Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 24

Chapter 2444 wordsPublic domain

Νυν δε ακριβώς είχεν επιστή η στιγμή, καθ' ήν ο Κυβερνήτης έχρηζεν ισχυράν και από κοινού υπό των τριών Δυνάμεων προσφερομένην υποστήριξιν, χρηματικά δηλαδή βοηθήματα και στρατόν, στιγμή, καθ' ήν αδιαφορία της λονδινείου συνόδου ήθελεν έχει ολεθρίας τας συνεπείας. Η Αγγλία και η Γαλλία ήσαν ήδη κατά το φθινόπωρον του 1830 εν αγωνιώδει ανησυχία ένεκα της βελγικής επαναστάσεως, η δε Ρωσία ησχολείτο περί τα τέλη του έτους τούτου αποκλειστικώς περί την κατάπνιξιν της πολωνικής επαναστάσεως. Αν δε η εν Λονδίνω σύνοδος και πρότερον ήδη ευχαρίστως παρέβλεπε στραβίζουσα το ελληνικόν ζήτημα, νυν όμως εξηφανίσθη παντελώς εκ των βλεμμάτων αυτής η τύχη του προστατευομένου αρτισυστάτου κρατιδίου, περί ού άπαξ έτι μόνον, καθ' όλην την χρονικήν περίοδον, από της παραιτήσεως του Λεοπόλδου μέχρι της δολοφονίας του Κυβερνήτου, ωρμήθησαν εις αφανή τινα δραστηριότητα οι πληρεξούσιοι, και κατώρθωσαν μεταβολάς τινας του Φεβρουαριανού πρωτοκόλλου. Διά του εκ πέντε άρθρων πρωτοκόλλου της 19)1 Ιουλίου 1830 ώρισαν ότι τα τοις καθολικοίς παραχωρηθέντα προνόμια ουδεμίαν επέβαλλον τη ελληνική κυβερνήσει υποχρέωσιν προς βλάβην του επικρατούντος εν τη χώρα θρησκεύματος, και ότι καθίστατο πλήρης ισότης αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των οπαδών πάσης χριστιανικής θρησκείας. Προς τούτοις δε, ότι διά της ιδρύσεως ανεξαρτήτου μοναρχίας εν Ελλάδι ουδαμώς παρεβλάπτετο το πολίτευμα και οι θεμελιώδεις νόμοι της χώρας, Η σύνοδος επέμεινεν εις την οροθετικήν γραμμήν του φεβρουαριανού πρωτοκόλλου, και εδήλωσεν ότι οι επί της οροθεσίας επίτροποι ήθελον μεταβή ό,τι τάχιστα επί τόπου προς έναρξιν των εργασιών αυτών, αλλά μεθ' όλα ταύτα μόλις συνήλθον οι επί της οροθεσίας επίτροποι περί τας αρχάς του 1831 επί τόπου. Εν πρώτοις διεπραγματεύθησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Τούρκον επίτροπον _Χατζή Ισμαήλ βέην_ ως προς την εκκένωσιν της Ευβοίας και Αττικής, και την υπό των Ελλήνων ετέρου εγκατάλειψιν του Αμβρακικού κόλπου και της Βονίτσης. Η κυρία όμως δυσχέρεια ως προς την εκκένωσιν της Αττικής προήρχετο εκ τούτου, ότι ο _Ομέρ πασάς_ και πάσαι αι τουρκικαί αρχαί είχον δηλώσει, ότι δεν ηδύναντο να πληρώσωσι τους καθυστερουμένους μισθούς τοις υπ' αυτόν ανδράσιν, ούτε να πείσωσιν επομένως αυτούς εις αποχώρησιν, πριν ή παρείχοντο αυτοίς τα προς τούτο μέσα διά της πωλήσεως των ιδιωτικών κτημάτων. Προύτεινε δε ο Τούρκος επίτροπος προς τον Κυβερνήτην, να αγοράση ούτος αντί 200-300,000 ισπανικών ταλλήρων πάντα τα εν ταις χώραις εκείναις ευρισκόμενα τουρκικά κτήματα. Αλλ' ο Καποδίστριας εδήλωσεν, ότι δεν ευρίσκετο εν καταστάσει να προμηθευθή το τίμημα, ένεκα των από της τελευταίας γαλλικής επαναστάσεως επελθόντων συμβάντων. Ηνέχθη δε κατ' ανάγκην βλέπων την Αττικήν και την Εύβοιαν δηουμένας υπό τουρκικών επιδρομικών αποσπασμάτων, και πυρπολούμενον, περί τα τέλη Αυγούστου 1830, το ήμισυ του αττικού ελαιώνος, ού εκάησαν υπέρ τας 50,000 ελαιών. Ενώ δ' εφρόντιζε να εύρη, διά δανείου, τα αναγκαιούντα χρήματα, και υπεβάλλετο σύναμα εν τω μεταξύ εις εκτάκτους δαπάνας, και υπεστήριζε τους εκ Κρήτης πρόσφυγας — διότι την νήσον ταύτην είχεν ήδη προσφέρει εις πώλησιν και παραδώσει μάλιστα τω Μεχμέτ Αλή η Πύλη — βραδέως προέβαινον αι οροθετικαί εργασίαι. Μόλις δε η Αττική είχεν εκκενωθή, και τούτο ουχί εντελώς υπό των Τούρκων, τον δε Ιανουάριον του 1831 μετέβη εις Αθήνας ο Κυβερνήτης, ίνα συσκεφθή μετά των επιτρόπων.

Αλλά και του Καποδιστρίου εις Αττικήν ελθόντος, ουδέν επήλθεν οριστικόν αποτέλεσμα· η εντελής εκκένωσις της Αττικής και Ευβοίας εχρόνιζεν αναβαλλομένη. Κατά την πώλησιν επίσης των ιδιαιτέρων κτημάτων πολλαί ανεφύησαν δυσχέρειαι. Η επιτροπή, ήν είχε διορίσει ο Καποδίστριας προς εξέτασιν των νομικών απαιτήσεων των πωλητών και λύσιν του ζητήματος, αν τα αδέσποτα κτήματα ανήκον πρότερον τω Κράτει ή τοις δζαμίοις, κατηγορείτο επί αμαθεία ή αδικία. Ξένοι δ', ως ο _Σερ Πούλτνεϋ Μάλκολμ_ και η δούκισσα της _Πλακεντίας_, γνωστή τω Κυβερνήτη εκ Παρισίων και Ρώμης μετά της θυγατρός αυτής, ηγόρασαν σπουδαίας εκτάσεις εν τη πόλει και τοις περιχώροις των Αθηνών. Και της μεν Πλακεντίας σώζονται εισέτι εν μεν Αθήναις τα _Ιλίσσια_, λαμπρόν μέγαρον παρά τον Ιλισσόν, χρησιμεύον σήμερον ως στρατών των Πυροβολικών Συνταγμάτων, παρά δε την Πεντέλην κατά την ωραίαν επαρχιακήν οδόν, δεξιά τω εις την μονήν εξ Αμαρουσίου βαίνοντι, αι αγροικίαι «Plaisanse» εγκαταλελειμμέναι εις την ιδίαν τύχην (76). Ο στρατηγός _Ιωάννης Ράγκος_ ηγόρασε παρά Τούρκου ιδιοκτήτου την _Δεκέλειαν_ (Τατόι) το σημερινόν μέγα και ωραίον βασιλικόν κτήμα, αλλ' ηναγκάσθη παρά του δικαιοτάτου εκείνου κυβερνήτου να αποδώση αυτό, επί τη ελπίδι ότι θα εθεωρείτο ως εθνικόν κτήμα. Εν τούτοις οσημέραι ηύξανεν εν Ελλάδι η επίδρασις της ιουλιανής επαναστάσεως της Γαλλίας. Το μυστικόν πνευματικόν πυρ, όπερ διαχέει πάντοτε επί της Ευρώπης πάσα γαλλική επανάστασις, εισεχώρει ολονέν βαθύτερον εν Ελλάδι.

«Η κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκεια, έγραφε μετά τίνος υπερβολής ο εν Αθήναις πρόξενος της Αυστρίας _Γροπ_, κατέστη ομόφωνος. Κατεμέμφθησαν αυτού, ότι χάριν ατομικών σκοπών παρεβίασε το σύνταγμα και δεν συνεκάλει την Εθνικήν συνέλευσιν, και ότι κατεπολέμει την ελευθερίαν του τόπου. Ούτω δε σπουδαίαι ταραχαί εξερράγησαν εν Μάνη, εν Ύδρα δε και Σπέτσαις έφθασεν ο ερεθισμός εις το έπακρον, και ήθελε βεβαίως εκραγή εις έργα, αν δεν εφοβούντο οι άνθρωποι τας διαθέσεις των συμμάχων Δυνάμεων, και δεν ήλπιζον ότι η προσεχής εκλογή ηγεμόνος ήθελε θέσει τέρμα εις τας αισχράς εκείνας καταχρήσεις της βίας, άς απετόλμα η οικογένεια Καποδιστρίου. Η πώλησις των τουρκικών κτημάτων παρέσχε προς τοις άλλοις ευάρεστον πόρον εις τους αδελφούς και οικείους του Κυβερνήτου. Οι επαναστάται Μανιάται συνηθροίσθησαν εν Μαραθονησίω, όπως βαδίσωσι κατά του Ναυπλίου και ελευθερώσωσιν εκεί τον οπλαρχηγόν αυτών Πετρόμπεην, φυλακισθέντα τη διαταγή του Κυβερνήτου. Ο Κυβερνήτης μετέβη εις απάντησιν αυτών, αλλά δεν κατώρθωσε την υποταγήν των, καίτοι προσπαθήσας να δελεάση αυτούς διά χρημάτων». Πράγματι η αντιπολίτευσις είχε φθάσει εις το άκρον άωτον των κατά του Κυβερνήτου ραδιουργιών και τεχνασμάτων αυτής, τα πάντα μηχανευομένη ίνα καταρρίψη το εδραίον οικοδόμημα, όπερ ανήγειρεν ο Καποδίστριας.

Νέος τις ταγματάρχης, ο _Τσάμης Καρατάσος_, εξεμεταλλεύθη την παρά τοις συστρατιώταις αυτού επικρατούσαν από της ιουλιανής επαναστάσεως έξαψιν, όπως υψώση την σημαίαν της ανταρσίας κατά του Καποδιστρίου. Ην τότε η εποχή, καθ' ήν η ελληνική νεολαία εθέλγετο και εμέθυεν εκ της αναγνώσεως των αντικαποδιστριακών διαλόγων του _Αδαμαντίου Κοραή_, του σοφού εκείνου χίου γέροντος, όστις από φιλτάτου του Καποδιστρίου ως εμφαίνεται εκ του διαλόγου αυτού: «_Δημοχάρης Πασιχάρης_» δημοσιευθέντος εν τω α' μέρει του Αρριανού των Επικτήτου Διατριβών (77) και εκ των επιστολών αυτού προς τον Κυβερνήτην αίτινες γραφείσαι εν μέσω του πυρός της γαλλικής επαναστάσεως ανερρίπιζον το μίσος κατά του Καποδιστρίου, εγένετο ασπονδότατος πολέμιος.

Προς τούτοις, ότι ο Κοραής ην φίλος του Καποδιστρίου εμφαίνεται και εκ των δε των παραινέσεων, άς αποτείνει προς τους Έλληνας: Ο Καποδίστριας υπάγει εις την Ελλάδα με σκοπόν και τας δημαγωγίας να παύση και την αυτονομίαν της Ελλάδος να σώση, και διά τούτο ο ανήρ είναι άξιος πάσης πίστεως, τον Τιμολέοντα του Πλουτάρχου απεφάσισεν ο Καποδίστριας ν' αναστήση, διά να δείξη εις όλην την φωτισμένην Ευρώπην, ότι η σημερινή Ελλάς γεννά όχι μόνον αγωνιστάς ελευθερίας, ίσους των παλαιών αυτής αγωνιστών, αλλ' ακόμη και πολιτικούς άνδρας ικανούς να την στηρίξωσι με Τιμολεοντικήν φρόνησιν.» Αν μη εσκόπει την ευδαιμονίαν της Ελλάδος ο Καποδίστριας, «δεν ήθελε τολμήσει (λέγει ο Κοραής) να δεχθή των Ελλήνων την πρόσκλησιν». Φοβείται δε μόνον μήπως «ο νέος Τιμολέων εμπέση εις τας παγίδας των Φαναριωτών, ών ο μολυσμός είναι βαθύς και δυσέκπλυτος».

Ο Κοραής εγνώρισε, κατά πρώτον, τον Καποδίστριαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1815, λέγει ο _Διονύσιος Θερειανός_ εν τω πολλού λόγου αξίω διτόμω συγγράμματι αυτού: _Αδαμάντιος Κοραής_ «με ευχαρίστησιν πολλήν», ως λέγει. Τη 22 Σεπτεμβρίου 1818 έγραφε προς τον _Παντολέοντα Βλαστόν_, «μη νομίσης κολακείαν το οποίον δίδω επίθετον _καύχημα της Ελλάδος_. Η ολιγοχρόνιος μ' αυτόν συναναστροφή με τον έδειξε τοιούτον, και δεν πιστεύω ότι με ηπάτησεν. Εγώ φεύγω φυσικά τους μεγάλους, διά φόβον μη φανώ απ' ό,τι είμαι πολύ μικρότερος, καθώς το πάσχουσιν οι νάνοι, όταν ανοήτως πλησιάζωσι τους γίγαντας. Αυτός εζήτησε να με γνωρίση και μ' έδειξε φρονήματα όντως ελληνικά. Είθε από τοιαύτα φρονήματα να γεμισθώσιν όλων των νυν Γραικών αι κεφαλαί απ' αυτά μόνα ελπίζεται η σωτηρία της Ελλάδος». Ήδη λοιπόν από του 1818 εκήρυττεν ο Κοραής την αγνήν και θερμήν του Καποδιστρίου φιλοπατρίαν. Αλλ' ολίγω ύστερον, ένεκα της προς τον Κόδριγκτον έριδος, υπώπτευσεν ο σφόδρα φιλύποπτος Χίος, την ομολογουμένην του επιφανούς Κερκυραίου ειλικρίνειαν. «Ο Καποδίστριας (έγραφε τη 7 Σεπτεμβρίου 1819) ήλθεν εις επίσκεψίν μου ευρισκόμενος εδώ· αλλά κατά δυστυχίαν ήλθεν εις καιρόν άλλων πολλών επισκέψεων, συνήθων τας Κυριακάς, και ημποδίσθην να τον λαλήσω τινά αναγκαία παραπονήματα. Ίσως και αυτός προβλέπων αυτά, εδιάλεξεν επίτηδες την Κυριακήν». Και τη 16 Νοεμβρίου: «Ουδ' εγώ δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από τον Καποδίστριαν. Σε είπα την υποψίαν μου, ότι εδιάλεξε την Κυριακήν να έλθη προς εμέ, διά ν' αποφύγη τα παράπονά μου. Περί δε του φρονήματος της δόξης δεν παρετήρησα μεταβολήν ουδεμίαν, παραβάλλων την τελευταίαν με τας προτέρας ομιλίας του. Τι παράδοξον αν έπαθε και τοιαύτην δυστυχίαν; Η δόξα είναι βαρύτατον φαγητόν· ολίγα στομάχια ισχύουν να την χωνεύσωσιν»· Ο Καποδίστριας απεδείχθη ουδέν ήττον υπέρτερος των φιλυπόπτων του γέροντος Κοραή υπαινιγμών. Άμα αναγνούς τα προλεγόμενα εις τον πρώτον τόμον των Επικτήτου Διατριβών, έσπευσεν αυθορμήτως να εκφράση προς τον Κοραήν ένθερμον ευχαριστίαν, εξ Αγκώνος δε, τη προτεραία του εις Ελλάδα πλου, επέστειλε τη 2 Δεκεμβρίου 1827 προς τον σοφόν αυτού επαινέτην μακρόν γράμμα, επαγγελλόμενος να μιμηθή κατά τα ενόντα τον Τιμολέοντα και να επιτελέση επ' αγαθώ της Ελλάδος, όσα ο Κοραής ήλπιζε παρ' αυτού. «Μακαρία η πατρίς, αν πράξη όσα με υπόσχεται εις την επιστολήν του! και μακάριος αυτός αν φιλοτιμηθή να κατασταθή ευδαίμων από την ευδαιμονίαν της πατρίδος!» Αλλά και επί τη υποθέσει ότι ο Καποδίστριας προσκόπτων εις απροσδόκητα κωλύματα, έμελλε να φανή ήσσων των περί αυτού προσδοκιών, μη διά τούτο ήτο άξιος κατακρίσεως; «Ακόμη και αν υποτεθή άλλος παρ' ό,τι ηλπίζετο (έγραφεν ο Κοραής τη 15 Οκτωβρίου 1828), η αχρειεστάτη διαγωγή και κυβέρνησις των προ αυτού, τον έκαμαν αναγκαίον. Χωρίς αυτόν εκινδύνευσε και το σωθέν από τας σφαγάς μέρος των Ελλήνων να εξαλειφθή ολότελα από το πρόσωπον της γης. Έπειτα πρέπει να συλλογισθώμεν και τούτο. Πιθανόν ή μάλλον βέβαιον κρίνω, ότι αυτός δεν έχει εξουσίαν να πράξη τίποτε αφ' εαυτού και η τύχη μας τώρα πλέον κρέμαται από τους θεοπέμπτους ευεργέτας μας». Αποκρινόμενος δε και προς την εξ Αγκώνος επιστολήν του Καποδιστρίου, έγραφε τη 5 Ιανουαρίου 1828 «Η πατρίς όλη σε παρακαλεί δι' εμού να έχης εις πάσαν σου πράξιν και βουλήν ακαταπαύστως προ οφθαλμών τον πρόγονον Τιμολέοντα, και απ' αυτόν να λαμβάνης συμβουλήν. Ο ακαταπαύστως κυλιόμενος ούτος βίος άλλο δεν αφίνει εις την εξουσίαν μας, παρά να δράξωμεν νομίμως το οποίον εις καθένα ήνοιξεν η Πρόνοια στάδιον μικρόν ή μέγα. Το ανοιχθέν εις σε από την Πρόνοιαν στάδιον, υπερβαίνει και το πολύ· επειδή σου εμπιστεύθη ολοκλήρου έθνους ευδαιμονίαν. Είν' απ' εκείνα τα στάδια, τα οποία δεν ανοίγονται πλην μίαν φοράν εις κάθε 500 ή 1000 έτη. Γνωρίζεις εκ της παλαιάς Ιστορίας πώς το έτρεξεν ο Τιμολέων, και εκ της νέας πώς ο Ναπολέων. Ο δυστυχής ούτος μέγας άνθρωπος αλλ' όχι μέγας ανήρ, είχε πολύ πλειότερα του Τιμολέοντος μέσα και βοηθήματα να το τρέξη λαμπρώς, αλλά του έλειπεν ο θειότατος έρως της κοινής ευδαιμονίας, όστις επύρωνε την γενναίαν ψυχήν του Τιμολέοντος. Sapienti satis. Συγχώρησε και τα ολίγα ταύτα εις γέροντα, όστις δεν εκολάκευσεν ουδέ νέος ών ποτε κανένα.»

Δεν ηρκέσθη ο Κοραής παραβαλών τον Καποδίστριαν προς τον Τιμολέοντα, αλλά και εδήλωσεν εκ του προτέρου ότι, αν συνέβαινε να μη αρέση ο Κυβερνήτης προς πάντας τους Έλληνας, ουδέν θαυμαστόν· διότι μήπως και ο Τιμολέων ήρεσε προς πάντας τους Συρακοσίους;

Είπε τις των παλαιών αστειευόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τις τοις πάσιν αρεστός, πλην αν γίνη _ζαχαρόπηττα_, «ει μη πλακούντα γενόμενον». Ταύτα δε αναλογιζόμενος, ποιείται αλλαχού ο Κοραής παντοίους επαίνους περί του Καποδιστρίου, ως «θεραπεύσαντος με το παράδειγμά του την τιτλοτυφίαν, πρώτος αυτός παύσας να ονομάζεται κόμης», ως εγκαινίσαντος την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον και ιδρύσαντος πολλά στοιχειώδη σχολεία και διδασκαλεία· προς τούτοις απολογείται αυτού, παρ' αξίαν κατηγορηθέντος, ότι δήθεν εθήτευε τη ρωσική αυλή, ούτω δε αυτός ο Κοραής ανακηρύττει τον Καποδίστριαν _πολλής φρονήσεως και μεγάλης αρετής άνδρα_. Νοείται οίκοθεν, ότι ο φρόνιμος και ενάρετος άνθρωπος, δεν πρέπει να νομίζηται και όλως αδιάπτωτος. «Ο Κυβερνήτης δεν είναι αναμάρτητος (έγραφεν ο Κοραής τω 15 Μαρτίου 1829)· πλειοτέρας αφορμάς και πλειοτέρους πειρασμούς αμαρτημάτων έχει παρά κανέν' άλλον πολίτην, έχει παλαιόν παράδειγμα προγονικόν του Τιμολέοντα, όστις υπέφερε των κακών δημαγωγών τας φλυαρίας».

Αλλ' επί τέλους οι εν Αιγίνη και Ύδρα εμμανέστατοι του Κυβερνήτου αντίπαλοι, κατώρθωσαν να σαγηνεύσωσι τον απειρόκακον της ελευθερίας και της ισονομίας εραστήν, Κοραήν. Ο Κοραής εγένετο απηνής του Καποδιστρίου κατήγορος, χωρίς ευλόγου αιτίας, αλλά μόνον εξ ευπιστίας προς βεβουλευμένας διαβολάς, αποθέμενος αίφνης κατά την πρεσβυτικήν αυτού ηλικίαν την θαυμαστήν εκείνην νηφαλιότητα της κρίσεως και την περί την γνώμην εγκράτειαν, ήτις επανθεί εις πάντα αυτού τα φιλολογικά και τα άλλα μελετήματα. Τούτου δ' ένεκα ο μικρόν πρόσθεν δικαίως υποληφθείς εφάμιλλος του Τιμολέοντος ζηλωτής, διεσύρθη μετ' ολίγον ως τύραννος, πονηρότερος και αυτού του Φαλάριδος, και ως προδότης, χείρων και αυτού του παρά τοις αρχαίοις εστηλιτευμένου φιλοπέρσου Αρθμίου του Ζελείτου. Η πρώτη κατά του Κυβερνήτου διατριβή του Κοραή, συνταχθείσα κατά τον Σεπτέμβριον του 1830 εν είδει διαλόγου, επιγράφεται: «_Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από τους Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας διάλογος δύο Γραικών (Λασθένους και Χαριλάου), εκδομένος από τον Γ. Πανταζίδην._»

«Θαλεράν και αγήρων έχων την μνήμην των μεγάλων και εξαισίων της Γαλλικής Επαναστάσεως αρχών, λέγει ο Θερειανός καταφέρεται ο ψευδώνυμος Πανταζίδης, χωρίς τινος ανακοπής εναντίον αυτοκρατόρων, βασιλέων και πάντων των «αντιχρίστων ολιγαρχικών», εγκωμιάζων «τον μόνον κυρίαρχον λαόν.» Ως Έλλην άγαν φιλόπατρις, αποστρέφεται την Ιεράν Συμμαχίαν, αλλά δεν παρέρχεται όλως εν σιγή και τας παρεκτροπάς των Ελλήνων. Ουδαμώς αρνούμενος τας μωράς διχονοίας των προεστώτων, κηρύττει ότι «τα πλείστα έπαθεν η Ελλάς από τον Μετερνίχον, από τον άγγλον αρμοστήν της Επτανήσου, τον άγριον Μαιτλάνδον, από τον αυτόχειρα Καστελρήγον, υπουργόν βασιλικόν της Αγγλίας, και εσχάτως από τον μωρότατον πάντων των διπλωματών, και παρελθόντων και παρόντων Βελλιγκτώνα, όστις απελπισθείς πλέον διά την δούλωσιν της Ελλάδος, επενόησε την συσφίγξη ή μάλλον να την πνίξη εις όρια τόσον στενά, ώστε να ευρίσκεται εις αδιάλειπτον κίνδυνον να δουλωθή και δεύτερον».

Ο Κοραής ελπίζει εισέτι επί την τιμιότητα του Κυβερνήτου της Ελλάδος, αλλά . . . . . Ο Καποδίστριας είναι τίμιος άνθρωπος, αλλ' είναι περικυκλωμένος από πολλά κολακικά ανδράποδα, οποία ίσχυσαν να μεθύσωσιν αυτόν τον μέγαν Ναπολέοντα και να τον τυφλώσωσιν, ως εμέθυσε κ' ετύφλωσεν ο πολυμήχανος Οδυσσεύς τον τρομερόν Κύκλωπα. Του Κυβερνήτου η τιμιότης εφάνη μάλιστα εις την διοίκησιν των δημοσίων χρημάτων, αλλά μηδέν έδειξεν η πείρα, ότι η καταφρόνησις των χρημάτων, δεν συνοδεύεται πάντοτε με την καταφρόνησιν της δεσποτείας; Μη δεν εφάνησαν χρημάτων αφρόντιστοι πολλοί, και όμως πλεονέκται εξουσίας αχόρταστοι; «Χείρες μεν αγναί, φρην δ' έχει μίασμα τι», όλων δε των μιασμάτων το βρωμερώτατον είναι της δεσποτείας το μίασμα». Αδιστάκτως ομολογεί ο Κοραής ότι ο Κυβερνήτης «εξήπλωσε τα αλληλοδιδακτικά σχολεία· αυτά όμως (προσεπιλέγει) δεν είναι παιδεία, αλλά παιδείας θεμέλια καταγής κρυμμένα, επάνω των οποίων δεν ανεφάνη κανέν άξιον Ελλάδος κτίριον παιδείας Ελληνικής». Επαναλαμβάνει δε ο Κοραής, τα κατά του Καποδιστρίου υπό άλλων συγχρόνων κατηγόρων ειρημένα, ότι απηγόρευσε, δήθεν την εις τους μαθητάς των σχολείων παράδοσιν του Γοργίου και άλλων πλατωνικών διαλόγων, προσεπαγόμενος, «ότι μόνη η ελευθερία είναι γεννήτρια της αρετής, επειδή μόνη αυτή γεννά την μητέρα της φιλότητος ισότητα.» Επί πάσιν ελπίζει ευπίστως την σωτηρίαν της Ελλάδος παρά εφημεριδογράφων, δικαίως εγκωμιάζων την πατριαρχικήν χρηστότητα του ελληνικού λαού, όν παρομοιάζει προς γην αγαθήν, «ήτις ήθελε βλαστήσει και καρπούς αγαθούς, αν δεν επνίγετο από ζιζάνια».

Τοιαύτη υπήρξεν η προς τον Καποδίστριαν διαγωγή του εκ Χίου σοφού Έλληνος, ήτις ουκ ολίγον επεβάρυνεν εν τη πλάστιγγι των κατά του Κυβερνήτου αντενεργειών της αντιπολιτεύσεως, ήτις εν τέλει, επέτυχεν ούτινος εφίετο. Πράγματι η τύχη μεγάλων των εθνών αναμορφωτών απανταχού και πάντοτε υπήρξε πολύστονος και κακοτέρμων· το του Κυβερνήτου δόγμα «απόλυτος προ του νόμου ισότης των Ελλήνων» υπελήφθη ατόπως υπό τινων εκ των ισχυρών της χώρας ως νεκρικός κώδων του πολιτικού αυτών θανάτου, όθεν και εσχηματίσθη σθεναρά Αντιπολίτευσις, ήτις επικραταιωθείσα υπό των ξένων κατέληξεν εις ανταρσίας και εις τον όλεθρον του αναμορφωτού. Η _αντιπολίτευσις_ αύτη απηρτίζετο εκ διαφόρων στοιχείων, ήτοι υπό της διπλωματίας, των εν Ελλάδι ξένων, έκ τινων εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών και υπό τινων εκ των ισχυρών εγχωρίων. Από του 1824 ιδία, ενώ η τάλαινα Ελλάς εσφάδαζεν εν τω αίματι, αι Δυνάμεις ήριζον εν αυτή περί επιρροής, η δ' επί την Αρχήν της χώρας ανάρρησις ενός πρώην υπουργού της Ρωσίας εκρίθη υπό της διπλωματίας ως διατάραξις της εν επιρροή ισορροπίας, ήν επόθησε παντί μέσω να άρη· η Αγγλία είχε και ιδιαιτέρους λόγους δυσμενείας κατά του διπλωμάτου Καποδιστρίου, απορρέοντας εκ των εν Παρισίοις και εν Ακυϊσγράνω Συνεδρίων· ετέρωθεν ο αρχιστράτηγος Τσουρτς έγραφεν εις Αγγλίαν, ότι ο Κυβερνήτης εξερεθίζει τους Επτανησίους κατά των Άγγλων. Η Γαλλία, καί περ έχουσα προς τον άνδρα ευγνωμοσύνης λόγους, δεν ηνείχετο όμως και αυτή την διατάραξιν της εν επιρροή ισορροπίας, προς δε οι Γάλλοι είδον μετά δυσαρεσκείας τον Καποδίστριαν προτείνοντα διά τον θρόνον της Ελλάδος τέσσαρας πρίγκηπας, εξ ών ουδείς ην Γάλλος, ενώ αυτοί από του 1824 είχον υποδείξει ως ηγεμόνα της Ελλάδος Γάλλον πρίγκηπα, υπέρ του οποίου και θερμώς είχον εργασθή εν Ελλάδι· πρόσθετος λόγος της Αγγλογαλλικής δυσμενείας ην και το ότι ο Κυβερνήτης δεν απέκρυψε την αγανάκτησιν αυτού επί τω πρωτοκόλλω του Ιουλίου και το ότι βραδύτερον επιμόνως ηξίου την Κρήτην και Σάμον. Πλείστοι επίσης των εν Ελλάδι ξένων προσετέθησαν εις την Αντιπολίτευσιν δι' άλλους τε ιδιοτελείς λόγους και δυσηρεστημένοι, διότι ο Καποδίστριας είχεν εκδώσει εγκύκλιον μη επιτρέπουσαν την εις Ελλάδα διαμονήν των ξένων, αν ούτοι δεν έφερον τακτικά διαβατήρια και συστατικάς επιστολάς. Εκ δε των εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών τινές επίσης στηριζόμενοι επί της ευρυτέρας πνευματικής αυτών μορφώσεως ηξίουν διακρίσεις εν αξιωμάτεσιν, άς δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση ο Κυβερνήτης, όθεν και οι τοιούτοι ετάχθησαν εν τη Αντιπολιτεύσει και πρόβουλοι εγένοντο αυτής.

Δεν ηδύναντο να βλέπωσι τον Καποδίστριαν εργαζόμενον ενδελεχώς υπέρ της αποκαταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων, εν τη υπέρ της διαρρυθμίσεως αυτών προθυμία του Κυβερνήτου ενορώντες ροπήν τινα δήθεν προς την αυταρχίαν, προαγωγήν των οικείων αυτού συγγενών και φίλων και κατάθλιψιν των αγωνιστών και των δημοτικών ελευθεριών. Ωρισμένα δε κύρια της κατά του Καποδιστρίου αντιπολιτεύσεως αίτια ήσαν τάδε: α') δυσηρέστουν οι πλείστοι των ευνοουμένων τους στρατιωτικούς και προ πάντων ο Βιάρος και Αυγουστίνος Καποδίστριας γενικός επίτροπος των τε στρατιωτικών και πολιτικών, περί ού ο Κολοκοτρώνης λέγεται ότι είπε: «_καλλίτερα νάσπαζε το πόδι του, παρά που ήλθεν εδώ_». Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Νικόλαος Κριεζώτης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, Μήτσος Λιακόπουλος, Σπύρος Μήλιος, Ιωάννης Κλίμακας, Βασίλειος Μπούσγος και άλλοι οπλιτάρχαι εν ταις χιλιαρχίαις εγόγγυζον κατά του Καποδιστρίου ως αδικούμενοι, παρορώμενοι και περιφρονούμενοι, έγραψαν δε τη 15 Μαΐου 1829 εκ της παρά τους Δελφούς Αραχώβης (Ανεμωρείας) προς αυτόν την δε την αναφοράν:

«Εξοχώτατε Κυβερνήτα,

«Ο εκλαμπρότατος πληρεξούσιος τοποτηρητής ανεφέρθη αναμφιβόλως προς την Κυβέρνησιν περί των εδώ διατρεξάντων και με την προσωπικήν συνέντευξίν του θέλει εξηγηθή πληρέστερον περί αυτών. Ημείς οι υποφαινόμενοι, στοχαζόμενοι ότι ίσως τινές κακοποιοί άνθρωποι ειμπορούν να κάμουν παρεξηγήσεις εις την Κυβέρνησιν, προθυμοποιούμεθα να αναφερθώμεν και αμέσως εις την πατρικήν της πρόνοιαν διά να παραστήσωμεν την κατάστασίν μας και ποία τα αίτια, τα οποία μας παρεκίνησαν να ζητήσωμεν τα δίκαιά μας. Πρέπει να ήμεθα συγγνωστέοι εάν μακρηγορήσωμεν, διότι και η ύλη η οποία μας παρουσιάζεται είναι μεγάλη και ο αγών με τον οποίον αντεπαλαίσαμεν, αντιπαλαίομεν και μέλλομεν ν' αντιπαλαίσωμεν δεν είναι μικρός.

_Σεβαστή Κυβέρνησις_,

«Χωρίς να λάβωμεν καθ' όλου εις σκέψιν τα παρελθόντα, ας έλθωμεν να εξετάσωμεν τα της εποχής της παρούσης κυβερνήσεως: οι Έλληνες όλοι, η Ελλάς απηλπισμένη επροσκάλεσε Σε κυβερνήτην· είμεθα πλέον παραβέβαιοι, ότι η εξοχότης σας εχαίρετε και χαίρετε παντού την πλέον λαμπράν υπόληψιν και δεν ήλθετε εις την Ελλάδα παρά να την σώσετε· εις τούτο καθείς δεν αμφιβάλλει ή καθ' όσον παρατηρούμεν ότι τα πράγματα διά της θείας προνοίας και συνετής κυβερνήσεώς σας προοδεύουν κατά την επιθυμίαν όλων των καλών πατριωτών. Άμα επατήσατε το έδαφος της Ελλάδος, οποίους νόμους και αν εθέσετε εις το έθνος, όλοι εφάνησαν δεκτοί και οι Έλληνες αφωσιωμένοι προσηλώθησαν να τους φυλάξουν και δι' αυτούς και διά την σωτηρίαν της κοινής πατρίδος να χύσουν και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός των. Εθέσατε στρατιωτικόν οργανισμόν, ποίος δεν έστερξεν αμέσως; κανείς βέβαια δεν παρήκουσεν· οι Έλληνες επί τη βάσει αυτού του οργανισμού δεν επλήρωσαν τα ιερά χρέη των; η ανάστασις της Ρούμελης ας το μαρτυρήση· αι σημαίαι της ελευθερίας κυματούμεναι επάνω εις τόσα λαμπρά φρούρια και πόλεις ας δώσουν τους αποχρώντας λόγους. Έπειτα απ' όλα ταύτα τι ακολουθεί; αναμφιβόλως το να μην ενεργήται ο στρατιωτικός διοργανισμός μόνον και μόνον διά τους Έλληνας της Στερεάς Ελλάδος. Οι Έλληνες, Σ. κυβέρνησις, αφού έμειναν το έν δέκατον αφ' όσοι ήσαν, υπέκλιναν εις τον στρατιωτικόν οργανισμόν όχι μόνον διά να φονεύωνται, αλλά και να ζουν. Είναι βέβαιον ότι κανέν εμπόδιον δεν κάμνουν. Όταν λοιπόν δεν τρέφωνται από τους αγώνας των, πώς να ζήσουν; μήπως είναι μία ημέρα ή ένας μήνας αφότου στερούνται τα δίκαιά των; είναι, Σ. κυβέρνησις, μήνες έξ και περιπατούμεν εις τους επτά. Ότι λοιπόν ο στρατιωτικός οργανισμός δεν ενηργήθη, δεν μένει καμμία αμφιβολία· ότι πάλιν η Σ. κυβέρνησις δεν εφύλαξεν ισοσταθμίαν δικαιοσύνην εις όλα τα τέκνα της, και εις αυτό δεν μένει καμμία πρόφασις, διότι όλοι οι πολιτικοί όχι μόνον πληρώνονται κατά μήνα, αλλ' ηύξησαν και οι μισθοί των, μολονότι γράφουν με το αίμα των στρατιωτών μετασχηματισμένον εις μελάνην· οι ναύται πληρώνονται, οι τακτικοί παρομοίως και μόνον οι δυστυχείς Ρουμελιώται να μένουν τόσον καταφρονεμένοι, οι οποίοι πάντοτε εφάνησαν πρόθυμοι υπερασπισταί της πατρίδος και της κυβερνήσεως; αυτοί λέγομεν οι οποίοι εθυσίασαν τα πάντα, τα οποία ως προς ειδότας είναι βέβαια περιττά; Έ! Σ. κυβέρνησις! ας θεωρήσωμεν την Ελλάδα ως μίαν άμπελον· επροσκαλέσαμεν την εξοχότητά σας ως ένα επιστάτην επάνω εις αυτήν· η εξοχότης σας, διά να καλλιεργηθή και δώση ωφελίμους καρπούς, διωρίσατε, π. χ., σαράντα εργάτας να την δουλεύσουν· εξ αυτών είνε δίκαιον να πληρώσετε τους τριάκοντα, τους δε δέκα ναφήσετε όχι μόνον απληρώτους, αλλά και καταφρονεμένους, ενώ οι μεν τριάκοντα δεν υποφέρουν τους αγώνας των δέκα, ή να είπωμεν καλλίτερα, οι δέκα είναι η βάσις και το υποστήριγμα των τριάκοντα;

_Σεβαστή Κυβέρνησις_ ,