Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 17

Chapter 1772 wordsPublic domain

Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.

Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829, επεσκέψατο την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον, και επέστρεψε διά Ναυπλίου περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών συνεπειών των ληστρικών επιδρομών του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της ειρήνης· ένθους δε προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη.

Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή, πάντα ταύτα κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον Μπάρμπα — Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο προ αυτών περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας, ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης ανεμιγνύετο προσηνώς μετά του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων, ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί αυτού συνήθειαι, αι ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως τας υπέρ αυτού συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους πολιτικούς καρπούς. Εν _τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις_ εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής πληρεξουσιότητος, τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι κάτοικοι του Άργους κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν προκαλούσα. Είτα παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των νήσων οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο Καποδίστριας, ότι ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν, και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν αυτού συμφώνως προς την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την 3ην Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της Αργολίδος και της κάτω Μεσσηνίας:

«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν, εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν. Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο _Ελληνικός Μηνύτωρ_ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν διαμερισμάτων εκείνων, και η _Γενική Εφημερίς_ ανήγγειλεν, ότι προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην.

Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην, ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!

Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν _άτοποι_. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25 Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «_οσάκις το απήτουν η τάξις και ο νόμος_» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς· διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα. Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο, απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος, πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.

Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι' επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη κυβερνήσει φρονούντες.

Η κυβερνητική μερίς απεκάλει κατά την διεξαγωγήν των εκλογών τους ιδίους αυτής υποψηφίους _καλούς χριστιανούς_· αλλ' η αντιπολίτευσις δεν καθυστέρησε και εν τούτω και εσφενδόνισε κατ' εκείνων την προσωνυμίαν _δουλόφρονες_. Οι Ψαρριανοί και οι Υδραίοι διεξήγαγον εκλογάς τινας, ών τα αποτελέσματα δυσηρέστησαν την κυβέρνησιν. Τότε ο Καποδίστριας, όπως αποζημιωθή, εκάλεσεν εις την Εθνοσυνέλευσιν πεντήκοντα περίπου πληρεξουσίους εκ των υπό των Τούρκων κατεχομένων εισέτι επαρχιών, Χίου, Κρήτης, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Προσέτι δε, ως αν μη ησφάλιζον ικανώς την επιτυχίαν αι καλώς υπολελογισμέναι συμπληρωματικαί εκείναι εκλογαί, διώρισεν ο Κυβερνήτης _ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων επιτροπήν_ προς εξέλεγξιν των εκλογών και καθαρισμόν της Εθνοσυνελεύσεως.

Η κυβέρνησις εφαίνετο, εν τούτοις, φοβουμένη μη τυχόν η έξαψις των συζητήσεων παρασύρει πολύ τας πολιτικώς εμπαθείς φύσεις των Ελλήνων. Τούτου ένεκεν εσχηματίσθη φρουρά προς ασφάλειαν της Συνελεύσεως, ής η διοίκησις ανετέθη τω _Τουρκοφάγω_ Νικήτα, δεδοκιμασμένω του Κυβερνήτου οπαδώ και συμμαχητή εκ παλαιού αφωσιωμένω προς τον Κολοκοτρώνην.

Τοις δε μη βουλευταίς απηγορεύθη να μεταβαίνωσιν εκ Ναυπλίου εις Άργος, μέχρις ού ήθελον προμηθευθή καταλύματα τοις αντιπροσώποις. Επίσης προς ασφάλειαν απηγορεύθη η εις Άργος είσοδος των οπλοφόρων. Είχε βεβαίως τους λόγους αυτής η Κυβέρνησις, όπως μη επιθυμή μεγάλην συρροήν ξένων και εντοπίων.

Πριν ή αρχίσωσιν αι συζητήσεις, οι της Πελοποννήσου πληρεξούσιοι, παρακινηθέντες υπό του Κολοκοτρώνη, έπεμψαν προς τον Καποδίστριαν εν ονόματι των εκλογέων αυτών ευχαριστήριον έγγραφον επί τη σοφή αυτού διοικήσει, και παρεκάλουν να βοηθήση αυτοίς κατά τας δυσχερείς αυτών εργασίας. Οι αντιπρόσωποι της Στερεάς και των νήσων ευρέθησαν ηναγκασμένοι να μιμηθώσι το καλόν παράδειγμα των Πελοποννησίων. Η εθνοσυνέλευσις έμελλε να συνέλθη εν τοις ερειπίοις του αρχαίου θεάτρου του Άργους. Το μέρος εκείνο είχεν εκλεχθή τη επιμόνω συστάσει του Κολοκοτρώνη. Ότε δε ο Καποδίστριας εφάνη φειδόμενος της προς τούτο δαπάνης, ο Γέρος του Μωριά εξήλειψε τους δισταγμούς αυτού διά των ολίγων τούτων και πονηρών λόγων: «Ας πάνε τόσα έξοδα· διατί έρχονται από την Ευρώπη και εξοδεύουν να βλέπουν εκείναις ταις πέτραις, και ημάς είναι τιμή να καθαρίσωμεν ταις πέτραις να φαίνωνται(66).»

Η 11 Ιουλίου ήν ωρισμένη μετά την δευτέραν αναβολήν της 25 Ιουνίου, προς έναρξιν της συνελεύσεως. Λίαν πρωί ο Καποδίστριας μετέβη εις τον εν Άργει ναόν της _Παναγίας_, ρωσικήν φέρων στολήν και διά πολλών κεκοσμημένος παρασήμων, ακολουθούμενος δε υπό των πληρεξουσίων, μιας ίλης ιππικού και δύο ταγμάτων πεζικού. Ψαλείσης της δοξολογίας υπό του πρώην Ηλιουπόλεως, ώμοσαν οι πληρεξούσιοι, ότι ήθελον εργασθή επ' αγαθώ της Ελλάδος και υπέρ της ευημερίας και ελευθερίας εκάστου πολίτου· εν τω μεταξύ δε ηκούσθη υπό των ενθουσιωδών πληρεξουσίων ισχυρόν και πολλάκις επαναληφθέν: «_Ζήτω ο Κυβερνήτης_»! Η συνένωσις εκείνη πάσης στρατιωτικής λάμψεως και εκκλησιαστικής πομπής, βυζαντινόν και μοσχοβιτικόν συνάμα κράμα, ην κατάλληλος όπως παραγάγη βαθείαν εντύπωσιν εις τον περίεργον και χαίνοντα όχλον. Εκ του θεάτρου είχεν αποκομισθή η των χωμάτων σωρεία, κατεσκευάσθη δ' εν αυτώ ξύλινόν τι παράπηγμα διά τας συνεδριάσεις. Εκεί μετέβη κατόπιν, εν πομπή, ο Κυβερνήτης μετά των αντιπροσώπων, όπως συγκροτήση την Εθνοσυνέλευσιν. Αφού δε δι' ολίγων προσηγόρευσε την συνέλευσιν ο Καποδίστριας, ανέγνω ο γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης μακρόν εναρκτήριον λόγον, όν είχε μεν συντάξει αυτός ο Καποδίστριας, δεν ηδύνατο δε να απαγγείλη ο ίδιος ένεκα της πασχούσης αυτού υγείας. Ήρχιζεν ούτος από της συνήθους επικλήσεως του Υψίστου, όστις ουδέποτε ελησμονείτο εν τοιαύταις περιστάσεσι, και ανεμίμνησκε κατόπιν τους ηρωικούς αγώνας, ούς είχεν αγωνισθή το έθνος, επί μακρόν μεν μόνον, βραδύτερον δε τη βοηθεία των φιλελλήνων.

Μετά ταύτα δε δικαιολογούμενος εν παρόδω ο Κυβερνήτης επί τη βραδεία αυτού καθόδω εις Ελλάδα, διηγήθη την αθλιότητα ήν είχεν εύρει αφικόμενος, και εξέθεσε τα μεγάλα αυτού έργα εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.

Περί του μέλλοντος εξεφράζετο σαφέστερον ο Καποδίστριας ή περί του παρελθόντος. Επειδή, έλεγε, δεν ήτο δυνατόν να δοθώσι διαρκείς συνταγματικοί θεσμοί τη Ελλάδι, πριν ή οριστικώς κανονισθή η τύχη αυτής, εφρόνει ότι η Εθνική Συνέλευσις ήθελε κρίνει καλόν να κυρώση την παράστασιν του κρατούντος προσωρινού συστήματος διοικήσεως. Ολίγοι μόνον, κατ' αυτόν, απητούντο περιορισμοί ως προς τούτο. Το _Πανελλήνιον_ εφάνη πολλάκις δυσπειθές· τούτου δ' ένεκα συνιστάτο ως πρόσφορον εις τους καιρούς να περιστοιχισθή η κυβέρνησις υπό νέων συμβούλων, προς εξασφάλισιν της ησυχίας της χώρας. Ο καλώς λελογισμένος ούτος υπαινιγμός σκοπόν είχε να καταστήση εκ προοιμίων ευπρόσδεκτον την διάλυσιν του _Πανελληνίου_ και την καθίδρυσιν σώματος _Γερόντων_. Μετά την έκθεσιν Σπηλιάδου ο Κυβερνήτης εγερθείς και προπεμπόμενος υπό της συνοδευσάσης αυτόν πολυαρίθμου ακολουθίας, κατέλιπε το θέατρον, και ούτως έληξεν η πρώτη συνεδρίασις της Δ' εν Άργει εθνοσυνελεύσεως.

Κατά τα συνταγματικά έθιμα πρώτον της συνελεύσεως έργον έπρεπε να ήναι η των εκλογών εξέλεγξις. Αντί τούτου όμως προέβησαν οι πληρεξούσιοι την 12 Ιουλίου εις την εκλογήν του Προεδρείου, και εξέλεξαν τον _Γ. Σισίνην_ πρόεδρον και γραμματείς τον _Ν. Χρυσόγελον_ και _I. Ρίζον_, αντιπρόεδρον δε τον _Γ. Μαυρομάτην_. Ευθύς δε μετά την εκλογήν ηγέρθη ο αστυνόμος της συνελεύσεως _Νικήτας_ και ωδήγησε τα μέλη του προεδρείου εις τας ωρισμένας δι' αυτά θέσεις.

Μετά την εγκατάστασιν του προεδρείου, ανέστη πληρεξούσιος και προύτεινε να ψηφισθώσιν ευχαριστήρια προς τον Κυβερνήτην, όπως αποτρέψη ούτως ενδεχομένην εμφάνισιν του περί εξελέγξεως των εκλογών ζητήματος. Δεν ηδύνατο, είπεν, η συνέλευσις να εγκαινίση κάλλιον τα έργα αυτής, ή ευχαριστούσα τον Καποδίστριαν επί τη μέχρι τούδε διοικήσει αυτού, επικυρούσα απολύτως παν ό,τι έπραξε, και παρακαλούσα αυτόν να παράσχη αυτή τας πατρικάς συμβουλάς, καθότι μόνον αι υψηλαί θεωρητικαί και πρακτικαί γνώσεις του Κυβερνήτου ηδύναντο να φωτίσωσι και οδηγήσωσι τους αντιπροσώπους. Κατά της προτάσεως ταύτης εξηγέρθησαν πολλοί, αλλ' αι ενστάσεις αυτών, και ιδίως του Γρίβα, του Μιχαήλου και του Κρίσπη απεπνίγησαν εν μέσω των μανιωδών κραυγών των κυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης δε έκοψε πάσαν λεπτομερή συζήτησιν διά σφοδρού θορύβου και ταραχής. «_Όχι!_» ανέκραξε, «_δεν θέλομεν ευρωπαϊκάς αργοπορίας, δεν χρειαζόμεθα πλακάκια· όστις είνε υπέρ της προτεινομένης αναφοράς ας εγερθή! και έπειτα βλέπομεν_!» Την ήκιστα κοινοβουλευτικήν ψηφοφορίαν ενίσχυσεν ο γηραιός στρατηλάτης πάλλων απειλητικώς τα όπλα αυτού. Εσίγησε τότε πάσα αντιλογία, και η αναφορά εκείνη, ής ο τύπος απεστέρει χωρίς τινος λόγου την Εθνοσυνέλευσιν του σπουδαιοτάτου δικαιώματος του αναφέρεσθαι, καλυφθείσα εν τέλει δι' υπογραφών απεστάλη πάραυτα προς τον Κυβερνήτην.

Μετά τούτο προέβησαν εις τον σχηματισμόν επιτροπών. Και _πενταμελής_ μεν επιτροπή συνέστη όπως δέχηται και εξετάζη τας εις την εθνοσυνέλευσιν υποβαλλομένας αναφοράς, _επταμελής_ δε άλλη όπως κοινωνή προς τον Καποδίστριαν. Πλην τούτων υπήρχε προσέτι και η υπό της κυβερνήσεως συστάσα _ενδεκαμελής_, ως είπομεν, επιτροπή προς εξέλεγξιν των εκλογών.

Τη επαύριον (13 Ιουλίου) εγένετο η πρότασις, όπως η συνέλευσις ασκήση το ιδιαίτατον αυτής δικαίωμα της των εκλογών εξελέγξεως. Αλλ' η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ της αναβολής του ζητήματος, όπερ εβάρυνε πάντας ως απαίσιος τις εφιάλτης, ο δε Κυβερνήτης διεξήλθεν επιτηδείως την δυσχέρειαν, διατάξας να αναγνωσθή η απάντησις αυτού εις την περί εμπιστοσύνης αναφοράν της Εθνοσυνελεύσεως. Τέλος τη 16 Ιουλίου εξερράγη η αναβληθείσα έρις και η εκλογή του πληρεξουσίου Πύργου _Λυκούργου Κρεστενίτου_ προσεβλήθη υπό της κυβερνητικής μερίδος, λόγω παραγεγραμμένου πλημμελήματος. Παρεσκευάσθη κατάλογος εν ώ κατέγραφεν έκαστος πληρεξούσιος το όνομα αυτού υπέρ ή κατά του Κρεστενίτου. Ο Βερνάρδος, πρόεδρος του εν Νάξω πρωτοδικείου, ενεγράφη διά του γραμματέως κατ' αυτού. Αλλ' ότε ηρώτησεν αυτόν ο γέρων _Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης_, όστις μετά πέντε ή έξ αντιπροσώπων είχεν εγγραφή υπέρ αυτού, τι είχε να προτείνη κατά του ανδρός, «_καλά_! απήντησεν εκείνος, _γράψετέ με υπέρ του Λυκούργου_!» Επί τη φοβερά ταύτη απαθεία, ζωηρά εξεδηλώθη παρά τοις πληρεξουσίοις αγανάκτησις. Η κυβερνητική δε μερίς ηρμήνευσεν αυτήν επιτηδείως ως αποδοκιμασίαν του εφαρμοζομένου τέως συστήματος, και ισχυρίσθη ότι ο κατάλογος ην άκυρος. Σφοδρά επί τούτου ηγέρθη έρις, ήτις μόλις την επομένην (17 Ιουλίου) δι' εκτάκτων του Κολοκοτρώνη ενεργειών, ελύθη κατά του Κρεστενίτου. Εκηρύχθη ούτος, σχετικώς προς γεγονότα επελθόντα προ της αφίξεως του Καποδιστρίου, ανάξιος της εν τη συνελεύσει έδρας αυτού, και διεγράφη του καταλόγου των μελών αυτής. Αυθημερόν κατώρθωσεν η κυβέρνησις να επικυρωθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως η παρά της επιτροπής των _ένδεκα_ αποφασισθείσα διαγραφή του πληρεξουσίου Ναυπλίου _Σ. Σκούφου_, φαινομένου υπόπτου ένεκα των προς τους Γάλλους συμπαθειών αυτού και της εκ περιηγήσεων κεκτημένης ελευθεροφροσύνης και πείρας των του κόσμου. Πρόφασις δε υπήρξεν, ότι δεν ανήκεν εις την εκλέξασαν αυτόν επαρχίαν, ενώ επετράπη, τουναντίον η εις την Εθνοσυνέλευσιν είσοδος δύο εκ Σύρου πληρεξουσίων, ών η εκλογή προσεβάλλετο διά τον αυτόν λόγον.

Αι συνεδριάσεις της 18, της 19 και της 20 Ιουλίου ήσαν προωρισμέναι εις την περί των οικονομικών συζήτησιν, ών η αμήχανος αληθώς κατάστασις έπρεπε, κατά πρώτον λόγον, να εφελκύση την ενέργειαν της Εθνοσυνελεύσεως. Τη 17 Ιουλίου, ολίγον βραδέως εννοείται, είχεν επιφορτίσει την επιτροπήν της οικονομίας, πλην της εκθέσεως περί των έργων αυτού και των τραπεζικών εργασιών να παρασκευάση προϋπολογισμόν, λέγων ότι καλόν ήτο, αφού άπαξ γνωρίση η συνέλευσις, τους εις διάθεσιν της κυβερνήσεως πόρους, να γνωρίση επίσης και τας δαπάνας αυτής. Παρηγγέλλετο δε αυστηρώς η επιτροπή, αφού πρώτον μνημονεύσει ότι αι ξέναι, ελπιζόμεναι πάντοτε, συνδρομαί δεν εγένοντο, όπως ριφθή ούτω σκιά τις επί των δυτικών Δυνάμεων, να μη λησμονήση το εξ 1,000,000 δώρον, όπερ είχoν αποστείλει ο Τσάρος διά του νέου Ρώσου αντιπρεσβευτού _Πανίν_. Καλόν ήτο να αναρριπισθή παρά τοις αντιπροσώποις η παλαιά προς την αρκτώαν προστάτιδα Δύναμιν ευγνωμοσύνη. Διότι οι Έλληνες έχουσι συνήθως ασθενή την μνήμην των ευεργεσιών και σπανίως πιστεύουσιν εις την αφιλοκέρδειαν του ευεργέτου· Η επιτροπή έσπευσε να εκτελέση τας επιθυμίας του Κυβερνήτου. Αναγνωσθείσης λοιπόν της περί των οικονομικών και της τραπέζης εκθέσεως, υπεβλήθη εις την Συνέλευσιν τη 18 Ιουλίου ο εν σπουδή συνταχθείς προϋπολογισμός από 1 Μαΐου 1829 μέχρι 30 Απριλίου 1830. Και τα μεν έσοδα υπελογίζοντο δι' αυτού εις 8,539,969 γροσίων και 34 παράδες, ήτοι εις 2,864,656 φράγκων, τα δε έξοδα εις 25,618,664 και 34 παράδες, τουτέστιν εις 8,539,555 φράγκων, ήτοι προϋπελογίζετο έλλειμμα εκ 5,674,899 φράγκων.

Η Συνέλευσις ασχοληθείσα επί τινας ημέρας εις εξέτασιν των οικονομικών λογαριασμών επανήλθε πάλιν ζωηρότερον και υπό άλλην μορφήν, εις το κατά τας πρώτας συζητήσεις λυθέν περί απαντήσεως ζήτημα. Την 22 Ιουλίου ανέγνω ο I. Ρίζος σχέδιον νέας απαντήσεως, περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν απόκρισιν εις τον εναρκτήριον λόγον του Κυβερνήτου ή τα σχέδια του πληρεξουσίου, όν είδομεν εν τη πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνελεύσεως (67). Ην δ' αυτό έκφρασις της εθνικής ευγνωμοσύνης διά τα σωτήρια έργα, άτινα είχον απαλλάξει την Ελλάδα της αναρχίας. Το σχέδιον τούτο είχεν ώδε:

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ _Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος._

Εν Άργει, τη 22 Ιουλίου 1829.

Όταν ημείς εξελέχθημεν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του έθνους διά να συγκροτήσωμεν την Δ' ταύτην συνέλευσιν, δεν μας ενεπιστεύθη το έθνος την τοιαύτην παρακαταθήκην του, ειμή διά να πληροφορηθώμεν και εκ του σύνεγγυς τας αρχάς και τα μέτρα, εξ ών επήγασαν τόσα υπέρ ευχήν αγαθά εις την Ελλάδα από της εποχής της αισίας αφίξεώς σας έως την σήμερον, και αφ' ενός μεν μέρους να γενώμεν όργανα άμεσα των αισθημάτων του έθνους διά την υμετέραν Εξοχότητα, και να παραστήσωμεν προς αυτήν πασιφανώς την βαθείαν ευγνωμοσύνην του, αφ' ετέρου δε να την συντρέξωμεν εις τους πολυπόνους αγώνας της, και οδηγούμενοι από τας πολλάς και βασίμους αυτής γνώσεις, να την ανακουφίσωμεν συνεισφέροντες τον χρεωστούμενον ζήλον και την άοκνον ημών ετοιμότητα.

Η εξ ανωμαλίας και ακοσμίας εις την ενδεχομένην διακόσμησιν και ευρυθμίαν μεταβολή, αι διά των δημοσίων υπουργών και διά της εθνικής εφημερίδος κατάδηλοι γενόμεναι κυβερνητικαί πράξεις, είναι μεν μάρτυρες εχέγγυοι της καθαριότητος και μετριότητος των αρχών, τας οποίας ηκολουθήσατε· αλλά βουλόμενον το έθνος να πληροφορηθή εναργέστερον το όλον του εσωτερικού οργανισμού και την όσον σπουδαίαν, τόσον δυσαντίβλεπτον διαίτησιν των εξωτερικών του σχέσεων, έδωσεν εις ημάς την πληρεξουσιότητα να λάβωμεν τας περί τούτων πληροφορίας.

Ο κατά την 11 του λήγοντος προεισόδιος λόγος της υμετέρας Εξοχότητος εις την προκαταρκτικήν συνεδρίασιν της εθνικής ταύτης συνελεύσεως παρέστησεν εις ημάς συντόμως μεν, αλλά κεφαλαιωδώς, τας αρχάς, καθ' ας βαίνοντες αλανθάστως διετρέξατε εκ πρώτης αφετηρίας μέχρι της σήμερον το μέγα στάδιον των κυβερνητικών αγώνων, και διαχειρίσθητε τόσον τα εμβριθή συμφέροντα του έθνους προς τας έξω σχέσεις του, όσον και τα ελατήρια της εσωτερικής διοργανώσεώς του.

Προς αυτόν τον λόγον, έσοπτρον καθαρόν των κυβερνητικών πράξεών σας, απήντησε μεν κατά την 12 του λήγοντος ευγνωμονούσα η συνέλευσις, διέταξε δε την εκ του σώματος των πληρεξουσίων αντιπροσώπων επταμελή επιτροπήν της, διά να επεξεργασθή με σύντονον προσοχήν τόσον τα διπλωματικά αμοιβαία έγγραφα των συμμάχων αυλών και της ελληνικής κυβερνήσεως, όσον και τα ψηφίσματα τα προσωρινώς κανονίζοντα την κυβέρνησιν του κράτους.

Κατά την 16 παρουσιασθείς εις την συνέλευσιν ταύτην ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς ανέγνωσεν εις επήκοον πάντων όλας τας διπλωματικάς διακοινώσεις.

Κατά την 17 παρουσιασθείς ομοίως ο Γραμματεύς της Επικρατείας έθεσεν υπ' όψιν της τα ψηφίσματα.

Κατά την 18 παρουσιασθείσα η επί των οικονομικών και φροντιστηριακών λογαριασμών εξεταστική επιτροπή ανέγνωσεν ομοίως έκθεσίν της περιέχουσαν αναφοράν της επί της Οικονομίας επιτροπής, ομού και εγκλείστους ισολογισμούς απ' αρχής της συστάσεως των δύο υπηρεσιών, τής τε οικονομίας δηλονότι και της χρηματιστικής εθνικής τραπέζης, έως τέλους του παρελθόντος Απριλίου, προς δε και υποθετικόν λογαριασμόν δε έν ολόκληρον έτος από πρώτης του παρελθόντος Μαΐου έως τέλους του Απριλίου του 1830.

Προς ταις αναφοραίς ταύταις παρουσίασεν αυθημερόν η άνω ειρημένη εξεταστική επιτροπή αναφοράν του Πανελληνίου, περικλείουσαν δύο ετέρας της επιτροπής του Πανελλήνιου, επιφορτισμένης να εξετάση τα εν Λονδίνω εθνικά δύο δάνεια, και να δώση σχέδιον περί της αποσβέσεως αυτών, το οποίον παρουσιάσθη και ανεγνώσθη συγχρόνως εις την συνέλευσιν.

Κατά την 19 παρουσιασθέν το επί των στρατιωτικών μέλος του γενικού φροντιστηρίου, παρέστη και ανέγνωσεν εις την συνέλευσιν τρεις αναφοράς προς την Τ. Ε.: α') έκθεσιν του περί μη τακτικού στρατιωτικού, β') ομοίαν του συνταγματάρχου κ. Καρόλου Εϊδέκ δίδοντος απλούν και αληθή λόγον των παρ' αυτού πραχθέντων εις την σφαίραν της πολεμικής και οικονομικής διευθύνσεώς του καθ' όλην την διάρκειαν του ενιαυτού, κατά τον οποίον ήτον επιφορτισμένος αυτήν την διεύθυνσιν, και γ') ομοίαν επί των ναυτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου περί όσων αφορώσι τον κλάδον του.

Αι τρεις αύται αναφοραί συνοδευόμεναι με παρατηρήσεις εγγράφως εκτεθειμένας παρά του επί των στρατιωτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου, επληροφόρησαν την συνέλευσιν, ότι η Υμετέρα Εξοχότης και εσκέφθη επισταμένως, και μετεχειρίσθη όλα τα δυνατά μέσα προς διαρρύθμισιν της προ της ελεύσεώς σας πάντη πάντως ανωμάλου καταστάσεως τόσον του τακτικού και μη στρατιωτικού, όσον και του ναυτικού. Δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν, Εξοχώτατε, πόσην βαθείαν εντύπωσιν εχάραξεν εις ημάς η παράστασις όλων αυτών και των εγγράφων, των ισολογισμών, του υποθετικού λογαριασμού και του σχεδίου της αποσβέσεως των εν Λονδίνω δύο εθνικών δανείων.

Πρώτην φοράν ήδη βλέπει το έθνος την κυβέρνησίν του δίδουσαν λόγον των πράξεών της διηκριβωμένον και πρώτην ήδη φοράν συναισθάνεται, ότι θεσμοθεσίαι ακριβώς προσηρμοσμέναι εις την πραγματικήν του κατάστασιν και ενεργούνται, καθώς γράφονται, και φέρουσιν αποτελέσματα αισιώτερα και των ιδίων ευχών του.

Η συνέλευσις, εφ' όσον παρελάμβανε τα ειρημένα έγγραφα από τους προσήκοντας υπουργούς της κυβερνήσεως, τα παρέπεμπεν εις την επταμελή επιτροπήν της, και αυτή θεωρήσασα όλα ταύτα έν προς έν και κατά κλάδους, εις τους οποίους ανάγονται, κατείδε σαφώς το ευμέθοδον, το σοφόν και το τελεσιουργόν σύστημα, κατά το οποίον στοιχούντες εις όλας τας πράξεις σας, τας αναφερομένας τόσον προς τον εσωτερικόν του κράτους προσωρινόν οργανισμόν, όσον και προς τας εξωτερικάς σχέσεις, εφυλάξατε μεν τας παραδεδεγμένας αρχάς των συνταγματικών μας νόμων, εδώσατε δε εις τον διοργανισμόν αυτών καθ' ό προσωρινόν και επιδεκτικόν των εκ της πείρας μαθημάτων, το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, του να έχωσι δηλονότι οι αντιπρόσωποι του έθνους ολόκληρον την δύναμιν να μην αποφασίσωσιν οριστικώς την παραδοχήν οποίου δήποτε συστήματος, εάν αυτό το σύστημα δεν καθιερωθή προηγουμένως από τα αποτελέσματά του, από αυτά δη τα πράγματα.