόπως εξώφλησαν οι πλείστοι απαιτηταί.

Οι Υδραίοι όμως απορρίψαντες τας προτάσεις του Καποδιστρίου εξέφραζον αγανάκτησιν κατ' αυτού, επιλαθόμενοι, ότι κατέστρεφον ου μόνον την πατρίδα, αλλά τα ίδια αυτών ανδραγαθήματα, τας ιδίας αυτών, κατά τον μακρόν αγώνα, θυσίας. Υπάρχουσι χιλιάδες Ελλήνων τού τε εξωτερικού και εσωτερικού και εκατοστύες φιλελλήνων, εκ των ευγενεστέρων της Ευρώπης οικογενειών, δουκών, λόρδων και κομητών, χύσαντες το αίμα αυτών και θυσιάσαντες την ουσίαν υπέρ της Ελλάδος, και όμως τα τέκνα αυτών ουδέποτε εζήτησαν ούτε οβολόν.

Την τοιαύτην κατάστασιν της Ελλάδος καθίστων έτι δεινοτέραν, ως και ανωτέρω είπομεν, αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως ο εν Σμύρνη εκδιδόμενος υπό του _Βλακ_ (78) «_Ταχυδρόμος της Σμύρνης_» η εν Ναυπλίω «_Ηώς_» του Ε. Αντωνιάδου και ο εν Ύδρα «_Απόλλων_» του Αναστασίου Πολυζωίδου, νέου Θεσσαλού άρτι εκ Παρισίων επανακάμψαντος και εμπεφορημένου υπό επαναστατικών ιδεών. Ούτος ζητήσας να εκδώση εν Ναυπλίω την εφημερίδα αυτού κατεδιώχθη και φυγών μετέβη εις Ύδραν, ένθα έτυχε της αναγκαίας υποστηρίξεως και εξέδιδε τον «_Απόλλωνα_». Αι κατά του Κυβερνήτου αδολεσχίαι των εφημερίδων τούτων επί τοσούτον επιθετικότητος ίκοντο, ώστε ο Αντωνιάδης, συντάκτης της «_Ηούς_» κατεδιώχθη δικαστικώς, ένεκα της ελευθέρας γλώσσης της εφημερίδος αυτού, κατηγορήθη επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας και προυφυλακίσθη· η δε _Ηώς_ επαύθη. Μόλις μετά πολύμηνον κάθειρξιν εξεδόθη απόφασίς τις, δι' ής ο κατηγορούμενος ηθωώθη. Το δικαστήριον εθεώρησε την στέρησιν της προσωπικής ελευθερίας, ήν υπέστη ο Αντωνιάδης, ως προσήκουσαν ανταπόδοσιν της ελευθέρας πολιτικής κρίσεως, ήν είχε τολμήσει ο συντάκτης της «_Ηούς_». Η προς τον άνδρα τούτον συμπεριφορά της Κυβερνήσεως ενέπνευσε μεν τρόμον και αγανάκτησιν τοις δημοσιογραφούσιν, αλλά δεν εφόβισεν ούτε απέτρεψε και άλλους της οδού, ήν εκείνος εβάδισεν.

Ο εν Ύδρα εκδιδόμενος «_Απόλλων_» επετίθετο λάβρως κατά του Κυβερνήτου αποκαλών αυτόν τύραννον, ρωσόφρονα και παροτρύνων τον λαόν εις ανταρσίαν.