Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Part 14

Chapter 14101 wordsPublic domain

Την επιστολήν ταύτην του Κυβερνήτου λαβόντες οι αρχιερείς ανεχώρησαν άπρακτοι εις τα ίδια, μόνον δε βραδύτερον, μετά την εν Άργει Εθνοσυνέλευσιν, ότε και οι καταστραφέντες ναοί ανεκτίζοντο και άλλοι νέοι ωκοδομούντο, τα της Εκκλησίας εγένοντο θέμα συντονωτέρας φροντίδος του Καποδιστρίου. Εκ δε των συνδιαλέξεων αυτού και της μετά των Πατριαρχών Ανθίμου και Κυρίλλου ανταποκρίσεως του Κυβερνήτου, μανθάνομεν ότι τα περί Εκκλησίας επεθύμει να συνταγώσι τη συναινέσει της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, ή μάλλον επεθύμει να μη κοπή ο δογματικός δεσμός των δύο Εκκλησιών, αλλ' ο διοικητικός, ως εγένετο βραδύτερον επί της βασιλείας. Αλλ' εφοβείτο ο φιλόθρησκος εκείνος Έλλην ίνα μη, διαλυομένου του δεσμού τούτου, παρεισφρήση καί τις διατάραξις και εις τον πρώτον ένεκα των περί την πίστιν νεωτεριζόντων και ούτω διακινδυνεύση και ο εν τη θρησκεία ενσεσαρκωμένος Ελληνισμός. Προανήγγειλε μάλιστα ο Καποδίστριας, ότι έμελλε να στείλη προς την μητέρα Εκκλησίαν πρεσβευτήν ίνα συνεννοηθή περί του πρακτέου, αλλ' όμως βραδύτερον μετεμελήθη φοβηθείς μη τυχόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας εις το αρχαίον καθεστώς επανελθούσης, η Υψηλή Πύλη βιάση την Μεγάλην Εκκλησίαν να πράξη ό,τι και κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως. Τοιαύται ήσαν αι περί της Εκκλησίας φροντίδες του Κυβερνήτου, ας όμως δεν ηδυνήθη να πραγματοποιήση. Τοιαύτα τα περί της εσωτερικής της χώρας αναπτύξεως νομοθετήματα αυτού και τοιαύται αι μεταρρυθμίσεις άς επέφερεν εν τω ασυντάκτω τότε Ελληνικώ Κράτει, όπερ, ως εν τω Προλόγω είπομεν, προπαρεσκεύασαν μεν πάντες οι επί επταετίαν όλην τον ύστατον αγωνιζόμενοι Έλληνες, αλλ' εδημιούργησεν, ως καλός αρχιτέκτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ούτινος το όνομα αρρήκτοις συνεδέθη δεσμοίς προς την ιστορίαν του Ελληνικού έθνους κατά τας τρεις πρώτας δεκαετηρίδας του προς το τέρμα τείνοντος ΙΘ' αιώνος.

Ότε ο Κυβερνήτης κατήλθεν εις Ελλάδα, η επανάστασις εξηκολούθει, ευρίσκετο εις το όγδοον έτος αυτής. Προς ευόδωσιν δε αυτής και ανάπτυξιν των στρατιωτικών εν γένει ο Καποδίστριας ανέλαβεν, ως είπομεν, την μεταρρύθμισιν των πολεμικών της Ελλάδος.

Είδομεν ότι εξαπέστειλε τας μεν υπό τον _Δημήτριον Υψηλάντην_ ως στρατάρχην της Ανατολικής Ελλάδος, χιλιαρχίας εις Ελευσίνα, δύο δ' άλλας ατελείς εις την Δυτικήν υπό τον εκεί αρχιστράτηγον _Τσουρτς_, ώπερ επετράπη και των εκεί στρατευμάτων ο οργανισμός εις χιλιαρχίας· των δε φρουρίων την αρχήν επέτρεψε τω βαυαρώ συνταγματάρχη Άυδεκ. Αλλά πριν ή έτι τακτοποιηθώσι τα του ελληνικού στρατού, ο _Ιβραήμ Πασάς_ από της εν Ναυαρίνω ναυμαχίας έπαυσεν όσον ενήν τας εναντίον των Πελοποννησίων καταδρομάς και καταδιώξεις, διότι είχε καταντήσει εις απελπισίαν, μάλιστα περιμένων να ίδη το αποτέλεσμα του Σουλτανικού _Χάτι_ — _Σερίφ_· παρά πάσαν όμως ελπίδα πληροφορηθείς ότι έφθασεν εις Ναύπλιον ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας και γνωρίζων καλώς οποίος τις ήτο ο ανήρ εκείνος, δεν ηδύνατο να πεισθή, εάν τω όντι ήτο αληθής η διαδοθείσα αύτη είδησις, ήτις εξέπληξεν αυτόν, αλλά πληροφορηθείς μετά βεβαιότητος, ότι αληθώς κατήλθεν εις Ελλάδα ο Καποδίστριας, εξεστράτευσε πανστρατιά εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας προς Β. και την 9ην Φεβρουαρίου (1823) εις Τρίπολιν, κατηδάφισε το περιτείχισμα και τα οχυρά της Τριπόλεως. και επυρπόλησε δε και κατέστρεψε πάσας τας εν αυτή οικίας, υπό τον ήχον σαλπίγγων και τον κρότον των τυμπάνων κατά την έγγραφον λεπτομερή έκθεσιν, ήν έπεμψαν τότε εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν οι εις τα πέριξ της Τριπόλεως παρευρεθέντες Έλληνες, έχουσα ώδε:

_Προς τον επί των Εσωτερικών γραμματέα της Επικρατείας_.

«Εις τας 6 του τρέχοντος Φεβρουαρίου ήλθε προς το εσπέρας η εμπροσθοφυλακή του Ιμπραχήμ από τα φρούρια της Μεσσηνίας εις την Τριπολιτζάν· εις δε τας 7 ήλθε και ο ίδιος· άμα έφθασε, μετά δύο ώρας, έλαβε τον πέλεκυν εις τας χείρας, και ως μαινόμενος πρώτος αυτός ώρμησεν εις έν μέρος του φρουρίου συνεπομένων και πολλών στρατιωτών, και εκρήμνισεν έν μέρος εκείνην την ημέραν. Αποστείλας δε κατέβασεν από την ονομαζομένην θύραν του Ναυπλίου την επ' αυτής γεγραμμένην πλάκα του κτίτορος, εις δε τας 10 ανεχώρησε διά τα φρούρια ο Σουλεϊμάν μπέης μ' όλην την πρώτην φρουράν και αιχμαλώτους· ο δε Ιμπραχήμης μείνας εις Τριπολιτζάν με τον καλήτερον στρατόν, τον οποίον έφερεν εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας, όντα περίπου των 8,000, εξ ών αι τρεις ιππικόν, από τας 10 του μηνός έως τας 15 έβαλεν όλην την προθυμίαν να καταστρέψη εκ θεμελίων όλον τον περίβολον του τείχους και ν' αναποδογυρίση δι' υπονόμων τας επάλξεις, τα ντζαμία, εκκλησίας, ξενοδοχεία, τα λοιπά δημόσια κτίρια· εις τόσην δε μανίαν ήλθεν, ώστε και τας βρύσεις και δύο εκκλησίας έξω της πόλεως θολωτάς (την του αγίου Νικολάου, και της αγίας Βαρβάρας) δι' υπονόμων ανέστρεψε και καθ' όλας αυτάς τας ημέρας έκαιε σποράδην και οικίας· κρημνίζων δε μέρος του φρουρίου, τας οικίας και λοιπά, τα κατηδάφισε μετ' ήχου των τυμπάνων, και μετά τον χαλασμόν αυτών έκαμε την συνήθη προσευχήν προς τον Μωάμεθ, πυροβολούντες εν ταυτώ και με τουφέκια· εις τας 16 περί τας δύο ώρας ημέρας έβαλε φωτίαν εις όλας τας εναπολειφθείσας οικίας, και ανεχώρησεν εις τα Μεσσηνιακά φρούρια, αφήσας ακατάστρεπτον μόνην την εν Τριπολιτζά πύλην του Λεονταρίου από την οποίαν και εξήλθε μεθ' όλου του στρατού του, (την πρόληψιν αυτήν, δι' ήν εγκατέλιπεν ο Ιμπραχήμης ακατάστρεπτον την πύλην του Λεονταρίου, αυτός μόνος γνωρίζει)· υποκρυφθέντες δε περί τας 2,000 ιππείς έσωθεν της πόλεως, και έξωθεν εις τα κοιλώματα της πεδιάδος, ηχμαλώτισαν περί τους 80 όλους χωρικούς, εξ ών καί τινας γυναίκας, οι οποίοι έτρεξαν προθύμως εις την πόλιν, και ούτως υπήγε και το εναπολειφθέν τούτο στράτευμα κατά τα Μεσσηνιακά φρούρια· εμβήκαμεν λοιπόν κατά την ημέραν ταύτην και είδομεν την αθλίαν πόλιν ως άλλην Τρωάδα, δυσώδη και ακάθαρτον, ερριμένους κατά γης τους τοίχους των οικιών, εκτός εκείνων αι οποίαι εκάησαν την υστέραν ημέραν· τα πάντα ένα κυκεώνα, και συρφετόν ακαθαρσιών, και το περιεργότερον ότι τα πολλά μέρη είχον και άλας διεσπαρμένον· μόνος ένας οικίσκος κατά του Ναυπλίου την θύραν ενός πτωχού αγωγιάτου εσώθη, διότι δεν επίασεν η φωτία, και ένα κατώγαιον ενός οίκου· σώζονται και τα λουτρά της Ώρας του Τεφτέρ Κεχαγιά, ολίγαι κάμαραι των ξενοδοχείων, και των έξωθεν του αγίου Βασιλείου εργαστηρίων, και το διδασκαλείον, το οποίον είναι έμπροσθεν του αγίου Δημητρίου· κανόνια ευρέθησαν εις τα ερείπια του μεγάλου κανονοστασίου σώα 5 ορειχάλκινα, και 1 σιδηρούν, και τα λοιπά κατακομματιασμένα· καμμία άλλη ύλη, ή είδος δεν ευρέθη μέχρι βελόνης.

«Ο ανδρείος Κορέλλας (από το της Καρυταίνης χωρίον Αρκουδόρρευμα) αναγκασμένος και πνέων εκδίκησιν, ώρμησε κατά του Ιμπραχήμη, και τον εκτύπησεν, επειδή εν ώ ήρχετο αυτός εκ των φρουρίων προς το μέρος του Νησίου, ο γενναίος Κορέλλας έστειλε τους στρατιώτας του εις ενέδραν και του ήρπασαν 15 μουλάρια, και ελθόντες με την ιδίαν προθυμίαν να κάμουν το ίδιον και εις της Τζακώνας το χάνι, εζωγρήθησαν και απεκεφαλίσθησαν 8· κατά την εκ Τριπολιτζάς λοιπόν ανεχώρησίν του, τού έκαμαν ακροβολισμόν εις το Βαλτέτζι, ώστε εάν εβιάζετο ένεκα τούτου να διορίση το εις Τρίπολιν ενεδρεύον ιππικό να έλθη προς βοήθειάν του, ήθελε πιάσει πολλούς αθώους, οίτινες έτρεξαν εις την πόλιν αμέσως, διά να προκαταλάβουν τας ιδιοκτησίας των από την πυρκαϊάν.

«Κρημνίσαντες δε το τείχος, μετά την προσευχήν των, εφώναξαν ελληνικά, διά να τους ακούσουν οι εις τας ακρωρείας Έλληνες.

«Και το Ανάπλι είθε ούτω».

«Τοιαύτα είναι τα μνημεία τα οποία ο θηριώδης ούτος βάρβαρος αφίνει εις την γην, την οποίαν εις μάτην ηγωνίσθη τρία έτη, ελπίζων να κατεξουσιάση.»

_Οι παρευρεθέντες Έλληνες εις τα πέριξ Τριπολιτζάς._

Ούτως ο Ιβραχήμ κατακαύσας την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου Τρίπολιν (Τριπολιτσάν) απήλθεν εις νότια Μεσσηνιακά φρούρια, ένθα είχε προαποστείλει υπό τον _Σουλεϊμάν Μπέην_ τον στρατόν, τους αιχμαλώτους και τα πολεμεφόδια.

Ο Καποδίστριας σκοπών κυρίως την όσον τάχος ελευθέρωσιν της Πελοποννήσου και την επιθεώρησιν του στρατού, απεφάσισε να αναβάλη την κατ' Απρίλιον σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως, εφ' ώ και έγραψε προς το _Πανελλήνιον_ ζητών την γνώμην αυτού περί της αναβολής ένεκεν της μη προπαρασκευής εντός τριμήνου των αναφορών και των σχετικών νόμων περί ών ήθελεν αποφασίσει η Εθνοσυνέλευσις (2 Απριλίου). Το δε _Πανελλήνιον_ τη 5 του αυτού μηνός απαντήσαν τω εγγράφω του Κυβερνήτου έγραφεν ότι είναι σύμφωνον καθ' όλα προς την γνώμην αυτού και αναβάλλεται η Εθνοσυνέλευσις δι' ευθετωτέραν περίστασιν, του μεταξύ χρόνου εις πολεμικάς προπαρασκευάς καταναλισκομένου εις την εκδίωξιν των Αράβων εκ της Πελοποννήσου, οίτινες μετέδωκαν την ολεθρίαν πανώλη εις το διαμέρισμα της Γαστούνης, εν Ύδρα και Σπέτσαις και αλλαχού και επαπειλούσαν να διαδοθή και εις άλλα μέρη, άπερ εμάστιζεν ο τύφος και η ευφλογία, ως το Ναύπλιον και την Νάξον και εις την καταπολέμησιν αυτής δι' όλων των δυνατών μέσων, οίον καθαριότητος, καθαρτηρίων, υγειονομικών ζωνών και άλλων αντιμολυσματικών μέσων, άπερ τέως ήσαν άγνωστα εν Ελλάδι. Ο Καποδίστριας επί τούτω επεσκέψατο (26 Απριλίου) τας Σπέτσας και τη 28 του αυτού την Ύδραν αυτοπροσώπως καταγινόμενος εις τας περί υγειονομίας, ως ιατρός, διατάξεις. Τη 2 δε Μαΐου ο αδελφός του Κυβερνήτου Βιάρος ως πληρεξούσιος της Κυβερνήσεως, αφίκετο εις Ύδραν μετά στρατού εκ του εκ Χίου επιστρέψαντος σώματος του Φαβιέρου και περιεκύκλωσε την νήσον διά ζώνης στρατιωτικής απαγορευούσης την μετά της Πελοποννήσου συγκοινωνίαν και απομονούσης τους προσβαλλομένους. Τοσαύτην όμως επεδείξατο αυστηρότητα επιβαίνων οτέ μεν του _Αντζήλου_, ότε δε του _Νέλσωνος_ και κεραυνοβολών προκηρύξεις, ώστε μάλλον έβλαψε τον αδελφόν, ως διοικητής των νήσων εκείνων, ή ωφέλησε συντελέσας εις την καταστολήν της επιδημίας. Συνέβησαν μεν και σποραδικά τινα κρούσματα εν Αιγίνη, αλλά το κακόν προυλήφθη ταχέως, άνευ λήψεως ουδενός κατασταλτικού μέτρου, εξ ού οι αντίθετοι αυτού _έλεγον, ότι ο Καποδίστριας επενόηοε λοιμόν ίνα επιτύχη την αναβολήν της Εθνοσυνελεύσεως_! Του κακού όπως δήποτε καταπολεμηθέντος, ο Κυβερνήτης επεσκέψετο την 18 Ιουνίου την Μονεμβασίαν, εν ή έθηκε φρούραρχον τον δαφνοστεφή _Κωνσταντίνον Κανάρην_, ενήργησεν όπως οι κυβερνήται του συμμαχικού στόλου επισκέψωνται τον _Ιβραήμ Πασάν_ και πείσωσιν αυτόν, ίνα παύση τας δηώσεις της Πελοποννήσου. Ουχ ήττον όμως οικτρώς είχον τότε και τα των Αιγυπτίων και των εν Κορώνη Αλβανών, εξ ών 2,500 στερούμενοι τροφών δραπετεύσαντες τη 2 Ιουνίου και προσβληθέντες υπό του Ιβραήμ εν τω στενώ του Κλειδίου ητήσαντο παρά των Ελλήνων ίνα επιτρέψωσιν αυτοίς την εκ της Πελοποννήσου αποχώρησιν· και δεκτού τούτου γενομένου υπό την φυλακήν του Κολοκοτρώνη, Αυγουστίνου Καποδιστρίου και άλλων οπλιταρχών, εξήλθον της Πελοποννήσου, απήλθον εις Μέγαρα και εκείθεν φοβηθέντες τους εκεί εστρατοπεδευμένους Έλληνας μετέβησαν εις Ρίον, ένθεν, μετά τον φόνον του φρουράρχου αυτού _Δελή Αχμέτ_ συμπαραλαβόντες και τους εκεί ομοφύλους απήλθον, δι' Αντιρρίου, εις τα ίδια απαλλάξαντες την Πελοπόννησον της μυσαράς αυτών παρουσίας. Ο δε Καποδίστριας αφείς την Μονεμβασίαν μετέβη εις Μεθώνην, την εκ Μεθώνης δ' απέπλευσεν εις Κανδύλαν, εν ή επεσκέψατο το υπό τον Τσουρτς στρατόπεδον, είτα τον Κάλαμον, το Δραγαμέστον και τέλος απέβη τη 8 Ιουλίου και έφθασεν εις Αλμυρόν, οπόθεν επεσκέψατο το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τρίπολιν, τους Μύλους του Ναυπλίου (13 Ιουλίου), και τα Μέγαρα. Τούτων γινομένων, άγγελμα ευάρεστον κατέφθασε τοις Έλλησιν εκ της φιλελευθέρου Γαλλίας, ότι στρατός ητοιμάζετο, όπως ελθών εκδιώξη τους Τούρκους εξ Ελλάδος. Και όντως εν Τουλώνι 14,000 Γάλλων μετά 1500 ίππων διηρημένοι εις τρεις μοίρας (58) υπό τους μοιράρχους _Τιβούρτιον Σεβαστιάνην, Χυγονέ_ και _Σνέιδερ_ απέπλευσαν εκ Γαλλίας συμφώνως τω εν Λονδίνω πρωτοκόλλω τη 7)19 Ιουλίου 1828, δι' ού αι ευεργέτιδες δυνάμεις συνεφώνησαν εις την αποστολήν εις Ελλάδα γαλλικού στρατού «_διά να πολιορκήση αυστηρώς τα στρατεύματα τον Ιβραχήμ_». Του αρχιστρατήγου Μαιζών ειπόντος τάδε: «Μέγα και ευγενές έργον ανατίθησιν ημίν ο βασιλεύς, συνευδοκούντων των αυτού συμμάχων. Πέμπεσθε όπως απαλλάξητε της κακώσεως ενδοξότατον λαόν. Το έργον τούτο τιμών την Γαλλίαν και καθιστών αυτήν αξίαν ευφημιών πάντων των γενναία φρονούντων ανδρών ανοίγει υμίν δόξης στάδιον. Υμείς γινώσκετε τίνι τρόπω μέλλετε να διανύσητε αυτό το φρόνημα υμών και ο ενθουσιασμός παρέχουσί μοι πάσαν εγγύησιν. Μετά τον δέκατον τρίτον αιώνα το πρώτον ήδη μετ' ου πολύ αι γαλλικαί σημαίαι εμφανισθήσονται κατά τας ακτάς της Ελλάδος εις ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λαμπρότητα αναμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των υμετέρων θριάμβων· όπως και αν ώσι τα καθ' υμάς, μη αμνημονήσητε οία τιμαλφή συμφέροντα επετράπησαν υμίν στερήσεις και κακουχίας έξετε· υπομενείτε ταύτας γενναίως· οι αρχηγοί δώσουσιν υμίν το παράδειγμα».

Κατέπλευσαν δ' αι μεν δύο μοίραι τη 17 Αυγούστου υπό τον Μαιζών εις το παρά την Κορώνην _Πεταλίδι_, τη δε 20 του αυτού και η υπό τον Σνέιδερ.

Σημειούσθω δ' ότι η γαλλική αύτη υπό τον Μαιζών κατοχή της Πελοποννήσου απεφασίσθη συνεπεία της κηρύξεως του μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας πολέμου του καταλήξαντος εις την συνθήκην της Αδριανουπόλεως της αναγνωρισάσης την Ελλάδα ανεξάρτητον της Τουρκίας συμφώνως προς το πρωτόκολλον της 7)19 Ιουλίου. Αιτία δε του ρωσο-τουρκικού τούτου πολέμου υπήρξεν ήδε:

Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Νικόλαος μεμνημένος της προσβολής της περιγενομένης τη σημαία αυτού κατά την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου, προφασιζόμενος δ' αφ' ετέρου και την μη υπό Πύλης εκτέλεσιν των εν τη συνθήκη του Άκκερμαν (24]6 8βρίου 1826), εκήρυξε τη Τουρκία τον πόλεμον τη 20 Απριλίου 1828, μικρόν δε μετά ταύτα (26 Απριλίου) ο εξ 100,000 ανδρών Ρωσικός στρατός διέβη τον Προύτον, εισήλασεν εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον, εν ώ εν Ασία ο στρατηγός _Κούνεβιτς_ κατέλαβε την Έρζρουμ. Επειδή δε ο Σουλτάν Μαχμούτ απέμενεν αποκρούων πάντα μετά των Ελλήνων συμβιβασμόν, αι δε δυτικαί δυνάμεις συμφέρον είχον να μη αφήσωσι το πεδίον ελεύθερον εις μόνην την Ρωσίαν, απεφασίσθη, ως είπομεν, η υπό Γαλλικού στρατού κατοχή της Πελοποννήσου, και τη 5 Αυγούστου (1828) ο στρατηγός Μαιζών μετά 14,000 Γάλλων και 1500 ίππων απεβιβάζετο εις Πεταλίδι· ο Ιμβραήμ δεν ετόλμησε ν' αντιστή και μετ' ου πολύ εξεκένωσε την Πελοπόννησον και έφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, καίπερ λαμβάνων εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να μη απέλθη, (14-26 Σεπτεμβρίου), δυνάμει της τη 6]18 Αυγούστου 1828 μεταξύ του Μεχμέτ Αλή Βεζύρου της Αιγύπτου, και του υποναυάρχου Ε. Κόδριγκτων γενομένης Συνθήκης, ήτις είχεν ως εφεξής:

«Αι αλλεπάλληλοι αναφοραί του Ιμπραχήμ Πασά αρχιστρατήγου του εν Πελοποννήσω αιγυπτιακού στρατεύματος καταπείσασαι τον Βεζύρην της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλήν, ότι είναι απολύτως αδύνατον να διαμείνη ο υιός του πλειότερον καιρόν εις την φρικτήν θέσιν, εις την οποίαν κατήντησαν τα στρατεύματά του, εξ αιτίας της παντελούς ελλείψεως των προς το ζην αναγκαίων, τον έβαλον συγχρόνως εις την λυπηράν ανάγκην να διατάξη τον Ιμπραχήμ Πασάν να συνέλθη εις διαπραγμάτευσιν μετά των Ε. ναυάρχων των εν ταις θαλάσσαις της Ανατολής στόλων των συμμάχων Δυνάμεων, διά να επιτύχη συνθήκην έντιμον δι' αυτόν, διά τα στρατεύματά του, και διά τα συμφέροντα της υψ. οθωμανικής Πύλης, την οποίαν διετάχθη να υποστηρίξη και υπερασπισθή εις την Πελοπόννησον.

»Δυνάμει της αδείας ταύτης ο Ιμπραχήμ Πασάς έλαβε την 6 του παρελθόντος Ιουλίου συνέντευξιν μετά των Ε. ναυάρχων Δεριγνύ και Εϊδήνου, και του μοιράρχου Κάμπελ. Εις την συνέντευξιν ταύτην ο Ιμπραχήμ Πασάς ωμολόγησεν επισήμως, ότι ήτον έτοιμος ν' αναχωρήση εκ του τόπου, αλλά δεν ήθελεν εισβή ούτ' αυτός, ούτε τα στρατεύματά του, ειμή εις πλοία τουρκικά.

»Υπεσχέθη να μη πάρη αιχμαλώτους Έλληνας με τα στρατεύματά του, ανεβόησε κατά του ζητήματος, το οποίον έγεινε προς αυτόν του ν' απολύση τους αιχμαλώτους τους μετά την εν Νεοκάστρω ναυμαχίαν μεταφερθέντας εις Αίγυπτον, λέγων, ότι τούτο δεν εξήρτητο από αυτόν, ούτε είχε την εξουσίαν να το κάμη· ουδείς λόγος έγεινε περί των φρουρίων των από τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατεχομένων, περί της τύχης των οποίων έμελλε να αποφασισθή, όταν ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων ήθελεν ανταμώσει εις Κέρκυραν τους συναδέλφους του.

»Συμβουλίου συγκροτηθέντος παρά του Ιμπραχήμ Πασά, απεφασίσθη να υπάγη ο ναύαρχος Κόδριγκτων εις Αλεξάνδρειαν, να διαπραγματευθώσιν οριστικώς μετά του Μεχμέτ Αλή Πασά τας προτιθεμένας ήδη συνθήκας, αίτινες δεν ετελειώθησαν εις την συνέντευξιν της 6 Ιουλίου, και να συμφωνήσωσι περί των επιτηδείων μέτρων εις αποπραγμάτωσιν της αναχωρήσεως.

»Και τω όντι σήμερον την 6 Αυγούστου 1828 ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων παρουσιασθείς εις τον Μεχμέτ Αλή Πασάν εν ιδιαιτέρα συνεντεύξει, παρόντων μόνον των ΚΚ. Δροβέτση Γεν. Προξένου της Χ. Α. Μ. και Βάρκερ Προξένου της Β. Α. Μ., του Μοιράρχου Κάμπελ, του Καπετάν Ριχάρδ, του Κ. Ε. Κούρζον, και του Κ. Α. I. Κόδριγκτων, αφ' ού ικανόν διελέχθησαν περί των κυριωτέρων άρθρων της αναχωρήσεως των αιγυπτιακών στρατευμάτων εκ των εν Πελοποννήσω παρ' αυτών κρατουμένων φρουρίων, και της απολυτρώσεως των Ελλήνων αιχμαλώτων των μετά την ναυμαχίαν Νεοκάστρου μεταφερθέντων εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον, κατά την οποίαν συνδιάλεξιν ο Βεζύρης εσπούδασε, προ πάντων, ν' αποδείξη την αφροσύνην με την οποίαν οι εφημεριδογράφοι της Αγγλίας και της Γαλλίας εμεγάλυναν τον αριθμόν των αιχμαλώτων τούτων, και τας ταλαιπωρίας, τας οποίας υπέφερον εις την Αίγυπτον, συνεφωνήθη ν' αναχωρήσωσιν εκ της Πελοποννήσου τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατά τα εξής.

»α'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασάς υπόσχεται ν' απολύση τους αιχμαλώτους Έλληνας τους μετά την ναυμαχίαν του Νεοκάστρου μεταφερθέντας εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον.

»Όσον δε περί εκείνων, οίτινες ευρίσκονται εις την εξουσίαν, ιδιαιτέρων, η Α. Υ. υπόσχεται να μεσιτεύση δραστηρίως, ώστε οι Κύριοι Πρόξενοι των συμμάχων Δυνάμεων να δυνηθούν να εξαγοράσωσι τους πλειοτέρους εξ αυτών και με τας όσον το δυνατόν καλητέρας συμφωνίας· ο δε Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων υποχρεούται πάλιν να ενεργήση την απαλλαγήν όλων των στρατιωτών, ή υπηκόων Αιγυπτίων, των ευρισκομένων αιχμαλώτων παρά τοις Έλλησι, καθώς και των αξιωματικών, και ναυτών της αιγυπτιακής Κορβέτας της υπό των Ρώσων συλληφθείσης εις τα παράλια της Μεθώνης.

«β'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασσάς να στείλη όσον τάχιστα όλα τα υπό την εξουσίαν του πολεμικά και φορτηγά πλοία, διά να υπάγουν εις Νεόκαστρον να λάβουν όλα τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία θέλουν αναχωρήσει ολοτελώς εκ Πελοποννήσου όσον τάχιστα.

«γ'. Τα πολεμικά και φορτηγά πλοία θέλουν συνοδευθή από αγγλικά ή γαλλικά πλοία, και θέλουν έμβει μετ' αυτών εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ή εις άλλους λιμένας της Πελοποννήσου διά τον άνω ειρημένον σκοπόν.

«δ'. Τα πλοία ταύτα μετά τον εκ Νεοκάστρου απόπλουν των θέλουν συνοδευθή επίσης έως της εμφανίσεως του λιμένος της Αλεξανδρείας.

«ε'. Ούτε ο Ιμπραχήμ Πασσάς, ούτε κανείς αξιωματικός εκ της οικίας, ή του στρατεύματός του, τέλος πάντων κανείς εκ των αναχωρούντων δεν θέλει δυνηθή να πάρη κανένα Έλληνα, εκτός εάν αυτός εκείνος θέλη, είτε ανήρ, είτε γυνή, είτε παιδίον είναι.

«ς'. Ο Ε. Ιμπραχήμ Πασσάς αναχωρών εκ Πελοποννήσου, θέλει δυνηθή ν' αφήση εις τα φρούρια των Πατρών, Χλουμουτζίου, Μεθώνης, Κορώνης, και Νεοκάστρου φρουράν ικανήν εις υπεράσπισίν των.

Εγένετο εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου, ημέραν, μήνα, και έτος τ' ανωτέρω.

_(Τ. Σ.) Σφραγίς του Πασσά._

ΕΔ. ΚΟΔΡΙΓΚΤΩΝ.

Αλλά και μετά την εν Ναυαρίνω (8]20 Οκτωβρίου 1827) σωστικήν διά την Ελλάδα ναυμαχίαν, ήτις θεωρείται αποκλειστικόν έργον του Άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτων, η Πύλη πάλιν δεν ήθελε να υποχωρήση εις τα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου 1827, προσκληθείσα δε βραδύτερον τη 12 Νοεμβρίου των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των ευεργετίδων δυνάμεων, να αναγνωρίση τα διά της συνθήκης εκείνης εύλογα δίκαια των Ελλήνων, απεποιήθη και αύθις, όθεν τη 26 Νοεμβρίου οι πρεσβευταί ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως κατευθυνόμενοι εις Κέρκυραν, κατά διαταγήν των οικείων κυβερνήσεων, όπως από κοινού μετά του Κυβερνήτου (8 Απριλίου 1828) φροντίσωσι περί της οριστικής λύσεως του ελληνοτουρκικού ζητήματος κατά το πνεύμα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου. Αλλ' οι πρεσβευταί ούτοι γράψαντες προς τον Καποδίστριαν εζήτουν πληροφορίας στατιστικάς περί της Ελλάδος, ίνα έχωσιν αυτάς υπ' όψει κατά τας εν Πόρω μελλούσας συνδιασκέψεις αυτών, ως είχεν αναγγείλει τω Καποδιστρία ο Στ. Κάννιγγ. Επί τούτω ο κυβερνήτης απηύθυνεν εγκύκλιον προς τα μέλη του _Πανελληνίου_ και τους εκτάκτους επιτρόπους των επαρχιών, δι' ών εζήτει τας παρά των ξένων πρεσβευτών αιτουμένας πληροφορίας εν συνόλω εις 28 ανερχομένας. Εζητήθη λ. χ. συνοπτική τις έκθεσις περί της εις τον αγώνα μετοχής των κατ' ιδίαν τμημάτων της Στερεάς και των νήσων παρείχετο δε ούτως ευκαιρία εις τον Καποδίστριαν να υπερμαχήση της θεωρίας των _φυσικών ορίων_ συμπεριλαμβάνων και την Θεσσαλίαν. Εζητήθη οποίος ήτο ο σχετικός πληθυσμός Ελλήνων και Τούρκων κατά τε το 1821 και νυν, περί των προσφύγων, οίτινες συνεπεία των πολεμικών συμβάντων είχον κατέλθει εκ των πέραν του Ισθμού χωρών ζητούντες άσυλον, περί των βακουφίων, περί αγγαρειών και φόρων περί της εις τον Σουλτάνον περιελεύσεως αδεσπότων ή ακλήρων κτημάτων και της εθνικής εν γένει περιουσίας και τέλος περί των εις το Διβάνιον δοθέντων φόρων, περί εκκλησιαστικών δεκάτων, περί των πρώην τουρκικών κατά τόπους αρχών του τρόπου του διορισμού αυτών, και περί των _δημοτικών δικαίων_ άτινα είχον απολειφθή τοις Έλλησιν υπ' αυτήν την τουρκικήν δεσποτείαν. Ο Καποδίστριας απαντών το τελευταίον ζήτημα, περί των γενομένων εις το ελληνικόν πολίτευμα μεταβολών από του 1821, εξέθηκεν, εν βραχεία συνόψει, τα έργα των τριών εθνικών συνελεύσεων, και συνεπέρανε πανηγυρίζων θερμώς το ίδιον αυτού κυβερνητικόν σύστημα, όπερ, ως παρετήρει, εκυρούτο διά της καθολικής ψηφοφορίας του έθνους. Αλλ' η βραδύτης της αποστολής των πληροφοριών αφ' ενός και η έλλειψις αφ' ετέρου τακτικής συγκοινωνίας έπεισαν τον Καποδίστριαν να σκεφθή περί ιδρύσεως _επισήμου του Κράτους Ταχυδρομείου_, εφ' ώ και κατά Σεπτέμβριον 1828 διά διατάγματος εκ Πόρου χρονολογουμένου συνίστα την ιδρυσιν Ταχυδρομείου και εξέθετε τον διοργανισμόν αυτού κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών. Σημειωτέον όμως ότι το ταχυδρομείον τούτο διά τα εντός του Κράτους δεν ήτο υποχρεωτικόν, ο δε θέλων ηδύνατο να αποστείλη ό,τι ήθελε δι' άλλης προσφορωτέρας οδού· ουδεμίαν δε σύμβασιν είχε και μετά των εξωτερικών ταχυδρομείων, προς ά αι αποστολαί ενηργούντο δι' ιδιαιτέρων ευκαιριών. Ιδρύθησαν δε ταχυδρομικά γραφεία εν Άργει, εν Τριπόλει, εν Επιδαύρω και Σύρω, ών διευθυντάς διώρισε τους οικείους υγειονόμους. Εν δε τω εσωτερικώ της χώρας ένθα δεν υπήρχον υγειονόμοι, ανετέθη η διεύθυνσις αυτών ενί των δημογερόντων του τόπου. Δυστυχώς όμως εν τη λειτουργία των ταχυδρομείων μεγάλη κατεδείχθη επέμβασις της Κυβερνήσεως, ήτις έστιν ότι το απόρρητον των πεμπομένων επιστολών μη σεβομένη αποσφράγιζε και ανεγίνωσκεν αυτάς προς ζημίαν των αλληλογραφούντων. Ούτω δε διά της αποσφραγίσεως και παραβιάσεως των επιστολών, συνελήφθησαν πολλοί τε άλλοι επίσημοι Έλληνες και ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις γράφων προς τον φίλον αυτού Μ. Ρούφον εξέφραζε την χαράν επί τω πρωτοκόλλω της 10]22 Μαρτίου 1829 και την κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν αυτού και εφυλακίσθη επί ολόκληρον εξάμηνον.

Εν τω μεταξύ οι πρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων κατέφθασαν εκ Κερκύρας εις Πόρον, όπου, ως _επιτετραμμένος_ παρά τω Κυβερνήτη εστάλη υπό της Ρωσίας ο κόμης _Μάρκος Βούλγαρης_, ολίγον δε βραδύτερον και ο _Εδουάρδος Δάουκινς_, ως επιτετραμμένος της Αγγλίας παρά τω Καποδιστρία. Η αποστολή των αντιπροσώπων τούτων Αγγλίας και Ρωσίας ως και η αποστολή του Γαλλικού στρατού και του βαρώνου Ζουσσώ Δεσαινδενύ (59) ως επιτετραμμένου της Γαλλίας ήτο σημείον ευχάριστον, ότι ανεγνωρίσθη η προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων. Εν τούτοις, διά της συνεννοήσεως των εν Πόρω πρέσβεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου 1828) εξηκολούθει η εις τον στρατόν της κατοχής παράδοσις των φρουρίων υπό του Ιβραχήμ. Παρεδόθησαν δε (24 Σεπτεμβρίου-18 Οκτωβρίου 1828) και τα φρούρια Νεοκάστρου, Κορώνης, Μεθώνης, Χλουμουτσίου, Πατρών και Ρίου, άπερ κατά την ήν ανεγράψαμεν ανωτέρα συνθήκην του Κόδριγκτων και Μεχμέτ Αλή κατείχοντο υπό Τούρκων και υψώθησαν επ' αυτών αι των συμμάχων σημαίαι.

Μετά την εκκένωσιν της Πελοπονήσου από των Αράβων οι πληρεξούσιοι των τριών δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας υπέγραψαν το πρωτόκολλον τόδε:

«Πρωτόκολλον της εν τω Αρχείω των Εξωτερικών γενομένης συνδιαλέξεως τη 4)16 Νοεμβρίου 1828: