Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 21

Chapter 2138 wordsPublic domain

Επίστευεν ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εις την ειλικρίνειαν των συχνών του Καποδιστρίου διαβεβαιώσεων, ότι επόθει να εξέλθη της ελληνικής κολάσεως και ότι ευδαίμων ήθελεν είναι να παρασκευάση την οδόν τω μέλλοντι ηγεμόνι. Εν τη ανωτέρω επιστολή, ως είδον οι αναγνώσται, έστι και ακούσιος τις εγγικτική φράσις, ήτις επείραξε βεβαίως την ευερέθιστον καρδίαν του Καποδιστρίου. Τι εσήμαινεν η διά των φιλοφρονητικών εκείνων λόγων παρεχομένη πληρεξουσιότης προς περαιτέρω κυβέρνησιν σκάφους της πολιτείας; ουδέν άλλο βεβαίως, ή ότι ανεμίμνησκε τω Κυβερνήτη, τον λαβόντα __επταετή εξουσίαν παρά έθνους και ελπίσαντα ισόβιον ηγεμονείαν_, ότι ουδέν ήτο πλέον από της 22)3 Φεβρουαρίου, ότι παρήγε του λοιπού την εξουσίαν αυτού από της χάριτος ανωτέρου. Διά τούτο βλέπομεν τον Κυβερνήτην τον εκ της εσωτερικής αντιπολιτεύσεως και των εξωτερικών αποτυχιών αυτού αποδυσπετούντα προς το μέλλον και ζητούντα να αποχωρήση της αρχής προς ιδιωτικήν ησυχίαν εν Ελβετία· εφ' ώ και βλέπομεν αυτόν γράφοντα εν υστερογράφω τινί επιστολής προς τον Έυναρδ τάδε: «Αν πλησιάζητε τον νέον ηγεμόνα, παρακινήσατε αυτόν να μας βοηθήση, να μιμηθή το παράδειγμά σας. Ίνα θερίση τις, πρέπει να σπείρη. Ας προσπαθήσωμεν να καταλύσωμεν τον βίον εγγύς αλλήλων, και να αναπαυθώμεν άπαξ πάλιν παρά τας ακτάς της λίμνης της Γενεύης. θέλω κατοικήσει κατά τας ημέρας του γήρως μου την μικράν έπαυλιν «Fleur d' Eau», αν, εννοείται, δεν με εκβάλη αυτής ο από βορρά άνεμος».

Προς την ανωτέρω επιστολήν του Λεοπόλδου, ο Κυβερνήτης απήντησε διά πολλών, αλλά δεν πρέπει τις να λησμονήση ότι διά να εννοήση αυτάς πρέπει να λάβη υπ' όψει αυτού τι προς τους περί αυτόν έλεγεν ο Καποδίστριας. Ούτω λ. χ. έλεγε προς τον Κολοκοτρώνην: «Εδεξάμην το αξίωμα, όπερ μοι ενεπιστεύθη το έθνος, ουχί χάριν του αξιώματος, αλλ' ίνα εργασθώ υπέρ της αποκαταστάσεως και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αν πιστεύωσιν οι σύμμαχοι ότι η αποκατάστασις αύτη και η ανεξαρτησία είναι δυναταί μόνον διά ξένου πρίγκηπος κυβερνώντος την Ελλάδα δι' εαυτόν, τους κληρονόμους και τους διαδόχους του, εγώ πρώτος θέλω αναγνωρίσει κατά τους νομίμους τύπους τον πρίγκηπα τούτον, τουτέστιν αφού καταμάθω την διάθεσιν και την γνώμην του έθνους. Το έθνος δεν θέλει αρνηθή άμα ως λάβη την εγγύησιν, ότι ο νέος ηγεμών θέλει κυβερνήσει επί μόνω τω σκοπώ της εξασφαλίσεως της γενικής πάντων ανεξαρτησίας και των δικαιωμάτων, άτινα απέκτησαν οι Έλληνες διά των αιμάτων αυτών και τοσούτων θυσιών!» Προς τον φρούραρχον δε Ράικον έλεγε: «Δεν ήλθον εις την Ελλάδα, όπως ζητήσω θέσιν, μηδ' αυτήν την πρώτην· ακούσας δε την κλήσιν του έθνους τούτου, σκοπόν είχον μόνον να συντελέσω, πάση δυνάμει, εις την πολιτικήν αυτού αποκατάστασιν. Ο σκοπός μου ούτος είναι αμετάβλητος και μένει πάντοτε ο αυτός. Αν ο εκλεχθείς κυριάρχης ηγεμών είναι το μόνον μέσον προς οριστικήν επίτευξιν του σκοπού τούτου, εγώ πρώτος θέλω υποδεχθή αυτόν και χαρή επί τούτω εξ όλης μου ψυχής».

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αισθημάτων ο όντως πατήρ εκείνος του έθνους, ο πρώτος των Ελλήνων Έλλην, ως απεκάλει αυτόν, πάνυ δικαίως, ο I. Ρίζος Νερουλός, έγραψε τας δε τας διπλωματικωτάτας και πατριωτικωτάτας προς τον εκλεγέντα _ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος Λεοπόλδον_ επιστολάς άς οι αντιπολιτευόμενοι παρεξηγήσαντες εθεώρησαν αυτόν ως τον αληθή αίτιον της από του θρόνου της Ελλάδος παραιτήσεως Λεοπόλδου.

&Τω Υψηλοτάτω Βασιλικώ πρίγκηπι Λεοπόλδω.&

Εν Ναυπλίω τη 25 Μαρτίου 1830.

«Πρίγκηψ, η Θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα. Μαρτύριον δε νέον η μεγαλοψυχία, μεθ' ής η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επροστάτευσε τα νόμιμα αυτής συμφέροντα, εν ώ εγίνετο η περί αυτών κρίσις. Όθεν και το γράμμα δι' ού η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης μ' ετίμησεν από 16)28 Φεβρουαρίου, παρέχει εις την Ελλάδα τα ασφαλέστατα περί του μέλλοντος εχέγγυα, το μεν, εκ των αγώνων ούς ηγωνίσθητε προς επέκτασιν των ορίων, το δε, διότι ητήσατε και την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την εκλογήν του αυτής άνακτος.

«Το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και αι συμπληρωματικαί αυτού πράξεις εν ποίω τύπω μέλλουσι να διακοινωθώσι προς την Ελληνικήν κυβέρνησιν, αγνοώ. Αλλ' όσον εικάζω εκ των μερικωτέρων εντεύξεών μου μετά των προσέδρων των τριών συμμάχων Αυλών, αυτοί ζητούσι την απαρέγκλιτον εκτέλεσιν των εις αυτούς προστεταγμένων, ουδεμίαν διαπραγματείαν δεχόμενοι ούτε σκέψιν περί των τύπων καθ' ούς τα αποφασισθέντα παρά των Δυνάμεων πρέπει να βαλθώσιν εις πράξιν.

«Εάν όμως η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης κλίνη να ρίψη τους οφθαλμούς επί τα ψηφίσματα της εν Άργει εθνικής συνελεύσεως, των οποίων συνάπτω ενταύθα την συλλογήν, θέλει ιδεί (ψηφίσματι α', άρθρω γ') ότι εις εμέ δεν συγχωρείται να συμφωνήσω εν ονόματι και εκ προσώπου της Ελλάδος ουδέν συμφώνημα αναφερόμενον εις τας περί ών λόγος εκδιαθέσεις (arrangements définitifs) ειμή αφ' ού οι πληρεξούσιοι αυτής αντιπρόσωποι σκεφθώσι και επικυρώσωσι τα πάντα.

«Επειδή λοιπόν ο τρόπος καθ' όν η εν Άργει συνέλευσις εθεώρησε την συνθήκην της 6 Ιουλίου διαφέρει ουσιωδώς της περί αυτής κρίσεως των υψηλών Δυνάμεων, της εμφαινομένης εις τα κατά Φεβρουάριον μεταξύ αυτών διομολογούμενα· επειδή η ελληνική κυβέρνησις, καίπερ πολλά προσλιπαρήσασα, ουδόλως εκλήθη να λάβη μέρος εις τας νεαράς διαπραγματείας, πώς δύναται να δεχθή το κεφάλαιον αυτών, χωρίς να ζητήση πρότερον την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως, υποκειμένη, άλλως, να κατηγορηθή ότι κατεπάτησε τους όρκους, το αξίωμα, και τα δικαιώματα του έθνους; Διότι οι πληρεξούσιοι και των επαρχιών, συνελθόντες εις εθνικήν ομήγυριν προς το ακούσαι τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, ήθελον ευρεθή ως προς την περί ορίων απόφασιν εις δύσκολόν τινα και δεινήν ανάγκην, ή να παραβώσι τα ιερώτατα περί τους εντολείς αυτών καθήκοντα, ή να λείψωσιν από τα οφειλόμενα λόγω δικαιοτάτης ευγνωμοσύνης προς τους σεβαστούς της Ελλάδος ευεργέτας.

«Από της αυτής όμως των καθηκόντων βαθυτάτης αισθήσεως η εθνική συνέλευσις ήθελε δεχθή μετ' ευγνωμοσύνης τας άλλας διατάξεις και κατασφαλίσεις αγαθών πολυτίμων, τας παρά των ευεργετών ερχομένας, και η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης τότε ήθελεν υπερευφρανθή καλουμένη παρά της ομοθύμου και πανεόρτου ψήφου εθνικής συνελεύσεως εις το έργον της Ελληνικής ανακτίσεως υπό νόμους, των οποίων τας βάσεις η εν Άργει συνέλευσις προεθέσπισεν. Επί δε των παρόντων, και δι' όσα προεξέθεσα, και διά τον τρόπον όλως, καθ' όν αι Δυνάμεις απεφάσισαν να εκτελέσωσι τα δόξαντα, αναγκάζομαι να αποκριθώ αμέσως προς τας γεννησομένας μοι διακοινώσεις, χωρίς να συγκαλέσω συνέλευσιν. Αναγγγελώ λοιπόν προς τε την Γερουσίαν και προς το έθνος τα αναπόδραστα αίτια της τοιαύτης μου βαρυευθύνου διαγωγής, της οποίας μέτοχος έσται, ελπίζω καν, και η Γερουσία, καθώς μετέχει και της πληρεστάτης μου πίστεως εις την ελευθέριον και γενναίαν της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος προαίρεσιν, σαφέστατα εκπεφρασμένην εν τω της 16 (28) Φεβρουαρίου γράμματι. Εις τον κόλπον άρα υμών, πρίγκηψ, οι Έλληνες θέλουσι πλέον καταθέσει τας εφέσεις αυτών· και υμείς μετά χάριτος αυτάς εισακούοντες, θέλετε τους δείξει όσην και οίαν ευδαιμονίαν αι Δυνάμεις τοις παρεσκεύασαν, προβιβάζουσαι αυτούς εις βαθμόν ελευθέρου και αυτονόμου έθνους.

»Τοσούτον δε περισπούδαστον έχω να προϋποβάλω εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα την αίρεσιν της πολιτείας μου, ώστε σας δίδω λόγον αυτής και πριν ακόμη λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις των κυρίων Προσέδρων των συμμάχων Αυλών, και πριν απευθύνω και προς την Γερουσίαν επί των περιεστώτων πραγμάτων διάγγελμα. Τούτο το χρέος εκτελέσω, ελπίζω, μετ' ολίγας ημέρας, και τότε και η Γερουσία θέλει ευλαβώς αναφέρει προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα τας εφέσεις του έθνους· η δε προς αυτήν απόκρισις του άνακτος, από του νυν πέποιθα, ότι θέλει διαλύσει πάσαν αμφιβολίαν, και όλας τας γνώμας θέλει καθησυχάσει και όλας τας καρδίας θέλει ανοίξει εις γενναιοτάτην και ειλικρινεστάτην περί την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα αφοσίωσιν.

«Περί της εκκενώσεως της Ευβοίας και Αττικής, όσην σπουδήν και αν καταβάλωσιν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, αμφιβάλλω ότι θέλει κατορθωθή τόσον ταχέως, όσον πιστεύουσιν οι παρά τη Ελληνική κυβερνήσει καθεστώτες πρόσεδροι των Αυλών. Διότι και αν εκδώση η Πύλη τα αναγκαία φιρμάνια, πάλιν είναι πιθανώτατον να αντιτάξωσι προς αυτά o τε Ομέρ Πασάς και ο φρούραρχος των Αθηνών πολλάς δυσκολίας και αναβολάς. Αλλ' όπως και αν έχη, είναι αδύνατον να μη προέλθωσι πολλαί ταραχαί και αταξίαι και εκ της απολείψεως των κατεχομένων σήμερον υπό των Ελλήνων μερών, εκτός αν η κένωσις αυτών γείνη παρά των Ελλήνων κατά τους εξής όρους:

«α') Να ενεργηθή ταυτοχρόνως με την αναχώρησιν των Τούρκων από τα δοθέντα εις την νέαν ελληνικήν επικράτειαν μέρη.

»β') Οι οροθέται περί ών μνημονεύει ο 9ος παράγραφος του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου, να αναλάβωσι και την περί κενώσεως επιμέλειαν.

»γ') Να δοθώσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν ικανά χρήματα, ώστε να δυνηθή να παράσχη βοήθειαν ζωής εις το πλήθος των καταφευξομένων ενταύθα οικογενειών.

«Και μοι συγχωρεί βέβαια η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να επιστήσω προς ολίγον την προσοχήν της εφ' έκαστον των άρθρων τούτων.

«Μόνον διά πραγμάτων θέλουσι καταπεισθή οι Έλληνες ότι, απολείποντες τους διά των αιμάτων αυτών αποκτηθέντας τόπους ανταποκτώσιν άλλους, καθ' ών τα όπλα των δεν ηυτύχησαν. Αλλ' αι σύμμαχοι Αυλαί μέλλουσιν απαιτήσαι την άμεσον αναχώρησιν των ελληνικών δυνάμεων γης και θαλάσσης όσαι σκεπάζουσι την δυτικήν Ελλάδα· ειμπορεί τούτο να εκτελεσθή αταράχως χωρίς να παρευρίσκεται εκείσε μία σεμνοπρόσωπος εξουσία; Περιττόν κρίνω ν' αποδείξω ότι διά μόνης της παρουσίας των οροθετών, και του ηθικού αυτών αξιώματος, στηριζομένου εις τας ναυτικάς δυνάμεις των συμμάχων Αυλών, δύνανται να προληφθώσι πολλαί συμφοραί, αναπόφευκτοι, αν αφεθή η ενέργεια της κενώσεως εις μόνην την ελληνικήν κυβέρνησιν τους υπηρέτας αυτής.

«Τελευταίον οι δυστυχείς κάτοικοι της Δυτικής Ελλάδος, εις τους οποίους μετά την άλωσιν της Ναυπάκτου, του Μεσολογγίου και της Βονίτσης, η κυβέρνησις επροθυμήθη να χορηγήση χρηματικάς καταβολάς προς το σπείραι τα χωράφια αυτών και προσμείναι την εσοδείαν του έτους, ενδεχόμενον είναι να παραιτήσωσι τας εστίας αυτών και τότε πώς θέλομεν τους δεχθή, αν δεν δυνάμεθα να τους δώσωμεν νέας βοηθείας; ή θέλουσι τάχα τας ευρεί παρά των αδελφών της ανατολικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου, μόλις αρχομένων να ανακύπτωσιν ολίγον από της προτέρας αθλιωτάτης αυτών καταστάσεως;

«Δεν μοι ανήκει να εξετάσω, εάν η γραμμή του Ασπροποτάμου είναι ικανή να ασφαλίση τας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ειρηνικάς και καλογειτονικάς σχέσεις. Λέγω όμως και λέξω πολλάκις, ότι αι οκτώ επαρχίαι αι επιστρέφουσαι υπό την Οθωμανικήν κυριότητα, η Ακαρνανία δηλαδή, η Βόνιτσα, ο Βάλτος, ο Βλοχός, τα Άγραφα, το Καρπενήσι και το Πατρατζίκι, περιλαμβάνουσι λαόν χριστιανικόν 80 ή 100,000 ψυχών, εξ ού πηγάζουσι σχεδόν τα δύο τρίτα του ελληνικού στρατού, συγκειμένου κατά την εσχάτην αναρρύθμισιν εξ είκοσι ταγμάτων τετρακοσιάνδρων. Άλλως τε και πασίδηλον υπάρχει, ότι αι επαρχίαι αύται, μόνον υπό Ελλήνων κατοικούμεναι, ουδέποτε ολοτελώς υπετάχθησαν εις την Πύλην, και ότι οι στρατιώται και αρχηγοί αυτών από του 1821 το μέγιστον συνετέλεσαν διά της ανδρίας των εις τον κατά των Τούρκων αγώνα. Τι ποιήσουσι λοιπόν, όταν μάθωσιν ότι η γενέθλιος αυτών γη υποβάλλεται και πάλιν υπό την Οθωμανικήν δυναστείαν; Αν μείνωσι στρατιώται της Ελλάδος, εις αυτούς πλέον δεν δύναται να εμπιστευθή η φυλακή των ορίων. Αν προτιμήσωσι να μείνωσιν υπό τους Τούρκους ίνα αρχίσωσι πάλιν την παλαιάν αυτών αρματωλικήν τέχνην, θέλουσι τάχα σεβασθή την νέαν οροθεσίαν, συνειθισμένοι όντες εις την προς τους Τούρκους πολεμιότητα; Δεν το πιστεύω· επειδή και άνθρωποι αξιόπιστοι με βεβαιούσιν ότι ο Ασπροπόταμος και ο Σπερχειός εις πολλά μέρη γίνονται βατοί ρύακες, το δε εδώθεν αυτών μέρος είναι πλατεία έρημος, όπου ούτε πόλεις απαντώνται ούτε χωρία, και τέλος όλη η γραμμή η χαραχθείσα υπό του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου ουδεμία προσφέρει εις τον τόπον εκείνον αυτοφυή και ασφαλή άμυναν την αναγκαιοτάτην προς το στερεώσαι το πολυδάπανον και πολύμοχθον των Δυνάμεων ειρήνευμα τούτο. Αλλά περί του πράγματος τούτου, αχθεινού όντος εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, περισσότερον δεν εκτείνομαι προστίθημι δε μόνον ότι, αν αι περί οροθεσίας αποφάσεις των συμμάχων αυλών υπάρχωσιν αμετάθετοι, μόνη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ερχομένη ενταύθα δύναται να εξομαλύνη τας εκ της εκτελέσεως προκυψούσας μεγάλας δυσκολίας, και να προλάβη πολλάς συμφοράς.

Ικετεύω λοιπόν αυτήν θερμότατα να σπεύση όσον ένεστι την εις Ελλάδα άφιξιν διότι ουδείς δύναται, πρίγκηψ, να πληρώση τον τόπον της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος εν τοιαύτη βαρεία περιστάσει, η δε απουσία αυτής ουκ έσται άνευ μεγάλης λυπήσεως και των Ελλήνων και των συμμάχων Δυνάμεων και αυτής της Πύλης.

«Η Ελληνική κυβέρνησις πρέπει, καθώς είπα, να δώση και βοηθείας και ελπίδας, ίνα παρηγορήση τας δυστυχίας και προλάβη αταξίας κατά την μετακίνησιν των ορίων. Αλλά ταύτα δεν δύναται να ευοδώση κυβέρνησις παύουσα. Η αυτή δε ούτε πίστεως ικανής αξιούται προς το πείσαι και τας συμμάχους Δυνάμεις και την Πύλην, ότι τα εκ της εκτελέσεως των αποφασισθέντων προκύψοντα, προκύψουσιν εξ αυτής της φύσεως των αποφάσεων.

«Όταν λοιπόν η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επιστήση όντως τον νουν επί την προκειμένην υπόθεσιν, τότε αναμφιβόλως θέλει κρίνει δευτέραν πάσαν άλλην, ήτις ενδέχεται να απαιτή και να παρελκύη τον επ' αλλοδαπής χρονισμόν Αυτής.

«Εγώ δε, καίτοι υπό των πόνων και μόχθων κατατρυχόμενος, τας φροντίδας μου όμως και τους αγώνας πάντας θέλω καταβάλει προς το δικαιώσαι την εις εμέ εντιμοτάτην πίστιν και των Ελλήνων και της Υμετέρας Βασιλικής κορυφής, και ευτυχής λογισθήσομαι εκπληρών το διπλούν τούτο καθήκον, εφ' όσον η μεν υγεία μου μοι το συγχωρήση, η δε Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θέλει ασπάζεσθαι τον ασθενή της υπηρεσίας μου φόρον.

«Υ. Γ. Εν Ναυπλίω τη 26 Μαρτίου (7 Απριλίου). Χθες το εσπέρας μετέδωκα μερικωτέρως εις την Γερουσίαν τό τε πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και το γράμμα της Υμετέρας βασιλικής Υψηλότητος, άμα σπουδάσας να εξηγήσω εις τα μέλη τούτου του σώματος όσα αγαθά αι εν Λονδίνω γενόμεναι συνθεσίαι παρασκευάζουσιν εις την πατρίδα αυτών, και περάνας τον λόγον, τοις ανήγγειλα ότι, αφού λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις, θέλω σκεφθή μετ' αυτών περί του τρόπου, καθ' όν προτίθεμαι να εκπληρώσω το προς την Ελλάδα χρέος μου και άμα να δικαιώσω όσον το επ' εμοί την τιμήν της εις εμέ πίστεως τών τε συμμάχων Αυλών και της Υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος.

«Η Γερουσία αφού πρώτον εσιώπησε βαθείαν και κατηφή σιωπήν, μοι εζήτησε την άδειαν να αποχώρηση ίνα σκεφθή μετ' επιστασίας επί των δοθέντων αυτή σπουδαιοτάτων αγγελμάτων. «Σήμερον δε ήλθε παρ' αυτής προς εμέ επιτροπή συγκειμένη εκ του προέδρου και δύο εισηγητών, ήτις και άρτι εξήλθεν, αφού μοι προσελάλησε κατά το νόημα τα εξής: «Αγνοούμεν κατά ποίον τρόπον αι σύμμαχοι Δυνάμεις μέλλουσι να μας διακοινώσωσι τας αποφάσεις των, τας οποίας, οποίαι και αν ώσιν αμφιβάλλομεν, καθ' όσα μας είπατε, αν μας μένη ελευθερία να δεχθώμεν ή ν' απορρίψωμεν. Ημείς δεν έχομεν κύρος να δεχθώμεν την πράξιν της 3 Φεβρουαρίου και τα συμπληρούντα αυτήν· και αν δε το έθνος μας είχε δώσει την τοιαύτην εξουσίαν, πάλιν μας ήτον αδύνατον να την ενεργήσωμεν χωρίς να παραβώμεν τα οφειλόμενα και εις εαυτούς και εις όλους τους αδελφούς της Στερεάς Ελλάδος, της Κρήτης, της Σάμου, και των άλλων νήσων των εις τους Τούρκους επιστραφεισών. Η Υμετέρα Εξοχότης ας πράξη ό,τι κρίνη συμφερώτερον και σωτηριώτερον εις την πατρίδα, αλλ' ημείς ουδέποτε συγκατανεύσομεν εις το να αναλάβητε εν ονόματι και εκ προσώπου του έθνους τα περί εκτέλεσιν του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου. Αι συμμαχούσαι Δυνάμεις δύνανται να φέρωσιν εις έργον την αυτών απόφασιν αφισταμένων ημών, και ετοίμων όντων να εκθέσωμεν εν υπομνήματι τους λόγους, δι' ούς αναγκαζόμεθα να μη πράξωμεν άλλως. Και τούτο ημών το υπόμνημα σας παρακαλούμεν να στήσετε προ των ποδών των συμμάχων ανάκτων, ίνα κρίνωσιν κατά την δικαιοσύνην και φιλανθρωπίαν αυτών».

Ας μη αμφιβάλλη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ότι πολλά ηγόρευσα, παραστήσας εις την επιτροπήν πληκτικώτατα ηλίκους κινδύνους παρασκευάζει η τοιαύτη αντιδιάθεσις και εις τας επαρχίας τας υπό τους Τούρκους μεταβαινούσας και εις τας συστησούσας την νέαν Ελληνικήν επικράτειαν. Τότε έν των μελών της επιτροπής ο από Πατρατζικίου, Κ. Αινιάν, μοι είπεν: «Αλλ' εις τας προσταγάς της υμετέρας εξοχότητος ουδείς θέλει υπακούσει κατά τας επαρχίας. Τι ωφελεί να συγκατατεθώμεν εις πράγματα ανεκτέλεστα;» Εγώ δε τω απεκρίθην «Διά τι ανεκτέλεστα, εάν προσφέρωμεν εις τους ομογενείς μας πατρίδα, την μένουσαν εις ημάς Ελληνικήν γην, και πόρους εξ ών να εγκατασταθώσι και ζήσωσιν ειρηνικώς και τιμίως;

«Δεν θέλω να βαρύνω την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα διά της καθ' έκαστα αναγραφής της μακράς ταύτης συνομιλίας. Αλλά το βέβαιον είναι ότι αι γνώμαι ανακινούνται και ζέουσιν, ουδ' εύκολος έσται η αυτών καταπράυνσις. Εγώ παν, ό,τι δύναμαι και σπουδάζω και σπουδάσω προς τούτω· πλην λέγω και πάλιν προς την υμετέραν Υψηλότητα, ότι συμφέρει να έλθη τάχιον ως συνεπιλαβών του έργου, και τότε ελπίζω ότι και το εμού μέρος γενήσεται ως καλλίτερον».

Τοιαύτη τις ήτο η επιστολή του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Ο έμπιστος δ' ανήρ, όστις έμελλε να κομίση προς τον πρίγκηπα το μήνυμα του κυβερνήτου, ήν ο _πρίγκηψ Γουσταύος Βρέδε_ υιός του βαυαρού στρατάρχου. Παράδοξον ήτο βεβαίως, ότι ξένος νεαρός αξιωματικός, εξελέγη όπως πληροφορήση προφορικώς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα περί της εν Ελλάδι καταστάσεως των πραγμάτων. Εν παρόδω σχεδόν και μετά πολλής ελαφρότητος εμνημονεύετο, ότι ο _Βρέδε_, καί τοι εκ τυχαίας συστάσεως του _Άιδεκ_ γνωστός τω Κυβερνήτη, ηδύνατο να παράσχη επαρκείς πληροφορίας περί των εν Ελλάδι συμβάντων και συμβαινόντων. Προς πλήρωσιν δε των κενών, άτινα ηδύνατο να καταλίπη ως προς τας θεωρίας η έκθεσις του νέου αξιωματικού του ιππικού, προσέθηκεν ο Καποδίστριας εν δευτέρα συστατική επιστολή αυθημερόν γραφείση, 25)6 Απριλίου 1830, περιγραφήν των θυσιών, αίτινες ήθελον απαιτηθή παρά του μέλλοντος ηγεμόνος της Ελλάδος.

Η δευτέρα αύτη συστατική επιστολή προς τον Λεοπόλδον είχεν ώδε:

&Τω Υψηλοτάτω και βασιλικώ πρίγκηπα Λεοπόλδω&

Εν Ναυπλίω τη 25 Απριλίου 1830.

«Η υμετέρα μεν Βασιλική Υψηλότης ηυδόκησε να μοι ζητήση άνθρωπόν τινα πιστόν, ικανόν να τη εκθέση, ελθών αυτόσε, τα της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος. Εγώ δε μη δυνάμενος να εκλέξω τον ζητούμενον, ίνα μη διεγείρω αντιζηλίας και δώσω και εις τον φατριασμόν νέαν αφορμήν να επαυξήση διά της κακομηχανίας τας υφεστώσας σήμερον ενταύθα δυσχρηστίας ανθρώπων και συμφερόντων, απεφάσισα να σας γράψω το μακρόν γράμμα, εις το οποίον παρέπεται το παρόν.

«Περί πολλού δε ποιούμενος να σας το διαβιβάσω τάχιον και χωρίς να προσμείνω τους ταχυδρόμους των ξένων πρακτόρων, αναχωρούντας βραδύτερον, παραδίδω αμφότερα εις τον πρίγκηπα Κ. Βρέδε, όστις προστάσσεται να έλθη εις Μασσαλίαν ή εις Τουλώνα, και εκείθεν αμέσως να δηλοποιήση τον ιππότην κ. Έυναρδ ότι φέρει γράμματα προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα· ούτος δε θέλει σας το μηνύσει ευθύς, και τότε στέλλετέ τινα εις το καθαρτήριον και τα παραλαμβάνει παρά του κ. Βρέδε ασφαλώς.

«Και αν μεν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θελήση να μοι αποκριθή διά του αυτού κομιστού, αυτός επιστρέφει και πριν τελειώση την κάθαρσιν· ειδέ μη, ο κ. _Βρέδε_ θέλει έλθει να σας προσκυνήση και να λάβη τας προσταγάς σας.

«Ο κ. Βρέδε διέτριψεν ικανόν καιρόν εν Ελλάδι, υπηρετήσας ως στρατιωτικός, και πάντοτε εντίμως πολιτευθείς. Εγώ άλλως δεν τον γνωρίζω ειμή εκ της ευνοίας, ήν είχε προς αυτόν ο συνταγματάρχης κ. Έυδεκ. Τον νομίζω όμως αρκούντως ειδήμονα των διατρεξάντων και διατρεχόντων εν τη Ελλάδι, και ικανόν να δώση εις την Υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, εάν τη αρέσκη, κεφαλαιώδη έννοιαν του πώς εύρον εγώ τον τόπον, και πώς σήμερον έχει αυτός.

«Αλλ' ας μοι συγχωρήση η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και αύθις να την παρακαλέσω να αποφασίση να φθάση τάχιον εις Ελλάδα, διότι πάσα αναβολή ενδέχεται να βλάψη πολύ τον τόπον, και πολύ να εμπλέξη τα πράγματα, των οποίων η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης αναλαμβάνει την επιμέλειαν.

«Τα πράγματα ταύτα είναι εκ φύσεως δυσχερέστατα, ως νομίζω ότι το απέδειξα εν τη επιστολή μου. Και αφού η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δέχεται το μέγιστον αγώνισμα του πληρώσαι τα αποκληρωθέντα εις την Ελλάδα, εν αυταίς ταις χερσίν υμών κείται πλέον και η αισία αρχή του έργου, ουδέ δύνασθε, ω Άναξ, να το επιτρέψητε εις άλλους· ειδέ μη, της ενεργείας η δύναμις απομειούται, ή και παντάπασι καταργείται. Άλλως τε της οροθεσίας μελλούσης αναγκαίως εγείραι ισχυρόν τινα κίνδυνον εν Ελλάδι, διατί η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να μη αρπάση την πρώτην ταύτην ευκαιρίαν προς το εμφανίσαι τοις Έλλησι την περί αυτούς πατρικήν αυτής διάθεσιν και τον ενθουσιασμόν υπέρ της σωτηρίας αυτών;

Και εγώ, αν εύρον χάριν τινά παρά του λαού τούτου, εάν και σήμερον αυτός διατελή επιδεικνύμενος ειλικρινή και απερίγραπτον προς εμέ πίστιν, τούτο ποιεί, διότι με βλέπει εμμενώς προσωπικώς συμμετέχοντα της αθλιότητος και πολυπαθείας αυτού προς μόνον σκοπόν του αφανίσαι αυτάς. Εις το επαύλισμα του στρατιώτου υπό την πτωχήν καλαμοστέγην του χωρικού, εν πάση ώρα του έτους, οπωσδήποτε έχοντα ηλικίας τε και υγείας πολλάκις με ελάλησαν οι στρατιώται και ο λαός περί των συμφερόντων αυτών, και με εγνώρισαν, και εγώ τους εδίδαξα τι οφείλουσι και εις εαυτούς και εις την κυβέρνησίν των και εις τον πεπολιτευμένον κόσμον. Τολμώ λοιπόν, άναξ, να είπω ότι εις ταύτην την δοκιμασίαν προσμένουσι πρώτον οι Έλληνες την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα. Αν επιφανήτε εις τους οφθαλμούς των ως αυθέντης μη δυνάμενος να υποφέρη την πτωχείαν και ένδειάν των, αντί να τοις επιβάλητε σέβας εκών θέλετε χάσει την ασφαλεστάτην επί τας γνώμας αυτών επίδρασιν. Αλλ' η ευκαιρία της πρώτης αθλήσεως ιδού πάρεστιν. Έλθετε να παρευρεθήτε εις το δυσχερές και αλγεινόν της οροθεσίας έργον, και μη αφίνετε άλλους να το επιστατήσωσιν εις τον τόπον σας.

«Οφείλω δε εις την υμετέραν Υψηλότητα εξηγήσεις τινάς ιδιαιτέρας και επί του πρώτου μέρους της επιστολής μου. Να διέλθω αναλυτικώς τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, μοι είναι αδύνατον, διά την έλλειψιν του καιρού. Προφανώς όμως βλέπω εξ αυτών τούτο, ότι το συνέδριον αντί να προσφέρη εις την Ελλάδα την παραδοχήν των περί της αυτονομίας αυτής αποφάσεων, κατά τους εννόμους τύπους, έκρινε συμφερώτερον και συντομώτερον να τη τας επιβάλη απλώς και απαρασκευάστως. Και διά ποίους μεν λόγους προετίμησε τον τοιούτον τρόπον, δεν μοι ανήκει να εξετάσω· ότι όμως αυτός είναι απροφυέστατος εις τα συμφέροντα και του δυστυχούς τούτου τόπου και της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος, τούτο κάλλιστα εξεύρω.

«Η πράξις της 3 Φεβρουαρίου και η απονέμουσα τη υμετέρα Υψηλότητι την κυριαρχικήν και διαδοχικήν εξουσίαν ουδέ λόγον αναφέρουσι περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων· εξ ού εικάζεται έν εκ των δύο, ή ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις φρονούσιν ότι το πρόσωπον του ηγεμόνος απορροφά και εγκατασυνάγει εις εαυτό όλα τα δικαιώματα των Ελλήνων, ή ότι εις τον άνακτα άφησαν το αναγορεύσαι αυτά, καθ' ήν στιγμήν θέλει λάβει την ηνιοχίαν των πραγμάτων. Ταύτην την δευτέραν εξήγησιν έδωκα και εις τα μέλη της Γερουσίας και εις τους άλλους πολίτας τους πολλά κατερωτώντας με, αφ' ότου τα εν Λονδίνω διαβουλευθέντα έγειναν ενταύθα γνωστά, και κατά ταύτην ίσως θέλει συντεθή και η προφώνησις της Γερουσίας.

«Το δε περαιτέρω μένει να πράξη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης, της οποίας η απόκρισις και περιμένεται μετά πολλής συνοχής, και έσται τοις πάσι καταθύμιος, εάν διαρρήδην αποφαίνηται περί ών ευπαρρησιάστως τολμώ να σας σημειώσω,

«α') Αν υμετέρα Υψηλότης έχη διάθεσιν να παραδεχθή την θρησκείαν του έθνους, ας νεύση να του το αναγγείλη, και ευθύς αυτό θέλει συναφθή προς τε την υμετέραν Υψηλότητα και προς την γενεάν αυτής διά του ιερωτάτου δεσμού.

«β') Δεν θέλετε βέβαια, άναξ, να κυβερνήσητε άνευ εννόμων τύπων, παραδεδεγμένων παρ' αυτής της Ελλάδος. Αν ευδοκήσητε λοιπόν να επιβλέψητε εις το δεύτερον ψήφισμα της εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως, θέλετε κηρύξει ότι δέχεσθε τας βάσεις αυτού, αποταμιεύοντες το να δώσετε εις τους Έλληνας (τηρούντες όλα τα δικαιώματα αυτών) θεσμούς έμφρονας, κατά ανεπισφαλείς οδηγίας της πείρας.