Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 13
Και παρεχώρησε μεν τω πράκτορι των αμερικανικών συλλόγων Δρ. Χόους ατελείς επί πενταετίαν γαίας παρά την Κόρινθον (Εξαμίλι), ένθα ίδρυσε και αποικίαν τινά την «_Ουασιγκτωνίαν_», αλλ' είτα μεταμεληθείς δεν απεδέξατο την αιτηθείσαν επέκτασιν του παραχωρηθέντος χώρου του προωρισμένου κατ' αρχάς προς υποδοχήν προσφύγων Κυδωνιέων, Συρίων και Αθηναίων και τοσαύτα ενέβαλε προσκόμματα, ώστε ο Χόους παρητήθη του περί εποικίσεως εκατόν οικογενειών αρχικού σχεδίου αυτού ούτως, ώστε η εκ τεσσαράκοντα μόνον οικογενειών «_Ουασιγκτωνία_» ολονέν φθίνουσα διελύθη κατά την αναρχικήν περίοδον του 1831-32.
Αλλ' αν εις ολίγα τινά τοιαύτα ο Κυβερνήτης απέτυχε, και τούτο, διότι δεν ήθελε να εμπιστευθή εις χείρας ξένων, ουχ ήττον όμως κατέδειξεν ότι μεθ' όλας τας παρομαρτούσας τη κυβερνήσει αντιξόους περιστάσεις, αυτός ηδυνήθη να τελέση έργα, άπερ και σήμερον εισέτι καθορώμενα εμποιούσιν ημίν και θαυμασμόν και έκπληξιν. Ο Καποδίστριας ολονέν τα του Κράτους μεταρρυθμίζων και καθιδρύων εφρόντισε και περί ιδρύσεως κυβερνητικών ιδρυμάτων, τούτο μεν προς εγκαθιδρύσιν της κυβερνήσεως τούτο δε προς στρατωνισμόν του κατά γην στρατού και ναυστάθμου και ναυτικών αποθηκών προς επισκευήν τών τε πολεμικών και ιδιωτικών σκαφών, και εναποθήκευσιν ναυτικών ειδών. Ίδρυσε το εν Αιγίνη μέγαρον της Κυβερνήσεως (54) (Σπήτι του Μπαρμπαγιάννη), το εν Ναυπλίω κυβερνητικόν ανάκτορον, το οπλοστάσιον και τον στρατώνα, τον εν Πόρω ναύσταθμον, τους εν Άργει, Κορίνθω, Πάτραις και Ναυπάκτω στρατώνας χωρητικότητος πεντακισχιλίων ανδρών και ουκ ολίγα άλλα δημόσια καταστήματα.
Μεγάλην επίσης κατέβαλε προσοχήν και περί την συγκρότησιν δικαστηρίων, ίνα ούτως εξαγάγη την δικαιοσύνην εκ του χάους εν ώ ήτο βεβυθισμένη καθ' όλην την μακράν διάρκειαν της επαναστάσεως μεθ' όλα τα ψηφίσματα των τριών Εθνοσυνελεύσεων, άπερ ως αντιφατικά αλλήλων δεν εφηρμόζοντο πρεπόντως και συνέστησε _προσωρινόν δικαστήριον_ τριμελές, πρόεδρον μεν έχον τον αδελφόν αυτού Βιάρον και παρέδρους τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και τον Ε. Τομπάζην, πάντας μέλη του _Πανελληνίου_. Το δικαστήριον τούτο ησχολήθη εις την εκδίκασιν των εν Πόρω επί πειρατεία κατηγορουμένων και μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών αυτού διελύθη. Βραδύτερον δε ο Κυβερνήτης εσκέφθη περί ιδρύσεως δικαστηρίων και συντάξεως νόμων συμφώνως προς τας εθνικάς απαιτήσεις. Διότι το έθνος μετά την μοιραίαν πτώσιν της εν Βυζαντίω αυτοκρατορίας ημών τυχόν πολλών προνομίων (55) διωκείτο κατά την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν, ήν συνέταμεν ο νομικός _Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος_, ούτινος η σωτηριώδης και αναμφισβήτητος επιρροή, ήν εξήσκησεν επί των τυχών του έθνους ημών από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι της ευτυχούς εν μέρει αποσείσεως του πιέζοντος τον τράχηλον της πατρίδος ημών ζυγού, είναι αναμφίλεκτος. Η νομοθεσία αυτού υπό τον τίτλον _Εξάβιβλος_, παρηκολούθησε πάσας τας περιπετείας της πολιτικής ημών καταστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την ενότητα και σύσφιγξιν των εθνικών δεσμών κατά τον μακρόν και πολύδακρυν εκείνον της δουλείας χρόνον και διετήρησεν εν ισχύι την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν. Το Ελληνικόν έθνος κύψαν τον αυχένα εις την Τουρκικήν κατάκτησιν και απολέσαν την Εθνικήν αυτονομίαν, διετήρησεν ένεκα πολλών λόγων προς τη γλώσση και τη ιερά αυτού θρησκεία, ως είπομεν, ουκ ολίγα προνόμια, εσωτερικήν τινα αυτοδιοίκησιν πολιτικήν τινα νομοθεσίαν, ήν εξήσκουν οι παρά του λαού εκλεγόμενοι _Δημογέροντες_ και _Προεστοί_, και οι εκάστοτε Μητροπολίται, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι, οίτινες ηκολούθουν προς λύσιν των μεταξύ των Χριστιανών αναφυομένων διαφορών τα επικρατήσαντα έθιμα και συνεβουλεύοντο διηνεκώς την _Εξάβιβλον_ του Αρμενοπούλου. Ούτω δ' αι εν τη _Εξαβίβλω_ περιληφθείσαι διατάξεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων καθιερώθηκαν υπό της κοινής συνηθείας και συνεχωνεύθησαν προς τα ήθη και έθιμα του ελληνικού έθνους, όπερ μέχρι σήμερον επί τη βάσει αυτού εν τε δούλη και τη ελευθέρα Ελλάδι πολιτεύεται αστικώς (56).
Η Βουλή μετά την διάλυσιν της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως επεχείρησε να συντάξη νόμον περί δικαστηρίων, αλλά το έργον αυτής παρέμεινεν ατελές μόνον δέκα και οκτώ άρθρων συζητηθέντων. Ούτως είχον τα πράγματα, ο δε Κυβερνήτης επόμενος των προκατόχων παραδείγμασι, διώρισε και αυτός _ειδικάς επιτροπάς_, άμα δε και προέτρεπε τους διαφερομένους να υποβάλλονται εις την κρίσιν των διαιτητών, τούθ' όπερ δεν παρημέλησε να κηρύξη ότι πρέπει να γίνηται και μετά την σύστασιν δικαστηρίων τακτικών.
Δεν ηθέλησεν ευθύς αμέσως να προβή εις εφαρμογήν δικαστικών συστημάτων, κατά θεωρίαν μεν ορθών αλλ' απροσφυών διά λαόν οίος ο Ελληνικός, όστις από τετρακοσίων ετών ήτο συνειθισμένος εις τας συνοπτικάς διαδικασίας των δημογερόντων, της δημεύσεως της σπάθης του κυριάρχου. Την τοιαύτην δ' αυτού διάθεσιν έδειξε και προς το _Πανελλήνιον_ διά των διαγγελμάτων αυτού της 24 και 26 Οκτωβρίου 1828. Ενόμιζε, πολύ δικαίως, ότι αι διατυπώσεις, αι ενστάσεις, τα προδικαστικά, τα παρεμπίπτοντα ζητήματα και οι τόσοι δικαστικοί τύποι, ούς ύστερον η αντιβασιλεία, κατά τον βαυαρικόν νόμον, ενέγραψεν εν τη δικαστική νομολογία, ηδύναντο αντί ωφελείας βλάβης να γένωνται πρόξενοι και να παρέχωσιν αφορμάς διηνεκείς εις στρεψοδικίας και δόλον. Επεθύμησε λοιπόν πρώτον να μελετήση τον νηπιάζοντα ελληνικόν λαόν και να κανονίση μετέπειτα την οδόν, ή τινι έμελλε να ακολουθήση εν τη δικαστική νομολογία. Ως εκ τούτου βλέπομεν τον Κυβερνήτην διηνεκώς ενδοιάζοντα περί του πρακτέου, διορίζοντα εκτάκτους επιτρόπους και προσωρινούς διοικητάς και περιοδεύοντα την Ελλάδα βήμα προς βήμα. Μόλις δε περί το τέλος του 1828, συμφώνως ταις επαγγελίαις αυτού να διοικήση κατά τας υπό των Εθνοσυνελεύσεων τεθειμένας αρχάς, υιοθέτησε τον _οργανικόν νόμον της Κορίνθου_ και εξέδοτο τον «_Διοργανισμόν της πολιτικής εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης_» εξ άρθρων τριάκοντα και εννέα, καθ' ά η διαχείρισις ανετίθετο εις προσωρινά μεν αλλά τακτικώτερα δικαστήρια, και ταύτα διά τινας μόνον επαρχίας, εν αίς δεν υπήρχε πόλεμος. Μόλις δε μετά παρέλευσιν ενός έτους ωρίσθησαν τακτικά δικαστήρια, συνετάχθησαν εντελέστεροι διοργανισμοί και πολιτική και ποινική δικονομία και νόμος περί συμβολαιογράφων (μνημόνων) και άλλαι διατάξεις συμπληρωτικαί.
Τα δικαστήρια διηρέθησαν εις έξ είδη: _Ειρηνοδικεία, Πρωτόκλητα, Έκκλητα, Ανώτατα, Εμποροδικεία και Εξαιρετικά._ Συνέστη δε και _Ειδικόν Δικαστήριον_ διά την εν δημοσίαις οδοίς ληστείαν, αλλά τούτου αι αποφάσεις εφεσιβάλλοντο εις το _Ανώτατον_. Εν τοις _Εξαιρετικοίς_ εδικάζοντο αι κατηγορίαι των εν τέλει και τα εγκλήματα καθοσιώσεως. Είτα δε συνειδώς ο Καποδίστριας τας ποικίλας ελλείψεις του «_Απανθίσματος των Εγκληματικών της Β' των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως_». (Α. Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Β', σελ. 81, 83 — Τόμ. Γ, σελ. 73, 81), όπερ εις τρία τμήματα διαιρούμενον, ήν ο ποινικός της εποχής εκείνης νόμος συνεπλήρωσέ τινα των κενών αυτού εκδούς ιδιαίτερον νόμον περί κιβδηλείας (17]29 Φεβρουαρίου 1831), επελήφθη δε συνάμα της καταρτίσεως νέου ποινικού κώδικος, αλλ' ο αιφνίδιος αυτού θάνατος εματαίωσε την αποπεράτωσιν του έργου τούτου, ούτως ώστε, και της αντιβασιλείας ιδρυθείσης, ίσχυεν εισέτι το _Απάνθισμα_, όπερ μόνον τη 19 Απριλίου 1834 κατηργήθη, τεθέντος εις ενέργειαν του νυν ισχύοντος ποινικού νόμου, δημοσιευθέντος τη 18)30 Δεκεμβρίου 1833.
Επειδή δε και οι νέοι ούτοι νόμοι του Κυβερνήτου δεν ήσαν επαρκείς, τα δικαστήρια παρηγγέλθησαν να προστρέχωσι και εις τους νόμους των Βυζαντιακών αυτοκρατόρων, τον Αρμενόπουλον, τον ορθόν λόγον και την επιείκειαν.
Αλλ' η τελευταία αύτη προσθήκη: «_ορθόν λόγον και επιείκειαν_» εγένετο αφορμή του εξής κωμικού επεισοδίου, όπερ εν παρενθέσει αναγράφομεν ώδε· δικαστού τινος του Πρωτοκλήτου δικαστηρίου γράψαντος προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν ότι: «_Αρμενόπουλον μεν και Απάνθισμα των εγκληματικών νόμων ευρών ηγόρασεν, &επιείκειαν& όμως και &ορθόν λόγον&, ει και ηρεύνησεν επιμελώς εν άπασι τοις βιβλιοπωλείοις δεν εύρεν_»!
Ουδαμώς δε κατώτερος των δικαστικών ενεργειών αυτού εφάνη ο Κυβερνήτης και εν τω ζητήματι της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η φιλομάθεια του έθνους ην μεγάλη, ο δε Καποδίστριας απέβλεψε κυρίως εις την δημοτικήν εκπαίδευσιν και προ τούτου εις την περισυλλογήν των τε δε κακείσε περιφερομένων ορφανών, ών οι πατέρες έπεσαν ενδόξως υπέρ πατρίδος. Απεφάσισε λοιπόν την ίδρυσιν του μέχρι τούδε σωζομένου λαμπρού εν Αιγίνη οικοδομήματος, όπερ εχρησίμευσε μεν άλλοτε ως _Ορφανοτροφείον_, νυν δε ως _Φυλακαί_. Το οικοδόμημα τούτο όπερ υπήρξεν η αφετηρία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου (λαγκαστριανής), ής εισηγητής υπήρξεν ο υπό της πανώλους αποθανών διδάσκαλος Γ. Κλεόβουλος, ωκοδομήθη υπό των πολυπληθών εν Αιγίνη ατυχών ανθρώπων πάσης ηλικίας και γένους, οίτινες δι' αυτού εύρον εργασίαν επί τινα χρόνον. Και πράγματι εν Αιγίνη είχον συρρεύσει απανταχόθεν της Ελλάδος ιδίως δ' εξ Ελευσίνος και Αθηνών πολλοί, φεύγοντες τα δεινά του πολέμου· οι ατυχείς ούτοι υπό της πείνης και των κακουχιών κατατρυχόμενοι έζων βίον αθλιέστατον, μόλις αποζώντες και οικούντες εν σπηλαίοις, ταις οπαίς της γης και τοις αρχαίοις τάφοις. Τούτους λοιπόν πάντας, διά των χρημάτων άπερ ο Κυβερνήτης είχε λάβει, διερχόμενος διά Τεργέστης, Αγκώνος και Μελίτης παρά των ομογενών, εχρησιμοποίησεν εις την ανοικοδόμησιν του _Ορφανοτροφείου_, καταστήματος φιλανθρωπικού δυναμένου να περιλάβη περί τας δύο χιλιάδας ορφανών (1 Νοέμβριου 1829). Και όντως ο Καποδίστριας διέταξεν όπως περισυλλέξωσιν άπαντας τους αλητεύοντας εν τε τοις στρατοπέδοις και εν ταις πόλεσιν ορφανούς πεντακοσίους τον αριθμόν παίδας και εισήγαγεν αυτούς εις το _Ορφανοτροφείον_, σώσας της διαφθοράς και της εξαχρειώσεως. Διέταξε την ίδρυσιν δημοτικών Σχολείων ούτω δε από του Φεβρουαρίου μέχρι Μαΐου του 1828 ιδρύθησαν μόνον εν ταις νήσοις του Αιγαίου πελάγους 22 αλληλοδιδακτικά σχολεία· περί δε τα τέλη του 1829 εν πληθυσμώ 693,000 υπήρχον 15,000 μαθητών, περί δε το τέλος του 1830 εν μεν ταις νήσοις υπήρχον 48 δημοδιδασκαλεία, 55 εν Πελοποννήσω και ο μόνον εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι. Ελληνικά δε σχολεία 44 επί των νήσων και 38 εν Πελοποννήσω. Ο Γάλλος Δυτρόν ως μέλος της επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως επιτροπείας προύτεινε την σύστασιν και ανωτέρων παιδευτηρίων· αλλ' ο Καποδίστριας αντέστη έχων μάλλον προ οφθαλμών την ανάπτυξιν των ηθών παρ' Έλλησιν. Εν Αιγίνη πλην του _Ορφανοτροφείου_, ούτινος τον οργανισμόν ανέθετο τω διδασκάλω του Γένους Γεωργίω Γενναδίω, εν ώ διητώντο, ως είπομεν, τα ορφανά μειράκια, ιδρύθη το _Κεντρικόν σχολείον_, όπερ έμελλε να καταστή πρότυπον των άλλων σχολείων, όπερ βραδύτερον διηύθυνεν ο αυτός Γεννάδιος, το _Διδασκαλείον_ (Ιούλιος 1830), εν ώ έμελλον να παρασκευάζονται διδάσκαλοι, η _στρατιωτική_ σχολή των Ευελπίδων εν Ναυπλίω, Γεωργικόν εν Τίρυνθι και εν Πόρω το _εκκλησιαστικόν_ εκ των εισοδημάτων μονής της Ζωοδόχου Πηγής συντηρούμενον, όπερ επί βραχύν χρόνον έχον δύο διδασκάλους και 15 μαθητάς επί τέλους διελύθη.
Επίσης ανεκαίνισε και την προ αυτού υπάρχουσαν _Μουσικήν σχολήν_ την διευθυνομένην μεν παρά του μουσικοδιδασκάλου _Γεωργίου Λεσβίου_, εφορευομένην δε υπό των μητροπολιτών Άρτης Πορφυρίου, Καρύστου Νεοφύτου και του Νικολάου Δραγούμη (16 Μαρτίου). Τοιαύτη ην η φροντίς του Καποδιστρίου περί ιδρύσεως δημοτικών σχολείων και τοιούτον το αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτού. Ο Κυβερνήτης, όν είδομεν και εν Ευρώπη συνιστάντα το εν Γενεύη «Ορφανοτροφείον» υπό τον Αλέξανδρον Ροδινόν εν Βενετία, και εν Αγκώνι έτρεφε μεγάλην ιδέαν περί της δημοτικής εκπαιδεύσεως και σχεδόν υπέρ αυτής καθ' εκάστην ειργάζετο μέχρι των ελαχίστων κατερχόμενος της κατοικίας, της τροφής, της ενδυμασίας, της καθαριότητος, ως φαίνεται εν τη επιστολή, ήν απέστειλε προς τον εν Πόρω διδάσκαλον Α. Παπαδόπουλον: «Στέλλω σοι ενδύματα διά τα υπό την διεύθυνσίν σου παιδία, ήτοι μίαν φουστανέλλαν, δύο υποκάμισα, δύο βρακία, ζεύγος εμβάδων, φέσιον, καπόταν και ζώνην. Πριν όμως ενδύσης τα παιδία, να κείρης και λούσης αυτά καλώς, να αλλάζωσιν υποκάμισον και βρακίον καθ' εβδομάδα κτλ. ...»
Ιδού πάλιν τι έγραφε προς τον διδάσκαλον της εν Ναυπλίω αληλοδιδακτικής Σχολής τη 5 Απριλίου 1830:
«Πέμπομεν προς σε τα νομισματικά βραβεία, δι' ών η κυβέρνησις τιμά τους ευδοκιμήσαντας εις τας τελευταίας εξετάσεις μαθητάς σου, όσοι κατονομάζονται εις τον επισυναπτόμενον κατάλογον· οι δε τούτων αξιωθέντες θέλουν φέρει επί του στήθους προσαρτημένα με δέμα εθνικού χρώματος.
«Την πρώτην ταύτην αμοιβήν της περί τα καλά προθυμίας διανέμων εις αυτούς εκ μέρους της κυβερνήσεως, δύνασαι να τους βεβαιώσης, ότι θέλουν λάβει τους τόπους των εξερχομένων από του κεντρικού σχολείου υποτρόφων της κυβερνήσεως, εάν δίδωσιν ακολούθως δείγματα της αυτής προθυμίας· τους δε λοιπούς των μαθητών σου θέλεις προτρέψει να καταβάλωσι πάσαν σπουδήν διά ν' αξιωθώσι τα αυτά παράσημα και προνόμια.
«Ηδέως εκφράζομεν προς σε την ευγνωμοσύνην μας διά τον οποίον έδειξας ζήλον και επιμέλειαν διά την εκτέλεσιν των χρεών της εμπιστευθείσης υπηρεσίας, της οποίας το αντικείμενον είναι το σπουδαιότατον πάντων αναμφιβόλως, το να παρασκευάση δηλονότι πολίτας αγαθούς, ωφελίμους εις την πατρίδα διά την περί τα θεία ευσέβειαν, διά την αρετήν των ηθών διά την παιδείαν.
«Επιθυμούντες δε να δώσωμεν προς σε και πραγματικά δείγματα της ευγνωμοσύνης μας, διετάξαμεν να συγκαταλεχθή της σήμερον εις τους μαθητάς του κεντρικού σχολείου ο αδελφός σου, όστις συνέπραξε με πολλήν προθυμίαν και ικανότητα εις την πρόοδον των μαθητών σου, και δίδει χρηστάς ελπίδας ότι θέλει κατασταθή άξιος της αλληλοδιδακτικής διδάσκαλος, τελειοποιηθείς εις το κεντρικόν της Αιγίνης σχολείον».
Την τοσαύτην δ' υπέρ της εκπαιδεύσεως φροντίδα αυτού συνεπλήρωσε και διά της ιδρύσεως Μουσείου αρχαιοτήτων, λιθογραφείου και τυπογραφείου, όπως τυπώνται τα διά την διδασκαλίαν βιβλία και τα διά τας άλλας χρείας του Κράτους έγγραφα και τας εν Αιγίνη εκδιδομένας εφημερίδας: _Αιγιναίας και Ελληνικού Ταχυδρόμου_ υπό του διοργανωτού των εν Αιγίνη εκπαιδευτηρίων και φίλου προσωπικού του Καποδιστρίου Ανδρέου Μουστοξύδου. Όσον δ' αποβλέπει εις την εκκλησίαν, ουδέν εγένετο. Η εκκλησία της επαναστάσης Ελλάδος επαύσατο υπείκουσα τη εν Κώνσταντινουπόλει Μεγάλη Εκκλησία και ουδ' ήτο άλλως δυνατόν να γίνη· διότι οι εν Ελλάδι μητροπολίται και ιερείς συν τω σταυρώ έφερον και την σπάθην ίνα καθαγιάσωσι την επανάστασιν. Τεχνηέντως δ' απέκρουσεν ο Κυβερνήτης πάσαν ανάμιξιν του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εν τοις πράγμασι της Ελλάδος, ού ένεκα και η υπό του πονηρού Σουλτάν Μαχμούτ αποστολή κατά Μάιον (1828) εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ελλάδα των επισκόπων Ιωαννίνων, Λαρίσης, Χαλκηδόνος και Νικαίας προς ειρήνευσιν των _στασιασάντων ραγιάδων_! απέτυχε· διότι ούτοι φθάσαντες εις Άρταν και γράψαντες προς τον Καποδίστριαν ίνα διαγράψη αυτοίς τον ασφαλέστερον τρόπον να κατέλθωσιν εις Αίγιναν, έλαβον απάντησιν ότι δεν εξηρτάτο πλέον από των ελλήνων να ακούσωσι τας προτάσεις αυτών και ότι, κατ' ακολουθίαν, ώφειλον να αποταθώσι προς τας τρεις ευεργέτιδας Δυνάμεις τας αναγνωρισάσας την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Ουχ ήττον όμως οι τέσσαρες εκείνοι ιεράρχαι συνοδευόμενοι και υπό του μεγάλου πρωτοσυγγέλου των Πατριαρχείων κατώρθωσαν να τύχωσι συνεντεύξεως μετά του _Ιβραχήμ Πασά_, όστις ωδήγησεν αυτούς εις Λακεδαίμονα, διασπείραντας καθ' οδόν λόγους υποταγής προς τον Σουλτάνον. Είτα έφθασαν εις Τρίπολιν, πλην ο ενταύθα έκτακτος επίτροπος Α. Βλαχόπουλος δεν επέτρεψε μεν αυτοίς την είσοδον, διότι προήρχοντο εκ χωρών προσβεβλημένων εκ πανώλους, απέστειλεν όμως προς αυτούς τον γραμματέα αυτού Δ. Κ. Βυζάντιον, όστις ώρισεν αυτοίς τόπον συνεντεύξεως την ονομαζομένην _Πύλην του Ναυπλίου_.
Ιδού δε πώς περιγράφει την συνέντευξιν ταύτην ο Αμβρόσιος Φραντζής εν τη Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος (Τόμ. Γ, σελ. 58):
«Απελθών δε ο γραμματεύς και λαβών έντευξιν μετ' αυτών, παρετήρησε μεγάλην μεν από το μέρος των δυσαρέσκειαν διά την παρεμπόδισίν των του να εισέλθωσιν εις την πόλιν, αφ' ετέρου δε πάλιν βαδίζοντας εις τον σκοπόν των με ήπιον τρόπον, και ομιλούντας (καθ' άς είχον οδηγίας) τα υπέρ του Σουλτάνου και του Ιμπραχήμ Πασά φρονήματά των, επί προσθήκη, ότι δεν συνέφερε πλέον να ήναι οι Έλληνες εις τοιαύτην κατάστασιν, και άλλα τοιαύτα, και ότι έπρεπε να γνωρίσουν τα συμφέροντά των, και να υποκύψωσι τον αυχένα υπό το σκήπτρον του _κραταιοτάτου_ Σουλτάνου (57)· ο δε γραμματεύς ακούσας τους λόγους αυτών, τους οποίους έλεγον δημοσίως παρόντων περί τον γραμματέα 500 περίπου Ελλήνων, τοις απήντησεν όσα δεν ήλπιζον· ούτω δε διανυκτερεύσαντες όλην εκείνην την νύκτα εις την πεδιάδα το πρωί της επιούσης μετέβησαν εις το Ναύπλιον, εφοδιασθέντες με επίσημα έγγραφα της εκτάκτου επιτροπείας, και συνοδευθέντες απ' ολίγους τινάς στρατιώτας της πολιτοφυλακής· φθάσαντες δε εις το Ναύπλιον, εκείθεν μετέβησαν εις τον Πόρον, όπου λαβόντες έντευξιν μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος, τω ενεχείρισαν την παρά του Πατριάρχου συνοδικήν επιστολήν, προς την οποίαν ο Κυβερνήτης απήντησε καταλλήλως».
Η επιστολή αύτη του Κυβερνήτου της Ελλάδος προς τον εθνάρχην των υπό δουλείαν ημετέρων αδελφών είχεν ώδε:
Αριθμός 2683.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
&Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος&
_Προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον._
«Η προς τους προύχοντας, Κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διεθυνθείσα παρά της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης, και Ιωαννίνων μετά του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον του Πόρου, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν.
«Επροσκλήθησαν την ακόλουθον της αφίξεώς των ημέραν να έλθωσι προς ημάς. Συνήλθομεν κατά την 22 Μαΐου (3 Ιουνίου), παρόντων εγκρίτων αξιωματικών των ναυτικών Δυνάμεων, οι οποίοι διαμένουν εις τα παράλια ταύτα κατά βούλησιν των συμμάχων Αυλών.
«Όσων ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των ιεραρχιών τούτων σκοπόν μόνον είχε το να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου μηνός επιστολήν, και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ καθ' όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας, ότι το ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της υμετέρας Παναγιότητος.
»Οι ίδιοι ημείς δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ' όλης της παρρησίας τα αίτια, διά τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα ηδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους με τας επιθυμίας της υμετέρας Παναγιότητος.
«Επειδή οι εμπεπιστευμένοι τα της αποστολής ταύτης παρά της υμετέρας Παναγιότητος Αρχιεπίσκοποι εκοίνωσαν εις ημάς, ότι επεθύμουν κομισταί να γενώσι τινός απαντήσεως, δεν δυσκολευόμεθα να την δώσωμεν διά της παρούσης μας· περιέχει αύτη μετ' ακριβείας τας προς αυτούς διά ζώσης φωνής παρατηρήσεις μας κατά την επί της 22 Μαΐου (3 Ιουνίου) συνέντευξίν μας.
«Βαθύτατα αισθανόμεθα ό,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της μεγάλης εκκλησίας, και της υμετέρας Παναγιότητος, διά τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιέχον της Συνοδικής επιστολής, ούτε ακριβώς να εξετάσωμεν τους συμβιβαστικούς τρόπους, την εκπλήρωσιν των οποίων η υμετέρα Παναγιότης θεωρεί ως προμηνύουσαν εις ωφέλειαν των Ελλήνων μέλλον ανάλογον με τα πολυχρόνια δεινά των, μέλλον παρέχον προ πάντων ησυχίας και ασφαλείας εχέγγυα.
«Περιοριζόμεθα να προσηλώσωμεν την προσοχήν και της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου εις όσα εκ των τοιούτων εχεγγύων απήλαυσεν ήδη η Ελλάς από την δικαιοσύνη και την χριστιανικήν ευμένειαν των βασιλέων και Α. Α. Μ. Μ. του βασιλέως της μεγάλης Βρεττανίας, του βασιλέως της Γαλλίας, και του αυτοκράτορος της Ρωσίας. Παρακαλούμεν επίσης την υμετέραν Παναγιότητα να μελετήση εν ευσεβεί κατανύξει τα τεράστια, δι' ών ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος έσωσε τον λαόν αυτού και εν παντί καιρώ και εις τους εσχάτους τούτους χρόνους.
«Περικυκλούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, πλανώμενος αφ' ετέρου αφ' όλας τας γοητείας, δι' ών η κακοβουλία και απιστία απατώσι την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ακολουθών τας συμβουλάς της απειρίας, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη, και υπάρχει, διότι ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την χάριν του να εύρη εις την χριστιανικήν Πίστιν το κράτος του πολεμείν, την ισχύν του εγκαρτερείν εις τα δεινά, και την απόφασιν του ν' απολεσθή μάλλον, ή να υποκύψη εις τον ζυγόν τον οποίον οι πατέρες του εβάστασαν, αλλά ποτέ δεν παρεδέχθησαν. Η τύχη λοιπόν της Ελλάδος είναι έργον της θείας προνοίας, και οι άνθρωποι οφείλουν να ευλαβώνται τας θείας βουλάς της· οι Έλληνες είναι κατά τούτο πληρέστατα πεπεισμένοι, και σήμερον μάλιστα παρ' άλλοτε, διότι εγγίζει το τέλος των τόσων δυστυχημάτων, και το πλήρωμα των επιθυμιών και των ελπίδων των.
«Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες, ούτε ο Κλήρος, ούτε οι πρόκριτοι, προς τους οποίους η υμετέρα Παναγιότης διευθύνεται, έχουσιν, ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ' αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι, και να παύσωσι του να ήναι άνθρωποι και χριστιανοί.
«Πάμπολυ αίμα εχύθη· πάμπολαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ' ούς ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατος είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων, βάσιν έχουσα το παρελθόν.
«Άλλως πως συνέβαιναν, το μαρτύριον του Παναγιωτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου, πολλών εγκρίτων της ιεράς Συνόδου και άλλων εκ των πρωτίστων του έθνους, δεν ήθελε διδάξει την Ελλάδα, τι εχρεώστει η ιδία εν εαυτή διά ν' αποφύγη τον εξολοθρευμόν, ο οποίος δεν έπαυσε του να επαπειλή από τον μήνα Απρίλιον του αωκά', μέχρι της 6 Ιουλίου του παρελθόντος έτους.
«Η απελπισία την εφώπλισεν, αλλά και ούτως υπερησπίσθη· οι εχθροί της συνώμοσαν την απώλειάν της, αλλ' όλαι αι μηχανουργίαι των συνέτειναν μόνον εις την σωτηρίαν της· ο κάλαμος της κατ' αυτής εξολοθρευτικής αποφάσεως ήτον εν των βάπτεσθαι (διότι μη παρασαλεύουσα από τους νόμους τους οποίους επέταττεν εις αυτήν η θέσις της, ηγγυήθη πανδήμως ενώπιον Θεού και ανθρώπων να ζήση ελευθέρα υπό την προστασίαν των δικαίων της), και ιδού η Συνθήκη του Λονδίνου επικυροί έτι μάλλον των εγγυήσεών της το απαραβίαστον.
«Δεν δυνάμεθα περαιτέρω το περί ού ο λόγος να σαφηνίσωμεν· η αλήθεια των πραγμάτων είναι ορατή πλέον καθ' όλον τον κόσμον, και περιττή πάσα άλλη διασάφησις.
«Οφείλομεν εξ' ονόματος και εκ μέρους όλου του έθνους, το οποίον ενεπιστεύθη εις ημάς την διεύθυνσιν των συμφερόντων του, να παρακαλέσωμεν την υμετέραν Παναγιότητα να μας χαρίση την ευλογίαν της, πεπεισμένη, ότι αμεταθέτως είμεθα προσηλωμένοι εις τας αρχάς της ιεράς ημών Πίστεως.
«Μακάριοι εσμέν, οσάκις ευδοκήσει ο πανάγαθος Θεός, ώστε να δυνηθή η Υ. Παναγιότης να γίνη εις ημάς πρόξενος των αγαθών, τα οποία οφείλει ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας εις όλα τα τέκνα της.
«Εγχειρίζομεν την παρούσαν μας εις τους αγίους Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτας Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσης, Ιωαννίνων, και μέγαν πρωτοσύγκελλον, και παύομεν, επαναλαμβάνοντες και πάλιν, πόσον λυπούμεθα μη δυνάμενοι ν' αποδείξωμεν καρποφόρους, όσους οι σεβάσμιοι ιεράρχαι κατέβαλον αγώνας εις εκτέλεσιν των διαταγών της Υ. Παναγιότητος.
«Εν Πόρω την 28 Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828.
_Ο Κυβερνήτης_ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Ο Γραμματεύς της Επικρατείας. &Σ. Τρικούπης.&