Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 20
Το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου εκοινοποιήθη προς την Υψηλήν Πύλην, αλλά διά της υποταγής αυτής εις αυτό δεν έμελλον να περατωθώσιν αι θυσίαι αυτής και το Ελληνικόν ζήτημα μέχρις Απριλίου δεν είχε λάβει τέλος. Διότι, αν το πρωτόκολλον τούτο υπήρξε διά την Τουρκίαν οδυνηρά θυσία, διά την Ελλάδα έμελλε να είναι αληθής συμφορά. Δι' αυτού η Ελλάς ανεκτάτο πράγματι χώρας τινάς, ως την Αττικήν και την Εύβοιαν, αλλά κατεδικάσθη να αποδώση τη Τουρκία τας πέραν του Αχελώου και τας παρά τον Αμβρακικόν κόλπον χώρας τας γενομένας κέντρον ενδόξων υπέρ της ελευθερίας αγώνων, ών οι αδάμαστοι κάτοικοι ή θα υπετάσσοντο και αύθις τοις Τούρκοις ή θα μετηνάστευον εις το ελληνικόν έδαφος. Αλλ' ό και κυριώτατον πάντων, αι ηρωικαί της Μεσογείου και του Αιγαίου νήσοι: η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρρά, απεκλείοντο διά του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου, η δε ελληνική κυβέρνησις δεν ηδυνήθη να διαμαρτυρηθή, ως δεν έπραξε και η τοσούτων ελληνικών χωρών στερουμένη Τουρκίας ήτις μετ' ού πολύ είδε την μεν Σάμον ανακηρυττομένην ηγεμονίαν, την δε Κρήτην κτωμένην ελευθέρους τινάς και αυτονόμους θεσμούς.
Η απόφασις της 22)3 Φεβρουαρίου τοσούτον κακώς ήχησεν εις τα ώτα των Ελλήνων, ώστε ότε το πλοίον, όπερ εκόμιζεν εις Ελλάδα το πρωτόκολλον τούτο, προσωρμίσθη εν Ναυπλίω, διελύθη ως διά μαγικής ράβδου η πλήρης ανησυχίας και προσδοκιών γαλήνη, ήτις ηπλούτο επί του ελληνικού λαού από της συνελεύσεως του Άργους, ως και της εν Αδριανουπόλει ειρήνης. «_Πάσαι αι μερίδες_, λέγει αυτόπτης μάρτυς, _συνεφώνουν, ότι λίαν πρόωρος ήτο η εν τω πρωτοκόλλω εκδηλουμένη αγαλλίασις_»· Τούτο δε διαρκώς ανέφερον οι Έλληνες, όπως αποδείξωσι την αμάθειαν της εν Λονδίνω συνόδου. Ισχυρίζοντο μάλιστα, ότι η παχυλή εκείνη και υπερήφανος άγνοια δεν ηδύνατο να πηγάζη άλλοθεν η εκ συστήματος ψευδών πληροφοριών, μεταδοθεισών εξ Ελλάδος. Το εν Ναυπλίω Καφενείον «Les trois Puissances =_αι τρεις Δυνάμεις_· προσωνομάσθη _χλευαστικώς_, μετά την άφιξιν του πρωτοκόλλου, _τρεις αγχόναι_». Εν ταις οδοίς και ταις αγοραίς συνήρχοντο απειλητικοί όμιλοι, ποιμένες δε και έμποροι και παλληκάρια, αντίθετοι άλλοτε και ερίζοντες, κατεδίκαζον ομοφώνως πολιτικήν, ήτις εφαίνετο επισφραγίζουσα διά του ονείδους την αδυναμίαν της Ελλάδος. Ιδίως όμως το φεβρουαριανόν πρωτόκολλον ήτο σκληρόν τραύμα κατά του Καποδιστρίου, όστις είχε τέως πλαγίως και διά περιφράσεων παραστήσει προς τας Δυνάμεις, ότι αυτός ην απαραίτητος εις την Ελλάδα, και είχεν επί στιγμήν ελπίσει, ότι εκ της εν Λονδίνω κάλπης ήθελε προέλθει η ισοβιότης της κυβερνήσεως αυτού.
Αλλά μαθών, κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, εξ εμπιστευτικών επιστολών, ότι η εκλογή του Πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κόβουργ Γόθα είχε πλέον οριστικώς αποφασισθή, έλαβεν απέναντι των Δυνάμεων θέσιν περισκέψεως και αμύνης, αντί να υποβάλη μετά παρρησίας διαμαρτυρίας, ως έγραφε προς τον Κ. Ράμφον διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων.
«_ Αν αι αποφάσεις των δυνάμεων· ήνε σύμφωνοι προς τας εκφρασθείσας ήδη επιθυμίας τον ελληνικού λαού, η κυβέρνησις θέλει παραδεχθή αυτάς, και πάντα συντελούνται αισίως· αν δε ήνε σύμφωνοι, η κυβέρνησις δεν θέλει μεν τας πολεμήσει, αλλά θα είπη μετά παρρησίας τι δύναται και τι δεν δύναται να παραδεχθή. Αφ' ής στιγμής πεισθώ, ότι η αναγέννησις και η ανεξαρτησία της Ελλάδος μόνον διά της παραδοχής ξένου ηγεμόνος δύνανται να ασφαλισθώσι, πρώτος εγώ θέλω προσκυνήσει και υπηρετήσει τον τοιούτον ηγεμόνα. Καθότι αυτόν υπηρετών, υπηρετώ την χώραν, ήτις δι αυτού μόνον δύναται να σωθή. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα αρκεσθώ εις λόγους απλούς και εις αμφιβόλους ελπίδας· επιθυμώ πραγματικάς εγγυήσεις, και τοιαύτας προσπαθώ να αποκτήσω. Όταν εγώ τας λάβω, έχει αυτάς και ο τόπος, όστις θα ευλογήση τότε την σημερινήν του κυβέρνησιν και τους πολυμερίμνους αυτής αγώνας προς δικαίωσιν της εθνικής εμπιστοσύνης_».
Και ταύτα μεν έμαθεν εξωδίκως εξ ιδιωτικών επιστολών, μόλις δε την 27 Απριλίου έλαβε την επίσημον ανακοίνωσιν των σπουδαίων αποφάσεων του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου, αφού επί μακρόν, και προς ικανήν αυτού στενοχωρίαν, είχεν αναγκασθή να μαντεύη εξ ιδιωτικών επιστολών και των εφημερίδων τι περί αυτού και της Ελλάδος είχεν αποφασισθή. Οι τρεις αντιπρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων υπέβαλον εμπιστευτικώς τα από της 22)3 — 14)26 Φεβρουαρίου πρωτόκολλα και απήτησαν μετ' επιτακτικής οριστικότητος: _επίσημον ανακήρυξιν της ανακωχής ήτις εφαίνετο υπάρχουσα πράγματι_, εκκένωσιν παντός μέρους της χώρας, όπερ κατά το πρωτόκολλον του Φεβρουαρίου δεν έμελλε να αποτελέση της Ελλάδος μέρος, και σεβασμόν προσώπου και ιδιοκτησίας των σκοπούντων να διαμείνωσιν εν Ελλάδι Τούρκων.
Προς τούτοις δε οι αντιπρέσβεις ανακοινώσαντες την εκλογήν του Λεοπόλδου ως ηγεμόνος της Ελλάδος, εδήλωσαν, αι ευεργέτιδες Δυνάμεις ώρισαν και ειδικώτερά τινα περί των ελληνικών πραγμάτων. Απέβλεπαν δε ταύτα: _εις την συνομολόγησιν δανείου, την εν τη χώρα διαμονήν επί έν έτος του σώματος του Σνάιδερ, και τους εν Ελλάδι καθολικούς. Ο της Γαλλίας βασιλεύς παρητείτο, έλεγον, του δικαιώματος της προστασίας, όπερ είχεν επί των υπό την Πύλην διατελούντων καθολικών, και ενεπιστεύετο αυτό, καθόσον απέβλεπε το μέλλον ελληνικόν κράτος, εις τον νεωστί εκλεχθέντα της Ελλάδος ηγεμόνα. Εζητείτο ουχ ήττον εξασφάλισις της ελευθέρας ασκήσεως της θείας λατρείας, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, των προνομίων των επισκόπων και των παλαιών ιερών αποστολών της Γαλλίας._
Προς τούτοις δε έλεγον ότι αι Δυνάμεις ηθέλησαν να παράσχωσι τοις Έλλησι νέον δείγμα της ευμενούς αυτών μερίμνης. Ίνα προφυλαχθή ο τόπος κατά του κακού, όπερ ηδύναντο να γεννήσωσι θρησκευτικαί αντιζηλίαι, πάντες οι του νέου Κράτους υπήκοοι, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, έμελλον να ήναι δεκτοί εις τα δημόσια αξιώματα και τας τιμητικάς θέσεις, και να θεωρώνται ίσοι θρησκευτικώς, αστικώς και πολιτικώς (72). Ο Κυβερνήτης απήντησε προς τους αντιπρέσβεις, αλλ' η επίσημος αυτού απάντησις 4)16 Απριλίου κατήλεγχεν εις μέγαν βαθμόν χολήν και φιλοτιμίαν προσβληθείσαν. Η ελληνική κυβέρνησις, έλεγε, σκεφθείσα επί του πρωτοκόλλου, και αισθανομένη κάλλιστα τά τε προς εαυτήν και τους Έλληνας και τας ευεργέτιδας Δυνάμεις καθήκοντα αυτής, ανεγνώριζεν εν πρώτοις, ότι οι σύμμαχοι επέθηκαν την κορωνίδα εις τας προτέρας αυτών ευεργεσίας κηρύξαντες ανεξάρτητον την Ελλάδα. Ανέφερε περί της εκλογής του πρίγκηπος του Κόβουργ ευγνωμονών λόγω ότι: «προήλθε αύτη βεβαίως εκ σκέψεων ανωτέρου πολιτικού συμφέροντος», Πλην δε τούτου, εξεταζομένων των ωφελημάτων, άτινα ηδύνατο να παράσχη η την ισόβιον κυβέρνησιν του Καποδιστρίου αντικαθιστώσα κληρονομική μοναρχία του ξένου, προκλητικώς ούτως ειπείν ελέγετο: «ότι η μεγάλη αποστολή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ήτο να παράσχη εγγυήσεις ασφαλούς μέλλοντος, οποίας τοσούτω μάλλον είχε δίκαιον να αναμένη η Ελλάς, όσω ικανώς βαρύ τίμημα της των μεγάλων Δυνάμεων αναμίξεως υπήρξαν αι μακροχρόνιοι αυτής συμφοραί, αι αιματηραί ζημίαι και η θυσία τον υπό των αντιπροσώπων αυτής ψηφισθέντων θεσμών. Είπετο κατόπιν, εν ευθέτω τόπω η ανάμνησις της Συνελεύσεως του Άργους, και παρετήρει τοις αντιπρεσβευταίς, ότι, ως γνωστόν βεβαίως αυτοίς, αι περί ών πρόκειται οριστικαί συμφωνίαι έπρεπε προηγουμένως να υποβληθώσι τοις πληρεξουσίοις του Ελληνικού λαού, και να κυρωθώσιν υπ' αυτών. Καθήκον αυτής επομένως η κυβέρνησις να συγκαλέση πάραυτα την Εθνικήν Συνέλευσιν. Προς δε έλεγεν:
Ότι η επίσημος δημοσίευσις της πράγματι υφισταμένης ανακωχής περιείχετο εν συνημμένη εγκυκλίω προς τους διοικητάς του στρατού και του στόλου, ότι η ελληνική κυβέρνησις ήθελε συμπράξει εις εκκένωσιν των διά του πρωτοκόλλου αποκλειομένων εκ της Ελλάδος χωρών, άμα ως οι Τούρκοι εγκατέλειπον Εύβοιαν και την Αττικήν, ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι Μουσουλμάνοι είχον ήδη πάσαν προσωπικήν προστασίαν, και ότι απεδόθη αυτοίς επί τη αιτήσει αυτών μέρος ταις περιουσίας αυτών. Ταύτα δε αναγράψας υπεστήριξε το κατά την 10)22 Απριλίου 1830 _Υπόμνημα_ της Γερουσίας, υποβληθέν τοις αντιποεσβευταίς όπερ, μετά ξηράς τινας λέξεις ευγνωμοσύνης επί τη οριστική διαρρυθμίσει του ελληνικού ζητήματος, αναφέρει ανυποκρίτως, το έθνος εχαιρέτιζε την εκλογήν του Λεοπόλδου μετά ζωηροτάτης χαράς και ευχαριστίας, διότι είχε μάθει, ότι ο πρίγκηψ είχεν αποποιηθή μεγαλοφρόνως την ένδοξον και κοπιώδη αποστολή του να καταστήση ευδαίμονα την Ελλάδα, ενόσω δεν ήτο βέβαιος αυτός περί της συναινέσεως των μελλόντων αυτού υπηκόων. Το Ελληνικόν έθνος ού μόνον ηυχαρίστει τον πρίγκηπα Λεοπόλδον έτι τη ευμενεί εκείνη μερίμνη περί της συναινέσεως αυτού, αλλά και μετ' αληθούς συγκινήσεως έμαθεν, οποίον θερμόν ανέπτυξεν ο Λεοπόλδος ζήλον εν τω περί ορίων ζητήματι.
Εξακολουθεί δε διά πειστικών λόγων, προς καταπολέμησιν των περί ορίων ορισμών του πρωτοκόλλου, και εκφανή παράστασιν της προς τους γενναίους κατοίκους της Ρούμελης, της Κρήτης, της Σάμου και της Χίου αγνωμοσύνης, και του ενδεχομένου κινδύνου της απογνώσεως αυτών. Είτα παρετήρει, ότι ο Αχελώος και ο Σπερχειός ήσαν μικροί μόνον, βατοί ως επί το πλείστον, ρύακες. Η φρούρησις, έλεγε, τοιαύτης ασθενούς οροθετικής γραμμής απήτει παλλάς χιλιάδας στρατιωτών· πλην δε τούτου ώφειλε το νέον ελληνικόν Κράτος, στερούμενον της Κρήτης, να συντηρή μέγαν πολεμικόν στόλον, προς υπεράσπισιν της κατά θάλασσαν αφυλάκτου θέσεως αυτού. Πόθεν όμως ηδύνατο να προμηθευθή την αναγκαίαν προς συντήρησιν του στρατού εκείνου και του στόλου δαπάνην; Ανάγκη προς τούτοις παρίστατο ιδίου στρατού και στόλου, προς περιστολήν των ληστρικών συμμοριών και των πειρατών, οίτινες ήθελον σχηματισθή εκ των στερουμένων των πατρίδων αυτών Ρουμελιωτών, Κρητών και Σαμίων. Το πρωτόκολλον, προσετίθει, παρείχεν τους χριστιανούς κατοίκους των προσαρτωμένων πάλιν εις την Πύλην επαρχιών το δίλημμα της επαναστάσεως ή της λιμοκτονίας. Ουδείς ήθελεν αγοράσει τα κτήματα αυτών, άτινα βεβαίως ευχαρίστως θα κατέλειπον, όπως διαφύγωσι την αυθαιρεσίαν των πασάδων, ενώ τουναντίον οι θέλοντες να μεταναστεύσωσιν εκ της Ελλάδος Τούρκοι ευκόλως εύρισκον αγοραστάς· διότι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου παρείχοντο πάσαι αι εγγυήσεις καλής και στερεάς αγοραπωλησίας. Το πρωτόκολλον προσέτι έρριπτε σμήνος απεγνωσμένων και λιμοκτονούντων φυγάδων επί του μόλις συνεστηκότος ελληνικού Κράτους, όπερ δεν θα ηδύνατο βεβαίως να αντιστή εις τον κλονισμόν. Προς τούτοις δ' η Γερουσία εθεώρει ως καθήκον αυτής να εκφράση προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον την πεποίθησιν, ότι το Ελληνικόν έθνος, ούτινος προσεβάλλοντο τα δικαιώματα και τα πολυτιμότατα συμφέροντα, ουδέποτε ήθελε συγκατατεθή να απολέση τους καρπούς ηρωικών αγώνων και να ίδη εν αμφιβόλω τιθέμενα το παρόν αυτού και το μέλλον. Αν δε, υπό πικράς βιαζόμενον ανάγκης, κατεδίκαζεν εαυτό εις σιωπήν ήθελε και πάλιν εντός ολίγου εξομοιωθή προς αγέλην δούλων διεσπαρμένων μεταξύ Τούρκων. Καθότι αφ' ενός μεν εξησφαλίζετο τοις Τούρκοις το προσιτόν πάντων των δημοσίων υπουργημάτων, αφ' ετέρου δε ως Έλληνες πολίται, ήθελον αποκτήσει διά του πλούτου αυτών την νικώσαν εν ταις εκλογαίς ψήφον.
Θα ήτο δε και τότε πραγματικόν τι διά την Ελλάδα πλεονέκτημα η ανεξαρτησία, το πολύτιμον εκείνο των Δυνάμεων δώρον; Μετά εννεαετή αιματηρόν πόλεμον οποίον απέμενεν ούτω κέρδος εις τον Έλληνα; Ουδέν άλλο, ή να ζη εν ερήμω, εν μέσω των οστέων των σφαγέντων προγόνων!
Εδράξατο δε σύναμα η Γερουσία και του μέσου εκείνου, δι' ού ήτο δυνατόν να γείνη επίδρασις επί το ευθύ και σοβαρόν φρόνημα του Λεοπόλδου, και συνέδεσε το ελληνικόν στέμμα, ή τουλάχιστον την ευδαιμονίαν αυτού, προς την αλλαγήν του θρησκεύματος λέγουσα: «Πόσης χαράς δάκρυα ήθελε χύσει το ελληνικόν έθνος, αν η θρησκεία αυτού εις την οποίαν χρεωστεί την πολιτικήν ύπαρξίν του, τα ολίγα του φώτα, την γλώσσαν των προγόνων του, το συνήνωνε και διά θείων θεσμών μετά της Β. Α. Υψηλότητος! Πόσον η αφοσίωσις του ελληνικού λαού ήθελεν αυξηθή, αν έβλεπε μεθ' εαυτού εις τους ναούς του ουρανίου πατρός τον επίγειον πατέρα του προσφέροντα την ιδίαν λατρείαν! (73)». Τοιούτο τι περίπου ην το υπόμνημα της 10)22 Απριλίου 1830, όπερ η Γερουσία επέδωκε τοις αντιπρεσβευταίς των Δυνάμεων.
Έτος είχε σχεδόν παρέλθει, αφ' ής ο πρίγκηψ Λεοπόλδος είχε μάθει διά της παρά τω Κυβερνήτη αποστολής του _Κ. Στόκμαρ_ τι έπρεπε να φρονή περί του ελληνικού μέλλοντος, περί των ιδίων εαυτού ελπίδων και περί της πιθανότητος εθνικής τινος υπέρ αυτού εκδηλώσεως. Είχε δε κάλλιστα ωφεληθή εκ του χρονικού τούτου διαστήματος, όπως εκβάλη της παλαίστρας τους άλλους αυτού συμνηστήρας. Διότι πλην αυτού ανεφέροντο ως υποψήφιοι: ο _Δουξ Κάρολος του Μέκλεμβουργ_, ο πρίγκηψ _Φρειδερίκος της Ορανίας_, ο _Βερνάρδος της Βέιμαρ, ο Κάρολος_ της Βαυαρίας, ο _Ιωάννης_ της Σαξωνίας και ο πρίγκηψ _Φίλιππος της Έσσης Ομβούργ_, ουδείς όμως εξ αυτών είχε τοσαύτην σημασίαν, ούτε ανέπτυξε τοσαύτην δραστηριότητα, ώστε να υποσκελίση αυτόν. Η Ρωσία πρωίμως ήδη είχε καταδείξει την συμπάθειαν αυτής υπέρ της υποψηφιότητος του πρίγκηπος του Κοβούργου. Ρώσοι πολιτικοί άνδρες οίος ο Λήβεν εφρόνουν, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ην ο ανήρ, όστις επί του ελληνικού θρόνου ηδύνατο να εννοήση την ανάγκην στενού μετά της Ρωσίας συνδέσμου, «_και να καταστήση συνάμα ακίνδυνον την μόνην αληθώς εχθράν εις τους Έλληνας πολιτικήν, την της Αγγλίας, διά των σχέσεων αυτού προς την αντιπολίτευσιν και προς την οικογένειαν της μελλούσης διαδόχου._» Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος παρέστησεν επιτηδείως εν Πετρουπόλει την δυσχερή αυτού θέσιν απέναντι του Άγγλου βασιλέως και της χώρας· ανέμνησε δε τας εκδουλεύσεις αυτού επί των κατά του Ναπολέοντος πολέμων, και τας υγιείς αυτού, καθαρώς μοναρχικάς και εχθράς πάσης επαναστατικής ιδέας αρχάς. Αι παραστάσεις αύται κατίσχυσαν, και επειδή εν Ρωσία είχε πλέον αναγνωρισθή ως έωλος και αφεθή όλως η ιδέα ισοβίου ηγεμονείας του Καποδιστρίου, έκλινεν οριστικώς το ρωσικόν ανακτοβούλιον υπέρ της εκλογής του πρίγκηπος του Κοβούργου. Και εν τω Κεραμεικώ δ' επίσης κατώρθωσεν ο Λεοπόλδος να εξαλείψη την επ' αυτού ζηλοτυπίαν, και τη 8)20 Νοεμβρίου 1829 επέτυχε της συγκαταθέσεως του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι'. Εν Αγγλία τουναντίον απήντησαν το κατ' αρχάς τα σχέδια αυτού δυσμενή υποδοχήν, και δεινός συνήφθη αγών μεταξύ βασιλέως και υπουργείου. Γεώργιος ο Δ' ήκιστα ηυνόει προσωπικώς τον Λεοπόλδον, και ουδ' αυτήν την ακάνθινον δόξαν του ελληνικού θρόνου επέτρεπεν αυτώ. Διετέλει δε ο βασιλεύς υπό την επήρειαν του αδελφού αυτού, δουκός του _Κώμπερλανδ_, όστις σφοδρός πολέμιος του υπουργείου Βέλλιγκτον, είχεν ίδιον υποψήφιον διά τον ελληνικόν θρόνον, τον συγγενή αυτού _Κάρολον, δούκα του Μέκλεμβουργ_. Υπεστήριζε δε αυτόν μετά πολλής επιμονής διά του αδελφού βασιλέως Γεωργίου του Δ', ενώ το αγγλικόν υπουργείον προέτεινε κατ' αρχάς τον πρίγκηπα των Κάτω Χωρών. Τον Ιανουάριον όμως του 1830 ο Βέλλιγκτον υιοθέτησε την υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, στηριζόμενος επί των διαθέσεων της χώρας και του κοινοβουλίου, και ηπείλησεν ότι το υπ' αυτόν υπουργείον ήθελε παραιτηθή, αν δεν επεδοκίμαζεν αυτήν ο βασιλεύς. Γεώργιος ο Δ' συνήνεσε μετά δυσαρεσκείας.
Το παράδοξον όμως διάβημα του σιδηρού δουκός επέδρασεν επιβλαβώς επί την τύχην της Ελλάδος. Απέναντι υπουργείου, όπερ υπήρξεν έτοιμον να θυσιασθή υπέρ αυτού, δεν ηδύνατο βεβαίως ο Λεοπόλδος να επιδείξη το επίμονον και σταθερόν εκείνο ήθος, όπερ ήθελεν είναι επιθυμητόν δι' υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου. _Ην ατύχημα τούτο διά την Ελλάδα_, ως και ο πρίγκηψ αυτός παρετήρει, _καθότι παρ' υπουργείου, διακυβεύσαντος την ιδίαν ύπαρξιν χάριν της κοβουργικής υποψηφιότητος, αδύνατον ήτο να επιμείνη τις απαιτών αδυσωπήτως τους όρους εκείνους, ούς υπηγόρευε το συμφέρον της Ελλάδος_.
Κατά του ηθικού τούτου προσκόμματος προσώχθησε σχέδιον ευγενώς εσκεμμένον, όπερ ηδύνατο να αποβή σημαντικώτατον διά το μέλλον της Ελλάδος. Προύκειτο τότε περί εκχωρήσεως των _Ιονίων νήσων_ εις το νέον Ελληνικόν Κράτος. Όσω δε ολιγώτερον ήτο γνωστόν το σχέδιον τούτο εν Ελλάδι, τοσούτω μάλλον χαρμόσυνος θα ήτο η έκπληξις, αν προσήρχετο ο νέος ηγεμών τοιούτον κομίζων εις την νύμφην το δώρον της πρώτης του γάμου πρωίας, ως ο νυν δυναστεύων εν Ελλάδι Γεώργιος ο Α'. Πλήρης μυστικότης περιεκάλυπτε τα σκοπούμενα, άτινα ηρέμα μεν αλλ' ασφαλώς ωρίμαζον προς εκτέλεσιν. Οι εξοχώτεροι των _Ουίγων_ είχον προσηλυτισθή, και ηλπίζετο ασφαλής εν τω κοινοβουλίω πλειοψηφία. Έκτοτε ελέγετο, ότι το εκ των νήσων εκείνων όφελος δεν απεζημίου τας εκτάκτους δαπάνας, όσας απήτουν αύται παρά της προστάτιδος Δυνάμεως. Δεν έλειπον δε, πλην τούτου, και αφιλοκερδέστεραι σκέψεις. Υπεδεικνύετο το διαρκώς και ανενδότως δυσυπότακτον του εθνικού φύλου, και το δίκαιον της αρχής των εθνικοτήτων, καθ' ής δεν ήρμοζε να αντιστή η ελευθέρα Αγγλία. Οι τραχέως δε σκώπτοντες πρακτικοί Άγγλοι πολιτικοί παρείχον εις τους Επτανησίους την μετά της Ελλάδος ένωσιν ως τιμωρίαν, και προυφήτευον ταχείαν και πικράν την μεταμέλειαν. Ούτως εφαίνοντο πάντα κατά τας επιθυμίας βαίνοντα του Λεοπόλδου, ότε εν μέσω των πρωίμων εκείνων περί εκχωρήσεως σχεδίων παρενέπεσεν ολεθρίως η καλώς λελογισμένη γενναιοφροσύνη των Τόρεων. Αφ' ής στιγμής ο Βέλλικτον προέθετο ως υπουργικόν ζήτημα την εις τον Ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, ο οξυδερκής παρατηρητής καθορά γεννώμενον το σπέρμα της αποποιήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου. Οι Τόρεις επεδείκνυντο εναβρυνόμενοι την πολιτικήν αυτών γενναιοφροσύνην, και αλαζονευόμενοι δεν απέκρυπτον την δυσπιστίαν αυτών προς τας νέας σχέσεις μεταξύ του Λεοπόλδου και των εξεχόντων μελών της αντιπολιτεύσεως.
Παρά τας συμβουλάς του εμπίστου αυτού _Στόκμαρ_ είχε παραμελήσει ο πρίγκηψ Λεοπόλδος να καθορίση εκ προοιμίων την θέσιν αυτού ως προς το ελληνικόν ζήτημα. Το περιβάλλον την Ελλάδα ιδανικόν γόητρον υπέτασσε την φαντασίαν αυτού, και ο εν απόπτω θρόνος τοσαύτην εξήσκει επ' αυτού μαγείαν, ώστε παρέστη δραστηρίως και ζωηρότερον ίσως του δέοντος ως μνηστή και εξήγειρεν ούτω παρά τω υπουργείω την ιδέαν, ότι ηδύνατό τις να εκτεθή υπέρ υποψηφίου μη ανθισταμένου και μηδένα προτείνοντος όρον «Κατόπιν μόνον εστάθμισε, κατά βάθος, τας δυσχερείας της επιχειρήσεως, και προσεπάθησε να επιτύχη τους όρους εκείνους, αφ' ών, κατά την συμβουλήν του Στόκμαρ, έπρεπε να εξαρτήση την υποψηφιότητά του».
Διά τούτο δε ο Λεοπόλδος, κατ' Ιανουάριον του 1830, πριν ή αι Δυνάμεις προτείνωσιν αυτώ τον ελληνικόν θρόνον διά του πρωτοκόλλου του Φεβρουαρίου, ευρέθη εν τη δυσαρέστω _θέσει ικέτου_. Προσεπάθησε δε να αποσπάση εκ της ακάμπτου πολιτικής και της απαθούς δυσπιστίας των Τόρεων ολίγας τουλάχιστον υπέρ της Ελλάδος ωφελείας, δυσαναλόγους πλέον, εννοείται, προς τα πρότερον σκοπούμενα. Την εκχώρησιν των Ιονίων νήσων ουδ' ηδύνατο καν να προφέρη, καθότι και αυτό το απαραίτητον ημφισβητείτο τότε, και μετά πολλάς μόλις δεκαετηρίδας έμελλον τα πράγματα αυτά να χύσωσι παράδοξον φως επί των σχεδίων του Λεοπόλδου.
Προς την δειλήν δε ερώτησιν, αν ήτο δυνατόν να πεισθή η Πύλη, αντί χρηματικής αποζημιώσεως, εις εκχώρησιν της Κρήτης, υπέδειξεν ο Άβερδην εις τον πρίγκηπα, ότι ο _κυρίαρχος ηγεμών της Ελλάδος_ ήθελεν είναι κύριος να προέλθη εις τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, και ευμενώς υπεσήμανεν, ότι η προσωπικότης ακριβώς του Λεοπόλδου ηδύνατο να πραΰνη την κατά του νέου ελληνικού Κράτους ναυτικήν ζηλοτυπίαν της Αγγλίας, καθ' ήν περίπτωσιν η νήσος της Κρήτης έμελλε να ανήκη εις οιανδήποτε άλλην πλην της Πύλης κυβέρνησιν. Ότε όμως Λεοπόλδος, τη 30 Ιανουαρίου, κατέστησε την κατοχήν της Κρήτης απαραίτητον όρον της αποδοχής του ελληνικού θρόνου, εξεδήλωσεν ο Άβερδην άπαν το πείσμα και την τραχύτητα της αγγλικής διπλωματίας. Κατεμέμφθη τούτ' αυτό του πρίγκηπος ως συμβουλευομένου τον _Δούρχαμ_, τον _Δόβερ_, τον _Πάλμερστον_, τον _Βρουμ_, πολεμίους του υπουργείου, και έδωκεν αυτώ την 31 Ιανουαρίου την χαρακτηριστικωτάτην ταύτην διά την περίστασιν και αυτόχρημα αγροίκον απάντησιν: «_Περί Κρήτης ουδαμού ουδέποτε μέχρι τούδε εγένετο λόγος. Καίτοι πολλαί μέχρι τούδε εγένοντο διαπραγματεύσεις, είσθε ελεύθερος πάντοτε να παραιτηθήτε· αλλά την απόφασίν σας ταύτην δεν δύναται να εξηγήση η άρνησις της Κρήτης. Αναλογίσθητε κατά πόσον τοιαύτη διαγωγή συμβιβάζεται προς την αξιοπρέπειαν υμών και το συνεπές του φρονήματος. Αι Δυνάμεις δεν σκοπούσι να διαπραγματευθώσι προς υμάς και ήθελον θεωρήσει ως άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν_».
Τότε αντί να αφήση ελευθέρας τας Δυνάμεις να θεωρήσωσιν άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν, αντί να αντιτάξη εις την αλαζονείαν των Τόρεων την τολμηράν αποφασιστικότητα ανδρός συνειδότος τον υψηλόν εαυτού σκοπόν, αντί να αψηφήση την τριανδρίαν των προστάτιδων Δυνάμεων, ών φαινομένη μόνον υπήρχεν η ομοφροσύνη, και να ανυψώση την ιδίαν εαυτού θέλησιν και την του ελληνικού λαού, παρέστη συναισθανόμενος πάντοτε το βάρος της προς αυτόν ευεργεσίας του υπουργείου, καίπερ δυνάμενος να μαντεύση, ότι το υπουργείον εκ μεγάλης μόνον βιαζόμενον ανάγκης είχε καταστήσει υπουργικόν ζήτημα την κοβουργικήν υποψηφιότητα, ενέδωκεν ουχ ήττον, και υπεδύθη το άτολμον εκείνο και αναποφάσιστον ήθος, όπερ κατά το ήμισυ πάντοτε είναι της ήττης αφορμή και τη 30)11 Φεβρουαρίου 1830, ήτοι την επαύριον της του Βέλλικτον προς αυτόν απαντήσεως, ανεκοίνωσε προς τους τρεις πληρεξουσίους, ότι _συνήνει_ και απεδέχετο την ωφέλιμον και υψηλήν αποστολήν, ήτις ανετίθετο αυτώ.
Ήρξατο όμως κατόπιν μεταμελούμενος επί τω κατεσπευμένω αυτού διαβήματι, και, λεπτολογών πάλιν περί τους ορισμούς της συνόδου, προσεπάθησε να αποκτήση ό,τι παρήτησε, γράφων αίφνης προς τον λόρδον Άβερδην, ότι εξ αβροφροσύνης μόνον απεδέξατο την υπό της συνόδου υπαγορευθείσαν τροποποίησιν, και συνήνεσεν εις το πρωτόκολλον κατά το γράμμα μόνον και το πνεύμα της αρχικής αυτού επιστολής της 30)11 Φεβρουαρίου. Διαρκουσών έτι των δυσαρέστων αυτών διαπραγματεύσεων ανεχώρησε κατά τας αρχάς Απριλίου εις Παρισίους, και κατέλιπεν εν τη απουσία αυτού τον Στόκμαρ αντιπρόσωπον.
Ο πρίγκηψ είχεν αναλάβει εν τω μεταξύ και την από πολλοί διακεκομμένην ανταπόκρισιν αυτού προς τον Καποδίστριαν. Εκ του Οίκου Μάλβουργ έγραψεν αυτώ τη 16)28 Φεβρουαρίου όπως αγγείλη, ότι είχεν αποδεχθή την λίαν κολακευτικήν και έντιμον προσφοράν της ηγεμονίας της Ελλάδος. Ως προς τους όρους όμως, έλεγε, δεν είχον τα πράγματα καλώς· η παράκλησις αυτού, όπως επιτραπή τοις Έλλησι το δικαίωμα της αντιρρήσεως κατά του προσώπου αυτού, δεν είχεν εισακουσθή, ώστε ηναγκάζετο ούτω να παραστή αυτοίς ως προσφερόμενος υπό των Δυνάμεων ηγεμών.
Η επιστολή του Λεοπόλδου προς τον Κυβερνήτην έχει ώδε:
Εν τω Οίκω Μάλβουργ τη 16)28 Φεβρουαρίου 1830. _Αγαπητέ μοι Κόμη_,
«Σήμερον σας γράφω ολίγα τινά, μηνύων ότι μετά πολλάς δυσχερείς διαλέξεις, εδέχθην την παρά των συμμάχων Δυνάμει προσενεχθείσαν μοι εντιμοτάτην ηγεμονίαν της Ελλάδος, παρακαλέσας να δώσωσι και τοις Έλλησι ψήφον περί της εκλογής μου, αλλά δεν εισηκούσθην. Ελπίζω όμως ότι, όταν αι διαπραγματεύσεις καταστώσι γνωσταί τοις Έλλησι, θέλουσιν ομολογήσει ότι δεν ημέλησα να θηρεύσω την ευγνωμοσύνην αυτών, όσον ηδυνάμην.
«Εάν ανελογιζόμην την προσωπικήν μου μόνον θέσιν, ήθελον επιμείνει εις ευνοϊκωτέρους όρους, ή δεν ήθελον αποδεχθή· ο φόβος όμως, μη ρίψω πάλιν το ελληνικόν ζήτημα εις το χάος εκείνο, όθεν μόλις εξέρχεται, με παρακινεί να θυσιάσω πάντα προσωπικόν μου σκοπόν.
«Γνωρίζετε, αγαπητέ κόμη, οποία τρέφω προς υμάς, από μακρού ήδη χρόνου, αισθήματα· πρέπει δε να σας εκφράσω πόσον ελπίζω, ότι θέλετε με υποστηρίξει διά των συμβουλών και της φρονήσεως υμών εν τω δυσχερεί σταδίω, εις ό εισέρχομαι. Διά τούτο σας παρακαλώ να εξακολουθήσητε πηδαλιουχούντες μέχρι της αφίξεώς μου το σκάφος της πολιτείας, όπερ τοσάκις εσώσατε από ναυαγίου. Αγνοώ αν απαιτήται τυπική τις προς τούτο πληρεξουσιότης· εν τοιαύτη δε περιπτώσει θέλω σπεύσει ό,τι τάχιστα να διαβιβάσω υμίν τοιαύτην. Ουχ ήττον παρακαλώ υμάς να θεωρήσητε αυτήν, εν τούτοις, ως οριστικήν και να την ανακοινώσητε όπου δει. Η άφιξίς μου δεν δύναται να γείνη εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, καθότι έχω πολλάς έτι να τακτοποιήσω ιδιαιτέρας μου υποθέσεις. Εξηγήσατέ μοι σαφώς, σας παρακαλώ, άμα ως δυνηθήτε, την κατάστασιν των πραγμάτων. Ως προς τούτο σπουδαίον ήθελεν είναι να μοι στείλητε ταχέως εμπιστευτικόν τινα γραμματέα, κομιστήν των υμετέρων ανακοινώσεων και δυνάμενον να μοι χρησιμεύει διά τα ελληνικά έγγραφα. Άλλην ημέραν θέλω σας γράψει εκτενέστερον. Παύων δε σας προσφέρω την διαβεβαίωσιν της διαφερούσης μου υπολήψεως της ειλικρινεστάτης φιλίας, μεθ' ής και διατελέσω ών κτλ.
ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ.»