Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 12
Δυστυχώς εν τη εκκοπή των φοινίκων δεν ελήφθη φροντίς όπως από της μεταλλικής αξίας εκάστου αργυρού νομίσματος αφαιρώνται τα έξοδα της εκτυπώσεως, ούτως ώστε η έκδοσις αυτών αντί να πλουτίση το Κράτος, ως έδει, εζημίωσεν αυτό. Το τοιούτον εγέννησε μέγα σκάνδαλον εν τω Κράτει, ο δε Κυβερνήτης ίνα προλάβη την αισχύνην και την κακοπιστίαν των ενεργησάντων αυτό, εκάλυψε το πράγμα, καίτοι η αναλαβούσα την εξεχνίασιν του δράστου επιτροπή της Οικονομίας ήρξατο των ανακρίσεων αυτής. Έκτοτε δε το νομισματοκοπείον της Αιγίνης, όπερ μέχρι προ ολίγων ετών έκειτο εική εν τω προαυλίω του μεγάρου του Κυβερνήτου (_Σπίτι του Μπαρμπαγιάννη_, ως λέγουσιν Αιγινήται), δεν έκοψε πλέον αργυρά νομίσματα ειμή μόνον χαλκά, μονόλεπτα, πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και βραδύτερον εικοσάλεπτα εκ των κατά την επανάστασιν κατακτηθέντων Τουρκικών τηλεβόλων. Κατά τινα έκθεσιν φοίνικες μεν εκόπησαν εν συνόλω 12,000, αλλ' ως εκ του γενομένου, ως είπομεν, λάθους κερδοσκόποι καρπωθέντες αυτούς απέσυραν της κυκλοφορίας· διότι αναλύσαντες ως άργυρον ή εξήγαγον εις το εξωτερικόν, ούτως ώστε εντός ελαχίστου χρόνου, ο φοίνιξ κατέστη ιδανικόν νόμισμα, εκπροσωπούμενον εν τη αγορά διά των λεπτών, των χαλκίνων τουτέστι νομισμάτων, εξ ών εντός ετών εκόπησαν 1,000,000 φοινίκων αξίας.
Ο Κυβερνήτης πριν ή επιτρέψη την ανά το Κράτος κυκλοφορίαν διά διατάγματος αυτού εκδοθέντος κατά Ιανουάριον του 1830 υπεχρέου τους οφειλέτας εις απόδοσιν της δανεισθείσης ονομαστικής ποσότητος και εις πληρωμήν του χρέους διά του νομίσματος του κυκλοφορούντος κατά την εποχήν της αποδόσεως του δανείου, ήτοι δι' εθνικών νομισμάτων, φοινίκων και λεπτών αντί των τουρκικών γροσιών και παράδων, οίτινες ήσαν εισέτι εν χρήσει προς διευκόλυνσιν του εμπορίου μεταξύ της ελευθέρας και της δούλης Ελλάδος. Βραδύτερον δε, κατ' Ιούλιον του 1831 εδημοσίευσε και απαγόρευσιν της ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας παντός ξένου νομίσματος, ιδίως του τουρκικού και αυτών έτι των εν Ελλάδι κοπέντων από του 1826 — 1828.
Τοιαύται ήσαν αι νομισματικαί μεταρρυθμίσεις του Κυβερνήτου και τοιαύτα τινά έφερον αποτελέσματα, ώστε εντός ολίγου επεκράτησε καθ' άπασαν την Ελλάδα, το ελληνικόν εθνικόν νόμισμα, πρώτον τούτο της νέας Ελλάδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός, — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις. — Έκτακτοι επίτροποι. — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. — Ναυτικά. — Γεωργικά. — Δημόσια καταστήματα. — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά.
Ο Καποδίστριας επιθυμών να εδραιώση και την σαλευομένην δημοσίαν ασφάλειαν, _σύστημα αστυνομικόν_ αυστηρότατον κατά το τελειότερον πρότυπον των ευρωπαϊκών, όπερ όμως διά των λίαν αυστηρών οργάνων αυτού συλλαμβανόντων πάντα ύποπτον και μη φίλα φρονούντα τω Κυβερνήτη, μεγάλην κατά του Κυβερνήτου εξήγειρε κατακραυγήν, ιδίως δε μετά την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του είτα βασιλέως του Βελγίου αναγορευθέντος Λεοπόλδου πρίγκηπος του Κοβούργου. Προς τούτοις δε επέβαλε και τα λεγόμενα _διαβατήρια_, άπερ εν τοις μοναρχικοίς κράτεσιν ιδίως νυν εν Ρωσία και Τουρκία ήσαν εν χρήσει προς εύκοπον σύλληψιν παντός δράστου εγκλήματος τίνος οιουδήποτε. Κατά τας περί διαβατηρίων διατάξεις, ουδείς ηδύνατο να εισέλθη εις το Ελληνικόν έδαφος, αν μη έφερε διαβατήριον προσωπικόν καθ' όλους τους τύπους συντεταγμένον, αλλά και ο φέρων πάλιν τοιούτον αλλοδαπός ώφειλε να δηλώση τη αστυνομία τους λόγους της αφίξεως αυτού και να παράσχη εγγύησιν ότι θα υπακούση εις τους νόμους του Κράτους και ότι ηδύνατο να πορίζηται τα προς το ζην. Αν δε ταύτα πάντα εξετελούντο, τότε εξεδίδετο _διαμονητήριον·_ ισχύον προσωπικώς μόνον διά τον προς όν εξεδίδετο επί μίαν εβδομάδα ή μήνα ή έτος.
Η διάταξις αύτη όσον και αν φαίνεται ευθύς εξ αρχής απολυταρχική όσον αν εκώλυσε την εις Ελλάδα κάθοδον ξένων, υπήρξε σωτηριώδης διά την Ελλάδα, ήν ελυμαίνοντο τότε παντός είδους κακούργοι, λησταί και άλλοι καθ' εκάστην παρέχοντες πράγματα τη δημοσία ασφαλεία· επί τοσούτω δε διά του θεσμού τούτου επαγιώθη η τάξις και η ασφάλεια, ώστε κατέστη παροιμιώδης:
«_Δεν έχω ανάγκην,_ έλεγεν αφελώς ο ποιμήν, _να φυλάττω εκ του σύνεγγυς το ποίμνιόν μου, διότι υπό την ουράν της προβατίνας είναι ο Μπαρμπαγιάννης_».
Ίνα δε ο Καποδίστριας μάθη εκ του σύνεγγυς τον τόπον, όν έμελλε να κυβερνήση, περιήλθε διάφορα μέρη της Ελλάδος· ούτω μέχρις Απριλίου, ότε προύκειτο να συγκληθή Εθνοσυνέλευσις, ο Κυβερνήτης επεχείρησε διαφόρους αποδημίας. Επιβάς του Αγγλικού _Ουάρσπιτ_, εφ' ού κατήλθεν εκ Μελίτης 11 Φεβρουαρίου 1828, συνοδευόμενος και υπό του Γενικού γραμματέως και της γενικής Γραμματείας επιβαινούσης επί της εκ Σπετσών γολέττας του Δ. Ορλώφ και συνοδευόμενος και υπό των πλοίων των δύο άλλων ευεργετίδων δυνάμεων, απέπλευσεν εις Πόρον προς σύνταξιν του ατάκτου τέως στρατού εις _χιλιαρχίας_.
Κατά τον νέον οργανισμόν αυτού πάντα τα άτακτα στρατιωτικά σώματα α') διηρέθησαν εις _χιλιαρχίας_, ών εκάστη συνεκροτείτο εκ 1100 ανδρών, ήγουν εξ ενός _χιλιάρχου_, δύο _πεντακοσιάρχων_ υποκειμένων τω χιλιάρχω, δέκα _εκατοντάρχων_ υποκειμένων ανά πέντε τοις πεντακοσιάρχοις, είκοσι _πεντηκοντάρχων_ ανά δύο τοις εκατοντάρχοις, τεσσαράκοντα _εικοσιπεντάρχων_ ανά δύο τοις πεντηκοντάρχοις, ογδοήκοντα _δωδεκάρχων_ ανά δύο τοις εικοσιπεντάρχοις, εκατόν εξήκοντα _πεντάρχων_ ανά δύο τοις δωδεκάρχοις, οκτακοσίους _στρατιώτας_ ανά πέντε τοις πεντάρχοις, ένα _υπασπιστήν_, ένα _γραμματέα_, ένα _ιερέα_, ένα _ιατρόν_, ένα _ταμίαν_ και ένα _φροντιστήν_, δύο _σημαιοφόρους_ και δύο _σαλπιγκτάς_ ή _τυμπανιστάς_, ανά ένα εκάστη πεντακοσιαρχία· β') οι στρατιωτικοί ελάμβανον σιτηρέσιον και μηνιαίον μισθόν αναλόγως της θέσεως αυτών, εξ ών το μεν σιτηρέσιον καθ' εκάστην, ο δε μισθός εδίδετο κατά τριμηνίαν· γ') οι βαθμοί των πεντάρχων και δεκάρχων εδίδοντο υπό του χιλιάρχου, οι δε ανώτεροι υπό της κυβερνήσεως προτεινόμενοι υπό του αρχηγού της εκστρατείας· δ) ο χιλίαρχος και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί ώφειλον να επιθεωρώσι τους υπό την οδηγίαν αυτών στρατιώτας, καθ' εκάστην δ' εβδομάδα να υποβάλλωσι κατάλογον των υπό την οδηγίαν αυτών ε') ουδενί επετρέπετο να μεταβαίνη από χιλιαρχίας εις χιλιαρχίαν, ουδέ εγένετο δεκτός άνευ εγγράφου αδείας του χιλιάρχου, ώ υπήγετο· ς) ουδείς αξιωματικός ή στρατιώτης ηδύνατο να καταλείπη την τάξιν άνευ εγγράφου αδείας του ιδίου αυτού αρχηγού· ζ') οι στρατιωτικοί ώμνυον τον όρκον τόνδε:
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν σταλαγματιάν του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν και την ελευθερίαν της κοινής πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.
»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου και των αρχηγών, υπό την οδηγίαν των οποίων ήθελε με διορίσει.
»Ορκίζομαι να μη πράξω ουδεμίαν βλάβην εναντίον των συμπολιτών μου, των ομοπίστων μου και κανενός άλλου ανθρώπου.
»Ορκίζομαι να μη φονεύσω, να μη κλέψω, να μη αρπάξω και να μη δείρω.
»Ορκίζομαι να μη φύγω άνευ αδείας του αρχηγού της εκστρατείας, ουδέ να παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον και να υπόκημαι εις όλην την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».
η) Τον όρκον επί του ιερού Ευαγγελίου, παρόντων ιερέων και του Κυβερνήτου και απόντος αυτού ενώπιον του ανωτέρου αρχηγού, ώμνυον πάντες εν γένει οι στρατιωτικοί· θ') πας λιποτάκτης, εάν μεν ήτο αξιωματικός, εστερείτο του βαθμού και μετέβαινεν εις την τάξιν του απλού στρατιώτου, εάν δε στρατιώτης, κατεδικάζετο εις εργασίαν αναλόγως του αμαρτήματος επί ένα μήνα ενός έτους εν τω στρατοπέδω άοπλος, άμισθος, λαμβάνων μόνον άρτον· ι') ο προδότης κατεδικάζετο εις θάνατον· ια') πας αξιωματικός άρπαξ, κλέπτης, ή πρόξενος φθοράς ή ζημίας εις κατοικίαν ή εις κτήματα των κατοίκων ή εις τούτο παροτρύνας τους αυτού στρατιώτας εστερείτο του βαθμού αυτού, μετέβαινεν εις την τάξιν των στρατιωτών, υποχρεούμενος ναποτίση και την ζημίαν· ο δε απλούς στρατιώτης τα αυτά πράττων αφοπλισθείς ενώπιον του χιλιάρχου κατεδικάζετο ναποδώση το πράγμα ή την αξίαν αυτού και εργασθή εν τω στρατοπέδω επί μόνω άρτω· ιβ') ο φονεύς κατεδικάζετο εις θάνατον· ιγ') ο βιαστής γυναικός κατεδικάζετο εις φυλακήν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και εις χρηματικήν ποινήν 100 γροσιών μέχρις 600· ει δε παρθένος η βιασθείσα, εις διπλασίαν ποινήν σωματικήν και χρηματικήν· Εάν δε συν τη βία επήρχετο και θάνατος τη γυναικί, κατεδικάζετο εις θάνατον· ιδ') ο του πραγματικού αριθμού στρατιώτη μείζω ψευδώς γράφων εν τοις καταλόγοις, ή αδικών τινα στρατιώτην εστερείτο του βαθμού και κατεδικάζετο να αποδώση όσα δολίως έλαβε· ιέ) ο απειθής εστερείτο του βαθμού· εάν δε ήτο στρατιώτης, υπεβάλλετο υπηρεσία εν τω στρατοπέδω· ις') ο επιβαλών χείρα τω ανωτέρω αυτού κατεδικάζετο εις φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών κατά τον βαθμόν του προσβληθέντος· ιζ') οι εκ γήρατος ή ασθενείας ή πληγών αναγκαζόμενοι να παραιτώνται της στρατιωτικής υπηρεσίας ελάμβανον ολόκληρον τον μισθόν, αι δε χήραι αυτών αποθανόντων το ήμισυ· ιη') οι αναδειχθέντες ανδρείοι, πειθαρχικοί, τίμιοι, οι επισπώμενοι επί τούτω την αγάπην των κατοίκων ηξιούντο χρηματικών αμοιβών, προβιβασμών και τιμών· ιθ') ο στρατάρχης ώμνυε τον όρκον τούτον:
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν την ελευθερίαν της πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.
»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου.
»Ορκίζομαι μήτε να συγχωρήσω, μήτε να λάβω μέρος εις κανενός είδους κατάχρησιν και να διατηρήσω την δυνατήν ευταξίαν εις τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα· αν δε παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον, να υπόκημαι εις την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».
Αι διατάξεις αύται εθεμελιούντο επί του οργανισμού μέλλοντος να ισχύση μέχρι της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως (52). Ούτω καταρτισθέντος του στρατού, εγένετο επιθεώρησις αυτού τη 16 Φεβρουαρίου 1828 εν Δαμαλά ενώπιον των ξένων στρατιωτικών Πάρκερ, Λεβλάν, Πέτροβιτς, ελθόντων εκ Ναυπλίου και των εκεί Ρουμελιωτών· μετ' αυτήν εν χαρά εγένετο συμπόσιον, εν ώ παρεκάθησαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι αρχηγοί των σωμάτων. Τη επαύριον δε 17 απελθών εκείθεν επί του _Ουάρσπιτ_ συνοδευομένου και υπό των φρεγατών _Ήρας, Ελένης, Κάστορος_ και των βρικίων _Μουσκίτο_ και _Ρέβελ_, αφίκετο (20 του αυτού) εις Ναύπλιον, ότε παρέδωκε το Παλαμήδιον αναιμωτί ο Θεόδωρος Γρίβας, ού την διοίκησιν μετά του υλικού πολέμου ανέλαβεν ο βαυαρός συνταγματάρχης _Άιδεκ_, ό ύστερον επί Όθωνος είς των μελών της αντιβασιλείας γενόμενος (53) και το _Ιτς Καλέ_ ο Στράτος, όν διεδέχθη ο Μύλλερ, Βυρτεμβέργιος στρατιωτικός και ο ρώσος Ράυκοφ. Συγχρόνως δε διωρίσθη και φρουρά εκ των ναυτικών νήσων της μεν Ακροναυπλίας ο Νικόλαος Γουδής μετά Σπετσιωτών ανδρών, του δε Παλαμηδίου ο Γ. Σαχτούρης μετά Υδραίων και εν τοις Πυροβολαστασίοις της πόλεως ο Ψαρριανός Κ. Νικόδημος μετά Ψαρριανών ανδρών, πάντων υπό τον Συνταγματάρχην Άιδεκ, ως είπομεν, διατεθέντων. Μετά ταύτα δε (26 Φεβρ.) διετάχθησαν αύθις οι Ρουμελιώται να βαδίσωσι προς τον Δαμαλάν, ένθα απήλθε διά ξηράς ο Καποδίστριας μετά του Γρίβα και Στράτου· διοργανίζει και τους Ρουμελιώτας εις χιλιαρχίας, ών στρατάρχην ανέδειξε τον Δημήτριον Υψηλάντην, όν αποστέλλει προς την Ανατολικήν Ελλάδα, τον δε Θεόδωρον Γρίβαν αποστέλλει μετά 300 ανδρών υπό τον Τσουρτς εις Αίγιον (Βοστίτσαν). Τη 3 Απριλίου ο Καποδίστριας επιβάς επί Αγγλικού πλοίου απέπλευσεν εις Καλαμάκιον, οπόθεν διευθυνθείς εις Κόρινθον, εν ή εφρούρει ο Ν. Τσαβέλας παρέλαβε το φρούριον, εν ώ εγκατέστησε φρουράν εκ του τακτικού στρατού. Εκ Κορίνθου μετέβη εις Άγιον Γεώργιον, είτα εις Άργος και εκείθεν εις Ναύπλιον, ένθα κατέλυσεν εν τω οίκω του Εμμανουήλ Ξένου.
Ενταύθα διαμείνας ενησχολήθη περί την προσωρινήν διοικητικήν της χώρας διαίρεσιν, ιδίως της Πελοποννήσου και των νήσων, της Στερεάς κατεχομένης εισέτι υπό των Τούρκων. Η διαίρεσις αύτη κατά Νομούς (θέματα ή τμήματα) γενομένη είχεν, ώδε: εν μεν Πελοποννήσω τμήματα: α') Αχαΐα, εν ή επαρχίαι Βοστίτσα, Καλάβρυτα και Παλαιαί Πάτραι· β') Ήλις, εν ή επαρχία Γαστούνη και Πύργος· γ') Άνω Μεσσηνία, εν ή Αρκαδία, Νεόκαστρον, Μεθώνη και Κορώνη· δ) Κάτω Μεσσηνία, εν ή Νησίον, Καλαμάτα, Εμπλάκια, Ανδρούτσα, Λεοντάριον, Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη· ε') Λακωνία, εν ή Μονεμβασία Μιστράς, Πραστός, ανατολική Σπάρτη· ς') Αργολίς, εν ή αι επαρχίαι Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ και Κορίνθου· ζ) Αρκαδία, εν αίς Φανάριον, Καρύταινα, Τριπολιτσιά και Άγιος Πέτρος. Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις έξ τμήματα: α') βόρειοι Σποράδες, εν αίς Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· β') ανατολικαί, εν αίς Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και η Ικαρία· γ') δυτικαί, εν αίς Ύδρα, Σπέτσαι, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίς· δ') βόρειοι Κυκλάδες, εν αίς Σύρος, Σέριφος, Θερμιά, Κέα, Άνδρος, Τήνος, Μύκωνος· έ) κεντρικαί, εν αίς Νάξος, Πάρος, Ίος, Σίκυνος, Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, Σίφνος· ς') νότιοι, εν αίς Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπαλαία, Κάσσος και Κάρπαθος. Και εν εκάστω μεν των τριών και δέκα τμημάτων διωρίσθησαν είς έκτακτος επίτροπος της μεν _Αργολίδος_ ο Νικόλαος Καλλέργης, της δ' _Αχαΐας_ ο Γεώργιος Μαυρομμάτης, της _Ήλιδος_ ο Σπυρίδων Καλογερόπουλος, της _Άνω Μεσσηνίας_ ο Αντώνιος Τσούνης, της _Κάτω Μεσσηνίας_ ο Γεώργιος Ψύλλας, της _Λακωνίας_ ο Ιωάννης Γενοβέλης, της _Αρκαδίας_ ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος· δημογεροντίαι δε κατ' επαρχίας, πόλεις, κώμας και χωρία. Ο πληθυσμός της Ελλάδος επί των πρώτων μηνών της αρχής του Καποδιστρίου είχεν ώδε εν σχέσει προς τον του 1821, πλην της Στερεάς, κατεχομένης, ως είπομεν, υπό των Τούρκων:
1821 1828 Ελλάττωσις Χριστιανοί Τούρκοι Χριστιανοί Τούρκοι πληθυσμού Χριστιανών
Πελοπόννησος 458,000 42,750 400,000 . . . 58,000 Νήσοι 169,300 . . . 169,100 . . . 200 Το όλον 628,100 42,750 569,100 . . . 58,200 Γεν. πληθυσμός 670,850 569,100
Εκ του πίνακος τούτου προκύπτει, αν παραδεχθώμεν ως ακριβείς τας άνω πληροφορίας, ότι ο Χριστιανικός πληθυσμός ηλαττώθη κατά το διάστημα των επτά ετών του πολέμου κατά 58,200 ψυχών, εν μόνη τη Πελοποννήσω και ταις νήσοις.
Βραδύτερον δε και κατά τας παρουσιαζομένας εκάστοτε ανάγκας ο Καποδίστριας μετερρύθμισε και τον ήδη από του 1822 υφιστάμενον στρατόν συγκείμενον, περί το τέλος του 1828, εκ 2,612 ανδρών πολλάς τας ελλείψεις, κακόν ιματισμόν και ατελή οπλισμόν εχόντων. Αρχηγός δ' αυτού διωρίσθη ο Γάλλος στρατηγός Τρεσέλ (11 Αυγούστου 1829). Επί του στρατηγού τούτου όπως δήποτε εβελτιώθη το τακτικόν έχον καί τινας, λίαν αξίους λόγου αξιωματικούς, ως τον Πελλιόν, συγγραφέα Ιστορίας των χρόνων τούτων του Καποδιστρίου, τον Γκαρνό, τον Πεϋτιέ, τον Πουρσί και άλλους. Διεκρίνετο δε ο τακτικός στρατός των ατάκτων πλην του ειδικού οργανισμού και κατά την σύνθεσιν· διότι εκείνου έχοντος και επιμελητήριον, ού προΐστατο ο Σαιν-Μαρτάν, ούτοι διηρούντο εις τάγματα και ίλας, ών έκαστον απετέλει ίδιον σώμα αυτοτελές· συνέστησε δε επί τη βάσει της συντάξεως τακτικού στρατού και δύο διαρκή Στρατοδικεία, μέχρι τούδε υφιστάμενα επί εδραιοτέρων βάσεων και έν αναθεωρητικόν ( = Εφετείον Στρατιωτικόν ει έξεστιν ειπείν) εν Ναυπλίω. Επειδή δε πάντες οι υποπίπτοντες εις στρατιωτικά παραπτώματα στρατιωτικοί δεν ηδύναντο να μετενεχθώσιν ευκόλως εις Ναύπλιον, διωρίζετο εκάστοτε το λεγόμενον _Πειθαρχικόν συμβούλιον_, θεσμός, ός μέχρι τούδε διατηρείται, δικάζων τα πλημμελήματα. Απόπειρά τις όμως γενομένη προς μετάφρασιν των γαλλικών στρατιωτικών διαταγμάτων απέτυχε (1 Μαΐου 1828). Βραδύτερον δε επί του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ (2 Οκτωβρίου 1829) μετεβλήθησαν αι ήδη σχηματισθείσαι χιλιαρχίαι εις είκοσιν ελαφρά τάγματα, ών έν έκαστον υποδιηρέθη εις τέσσαρας λόχους και συν αυταίς και αι στρατιωτικαί ονομασίαι των διοικούντων αυτάς, ών ο μεν αρχηγός τάγματος απεκλήθη _ταξιάρχης_, οι δε χιλίαρχοι προυβιβάσθησαν εις _στρατηγούς_· ο ιματισμός όμως παρέμεινεν ο αυτός. Προς τούτοις, συνέστη και _πρότυπον τάγμα_ τι εξ επιλέκτων ανδρών, εξ ού παρελαμβάνοντο οι διδάσκαλοι του στρατού. Αλλ' ο τοιούτος σχηματισμός δυσηρέστησε τους Έλληνας εις τοιούτον τινα βαθμόν, ώστε, ότε προσεκλήθησαν παρά τω εν Άργει θεάτρω προς κατάταξιν, μόλις είκοσι παρουσιάσθησαν! Επίσης κατά Δεκέμβριον συνέστη και η μέχρι σήμερον σωζομένη και αγλαούς καρπούς παρέχουσα _Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων_, κατά πρότασιν του Βαυαρού συνταγματάρχου Άιδεκ υπό την διεύθυνσιν του γάλλου Πωζιέ. Εν Σχολή, ταύτη κατετάγησαν το μεν πρώτον οι υιοί των επιφανεστέρων οικογενειών της αναγεννωμένης Ελλάδος, όπως ούτως η Σχολή εξυψωθή· αλλά τοιαύτη ήν η κατά του τακτικού στρατού απέχθεια των αυτοχθόνων προυχόντων, ώστε ουδείς ενέδωκε ταις παρακλήσεσι του Κυβερνήτου· εφ' ώ και βλέπομεν ότι πάντες οι νέοι οι φοιτώντες εις την Σχολήν μέχρι της επαναστάσεως του Οκτωβρίου, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ήσαν εκ των ετεροχθόνων, των αυτοχθόνων μόλις κατά τα 1833 αρξαμένων να φοιτώσιν εις αυτήν.
Και αύται μεν ήσαν αι περί των στρατιωτικών της ξηράς φροντίδες του Κυβερνήτου, όστις όμως, επειδή δεν ήτο στρατιωτικός, έμελλε να ναυαγήση εν τη κυβερνήσει χώρας ως εκ της φύσεως αυτής απαιτούσης άνδρας στρατιωτικούς. Την τοιαύτην δε του Καποδιστρίου αποτυχίαν προείδε τρόπον τινά, λέγει ο _Βαρθόλδυς_, ο Γκαίτε γράφων προς τον Έκκερμαν τη 2 Απριλίου 1829: «Θα σας αποκαλύψω πολιτικόν τι μυστικόν, όπερ θάττον ή βράδιον θέλει καταστή γνωστόν. Ο Καποδίστριας δεν δύναται εις τέλος να κρατήση την διοίκησιν των Ελληνικών πραγμάτων διότι στερείται του απαραιτήτου προς τούτο προσόντος· δεν είναι στρατιώτης. Ουδέν δ' έχομεν παράδειγμα ότι διπλωμάτης ηδυνήθη να διοργανώση Κράτος επαναστατών και να υποτάξη στρατιωτικούς και πολεμάρχους!»
Και περί των ναυτικών δε πραγμάτων της χώρας εφρόντισεν, εικός, ο Κυβερνήτης. Η ναυτική της Ελλάδος δύναμις συνέκειτο άμα τη καθόδω αυτού εκ της φρεγάτας _Ελλάδος_, τριών ατμοπλοίων, αγορασθέντων εκ των χρημάτων του δανείου, μιας κορβέττας, _Ύδρας_ αιγυπτίου αλώματος του Κόχραν, μιας γολέτας της _Αθηναΐδος__ και τριών κανονιοφόρων, ναυπηγηθεισών δαπάναις φιλελλήνων, τα δε λοιπά πλοία, άπερ τοσαύτα κατά θάλασσαν διεπράξαντο κατορθώματα, ήσαν ιδιωτικά Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαρριανών. Το εμπορικόν ναυτικόν ην πολυαριθμότερον, αλλά μέχρι της στιγμής εκείνης, η κυβέρνησις, ένεκεν των επικρατουσών ανωμαλιών, δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήση αυτό. Ο πόλεμος είχεν επιφέρει βαθείας πληγάς εις το εμπόριον και οι νησιώται μόλις απέζων. Αλλ' ίνα μη απολεσθή η ναυτιλία, η προκάτοχος κυβέρνησις είχε λάβει το απαίσιον μέτρον της εκδόσεως _καταδρομικών αδειών_ εις εμπορικά πλοία, δι' ών επισημοποιήθη η πειρατεία, ήν μόλις ο Καποδίστριας διά του ναυάρχου Μιαούλη κατώρθωσε να εξαφανίση εκ τε των Βορείων Σποράδων και των παραλίων της Κρήτης. Τον μικρόν στολίσκον, περί ού ανωτέρω είπομεν, διώκει ως ναύαρχος ο λόρδος Κόχραν εν δεσποτική αυθαιρεσία, όστις και βαθμούς, εική, απένειμεν άνευ κυβερνητικής αδείας. Επειδή δε το μέλλον της Ελλάδος ενέκειτο εν τω ναυτικώ, ως άλλοτε λίαν προσφυώς το μάντευμα εκείνο είπεν: _εν τοις ξυλίνοις τείχεσιν_, ο Κυβερνήτης έν των κυριωτάτων αυτού μελημάτων εθεώρησε και το του ναυτικού, αλλ' ήκιστα ειργάσθη υπέρ αυτού· απεφάσισεν αντί των ιδιοκτήτων των ναυτικών νήσων Ύδρας και Σπετσών, την εξάρτησιν εθνικού στόλου, δυναμένου εν ανάγκη, άνευ της συνδρομής ιδιωτικών, να προασπισθή την χώραν. Προέβη λοιπόν και εις τας ναυτικάς μεταρρυθμίσεις. Εκανόνισε τα εξωτερικά διακριτικά σημεία του εμπορικού ναυτικού και την λιμενικήν αστυνομίαν μέχρι των ελαχίστων αυτής λεπτομερειών (Γενική Εφημερίς της 3 Μαρτίου 1828) και εζήτησε να χωρίση, λίαν αντεθνικώς, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, το πολεμικόν ναυτικόν του Υδραϊκού ναυτικού, του θαυματουργήσαντος κατά θάλασσαν, ως εκ του οποίου εγεννήθησαν τοσαύται διχόνοιαι καταλήξασαι εις το μοιραίον τέλος του εν Ναυπλίω δυστυχήματος της 27 Σεπτεμβρίου 1831. Και το χείριστον δε πάντων, ο Καποδίστριας, μετά την αποχώρησιν του ναυάρχου Κόχραν, τείνων εις το προσχεδιασθέν συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, απεπλανήθη τοσούτον, ώστε προυβίβασεν εις αρχιναύαρχον τον αδελφόν Βιάρον Καποδίστριαν, άνδρα μηδεμιάς ναυτικής ικανότητος και πείρας, ούτινος αι αποφάσεις προυκάλουν διηνεκώς την αγανάκτησιν των εμπειροπολέμων ναυτικών, οίος ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης.
Ό,τι όμως δεν κατώρθωσεν εν τω ναυτικώ ο Κυβερνήτης, προσεπάθησε να αγάγη εις πέρας εν τη Γεωργία και τη αναπτύξει των πόρων του αναγεννωμένου Κράτους.
Ευθύς αμέσως άμα καθόδω αυτού διένειμεν έν τε Αιγίνη και εν Πόρω και εν Ναυπλίω και αλλαχού της Πελοποννήσου τα προς το ζην εις ενδεείς λιμώττοντας, υποχρεώσας αυτούς να γεωργώσι την γην κατά διάφορόν τινα τρόπον.
Εκόμισεν εξ Ιταλίας και Ελβετίας μεγάλας ποσότητας γεωμήλων, άπερ διένειμε τοις γεωργοίς προς φυτείαν και μετεγκλιμάτισιν του αγνώστου τούτου εν Ελλάδι καρπού, την διδασκαλίαν της φυτείας του οποίου ανέθηκε τω εν Ελλάδι παρεπιδημούντι Ιρλανδώ _Στίβενσον__. Ούτος λαβών άδειαν να αναζητήση πρόσφορον αγρόν εξελέξατο τον λεγόμενον της «_Απαθείας_» απέναντι του Πόρου κείμενον. Ο αγρός ούτος ήτο εθνικόν κτήμα, αλλ' εν έτει 1825 ηγοράσθη υπό των Κουντουριωτών, παρ' ών νυν αφήρεσε παρανόμως άνευ αποζημιώσεως, ως επέτασσεν η της Επιδαύρου Εθνοσυνέλευσις, και άνευ τινός ειδοποιήσεως των νομίμων κατόχων. Επίσης ο Ιρλανδός αγρονόμος ενετάλη να φυτεύση χρήσιμα δένδρα παρά την λεωφόρον του Πόρου και κατά μήκος των αυτόθι εθνικών γαιών. Διέταξε την εκ Πελοποννήσου μεταφύτευσιν εν Αιγίνη καρπών προς εμψύχωσιν της άλλοτε μεν ακμαζούσης εν Ελλάδι, ήδη δε, κατά τον μακρόν πόλεμον, καταστραφείσης μεταξοσκωληκοτροφίας· εκόμισεν εκ Κρήτης χιλιάδας καστανέων, ας εφύτευσεν εν τε Πόρω και Αιγίνη. Αλλά δυστυχώς η τάσις αύτη της Κυβερνήσεως δεν επεξετάθη καθ' όλην την τότε ελευθέραν Ελλάδα, ήν έδει να καλύψη διά δασών και άλλης καρπίμου δενδροφυτείας, η δε βάρβαρος συνήθεια των τότε ως και των νυν Ελλήνων του να καίωσι τα δάση προς παραγωγήν χλόης διά τα ποίμνια, δεν κατεστάλη, και ούτως η Ελλάς έμεινεν έκτοτε ψιλή δασών, καίπερ έχουσα τόπους και βουνούς δασωσίμους. Μετεπέμψατο εξ Ελβετίας και Βελγίου άροτρα κατά τον νέον τρόπον, όπως δυνηθή να θέση εις αχρηστίαν το ησιόδειον και αρχέγονον εν μικρογραφία, ως δύναταί τις ειπείν, και οι Έλληνες εχρώντο και χρώνται μέχρι σήμερον τω αρότρω τω πατροπαραδότω. Ίδρυσε παρά την Τίρυνθα γεωργικήν Σχολήν (Αγροκήπιον), ήτις έμελλε να διδάξη τα της γεωργίας και μέχρι τινός εσώζετο εν αυτή η ροδοδάφνη, ήν ο Καποδίστριας είχεν εμφυτεύσει ιδία χειρί. Εκ του αγροκηπίου εκείνου ούτε φυτώριον έλειπεν ούτε κηπουρική σχολή, ούτε γένος ισπανικού προβάτων, ούτε τεχνητός και υπόστεγος πορτοκαλλεών. Διεδόθη μεγάλως η _πηκτή_ (ζελατίνα) του _Γιμβερνάτη_ ως γενικόν θρεπτικόν μέσον και ιδρύθη και πριονόμυλος εν Λέρνη.
Δυστυχώς όμως μεθ' όλας ταύτας τας προσπαθείας του Κυβερνήτου, αίτινες, εάν άλλως εγίνοντο, ηδύναντο να επενέγκωσι μέγαν καρπόν, ουδέν δύναταί τις να είπη ότι ετελεσφόρησε διότι φύσει ο Έλλην ρέπει μάλλον προς την εμπορίαν ή την γεωργίαν, και έδει ο Καποδίστριας προς αυτήν να στρέψη άπασαν την προσοχήν αυτού, προλειαίνων αυτήν διά της συγκοινωνίας· διότι ποία η ωφέλεια θα ήτο, εάν η γη παρείχεν εν αφθονία τα πάντα και έλειπον τα μέσα της συγκοινωνίας, οίον οδοί, γέφυραι και τα τοιαύτα; Ποίον το κέρδος, ως λέγει ο Βαρθόλδυς, αν η Αρκαδία ηφθόνει σίτου, ότε εν Ναυπλίω οι άνθρωποι εχρώντο αραβοσιτίνω άρτω; Μόνη δε οδός, ήτις κατά την κυβέρνησιν του Καποδιστρίου κατεσκευάσθη, και αύτη υπό των Γάλλων, είναι η από Ναυαρίνου εις Μεθώνην άγουσα. Δυστυχώς ο Καποδίστριας κατά τους χρόνους εκείνους της λειψανδρίας δεν έστερξε να ζητήση την διοργάνωσιν τής τε γεωργίας και της άλλης αναπτύξεως της χώρας δι' αποικίσεως ξένων, οίτινες νέαν ζωήν θα έδιδον εις τους εκ των πολέμων κεκμηκότας Έλληνας. Η τοιαύτη εποίκισις θα είχε πολύ πρακτικόν αποτέλεσμα· θα αφύπνιζεν η επιτυχία εκείνων τους ημετέρους από της απαθείας. Πλην ο Κυβερνήτης ου μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά και ηρνήθη εταιρία τινί Ολλανδών σκοπούντων την ίδρυσιν _υποθητικής Τραπέζης_ την συναίνεσιν αυτού, αρνηθέντος να δεχθή και εποίκισίν τινα Αμερικανών.