Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 19

Chapter 19102 wordsPublic domain

Ο Καποδίστριας περιοδεύσας εις Σύρον, Μέγαρα και Ναύπλιον, είχε βεβαιωθή πανταχού, ότι η συνέλευσις προυξένησεν, όντως, αγαθήν εντύπωσιν. Μετά τούτο συνεκάλεσε τα μέλη της Γερουσίας εν Αιγίνη, εδέξατο παρ' αυτών τον όρκον της πίστεως (26 Σεπτεμβρίου) και διέταξε την έναρξιν των εργασιών αυτών, υπό την προεδρείαν του Γ. Σισίνη. Υπέστη όμως την προσβολήν της αποτόμου αρνήσεως του Α. Μιαούλη και Λ. Κουντουριώτη, των δύο εκείνων εχθρικώς προς την κυβέρνησιν διατεθειμένων ανδρών, ούς έσχε την μεγαθυμίαν να διορίση Γερουσιαστάς. Τούτων αρνηθέντων, ετράπη τότε προς τον Τομπάζην και τον Α. Μαυροκορδάτον, διότι μεταξύ του αρχηγού αυτού της αγγλικής μερίδος και του Κυβερνήτου είχε μείνει πάντοτε πρόθυμος και συνδιαλλακτικός μεσίτης ο _Σπυρίδων Τρικούπης_. Ούτοι όμως, πιστοί εις το πολιτικόν αυτών παρελθόν, περιεφρόνησαν το προταθέν δέλεαρ. Ούτω καθαρώς πλέον και εσαεί διεχωρίσθησαν ορεινοί και πεδινοί, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς.

Ο Καποδίστριας ευρίσκετο επί του κολοφώνος της ισχύος. Και αυτή η χρηματική αμηχανία, η κινδυνώδης πέδη πάσης ελληνικής διοικήσεως, εφαίνετο εκλιπούσα, διότι πανταχόθεν συνέρρεον βοηθήματα εν Αιγίνη. Η Γαλλία απέστειλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1829, 500,000 φράγκων, υποσχομένη και άλλην κατόπιν συνδρομήν, ο Τσάρος έπεμψε τον Νοέμβριον 6,000 όπλων δώδεκα πεδινά τηλεβόλα, και το αναγκαίον υλικόν του πολέμου, και ο Έυναρδ 700,000 φράγκων, ως προκαταβολήν απέναντι του μελετωμένου δανείου. Αι των ακαμάτων φιλελλήνων αποστολαί κατά τας αρχάς του έτους 1831 ανήλθον εν συνόλω εις 1,430,000 φράγκων. Εις ταύτα προσθετέον τας προσφοράς άλλων φιλελλήνων και πλουσίων ελλήνων 5,643,398 φράγκων, άτινα απέστειλεν η γαλλική κυβέρνησις κατά τα έτη 1828 και 1829, εκτός των 313,928 φράγκων, άτινα είχεν αποστείλει προς εξαγοράν αιχμαλώτων· 500,000 φράγκων, άπερ απέστειλε κατά το 1830, ρωσικάς συνδρομάς, άς ο Καποδίστριας αυτός υπελόγισεν εις 3,663,041 φράγκων και τέλος κατά τον Δεκέμβριον του 1830 και αγγλικήν συνδρομήν εξ ημίσεος εκατομμυρίου φράγκων. Τα ελέη ταύτα, ως συνείθιζε να καλή αυτά ο Καποδίστριας, συνεποσούντο ούτως εις 12 — 14,000,000. Η γαλλική κυβέρνησις υπελόγιζεν εις 3,500,000 τας δαπάνας αυτής εις προμήθειαν υλικού υπέρ του Καποδιστρίου· δεν είναι δυνατόν όμως να υπολογισθώσι πόσα έλαβεν η κυβέρνησις αυτού εις έμμεσα βοηθήματα, οίον όπλα, πολεμεφόδια, ίππους και τηλεβόλα. Και εν αυτή δε τη Ελλάδι ήρξαντο αι δημόσιοι πρόσοδοι να καθίστανται αφθονώτεραι, και εν μόνη τη επαρχία Σύρου ανήλθον εις 65,000 ισπανικών ταλήρων. Προσθετέον δε εις ταύτα και το βάρος της πολιτικής θέσεως, ήν κατείχεν έτι ο Κυβερνήτης εν τη κοινή γνώμη της Ευρώπης. Ο Μέττερνιχ εφρόνει κατά το θέρος του 1829, ότι ο Καποδίστριας είχεν υπέρ εαυτού την ισχυροτάτην μερίδα εν τη τότε πολιτική περιπλοκή και ηκολούθει απλουστάτην μέθοδον, διαμαρτυρόμενος κατά παντός μη αρέσκοντος αυτώ: «Ει και πάντη εφήμερος, έλεγεν ο Μέττερνιχ, η των πραγμάτων κατάστασις εν Ελλάδι, η της χώρας όμως κατάστασις είναι καλλιτέρα της εν Τουρκία, και τούτο ένεκα της ισχύος της κοινής γνώμης, ήτις παρασύρει πάντοτε τα ανακτοβούλια υπέρ των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας τόσω καλώς συναισθάνεται την δύναμιν της θέσεώς του, ώστε ετόλμησε να είπη εις τον ναύαρχον Μιαούλην να επιπέση κατά του αγγλικού ναυτικού, και να υπομείνη να πυροβολήσωσι κατά αυτού και να τον συλλάβωσιν αιχμάλωτον, διότι σύμπασα η της Μεγάλης Βρεττανίας δύναμις δεν θα ηδύνατο να κρατήση αυτόν ως τοιούτον».

Εφ' υψηλού και φθονούμενος ίστατο ο Κυβερνήτης, αλλ' εγγύς ην το χείλος της αβύσσου και η απότομος προς τον όλεθρον τροπή. Η πλάστιγξ των του κόσμου έκλινε νυν τα μέγιστα υπέρ της Ρωσίας, η δε ευρωπαϊκή πολιτική ετρέπετο οριστικώς υπέρ της ρωσικής δυνάμεως και πάντων αυτής των φίλων και οπαδών, διά της αιφνιδίου λήξεως του τουρκικού πολέμου, και της ειρήνης, ήν ο Ρώσος στρατηλάτης Δείβιτς υπηγόρευσεν εν τω στρατοπέδω της Αδριανουπόλεως. Ο Κυβερνήτης επίστευσεν, ότι έφθασεν εις το τέρμα των πόθων αυτού. Αλλ' η ώρα της ανταποδόσεως εφαίνετο σημαίνουσα δι' αυτόν, και εγγίζουσα διά τους εναντίους αυτού η προθεσμία των απολογισμών. Ο Καποδίστριας περιέμενε νέας παρά της Ρωσίας παραχωρήσεις, ότε έμαθε το 10ον άρθρον της Συνθήκης το αφορών τα ελληνικά πράγματα και έμεινε κατατεθορυβημένος. Αντί πάσης άλλης υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εργασίας, η Τουρκία υπεχρεούτο να αποδεχθή το πρωτόκολλον της 10)22 Μαρτίου 1829, καθ' ού αυτός τε και η Εθνοσυνέλευσις είχον πολλάκις διαμαρτυρηθή. Τοσούτον δε εξηγέρθησαν οι αντιπολιτευόμενοι κατ' αυτού, ώστε, κατ' αυστριακάς εκθέσεις, «τοσούτον ηύξησεν η κατά του Καποδιστρίου δυσαρέσκεια περί τα τέλη του 1829, ώστε κατεμέμφθησαν αυτού οι Έλληνες, ότι ήθελε να προδώση την ανεξαρτησίαν της χώρας, και εξεφράσθησαν υπέρ της ηγεμονίας Γερμανού πρίγκηπος» (71).

Το Ελληνικόν ζήτημα ετίθετο πάλιν εις τας χείρας της διπλωματίας, ήτις βραδέως εις τα περί αυτού προβαίνουσα, επί μάλλον εκίνει την κοινήν εν Ελλάδι γνώμην κατά του Κυβερνήτου. Τέσσαρες μήνες είχον παρέλθει από της εν Αδριανουπόλει ειρήνης, και όμως η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι καταταλήξει εις επαρκή τινα απόφασιν περί του ελληνικού ζητήματος. Η Ρωσία ήσκει πάντοτε υπέροχον επιρροήν επί των αποφάσεων του διπλωματικού δικαστηρίου, και ο Μέττερνιχ έλεγεν οδυρόμενος: «_Δυστυχώς η εν Λονδίνω σύνοδος διατελεί υπό ρωσικήν διεύθυνσιν_». Επειδή όμως το ρωσικόν ανακτοβούλιον ουδεμίαν ησθάνετο διάθεσιν να εκτεθή σφοδρώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αι συζητήσεις κατήντησαν επί τέλους εις αναξιοπρεπή παιδιάν μεταξύ του περί _ανεξαρτησίας ζητήματος_ και του _περί επεκτάσεως ορίων_. Αντί του δώρου της ανεξαρτησίας, εμέτρουν οι διπλωματικοί δικασταί διά γλίσχρου όλως μέτρου τα όρια του νέου Ελληνικού κράτους.

Διατί αρά γε το ανακηρυχθέν ελεύθερον Ελληνικόν βασίλειον να είναι μικρότερον της υποτελούς Ελλάδος; Και όμως σαφέστατον, ότι ουδείς, είτε ηγεμών ανεξάρτητος, είτε υποτελής, ηδύνατο να βασιλεύση εν Ελλάδι, ανεπαρκή εχούση όρια.

Ο λόγος ήτο ότι συνεκρούοντο πάλιν, εν τω κρυπτώ, τα συμφέροντα των ευεργετίδων Δυνάμεων, εν ώ επισήμως τα ελληνικά συμφέροντα ήσαν το πρώτον της ημέρας ζήτημα. Ο δουξ _Βέλλιγκτον_, όστις εφ' ικανόν χρόνον είχε πολεμήσει την ανεξαρτησίαν, εθεώρει νυν αυτήν ως αναγκαίαν. Η εν Αδριανουπόλει ειρήνη είχε πείσει αυτόν οφθαλμοφανούς, ότι ήτο άδικον και κινδυνώδες συνάμα, να υποταχθή η υποτελής Ελλάς εις την εξησθενημένην και προστασίας χρήζουσαν Πύλην. Είχε κατανοήσει δε το ορθόν της ιδέας, ότι υποτελής ηγεμονία εξυπηρετεί μόνον της Ρωσίας τα συμφέροντα. Αντί όμως να προβή δραστηρίως εις ενέργειαν σύμφωνον προς την ιδέαν ταύτην, ως ήθελεν ο _Αϊτέσβουρυ_, και ως θα ήθελεν ο _Κάννιγκ_, αντί να συλλογισθή ισχυρόν ελληνικόν πρόχωμα κατά του μοσχοβιτικού κατακτητικού πνεύματος, περιέπεσε πάλιν εις τον φόβους ότι το νέον ανεξάρτητον κράτος ηδύνατο να καταστή πλέον του δέοντος ισχυρόν και να απειλήση την ύπαρξιν της γεγηρακυίας και εξησθενημένης Τουρκίας.

Τούτου ένεκα περιέκοπτεν εν μικρολόγω ζηλοτυπία τα ελληνικά όρια, και προέτεινε να ορίσωσιν αυτά όσον το δυνατόν στενώτερα. Εκράτει μεν αληθώς ο αυτοκράτωρ Νικόλαος εις χείρας αυτού τας τύχας της Ευρώπης, αλλά το ανακτοβούλιον αυτού ευρίσκετο εν λίαν δυσχερεί θέσει απέναντι των απαιτήσεων των δυτικών Δυνάμεων. Δεν ετόλμα να προτείνη την ιδέαν ανεξαρτήτου Ελλάδος· αλλ' ανέμενε να υποβάλωσιν αυτήν αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Απείχεν επίσης, κατ' ανάγκην, η Ρωσία της προτάσεως _ισοβίου Κυβερνήσεως_ του _Καποδιστρίου_, προσδοκώσα να έλθωσιν επί τούτω αφ' εαυτών αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Όσον εγγύτερον ευρίσκετο εις τον σκοπόν αυτής, τοσούτον περισσότερον ώφειλε να προσέχη μη προδοθή και προκαλέση συνασπισμόν των δύο άλλων δυνάμεων εναντίον αυτής.

Ούτω, κατόπιν τετραμήνου διπλωματικής συζητήσεως, η τέως απολυτόφρων και άκαμπτος διπλωματία της Ευρώπης εκάμφθη τελευταίον υπό των επταετών ηρωικών κατορθωμάτων και των ανηκούστων παθημάτων των Ελλήνων και των εντόνων διαμαρτυρήσεων τού τε Κυβερνήτου και της εν Άργει Δ' Εθνικής συνελεύσεως, και επεσφράγισε διά της επισήμου αυτής σφραγίδος τον θρίαμβον της μεγάλης αυτών επαναστάσεως· λαμπρόν τούτο παράδειγμα τοις καταπιεζομένοις λαοίς τοις έχουσιν ανατεθειμένας τας ελπίδας της απελευθερώσεως αυτών μόνον εις ειρηνικάς των μεγάλων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις. Εάν οι πατέρες ημών δεν εξηγείροντο απαξάπαντες κατά των Τούρκων πριν ή βεβαιωθώσι περί της υποστηρίξεως μεγάλης τινός Δυνάμεως, ανωτέρας τινός «Αρχής», ως έλεγον, αφίνοντες να υπεννοήται ο Τσάρος της Ρωσίας, εάν δεν εξέπληττον την Ευρώπην διά των λαμπρών αυτών κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν κατορθωμάτων, άτινα εξετέλεσαν αψηφούντες τον θάνατον, η διπλωματία ήθελε καταδικάσει αυτούς, χαρακτηρίζουσα τον ιερόν αυτών αγώνα ως απλήν ανταρσίαν, και ο αιμοβόρος _Ιβραχήμ πασάς_ ήθελεν εκπληρώσει ανέτως τον εξολοθρευτόν αυτού σκοπόν, και η Ελλάς δεν θα υπήρχε σήμερον, ή θα εστέναζεν εισέτι άπασα υπό τας φοβεράς αλύσεις της αισχράς δουλείας. Αλλ' επέμειναν εν τω ενδόξω αυτών αγώνι, και η επιμονή αυτών εστέφθη υπό της λαμπροτέρας επιτυχίας, και η μικρά Ελλάς, αναγεννηθείσα, εισήλθεν εις την χορείαν των ελευθέρων εθνών, κηρύττουσα εις τον κόσμον ότι το θείον της ελευθερίας δώρον κτάται διά χειμάρρων αιμάτων και φοβερών καταστροφών, άς υπέστη η Ελλάς σύμπασα κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας μακρόν αγώνα. Η ευρωπαϊκή διπλωματία κεκμηκυία τέλος εκ του παιζομένου παιγνίου «_ανεξαρτησία αντί των ορίων_» κατέληξεν εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου· όπερ μετέβαλλεν ένα των κυριωτάτων όρων του από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλου αυτών. Ο λόρδος _Άβερδην_, ο κόμης _Μαμμορανσύ — Λαβέλ_ και ο κόμης _Ματούσεβιτζ_, εκτιμήσαντες την από 9 Σεπτεμβρίου διακοίνωσιν της Υψηλής Πύλης, απεφάσισαν να επισταλώσι νέαι οδηγίαι προς τους εν Ναυπλίω ναυάρχους και αντιπρέσβεις προς άμεσον αποκατάστασιν της ανακωχής, και συνεφώνησαν περί της μελλούσης εν Ελλάδι τάξεως των πραγμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.

Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία απεφάσισαν ήδη να αποδεχθώσι την περί της εντελούς ανεξαρτησίας ευχήν του Ελληνικού έθνους· και διά του από 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830 εν Λονδίνω νέου αυτών πρωτοκόλλου ώρισαν, ότι η Ελλάς θέλει συγκροτήσει «_Κράτος όλως ανεξάρτητον και κυβερνώμενον υπό ηγεμόνος κληρονομικού, φέροντος τον τίτλον του κυριάρχου ηγεμόνος της Ελλάδος_». Το σωστικόν τούτο διά την Ελλάδα πρωτόκολλον είχεν ώδε:

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.

&Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος.&

»Παρόντες: — Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Αρξαμένης της συνδιαλέξεως, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. και ο της Α. Χ. Μ. παριστάνουσιν εις τον πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. την έφεσιν του να μάθωσιν υφ' οποίαν πρόσοψιν βλέπει το άρθρον 10 της εν Αδριανουπόλει προσφάτως υπογραφείσης ειρήνης μεταξύ της Ρωσίας και του Οθωμανικού Κράτους, άρθρον, το οποίον αναφέρεται εις τας υποθέσεις της Ελλάδος.

«Ο πληρεξούσιος της Α. Α. Μεγαλειότητος αποφαίνεται ότι το 10 άρθρον της περί ής ο λόγος συνθήκης δεν ακυροί τα δίκαια των συμμάχων του Αυτοκράτορος, δεν παρεμποδίζει τα βουλεύματα των εις συνδιάλεξιν συνελθόντων εν Λονδίνω υπουργών, μηδέ κωλύει παντάπασι τους συμβιβασμούς, όσους αι Αυλαί ήθελον κρίνει ομοφώνως ότι ήσαν οι ωφελιμώτεροι και οι προς τας περιστάσεις ευαρμοστότεροι.

«Μετά την απόφασιν ταύτην, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. κοινοποιεί εις την συνδιάλεξιν έν έγγραφον συλληπτικόν, συναπτόμενον ενταύθα υπό το στοιχείον Α, δι' ού οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις της Μεγάλης Βρεττανίας και της Γαλλίας διαβιβάζουσι μίαν απόφασιν της Οθωμανικής Πύλης χρονολογουμένην από της 9 Σεπτεμβρίου, επισυναπτομένην ενταύθα υπό το στοιχείον Β και αναγγέλλουσαν ότι η Πύλη συγκατανεύουσα τέως εις την συνθήκην του Λονδίνου, υπόσχεται και προσέτι υποχρεούται την σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων των υπογραψασών την ειρημένην συνθήκην Δυνάμεων εις το να υπογράψη ολοσχερώς όλα τα αναφορικώς προς την εκτέλεσίν της αποφασισθησόμενα υπό του εν Λονδίνω συμβουλίου.

Εκ της αναγνώσεως αυτού του εγγράφου αναγνωρίζεται ομοφώνως ότι η συμμαχία ευρίσκεται εις την υποχρέωσιν του να ενεργήση, προ πάντων, τα περί της αμέσου εγκαταστάσεως της κατά γην και θάλασσαν ανακωχής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων.

Αποφασίζεται, κατά συνέπειαν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει των τριών αυλών πληρεξούσιοι, οι εν Ελλάδι εδρεύοντες αυτών και οι εν τω Αρχιπελάγει ναύαρχοι αυτών θέλουσι λάβει άνευ αναβολής την διαταγήν του να απαιτήσωσι και επιτύχωσιν από των ανταγωνιζομένων μερών ταχείαν και ολοσχερή παύσιν των εχθροπραξιών.

Επί τούτω, αι υπό τα στοιχεία Γ Δ Ε παρηρτημέναι ενταύθα οδηγίαι δι' ομοφώνου γνώμης απεφασίσθησαν περί των ειρημένων πληρεξουσίων και εδρευόντων, επιτρεπούσης εις τον ρώσον ναύαρχον της μεταξύ Ρωσίας και Πύλης αποκαταστάσεως της ειρήνης, να συμπράξη αύθις μετά των συναδέλφων αυτού του της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Συμφωνηθεισών των πρώτων αυτών αποφάσεων, τα μέλη της συνδιασκέψεως ευρίσκουσιν, ότι αι της Πύλης αποφάσεις θέτουσιν αυτά εις την περίπτωσιν του να συσκεφθώσι περί των μέτρων, όσα ήθελον προκρίνει ως μάλλον παραδεκτέα κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, και επειδή αφίενται να επάξωσιν εις τας προτέρας διαθέσεις της συμμαχίας βελτιώσεις τας μάλλον προσφυείς εις το να κρατύνωσι το περί ό ενασχολούνται έργον ειρήνης διά νέων εχεγγύων μονιμότητος, απεφάσισαν τα εξής άρθρα ομοφώνως:

»1. Η Ελλάς θέλει σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν.

«2. Κατά λόγον αυτών των εις το νέον Κράτος παρεχομένων πλεονεκτημάτων, και προς συγκατάνευσιν εις την έφεσιν ήν εξέφρασεν η Πύλη, περί της ελαττώσεως των υπό του πρωτοκόλλου της 22 Μαρτίου τεθέντων ορίων, η διοριστική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος, αρξαμένη από τας εκβολάς Ασπροποτάμου, θέλει ανατρέξει τον ποταμόν αυτόν, έως κατέναντι της λίμνης του Αγγελοκάστρου, και διασχίσασα τόσον αυτήν την λίμνην, όσον και τας του Βραχωρίου και της Σαυροβίτσας, θέλει καταλήξει εις το όρος Αρτοτίνα, εξ ού θέλει ακολουθήσει την κορυφήν του όρους Άξου, την κοιλάδα της Κοτούρης και την κορυφήν του όρους Οίτης έως τον κόλπον του Ζητουνίου, εις τον οποίον θέλει καταντήσει προς τας εκβολάς του Σπερχειού.

«Όλαι αι χώραι και τόποι οι κείμενοι προς μεσημβρίαν αυτής της γραμμής, θέλουν ανήκει εις την Ελλάδα. Όλαι αι χώραι και τόποι οι προς άρκτον κείμενοι της αυτής γραμμής θέλουν εξακολουθεί να αποτελώσι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Θέλουν ανήκει ωσαύτως εις την Ελλάδα η νήσος Εύβοια, αι Δαιμονόνησοι, η νήσος Σκύρος και αι νήσοι αι εγνωσμέναι το αρχαίον υπό το όνομα Κυκλάδες, συμπεριλαμβανομένης και της νήσου Αμοργού, κείμεναι μεταξύ του 36 και 39 βαθμού πλάτους βορείου, και του 26 βαθμού μήκους ανατολικού του μεσημβρινού Γρενβίσχ.

«3. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας· θέλει εμπιστευθή εις ένα Ηγεμόνα, όστις δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθεί μεταξύ των οικογενειών των βασιλευουσών εις τας επικρατείας τας υπογραψάσας την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και θέλει φέρει τον τίτλον, «_Ηγεμών Κυριάρχης της Ελλάδος_». Η εκλογή αυτού του Ηγεμόνος θέλει είναι το αντικείμενον διακοινώσεων και συμφωνιών μεταγενεστέρων.

«4. Άμα τα άρθρα του παρόντος πρωτοκόλλου ήθελον γνωστοποιηθή εις τα ενδιαφερόμενα μέρη, η μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος ειρήνη θέλει εκλαμβάνεσθαι αποκατεστημένη εξ αυτού τούτου του γεγονότος· και εκάτερα τα Κράτη θέλουσι προσφέρεσθαι προς τους υπηκόους εκατέρων αμοιβαίως ως προς τα δίκαια του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς προς τους υπηκόους των άλλων Επικρατειών των εν ειρήνη μετά του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος.

«5. Πράξεις πλήρους και ολοσχερούς αμνηστίας θέλουσιν αμέσως δημοσιευθή παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως.

«Η περί αμνηστίας πράξις της Πύλης θέλει κηρύξει ότι ουδείς Έλλην καθ' όλην την έκτασιν της επικρατείας της δεν θέλει είναι δυνατόν να στερηθή της ιδιοκτησίας του, μηδέ να ενοχληθεί παντάπασι διά τον λόγον ότι έλαβε τάχα μέρος εις την Ελληνικήν επανάστασιν: Η περί αμνηστίας πράξις της Ελληνικής κυβερνήσεως θέλει κηρύξει την αυτήν αρχήν υπέρ όλων των Μουσουλμάνων ή χριστιανών, οίτινες τυχόν έλαβον μέρος εναντίον της υποθέσεώς της· θέλει δε προσέτι εννοείσθαι και δημοσιευθή ότι οι Μουσουλμάνοι οίτινες εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εν ταις χώραις και νήσοις ταις διορισθείσαις εις την Ελλάδα, θέλουσι διατηρεί εν αυταίς τας ιδιοκτησίας των και θέλουσι χαίρει αμεταβλήτως μετά των οικογενειών των εντελή ασφάλειαν.

«6. Η Οθωμανική Πύλη θέλει παράσχει εις όσους εκ των υπηκόων της Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να παραιτήσωσι το Οθωμανικόν έδαφος προθεσμίαν ενός έτους διά να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να εξέλθωσιν ελευθέρως από του τόπου αυτού.

«7. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Ελληνικαί δυνάμεις θέλουσι κενώσει τας χώρας, φρούρια και νήσους, τα οποία κατέχουσιν επέκεινα της γραμμής εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Οθωμανικαί δυνάμεις κατέχουσαι χώρας φρούρια και νήσους, περιλαμβανόμενα εις τα άνω ειρημένα όρια, θέλουσι κενώσει αυτάς τας νήσους, φρούρια και χώρας και θέλουσιν αποσυρθή όπισθεν των ειρημένων ορίων και ωσαύτως εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας.

«8. Εκάστη των τριών αυλών φυλάττει την διά του 6 άρθρου της συνθήκης της 6 Ιουλίου εξασφαλιζομένην εξουσίαν, του να εγγυάται περί του όλου των προηγουμένων συμβιβασμών και άρθρων.

«Αι περί εγγυήσεως πράξεις, εάν γίνωσι, θέλουσι συνταχθή χωριστά. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών πράξεων θέλουσι γείνει, κατά συνέπειαν του άνω ειρημένου άρθρου, το αντικείμενον μεταγενεστέρων συνθηκών των υψηλών Δυνάμεων.

«Ουδέν στράτευμα ανήκον είς τινα των συνταξασών την συνθήκην τριών δυνάμεων δεν θέλει δυνηθή να έμβη εις το έδαφος του νέου Ελληνικού Κράτους άνευ της συγκαταθέσεως των δύο άλλων αυλών των υπογραψασών την συνθήκην.

«9. Προς αποφυγήν των συγκρούσεων, αι οποίαι θέλουσιν αναμφιβόλως γεννηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσιν από την συναφήν των οροθετών επιτρόπων Οθωμανών και των οροθετών επιτρόπων Ελλήνων, όταν προταθή το να αποφασισθή επιτοπίως η διαχάραξις των ορίων της Ελλάδος, συμφωνείται ότι η εργασία αύτη θέλει ανατεθή εις επιτρόπους Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους και ότι αι τρείς αυλαί θέλουσι διορίζει από ένα εκάστη. Ούτοι οι επίτροποι εφωδιασμένοι διά της υπό το στοιχείον Ζ, συναπτομένης ενταύθα οδηγίας, θέλουσιν αποφασίσει την διαχάραξιν των ειρημένων ορίων, επόμενοι, δι' όλης της δυνατής ακριβείας, εις την ενδεικνυμένην εν τη παρ. § 2 γραμμήν, ήν θέλουσιν επισημαίνει διά πασσάλων και θέλουσι σχεδιάσει δύο πίνακάς της υπογεγραμμένους παρ' αυτών και ο μεν εις θέλει δοθή εις την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, ο δε έτερος εις την Ελληνικήν.

«Οφείλουσι να αποπερατώσωσι τας εργασίας αυτών εν διαστήματι έξ μηνών. Εάν συμβή διαφορά γνωμών μεταξύ των τριών επιτρόπων, η πλειοψηφία θέλει αποφασίσει.

«10. Αι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου θέλουν αμέσως γνωστοποιηθή εις την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν διά των Πληρεξουσίων των τριών Αυλών, οίτινες θέλουν εφοδιασθή επ' αυτώ τούτω με κοινήν οδηγίαν. Οι εν τη Ελλάδι εδρεύοντες Αντιπρέσβεις των τριών, Αυλών θέλουν λάβει ωσαύτως περί αυτής της υποθέσεως την ανήκουσαν οδηγίαν.

«11. Αι τρεις Αυλαί επιφυλάττουσιν εις εαυτάς το να κάμωσι να εισαχθώσιν αι παρούσαι συμφωνίαι εις Συνθήκην τινά επίσημον υπογραφησομένην εν Λονδίνω, θεωρηθησομένην ως εκτελεστικήν της κατά την 6 Ιουλίου 1827, και διακοινωθησομένην και προς τας άλλας της Ευρώπης Αυλάς, διά να την παραδεχθώσιν, εάν το κρίνωσι προσήκον.

«Αι τρεις αυλαί φθάσασαι ούτως εις το τέρμα μακράς τινος και χαλεπής διαπραγματεύσεως συγχαίρουσιν αυταί εαυτάς μετ' ειλικρινείας, διότι έφθασαν εις εντελή συμφωνίαν, μεταξύ των πλέον εμβριθών και των πλέον αξίων προσοχής και ακροσφαλών περιστάσεων.

«Η της συναείας αυτών συντήρησις κατά στιγμάς τοιαύτας παρέχει το ασφαλέστερον εχέγγυον της διαρκείας αυτής και τρεις αυλαί προσηνείς έχουσιν ελπίδας, ότι αύτη η τόσον μόνιμος, όσον και αγαθοποιός ένωσις δεν θέλει παύσει από του να συνεισφέρη εις της παγκοσμίου ειρήνης την εμπέδωσιν.

Εν Λονδίνω, την 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου 1830). (υπογρ.) ΑΒΕΡΔΗΝ, ΜΟΝΤΜΟΡΕΝΣΥ — ΛΑΒΑΛ, ΛΙΒΕΝ.»

Τοιούτον ήτο το διάσημον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, δι' ού ανηγορεύετο μεν, ως είπομεν, ανεξάρτητος της Τουρκίας η Ελλάς, αλλά κατά τρόπον όλως αντιφατικόν· διότι ό,τι εκέρδαινεν εν τη ανεξαρτησία, απώλλυεν εν τοις νέοις διαγραφείσιν ορίοις αυτής (Αχελώος, Οίτη και Σπερχειός). Συγχρόνως δε τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη εν Λονδίνω και το πρωτόκολλον περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου _ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος_, έχον ώδε «Παρόντων των πληρεξουσίων Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας Ρωσίας. Εξακολούθησαν το συμβούλιον να σκέπτηται περί της εκτελέσεως των εν τω υπ' αριθμόν 1 σημερινώ πρωτοκόλλω περιεχομένων ορισμών, ενησχολήθη εις την εκλογήν του μέλλοντα να δοθή τη Ελλάδι ηγεμόνος.

«Εθεώρησαν δε οι των τριών Αυλών πληρεξούσιοι, ότι μεταξύ των ανδρών, οίτινες συνιστώνται ιδιαίτατα διά την εκλογήν της Συμμαχίας διά των προσωπικών αυτών αρετών και της κοινωνικής αυτών υπάρξεως, ο πρίγκηψ _Λεοπόλδος_ του _Σαξ-Κόβουργ_ παρείχε τή τε Ελλάδι και απάση τη Ευρώπη πάσας τας δυνατάς εγγυήσεις· και ότι κατά τας μέχρι τούδε συνηγμένας πληροφορίας δικαιούται τις να νομίζη, ότι οι Έλληνες ήθελον αποδεχθή αυτόν ως ηγεμόνα αυτών.

«Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι μέλος της βασιλικής οικογενείας της εν Αγγλία βασιλευούσης και δεν δύναται να προσκληθή εις την διαδοχήν του θρόνου. Άρα ο πρίγκηψ του Κόβουργ δεν ευρίσκεται εν τη περιπτώσει της εν τω πρωτοκόλλω της 10)22 Μαρτίου προβλεπομένης εξαιρέσεως.

«Ανήρ της πριγκηπίσσης θυγατρός του βασιλέως, εξωμοιώθη διά ψηφίσματος της Βουλής ως προς τας τιμάς προς την βασιλικήν οικογένειαν. Ωμολογήθη δε και εβεβαιώθη κατά τας παρά της Κυβερνήσεως της Α. Β. Μ. δοθείσας διασαφήσεις, ότι ο Πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι πατρίκιος του Βασιλείου· ότι ουδέποτε συνεδρίασεν εν τω Βουλευτηρίω και ότι μετά την καταστροφήν την διαρρήξασαν τους δεσμούς, τους συνδέοντας αυτόν προς την Αγγλίαν, δεν εξετέλεσεν εν αυτή ουδεμίαν δημόσιον λειτουργίαν.

«Κατά δε την χρηματικήν αυτού ουσίαν κεκτημένην μεν διά του συνοικεσίου, θεωρουμένην δε φύσει απαραβίαστον και επικεκυρωμένην διά ψηφίσματος της Βουλής, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ευρίσκεται πάντη ανεξάρτητος, ό,τι δήποτε και αν ήθελεν επισυμβή.

«Ωμολόγησαν τότε οι πληρεξούσιοι ό τε της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας και ο της Ρωσίας, ότι συνενούσι τας ψήφους των Αυλών αυτών υπέρ του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ και συνεφωνήθη να συνθέσωσιν από κοινού διακοίνωσιν, δι' ής να προσφέρωσι, κατά τους όρους και τας συμφωνίας τας εν τοις υπ' αριθμούς 1, 2 και 3 σημερινοίς πρωτοκόλλοις περιεχομένας, την κυβέρνησιν της νέας Ελληνικής πολιτείας, υπό την επίκλησιν: «_Ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος_» ήτις θέλει μεταβή διαδοχικώς εις τους απογόνους αυτού.

«Τα σημερινά πρωτόκολλα θέλουσι διακοινωθή προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον του Σαξ-Κόβουργ και θέλει προσκληθή ο ηγεμών ούτος να στέρξη εις αυτά».