Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος
Part 11
Είτα ο Καποδίστριας προέβη εις τον διορισμόν των μελών του Πανελληνίου, όπερ το κατ' αρχάς εξ εννέα μελών συγκείμενον, κατόπιν απετελέσθη εξ είκοσι και επτά μελών. Τα πρώτα διορισθέντα μέλη αυτού ήσαν οι: Γ. Κουντουριώτης, πρόβουλος (πρόεδρος) εν τω τμήματι των Οικονομικών, Νικόλαος Σπηλιάδης και Ανδρ. Παπαδόπουλος μέλη ή γραμματείς εν τω αυτώ τμήματι, Ανδρέας Ζαΐμης, πρόβουλος εν τω των Εσωτερικών, Γεώργιος Ψύλλας και Χριστόδουλος Αινιάν μέλη· και Πέτρος Μαυρομιχάλης, πρόβουλος εν τω των Στρατιωτικών και Κ. Ζωγράφος και Χ. Κλωνάρης μέλη. Βραδύτερον προσετέθησαν ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ο Τάτσης Μαγγίνας, ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Αποστόλης Ν. Αποστόλη, και έτι βραδύτερον προσετέθησαν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Γ. Σταύρος, ο Αλ. Κοντόσταυλος, ο Γρ Σούτσος, ο Γ. I. Γεννατάς και ο Βιάρος Καποδίστριας. Υπουργούς δ' επί των λοιπών υπουργείων μετεχειρίζετο αυτούς τούτους τους προβούλους και τα μέλη του _Πανελληνίου_, πάσαν δε του υπουργείου των Εξωτερικών υπηρεσίαν είχεν αυτοπροσώπως ο Καποδίστριας. Εκ του σχηματισμού του _Πανελληνίου_, ως φαίνεται, ο Κυβερνήτης μετεχειρίσθη μετ' επιφυλάξεως τους εξόχως διακριθέντας επί ικανότητι εν τω αγώνι. Είναι μεν αληθές ότι τινές τούτων είχον ενοχοποιηθή διά τας εμφυλίους στάσεις, αλλ' ουχ ήττον τους άνδρας τούτους ηκολούθει το έθνος και δεν έπρεπεν εξ αρχής να δυσπιστήση προς αυτούς ο Κυβερνήτης. Τούτο όμως δεν εμείωσε την επιθυμίαν πάντων προς βελτίωσιν των κακώς εχόντων· τουναντίον μάλιστα πάντες ειργάσθησον μετά πολλού του ζήλου.
Πλην του _Πανελληνίου_, ο Κυβερνήτης είχε περί εαυτόν και το _Υπουργικόν Συμβούλιον_, αποτελούμενον εκ των πρώτων γραμματέων των τμημάτων του _Πανελληνίου_ και του γραμματέως της Επικρατείας. Ουδέν δε μέλος του _Πανελληνίου_ ηδύνατο να παρακαθήση εν τω συμβουλίω τούτω άνευ ειδικής αδείας του Κυβερνήτου, η δε αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του _Πανελληνίου_ εγίνετο διά των πρώτων γραμματέων των τμημάτων.
Ούτω διαθέσας τα του διοργανισμού της Κυβερνήσεως ο Καποδίστριας, τη 26 Ιανουαρίου μεταβάς επισήμως εις τον καθεδρικόν ναόν, ωρκίσθη τον όρκον τούτον: _Εν ονόματι της αγιωτάτης και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να εκπληρώσω κατά τας οποίας αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος έθεσαν βάσεις τα εμπιστευθέντα μοι χρέη παρά του έθνους. Ορκίζομαι να τα εκπληρώσω μέχρι συγκαλέσεως της εθνικής συνελεύσεως κατά τους κανόνας διά της καταστάσεως της προσωρινής κυβερνήσεως ορισθέντας μόνον σκοπόν έχων να πράξω την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής ανακαινίσεως της Ελλάδος, ώστε να δυνηθή όσον τάχιστα ν' απολαύση των πνευματικών ωφελειών, τας οποίας η εν Λονδίνω συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 τη επαγγέλλεται. Καθίστημι εμαυτόν υπεύθυνον δι' όλας τας πράξεις της διοικήσεώς μου και εγγυώμαι να υποβάλω αυτάς εις την κύρωσιν της εθνικής συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει τον Απρίλιον μήνα_» (46). Επίσης ωρκίσθησαν όρκον πίστεως και τα μέλη του _Πανελληνίου_ και ο γραμματεύς της Επικρατείας.
Εννοείται ότι πάντα ταύτα τα έργα δι' ών προκατήρξατο της κυβερνήσεως ο Καποδίστριας, εθεωρήθησαν ως _πραξικοπήματα_ των αντιπολιτευομένων, αλλ' ο λαός απεδέξατο αυτά μετά μεγάλου ενθουσιασμού.
Ο Καποδίστριας ορκισθείς ανέλαβε την ανόρθωσιν των κακώς εχόντων· και δυστυχώς ουδέν ην ηνωρθωμένον· τα πάντα εκείντο χαμαί· επανάστασις, διοίκησις, ηθική, στρατιωτική πειθαρχία ήσαν εν πλήρει παραλύσει· ήκμαζον δε πάντα τα πάση επαναστάσει συμπαρομαρτούντα κακά· η δε πειρατεία (47) ελυμαίνετο το εμπόριον και κατήσχυνε το ηρωικόν της Ελλάδος ναυτικόν παρά τοις έθνεσι και εξήγειρε την αγανάκτησιν των ευεργετίδων, προ πάντων, δυνάμεων, κατά των εκ της _Γραμβούσης_ της Κρήτης και των βορείων Σποράδων εξορμούντων πειρατών. Την απαλλαγήν εκ πάντων τούτων των δεινών ανέμενε το έθνος παρά του Καποδιστρίου· προς αυτόν απέβλεπεν άπας ο ελληνισμός. Το έργον άρα του Καποδιστρίου ην μέγα, δυσχερέστατον· ώφειλε να εγείρη σύμπαν το έθνος εκ των δεινών της δουλείας και της επαναστάσεως και κατατάξη αυτό εις την χορείαν των πεπολιτισμένων εθνών. Προς τούτο ώφειλεν ο Κυβερνήτης να υψώση πανταχού την σημαίαν της επαναστάσεως, εξώση τον εχθρόν και καταστήση το έθνος ανεξάρτητον.
Πρωτίστως λοιπόν εφρόντισε περί της λυμαινομένης την χώραν πειρατείας και ληστείας· διώρισε δε εις καταδίωξιν των ενεργούντων αυτάς τον ναύαρχον Α. Μιαούλην. Ο Μιαούλης εν βραχεί διαστήματι χρόνου απήλλαξε σχεδόν, καθ' ολοκληρίαν τας Ελληνικάς θάλασσας της πειρατείας· ο δε Μαυροκορδάτος ουδέποτε ηρνήθη την συνδρομήν των φώτων και της εμπειρίας αυτού· και ο Κωλέττης δ' αυτός μετά προθυμίας απήλθε το μεν πρώτον ως υγειοφύλαξ ή υγειονόμος εις Σπέτσας, έπειτα δε ως έκτακτος απεσταλμένος εις Σάμον. Ο Γρίβας, ο Στράτος, ο Τσαβέλλας και άλλοι, καίπερ αντιμαχόμενοι προ της ελεύσεως του Κυβερνήτου, ευθύς όμως άμα τω κατάπλω αυτού, παρέδωκαν αυτώ τα τε φρούρια και εαυτούς. Αλλά δεν ήρκουν μόνον ούτοι διά την υπηρεσίαν και εγένετο χρεία προσκλήσεως προσώπων ειδικωτέρων και ιδίως χαιρόντων την απόλυτον εμπιστοσύνη του Καποδιστρίου· ως τοιούτους δε προσεκάλεσεν εκ Κερκύρας τους δύο αδελφούς αυτού _Βιάρον_ (24 Μαρτίου) και _Αυγουστίνον_ και τον φίλον αυτού _Ιωάννην Γεννατάν_, διακεκριμένον νομομαθή, ούς διώρισεν εις όλως εμπιστευτικάς υπηρεσίας· και τω μεν Βιάρω και Γεννατά ανέθηκε τα της δικαιοσύνης και των Εσωτερικών, τον δ' Αυγουστίνον πληρεξούσιον αντιπρόσωπον επί των Στρατιωτικών.
Μετά ταύτα πρώτιστον και κύριον μέλημα του Καποδιστρίου ήν η εξεύρεσις πόρων, επειδή δε δεν ηδυνήθη να προσκτήσηται τοιούτους, διέθηκεν υπέρ του στρατού και στόλου τας 300,000 φράγκων, άς έφερε μεθ' εαυτού εξ Ευρώπης, λαβών αυτάς παρά των Ελλήνων και φιλελλήνων προς εξαγοράν αιχμαλώτων Επειδή δ' απέτυχον τελείως αι περί συνομολογήσεως, τη μεσιτεία του Εϋνάρδου, εξωτερικού δανείου εξ 1,000,000 φράγκων διά να δυνηθή, να θεραπεύση τας πρώτας ανάγκας του Κράτους, ίδρυσεν, ως θέλομεν ειπεί, την _Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν_, εξ ής, κατά τον προϋπολογισμόν του 1829, εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον 678,220 φράγκων. Αλλ' η τοιαύτη της Τραπέζης ανακούφισις ήτο προσωρινή, άνευ δε μειζόνων πόρων ήθελεν επέλθει το οικονομικόν του Καποδιστρίου ναυάγιον, ότε κατά το θέρος του 1828 κατέφθασαν εκ Ρωσίας και Γαλλίας αι πρώται συνδρομαί, κατόπιν των πολλών παρακλήσεων και υπομνημάτων του Κυβερνήτου, όστις γράφων προς τας Δυνάμεις δι' υπομνήματος έλεγε μεταξύ των άλλων και τάδε:
«1ον) Να δανείσωσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν όσα βοηθήματα είναι της δυνάμεώς των εις ζωοτροφίας, εις πολεμεφόδια και εις αργύριον. Ταύτα δε ανάγκη να μη ήναι κατώτερα αξίας 100,000 ταλλήρων κατά μήνα, εάν μέλλωσι να επαμύνωσιν οπωσούν εις τας χρείας και να παρασκευάσωσι καλήν τινά έκβασιν.
»2ον) Αποκλείοντες έτι στενώτερον διά των στόλων τα τε Μεσσηνιακά φρούρια και την Αττικήν και τους κόλπους Βόλου Άρτης, ίσως ηδύναντο να ποοσελκύσωσιν εις συνδιαλέξεις τον τε Ιμβραήμ πασάν και τον Κιουταχήν και τον εις Αθήνας Οθωμανόν φρούραρχον, κατά τας οποίας οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ήθελον προφθάσει να θερίσωσι, πράγμα τόσον ουσιώδες, ώστε, ει χρεία, και η ελληνική κυβέρνησις το συνέτρεχε παραδεχομένη τους απεσταλμένους της Πύλης και ακούουσα τας προτάσεις αυτών, αν τω όντι έχωσί τι να τη προτείνωσιν.
»3) Η Κυβέρνησις διατηρεί στολίσκον τινά παρά την Σάμον προς καθησύχασιν των κατοίκων, φοβουμένων δικαίως τους Τούρκους μετά την πτώσιν της Χίου. Αν λοιπόν οι ναύαρχοι των συμμάχων Δυνάμεων επιχειρήσωσιν εκείσε περιπολίαν τινά (έχοντες μάλιστα βοηθόν το γράμμα της συνθήκης), προφυλάττοντες την Σάμον πάσης επιδρομής, θέλουσιν ανακουφίσει και την Ελληνικήν Κυβέρνησιν της δαπάνης προς διατήρησιν στολίσκου.
»4) Τέλος, εάν, ό μη γένοιτο η πανώλης διαδοθή και εις το Αιγαίον, η μεν Ελληνική κυβέρνησις πάντως επανδρισθήσεται προς εγκατάστασιν της δεούσης κατά θάλασσαν υγειονομικής επιμελείας, άλλως όμως δεν θέλει το κατορθώσει, ειμή έχουσα συμβοηθούς και τους ναυάρχους των τριών προστατίδων Δυνάμεων μετά τινων πλοίων, εις τούτο το υπηρέτημα πραττομένων».
Αι δεήσεις του Κυβερνήτου ευτυχώς εισηκούσθησαν εν μέρει· και ο μεν αυτοκράτωρ της Ρωσίας έπεμψεν εις συναλλαγματικάς μεν 500,000 φράγκων, εις είδη δε, ετέρας 100,000. Το παράδειγμα τούτου εμιμήθη και ο αληθώς φιλάνθρωπος και φιλέλλην βασιλεύς της Γαλλίας Κάρολος ο Ι', πέμψας 500,000 φράγκων εις χρυσόν, η δε Αγγλία έπεμψε βραδύτερον (1830) μόνον 500,000 φράγκων, δι' ών ο Καποδίστριας ηδυνήθη να επαρκέση μικρόν εις τας πρώτας ανάγκας του Κράτους.
Προς τούτοις ο Καποδίστριας συνέστησε και την λεγομένη _Γενικήν Γραμματείαν_, περί ήν συνεπήχθησαν πάσαι αι υποθέσεις· η γραμματεία αύτη έχουσα επί κεφαλής τον Σπυρ. Τρικούπη απετελείτο εκ τώνδε των δέκα προσώπων: Γ. Πραΐδη, Σ. Σκούφου, Γ. Καραγιαννοπούλου Τισαμενού, Ν. Καρόρη, Π. Σπανοπούλου, Ν. Δραγούμη (48), Λιβερίου Λιβεροπούλου, Ν. Λουριώτη, Θ. Σχινά, Ν. Ολλανδού. Τούτων οι μεν έξ ήσαν _συντάκται_ ή _συνθέται_ (μεταφρασταί), των δ' άλλων ο μεν ην αρχειοφύλαξ διεκπεραιωτής, ο δε λογιστής, ο δε αντιγραφεύς, ο δε επί των αναφορών και των άλλων ποικίλης ύλης εγγράφων, και είχον μισθόν οι μεν έξ συντάκται και οι άλλοι τρεις, πλην του αντιγραφέως, 400 γρόσια, ο δε Τρικούπης 500 (200 δραχμάς). την γραμματείαν ταύτην συνεκέντρωσεν ο Καποδίστριας πάσαν την υπηρεσίαν της διοικήσεως· βραδύτερον δε, ότε ανεπτύχθησαν τα του Κράτους, συνεκροτήθη και η λεγομένη _Επιτροπή της οικονομίας_, ήτις διώκει τα της μετ' ολίγον σχηματισθείσης _Χρηματιστικής Τραπέζης_ και το _Γενικόν Φροντιστήριον_, εις ό είχον ανατεθή τα του στρατού και του ναυτικού, αλλ' αι δύο αύται αρχαί είχον περιωρισμένα καθήκοντα. Επειδή δε τα πάντα τότε ήσαν ασύντακτα, οι πάντες ειργάζοντο σχεδόν νυχθημερόν, πρώτου του Καποδιστρίου δόντος το παράδειγμα, μικρόν μόνον αναπαυόμενοι, ως λέγει ο Δραγούμης εν ταις _Ιστορικαίς Αναμνήσεσιν_ αυτού. Ούτοι αείποτε τω Κυβερνήτη συνοδεύοντες, κατά τας συχνάς αυτού περιοδείας, συνειργάζοντο μετ' αυτού και ως τα του τόπου κάλλιον επιστάμενοι, τα μέγιστα συνεβάλλοντο εις το έργον, ούτινος επελήφθη ο Καποδίστριας.
Επειδή δε πρωτίστως ησθάνθη την ανάγκην χρημάτων, απεφάσισεν, ως είπομεν, την ίδρυσιν της _Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης_, διότι κατά την έκθεσιν του επί των οικονομικών γραμματέως, ως είδομεν, το δημόσιον ταμείον ην κενόν (49) και τα έσοδα του Κράτους ελάχιστα, εθνικόν δε χρέος 3,000,000 λιρών αγγλικών, πλην των διά μισθόν του τε κατά γην και κατά θάλασσαν στρατού και των αποζημιώσεων, άς παρά της κυβερνήσεως απήτουν, δικαίως, αι κοινότητες και ιδιώται διά τας άς υπέστησαν απωλείας διαρκούντος του μακρού πολέμου, επεβάρυνε το έθνος. Φαντασθήτε ότι μόνοι οι Υδραίοι απήτουν 18,000,000 φράγκων. Και περιέμενε μεν τα υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων υπεσχημένα χρήματα είτε τίτλω βοηθημάτων είτε τίτλω δανείων, αλλ' επειγόμενος υπό των καθ' εκάστην αναγκών υπέρ της συντηρήσεως του τε κατά γην και κατά θάλασσαν στρατού, εποιήσατο έκκλησιν εις τα φιλογενή αισθήματα των Ελλήνων των εχόντων εισέτι χρήματα, και ιδίως προς τους έχοντας εμπορικούς οίκους εν ταις κυριωτέραις ευρωπαϊκαίς πόλεσι, παρακαλών αυτούς να γίνωσι μέτοχοι της Τραπέζης, ήτις ήτο τρόπον τινά η πρώτη εθνική ελληνική Τράπεζα. Εν τη εκκλήσει εκείνη ανέλυε τους λόγους, δι' ούς επείσθη να συστήση την Τράπεζαν εν στιγμαίς λίαν κινδυνώδεσι διά την Ελλάδα, παρείχεν εγγυήσεις διά τα κατατιθέμενα χρήματα, προς 8 — τα του Κράτους έσοδα και εκήρυττεν ότι τα χρεώγραφα εκείνα έμελλον να εξαργυρωθώσιν εντός έτους απέναντι των οφειλομένων φόρων.
Πράγματι οι όροι ούτοι του Καποδιστρίου έσχον ευάρεστα αποτελέσματα, πάντες δε οι δυνάμενοι επί την χρηστότητα του Κυβερνήτου αποβλέποντες, ενεγράφησαν μέτοχοι. Ούτω δε εντός μηνός 100,000 γροσίων ισπανικών (525,000 φράγκων) κατεβλήθησαν παρά διαφόρων, εν οίς πρώτος αυτός ο Καποδίστριας, πολλά μέλη του Πανελληνίου, πολλοί Υδραίοι και Σπετσιώται, και φιλέλληνες τινες, εν οίς πρωτίστην κατέχει θέσιν ο προσωπικός του Κυβερνήτου φίλος ιππότης Εϋνάρδος, ο και πολλών άλλων ευεργεσιών αίτιος γενόμενος τη Ελλάδι, ούτινος την προτομήν βλέπει τις σήμερον μνήμης χάριν εν τω ανακτορικώ κήπω κατά την δυτικήν πλευράν αυτού.
Η τράπεζα αύτη εξέδωκεν 6,472 μετοχάς, ών εκάστη ετιμάτο 83 1)3 ταλήρων (Κολονάτων) και έμελλε να διατηρηθεί μέχρι της 1 Απριλίου 1835, ήτοι μέχρι της λήξεως της επταετούς κυβερνήσεως του Καποδιστρίου. Αι μετοχαί αύται απέφερον τω φέροντι 8 — ετησίως. Επειδή δε δεν είχε ληφθή πρόνοια, όπως οι μέτοχοι απέναντι των χρημάτων αυτών ασφαλισθώσι δι' εθνικών γαιών, η πίστις του πιστωτικού εκείνου καθιδρύματος βαθμηδόν εξέλιπε· την πίστιν δε ταύτην θέλων να ανυψώσι τη 3 Φεβρουαρίου 1830 διά διατάγματος εδίδοντο τοις μετόχοις εις υποθήκην οι επί της Αχαϊκής ακτής σταφιδαμπελώνες, οι ελαιώνες της Κορίνθου και Αμφίσσης, η σμύρις και αι αλυκαί της Νάξου και τα λατομεία και αι αλυκαί της νήσου Μήλου. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η πίστις δεν ηδραιώθη και ολονέν επί τα χείρω βαίνουσα ως εκ της αδιαφορίας του λαού, ζητούντος την ανεξαρτησίαν της Τραπέζης από της Κυβερνήσεως, διετηρήθη εν μαρασμώδει καταστάσει, έως ού τω 1834 η αντιβασιλεία έθηκε τέρμα εις την ιδανικήν αυτής ύπαρξιν και μόλις μετά πολλάς διαπραγματεύσεις (25 Ιανουαρίου 1836), κατά το 1841 (Μαρτίου 13) ιδρύθη, το πρώτον, υπό του _Γεωργίου Σταύρου_ η πρώτη _Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος_, διατηρουμένη εν ακμή μέχρι σήμερον.
Επειδή δε τα φορολογικά του Κράτους ως εκ του μακρού πολέμου διετέλουν εν οικτρά καταστάσει, τούτο μεν εκ της ανεχείας του φορολογουμένου λαού, τούτο δ' ως εκ της υφαρπαγής φόρων παρά των συντηρούντων μαχητάς οπλαργηγών, ο κυβερνήτης επέστησε την προσοχήν και επί του θέματος τούτου. Ο έγγειος φόρος ην 10 0)0 επί των ιδιοκτήτων και 30 0)0 επί των εθνικών γαιών, όνπερ καθίστα έτι βαύτερον, ως είπομεν, εισπράξεως και της φορολογίας τρόπος, καθ' όν ελαμβάνετο η δεκάτη (το δέκατον) από της ακαθαρίστου των γαιών προσόδου υπό των ανηλεών εκμισθωτών αυτής (δεκατιστών) ών λαμπράν εικόνα παρέσχεν, εν τοις καθ' ημάς, ο καθηγητής Αλέξανδρος Μωραϊτίδης εν τω εν τη «Νέα Εφημερίδι» (50) δημοσιευθέντι «_Δεκατιστή_» αυτού. «Ούτοι ως οι επί της Τουρκοκρατίας _ουσουρτζίδες_ (δεκατισταί) παρά της κυβερνήσεως εκμισθούντες την δεκάτην, τα πάντα μετήρχοντο κατά των δυστυχών χωρικών, όπως εισπράξωσι τον επιβεβλημένον αυτοίς φόρον, εξ ού πολλάκις ούτοι δεν συνεκόμιζον τους καρπούς αυτών, προτιμώντες την ανέχειαν μάλλον ή τας πανουργίας των εκμισθωτών. Τούτο δε δεν συνέβαινε μόνον επί του εγγείου φόρου, αλλά και επί των τελωνείων, άτινα εξεμισθούντο υπό του Κράτους εις ιδιώτας, οίτινες ως οι δεκατισταί τον νόμον καταστρατηγούντες εν ανοχή των αρχών της επαναστατικής εκείνης εποχής εκέρδαινον αμύθητα, ουδενός σχεδόν ή μικρού κέρδους εισερχομένου εις το δημόσιον ταμείον. Ταύτα ιδών ο Κυβερνήτης φρίξας επί ταις καταδολιεύσεσι και καταστρατηγήσεσι των κειμένων νόμων, εξ ών το μεν Κράτος ουδαμώς ωφελείτο, εθησαύριζον δε ολίγοι τινές, διέταξε την ακύρωσιν των εκμισθώσεων της πρότερον κυβερνήσεως και νέαν ενήργησε δημοπρασίαν, εξ ής προσεγένετο τω κράτει κέρδος εκ 30.000 ταλλήρων.
Επειδή δε μετά την κατάπαυσιν του πολέμου έπρεπε να γίνη οριστική διάκρισις των ιδιοκτήτων γαιών από των πρότερον μεν τω Τουρκικώ Κράτει και τοις βακουφίοις (κτήμασιν αφιερωμένοις εις τεμένη) ανηκουσών, αίτινες απετέλουν τα 4]10 μέχρι του ημίσεος της όλης της Ελλάδος εκτάσεως, και επί τη βάσει ταύτη να γίνη η νυν έγγειος φορολογία, διά τούτο ο Καποδίστριας συνέστησε μεν κτηματολογικήν επιτροπήν προς κτηματικήν της χώρας απογραφήν, αλλ' αύτη, καίπερ καλώς ανταμειβομένη, ουδέν έπραξεν. Αλλά μη θαυμάσωμεν διά τούτο· διότι έκτοτε μεθ' όλον το μεσολαβήσαν μέγα χρονικόν διάστημα, καθ' ο δύο εβασίλευσαν δυναστείαι, ουδέν κατωρθώθη, εν Γαλλία δε μόλις προ ολίγων δεκαετηρίδων ήχθη εις πέρας το κτηματολόγιον αυτής και παρ' ημίν μόλις από διετίας η επί τούτω προσκληθείσα αυστριακή γεωδαιτική επιτροπή ασχολείται περί την σύνταξιν της κτηματικής της Ελλάδος απογραφής. Η επιτροπή εκείνη του Καποδιστρίου αν δεν έπραξεν άλλο τι, τουλάχιστον υπελόγισεν ότι εκ του μακρού πολέμου και των δηώσεων του Ιβραήμ η Πελοπόννησος είχεν απολέσει τα 9]10 της καλλιεργουμένης επιφανείας αυτής.
Ο εξ Ήλιδος Ν. Πονηρόπουλος υπέβαλε τω Καποδιστρία σχέδιον εξειργασμένον, καθ' ό αι μεν εν Ελλάδι οικογένειαι, μετά τον πόλεμον, ανήρχοντο εις 159,000, ών μόνον αι 68,000 ήσαν γεωργικαί, προς άς έδει να παραχωρηθώσιν ανά 100 στρέμματα γης εθνικής προς 30 φράγκα κατά στρέμμα, εξ ών το δημόσιον έμελλε να εισπράξη 204,000.000, φράγκων εντός τριάκοντα ετών επί τόκω 6 0)0, εξ ού η κυβέρνησις πλην της διά της καλλιεργείας αυξήσεως του εγγείου φόρου των ιδιωτικών γαιών, ήθελεν έχει ετήσιον εισόδημα εξ 20,400,000 φράγκων, αλλ' ο Κυβερνήτης απέναντι του σχεδίου τούτου όπερ μεγάλως ήθελεν ωφελήσει το τότε πτωχόν ελληνικόν Κρατίδιον, αντέταξεν, ως εκ των πολλών και παραλόγων απαιτήσεων των Ελλήνων, απαιτούντων άμεσον την διανομήν των εθνικών γαιών, σκληράν, τη αληθεία, την αδιαφορίαν, ήν μόνον καθίστα ανεκτήν παρά τω λαώ η δι' επιτηδείων υποσχέσεων περί μελλούσης διανομής υπεκφυγή αυτού ήτις προυκάλεσεν ου σμικράν κατ' αυτού δυσαρέσκειαν.
Αλλ' ο Καποδίστριας, εις έν μόνον αποβλέπων, εις το να κυβερνήση δικαίως και μετριοπαθώς, ουδαμώς ενέδιδεν εις την διανομήν των εθνικών γαιών και μόνον κατά την διασαλπισθείσαν εκλογήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ήτις επέβαλεν αυτώ δημοτικωτέραν πολιτικήν διά διαγγέλματος προσεκάλεσε την το _Πανελλήνιον_ διαδεξαμένην _Γερουσίαν_ να ενεργήσωσιν από κοινού τα της διανομής, ήτις εν παρόδω ειρήσθω, ουδέποτε εγένετο, ούτε μετά τας εν Ύδρα και Μάνη στάσεις ότε είχε ρίψει επιτηδείως εις το μέσον το ζήτημα της διανομής ήτις και αύθις μη γενομένη, ως έδει, μεθ' όλους τους προεκδοθέντας νόμους: Ι', ΙΔ', ΛΖ', Λθ', ΜΒ', ΜΓ, ΜΔ', επέφερεν, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, την αθλιότητα ήτις καθ' όλον το μακρόν της του Όθωνος βασιλείας διάστημα εταλαιπώρει το τάλαν έθνος και τας συνεπείας της οποίας αισθάνεται μέχρι σήμερον το τε Κράτος και τα άτομα. Η διαγωγή αύτη του Καποδιστρίου έβλαψεν αυτόν τε και την Ελλάδι, ως παρατηρεί δε ολίγον υπερβολικώς ο Γερβίνος εν τη ιστορία του 19ου αιώνος: «Ενώπιον της μεγίστης ταύτης αμελείας, πάντα τα υπέρ των συμφερόντων της χώρας έργα του Κυβερνήτου, ουδέν άλλο εισίν ή παιγνιώδεις διατριβαί μόνον οικτράς διοικητικής ανικανότητος».
Βραδύτερον (Μάρτιος 1830), ο Καποδίστριας εσκέφθη και αύθις περί της μεταβολής του τρόπου της του φόρου καταβολής, διατάξας την πληρωμήν αυτών εις χρήματα αντί του είδους 10 — 25 0)0 αναλόγως της ποιότητος και ποσότητος των προϊόντων. Αλλ' η τοιαύτη διάταξις του Κυβερνήτου μεγάλως εζημίου τους παραγωγούς εμπεσόντας, προς καταβολήν των φόρων, εις χείρας αισχρών τοκογλύφων, εφ' ώ και αύθις (1 Μαρτίου 1831) η φορολογία επανήλθεν εις το πρώην καθεστώς, εις την εις είδος τουτέστι 10 0)0 μεν επί των ιδιοκτήτων, 25 0)0 δ' επί των εθνικών γαιών, αλλά και αύθις νέα παρουσιάσθησαν παράπονα των παραγωγέων διά την αυθαιρεσίαν των ενοικιαστών των φόρων και διά την νέαν διάταξιν, καθ' ήν πας παραγωγεύς ώφειλε να φέρη δωρεάν εις πεντάωρον απόστασιν τους τελουμένους υπ' αυτού φόρους, αι νέαι δ' αύται διατάξεις μεγάλως εμείωσαν τας εκ του εγγείου φόρου εισπράξεις.
Επίσης προέβη και εις μεταρρύθμισιν των εμμέσων φορών δι' υψώσεως των τελωνειακών δασμολογίων από 2 — 3 0)0, εις 6 μεν διά το εξαγωγικόν τέλος, εις 10 0)0 δε διά το εισαγωγικόν, ούτως ώστε κατά το 1830 απέφερον 1,200,000 φοινίκων. Βραδύτερον όμως ιδών ότι διά της των τελών αυξήσεως ουδαμώς εγένετο αύξησις των τελωνιακών εισπράξεων, ηύξησεν έτι μάλλον τον εισαγωγικόν φόρον των ξένων εμπορευμάτων, και ούτω πλην του 10 0)0 επεβλήθη και πρόσθετος φόρος 6 0)0 διά τα εις το εσωτερικόν της Ελλάδος διαπεμπόμενα ξένα εμπορεύματα και βραδύτερον (θέρος του 1831) ηύξησεν έτι μάλλον τα τελωνιακά τέλη διά μεν την εξαγωγήν εις 8 0)0, διά δε την εισαγωγήν εις 12 0)0.
Ίνα δε προλάβη και την λυμαινομένην το Κράτος κιβδηλίαν των ποικίλων ειδών ξένων νομισμάτων, άπερ εκυκλοφόρουν εν Ελλάδι, ο Καποδίστριας έθηκεν εις ενέργειαν το Ζ' ψήφισμα τις Δ' εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως το την 31 Ιουλίου εκδοθέν, καθ' ό αναγκαίου θεωρηθέντος του εθνικού νομίσματος, απεφασίσθη η ίδρυσις _Εθνικού Νομισματοκοπείου_, κατά το υπό του Πανελληνίου καταστρωθέν σχέδιον, όπερ ώριζε την τιμήν, τα σύμβολα και την επιγραφήν των νομισμάτων. Και απεφασίσθη μεν η εκκοπή χρυσών, αργυρών και χαλκίνων, αλλά μόνον εκ των δύο τελευταίων εκόπησαν εν τω εθνικώ εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, όπερ διηύθυνεν ο πατήρ του πρώην υπουργού των Εξωτερικών Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, τη προτάσει ακριβώς του οποίου εγένετο η εκκοπή των εθνικών νομισμάτων διότι, εν όσω εκυκλοφόρει ο τουρκικός _Παράς_ εντός της Ελλάδος, ου μόνον ήτο αδύνατον να υπάρξη και διατηρηθεί επί πολύ η κατ' αξίαν διατίμησις των ευρωπαϊκών νομισμάτων, ήν είχε συντάξει ο Κοντόσταυλος και ήτις εδημοσιεύθη ανά σύμπαν το Κράτος, αλλά και η κυκλοφορία αυτού ήθελεν εξακολουθεί να παραλύη και το μικρόν της Ελλάδος εμπόριον. Απεστάλη λοιπόν εις Μελίτην, ο άλλοτε μεγαλέμπορος αυτόθι, εν τω μεγάρω του οποίου κατέλυσεν ο Κυβερνήτης κατά την εκ Μελίτης διάβασιν αυτού, Κοντόσταυλος, προς εξαγοράν νομισματοκοπτικής μηχανής και εξαργύρωσιν των 500 χιλιάδων φράγκων συναλλαγματικών πληρωτέων εις Λονδίνον των του Τσάρου αποσταλεισών. Εκεί ο Κοντόσταυλος σχετισθείς μετά του πρώτου γραμματέως της διοικήσεως _Σερ Φρέδερικ Χένκεϋ_ κατώρθωσεν αντί ευτελούς ποσού εκατόν λιρών αγγλικών αγοράν του νομισματοκοπείου του κατά το τέλος της παρελθούσης εκατονταετηρίδας διαλυθέντος τάγματος των _ιπποτών της Μελίτης_.
Ο Κοντόσταυλος επέστρεψεν εις Αίγιναν συναποκομίζων και νομισματοκοπτικάς μηχανάς, αλλά μόλις έφθασε και γνωσθέντος του ευτελούς ποσού ανθ' ού ηγόρασεν αυτάς, αμέσως ήρξατο να διαδίδηται ότι ουδαμώς θέλουσι δυνηθή δι' αυτών να κόψωσι νομίσματα. Τέλος όμως ο Κοντόσταυλος κατώρθωσε, τη 28 Ιουλίου 1829 να πέμψη προς την εν Άργει εθνοσυνέλευσιν τα πρώτα νεοελληνικά νομίσματα, ένα αργυρούν φοίνικα και χάλκινα μονόλεπτα, πεντάλεπτα και δεκάλεπτα. Έκτοτε, ως είπομεν, γενομένου δεκτού του τύπου των νομισμάτων, διετάχθη η εκκοπή αυτών, υπό την επιστασίαν και επαγρύπνησιν του Κοντοσταύλου μέχρι της 15 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά βραδύτερον, άλλως της εσωτερικής διοικήσεως της Ελλάδος οργανωθείσης, το Νομισματοκοπείον προσέλαβεν ίδιον οργανισμόν συνενωθέν μετά της _Επιτροπής της Οικονομίας_ (51).
Τα εκκοπέντα νομίσματα έφερον αφ' ενός μεν τα γράμματα· ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ και τα σύμβολα: το μυθολογικόν πτηνόν _φοίνικα_, όπερ αναγεννάται εκ της τέφρας αυτού και όπερ αλληγορικώς εσήμαινε την _αναγέννησιν_ της Ελλάδος, ως δηλοί και η κάτωθι αυτού χρονολογία: α ω κ α'. Άνωθεν δε του φοίνικος _Σταυρόν_, το σύμβολον της ιεράς επαναστατικής σημαίας, της _Εταιρίας των Φιλικών_, και προς τα αριστερά μικρόν ύπερθεν της δεξιάς πτέρυγος του φοίνικος την εκκλησιαστικήν παράστασιν της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, ως βλέπει τις εν τω εν τη προμετωπίδι του παρόντος βιβλίου παρατεθέντι φοίνικι. Αφ' ετέρου δε τα γράμματα: ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και το έτος της εκκοπής· εντός δε συμπλέγματος κλάδου ελαίας και δάφνης κάτωθεν μεν προσδεδεμένου διά ταινίας, άνωθεν δε ανοικτού, αναγράφεται η αξία του νομίσματος. Και η μεν χρονολογία των χαλκίνων νομισμάτων άρχεται από του 1829 και λήγει τω 1831, η δε του αργυρού φοίνικος έχοντος μέγεθος φράγκου και διαιρουμένου ως εκείνο εις 100 λεπτά, ήτο αμετάβλητος 1828, όπως σημαίνη το ευτυχές έτος της εις Ελλάδα καθόδου του αναγεννήσαντος αυτήν Κυβερνήτου.