Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 9

Chapter 954 wordsPublic domain

Ο Ηράκλειος δεν ηδύνατο να πολεμήση επερχόμενος κατά μέτωπον εναντίον των εν τη Μικρά Ασία Περσών. Το τοιούτον απήτει μέγαν και ισχυρόν στρατόν και μακρούς αγώνας. Διά τούτο απήλθε μετά του στόλου εις τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας τα μη κατεχόμενα έτι υπό των Περσών, εις τα παράλια της Κιλικίας. Και αποβάς εις τα παράλια ταύτα και ενώσας τον μικρόν αυτού στρατόν μετά των έτι σωζομένων εν τοις οχυροίς τόποις των μερών εκείνων φρουρών προσέβαλον από νότου την μακράν καθ' άπασαν την Μικράν Ασίαν εκτεινομένην και διά τούτο πολλαχού εξ ανάγκης ασθενή Περσικήν παράταξιν. Και διά πολλών μικρών πολέμων διελθών άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν κατά πλάτος και μεταβάς εις Πόντον και Αρμενίαν ηνάγκασε τους Πέρσας, τους κατέχοντας την Μικράν Ασίαν μέχρι Χαλκηδόνος, να εκκενώσωσι το πλείστον της χώρας ταύτης και να ακολουθήσωσι τω Ηρακλείω εις την Αρμενίαν. Ενταύθα δε ο Ηράκλειος παρασύρας αυτούς εκεί όπου ήθελεν αυτός, συνεκρότησε μάχην, εν ή ενίκησε λαμπρώς. Αποτέλεσμα, της νίκης ταύτης ήτο η εντελής από Περσικών στρατευμάτων εκκένωσις της Μικράς Ασίας, δι' ής χώρας ελευθέρως επέστρεψε νυν ο Ηράκλειος (623) εις την πρωτεύουσαν. Ενταύθα δε επί μικρόν μόνον διαμείνας και μέγα θάρρος ηθικόν εμποιήσας τω λαώ επεχείρησε την δευτέραν αυτού στρατείαν το αυτό έτος (623-624) απελθών εις τον Πόντον και την Αρμενίαν. Πολλούς δε παραλαβών εκ της χριστιανικής ταύτης χώρας επικούρους, προθύμως προσερχομένους εις τον στρατόν του χριστιανού βασιλέως, εισήλασε νυν εντός των ορίων του Περσικού κράτους. Η αιφνίδιος αύτη, τολμηρά και τοσούτον απροσδόκητος εν μέσω του Περσικού κράτους εμφάνισις του προ μικρού εν τη πρωτευούση αυτού υπό των Περσών απειλουμένου Έλληνος βασιλέως τοσούτον ετάραξε τον Χοσρόην, ώστε ετράπη εις φυγήν εις τα ένδον του κράτους αυτού καταλείπων τον διαλυόμενον στρατόν αυτού και πόλεις και φρούρια εις την διάκρισιν των Ελλήνων. Ο Ελληνικός δε στρατός πολλάς εκπορθήσας πόλεις, καταστρέψας ναούς των Περσικών θεών (προς εκδίκησιν των υπό των Περσών εν ταις Ελληνικαίς χώραις καταστραφέντων ιερών ναών), πεπληρωμένος λαφύρων απεσύρθη τον χειμώνα του έτους εκείνου (623-624) εις τας ευκραείς περί τον Καύκασον χώρας, ένθα διεχείμασεν εν μέσω λαού φίλων και συμμάχων, Λαζών, Γεωργιανών, Αβασγών, απάντων Χριστιανών.

Υπό των συμμάχων τούτων ενισχυθείς ο Ηράκλειος στρατιωτικώς εισέβαλεν αύθις το έαρ του 624 εις τας Περσικάς χώρας μεθ' ής και το προηγούμενον έτος τόλμης και ενεργείας. Κατά την εισβολήν ταύτην τρεις Περσικοί στρατοί νεωστί υπό του Χοσρόη συγκεκροτημένοι επήρχοντο εκ διαφόρων διευθύνσεων, ίνα κυκλώσωσι τον στρατόν του Ηρακλείου ή τουλάχιστον κωλύσωσι την εις την Περσίαν προέλασιν. Αλλ’ ο Ηράκλειος κατώρθωσε να χωρίση τους τρεις στρατούς και επιτεθέμενος καθ' εκάστου ιδιαιτέρως να καταστρέψη ένα έκαστον κατ' ιδίαν. Η μεγάλη και καταστρεπτική εις τους Πέρσας αποβάσα εν Σαλβανώ της Αρμενίας μάχη έθηκε τέρμα εις την στρατείαν του έτους τούτου.

Ο Ηράκλειος δεν ηδυνήθη επωφελούμενος την νίκην αυτού να εξακολουθήση τον επιθετικόν εν Περσία πόλεμον, ένεκα του επελθόντος χειμώνος, κυρίως δε διότι ο Χοσρόης εν τω μεταξύ ποιούμενος χρήσιν της τακτικής του Ηρακλείου έπεμψεν άλλον στρατόν εις την Μικράν Ασίαν ίνα ενεργήση κατά τα νώτα του αυτοκράτορος. Τούτο υπεχρέωσε τον βασιλέα Ηράκλειον να επιστρέψη εξ Αρμενίας και Μεσοποταμίας εις την Μικράν Ασίαν παρακολουθών τον Περσικόν στρατόν. Η μεταξύ των δύο πολεμίων στρατών μάχη συνήφθη ακριβώς εν τη χώρα εκείνη, εν ή προ 958 ετών ο μέγας Έλλην βασιλεύς της Μακεδονίας είχε κατασυντρίψει τον μέγαν στρατόν του βασιλέως της Περσίας. Παρά τον Σάρον καλούμενον ποταμόν της Κιλικίας ήρατο ο Ηράκλειος την λαμπροτάτην καθ' όλον τον πόλεμον τούτον εναντίον των Περσών νίκην, αυτός ούτος δείξας θαύματα ανδρείας κατά την μάχην και θάμβος και έκπληξιν εμποιήσας μεγάλην τοις πολεμίοις διά του μεγαλείου του ηρωισμού αυτού.

Η νίκη αύτη εκαθάρισεν αύθις την Μικράν Ασίαν από των Περσών ο δε βασιλεύς Ηράκλειος επεχείρησε νέαν το επόμενον έτος 625 επιθετικήν στρατείαν κατά του Χοσρόου. Ούτος κατώρθωσε και μεθ’ όσας έπαθεν ήττας να συγκροτήση τρεις νέας μεγάλας στρατιάς εναντίον των Ελλήνων. Ο Χοσρόης ήρχεν αχανών εκτάσεων γης από του Ευφράτου και του Καυκάσου μέχρι των Ινδιών εκτεινομένων, ενιαχού πολυανθρωπότατα ωκημένων και πλουσιωτάτων• είχε δε απεριόριστον απολυταρχικήν εξουσίαν εν τω κράτει αυτού, ένεκα δε των μεγάλων αυτού εν αρχή του πολέμου επιτυχιών επεκλήθη και Παρβίζ, ήτοι νικητής. Ων δε και ακαταπόνητος εν ταις ενεργείαις αυτού και μη ανεχόμενος να βλέπη εισβάλλοντα εις το κράτος αυτού βασιλέα, όν προ μικρού εθεώρει και εκάλει «ευτελή δούλον», ενέτεινε νυν πάσας τας δυνάμεις αυτού ίνα συγκροτήση νέους στρατούς εκμυζών και την τελευταίαν εις ανθρώπους και χρήματα ζωτικήν ικμάδα του κράτους αυτού. Εκ των τριών μεγάλων στρατιών, άς ούτω παρεσκεύασεν ο Χοσρόης, η μία μεν ήτο προωρισμένη να μένη εν Περσία προς άμυναν της χώρας, η δευτέρα έμελλε ν' αντιταχθή κατά του Ηρακλείου, η δε τρίτη επέμπετο αύθις εις την Μικράν Ασίαν, ίνα γενομένη κατά τα νώτα του στρατού του Ηρακλείου μη ενεργήση κατ' αυτού, αλλά διερχομένη την Ελληνικού στρατού σπανίζουσαν Μικράν Ασίαν προελάση μέχρι Χαλκηδόνος και Χρυσουπόλεως, όπως προ 10 ετών. Θέλων δε νυν ο Χοσρόης να κατενέγκη καιριώτατον πλήγμα κατά του Ηρακλείου και του κράτους αυτού δι' επιθέσεως κατ' αυτής της πρωτευούσης του Ελληνικού κράτους, και μη δυνάμενος να πράξη τούτο διά του στρατού του Περσικού, εζήτησε συμμάχους εν Ευρώπη δυναμένους να ενεργήσωσι κατά ξηράν την τοιαύτην κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν. Προς τούτο δε έπεμψε πρεσβείαν προς τον Χαγάνον τον Άβαρον. Ο δ' άπιστος ούτος βάρβαρος θεωρήσας κατάλληλον την ευκαιρίαν διέλυσε μετ' αισχράς παρασπονδίας την προς τον Ηράκλειον ειρήνην και επήλθεν εναντίον της πρωτευούσης μετά μεγάλου στρατού βαρβαρικού, εν ώ πλην των Αβάρων υπήρχον και πολλοί Σλαύοι και Βούλγαροι, και ήρξατο πολιορκών αυτήν. Ο Χαγάνος είχε και πολιορκητικάς μηχανάς κατασκευασθείσας υπό μηχανικού στρατιώτου του Ελληνικού στρατού αιχμαλωτισθέντος ποτέ υπό των Αβάρων• συνενοείτο δε νυν προς τους εν τη απέναντι Ασιατική ακτή του Βοσπόρου εσκηνωμένους Πέρσας, ίνα επιχειρήσωσι κοινήν κατά της πόλεως έφοδον, των Περσών διαβιβαζομένων εις το στρατόπεδον των Αβάρων διά των Σλαυικών και των Βουλγαρικών πειρατικών πλοίων. Ταύτα κατέπλευσαν εις τον Βόσπορον εκ των βορειανατολικών ακτών του Ευξείνου, ένθα ώκουν οι Σλαύοι και μετ' αυτούς οι Βούλγαροι. Συγχρόνως δε προέτεινε τοις κατοίκοις της Κωνσταντινουπόλεως να καταλίπωσι την πόλιν εις αυτόν και εις τους συμμάχους αυτού Πέρσας, εξερχόμενοι αυτής, φέρων έκαστος μεθ' εαυτού μόνον μίαν ενδυμασίαν και μιας ημέρας τροφήν. Ενώ λοιπόν ο αυτοκράτωρ παρεσκευάζετο εις νέαν στρατείαν εναντίον του Περσικού κράτους, μετά τας λαμπράς νίκας του προηγουμένου έτους, η πόλις η βασιλεύουσα, ής την κυβέρνησιν και άμυναν είχεν αναθέσει ο αυτοκράτωρ από της πρώτης αναχωρήσεως αυτού εις τον Πατριάρχην Σέργιον και τον επίτροπον Βώνον, η καρδία αυτή του κράτους, διέτρεχε τον έσχατον των κινδύνων. Οι πολιορκούμενοι υπό την αρχηγίαν του πατριάρχου Σεργίου απέρριψαν την απαίτησιν του Χαγάνου και παρεσκευάσθησαν εις γενναιοτάτην αντίστασιν, επικαλούμενοι συγχρόνως την άνωθεν αντίληψιν. Προς τούτο δε συνετέθησαν τότε και εψάλησαν εν ταις Εκκλησίαις της Κωνσταντινουπόλεως οι Ακάθιστοι λεγόμενοι ύμνοι, οι απευθυνόμενοι ιδίως εις την Θεοτόκον, εις ήν ήτο αφιερωμένη η πόλις (62). Η μεγάλη τη 26 Ιουλίου (626) γενομένη έφοδος των Αβάρων απεκρούσθη γενναίως, διότι η γενομένη μεταξύ Περσών και Αβάρων περί της ημέρας και ώρας της εφόδου συμφωνία απεκαλύφθη τοις πολιορκουμένοις διά της υπό του Ελληνικού στόλου συλλήψεως του πλοίου του επανάγοντος τους Πέρσας εκ του στρατοπέδου του Χαγάνου εις την Χαλκηδόνα. Ο πειρατικός στόλος, ο Σλαυικός και ο Βουλγαρικός κατεβυθίσθη υπό του στόλου του Ελληνικού• και ο Χαγάνος μετά νέας απειλάς και αποτυχούσας επιθέσεις ηναγκάσθη ν' αποχωρήση, αφού έκαυσε τας πολιορκητικάς μηχανάς. Ούτως εσώθη η Κωνσταντινούπολις και μετ' αυτής το κράτος. Διότι αν η Κωνσταντινούπολις έπιπτε νυν, άπαν το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος έμελλε να καταλυθή υπό των βαρβάρων. Αλλ' η τε στρατηγική θέσις και προ πάντων η ηθική και πνευματική δύναμις του Ελληνισμού, η ενοικούσα εν τη πόλει ταύτη, έσωσε το κράτος. Ούτως είχε συμβή και καθ' όν χρόνον οι Ουστρογότθοι τω 378 και 396 επεχείρησαν τας μεγάλας εναντίον του κράτους επιδρομάς. Η Κωνσταντινούπολις σωθείσα και τότε έσωσε το κράτος. Τούτο δε πολλάκις θέλομεν ιδεί επαναλαμβανόμενον εν τη ιστορία των επομένων αιώνων. Οι κάτοικοι της βασιλευούσης των πόλεων εν τη ηθική και θρησκευτική αυτών εξάρσει επί τη νίκη, εις ήν η εξέγερσις του υπέρ της πίστεως αισθήματος τοσούτον συνετέλεσεν, απέδοσαν εικότως την νίκην εις την θείαν αντίληψιν, και ιδίως εις την προστάτιν της πόλεως Θεοτόκον, εις ήν εποιήθη και ο μετά των Ακαθίστων ύμνων ψαλλόμενος εκ μέρους της πόλεως νικητήριος παιάν (63) Και οι μεν Άβαροι απεχώρησαν της πόλεως, αλλ' ο εν Χαλκηδόνι και τη λοιπή Ελληνική Ασία Περσικός στρατός δεν ήτο δυνατόν να εξολοθρευθή ή να εκδιωχθή εντεύθεν μη υπάρχοντος στρατού Ελληνικού επαρκούς εν τη χώρα. Η τύχη τούτου εξηρτάτο από της εκβάσεως του μεγάλου εν αυτή τη Περσία διεξαγομένου πολέμου.

Καθ' όν χρόνον οι Άβαροι απεχώρουν άπρακτοι από Κωνσταντινουπόλεως, ο Ηράκλειος εισέβαλλεν εκ νέου εις το Περσικόν κράτος σύμμαχον έχων γενναίον Τουρκικόν έθνος, το έθνος των Χαζάρων. Οι Χάζαροι ούτοι ήσαν Τούρκοι ειδωλολάτραι, όπως πάντες οι Τούρκοι των χρόνων τούτων, είχον δε μεταναστεύσει εκ των ενδοτέρων τουρκικών χωρών εις τας μεταξύ της Κασπίας και του Ευξείνου προς βορράν του Καυκάσου κειμένας χώρας της Ανατολικής Ευρώπης, όθεν εξετάθησαν κατά μικρόν μέχρι της Κριμαϊκής Χερσονήσου και των ύπερθεν αυτής χωρών της νοτίου Ρωσίας. Ο ηγεμών ή Χαγάνος των Χαζάρων τούτων (διότι και παρά τοις Τούρκοις τούτοις τοιαύτας προσωνυμίας έφερον οι ηγεμόνες) Ζιεβήλ συμφώνως προς τας μετά του Ηρακλείου συμφωνίας εισήλασε μετά μυριάδων στρατού διά των Κασπίων πυλών εις τας Περσικάς χώρας, φοβεράν επιφέρων καταστροφήν, πυρπολών πόλεις και κώμας και αιχμαλωτίζων πλήθος ανθρώπων. Ήλθε δε έπειτα ο αυτός Χαγάνος εις συνάντησιν του αυτοκράτορος πλησίον της νυν παρά τον Καύκασον Ρωσικής πόλεως Τιφίλιδος, ένθα κατέταξεν εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν 40 χιλιάδας επιλέκτους άνδρας εκ του στρατού αυτού υπό την αρχηγίαν του ιδίου αυτού υιού (64). Αλλ' ο αυτοκράτωρ, ούτινος ο στρατός ηυξήθη σημαντικώς διά της προσθήκης των Τούρκων, δεν εισέβαλε κατά το έτος τούτο εις την Περσίαν, έπεμψε δε μετά στρατού τον αδελφόν αυτού Θεόδωρον, όστις εισελάσας εις την Περσίαν ενίκησε τον κατ' αυτού επελθόντα Περσικόν στρατόν. Αυτός δε ο αυτοκράτωρ, αφού κατά το έτος 626 εξεπόρθησεν όσα έτι φρούρια κατείχοντο εν Αρμενία και Μεσοποταμία υπό των Περσών, ίνα έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα, επεχείρησε το επόμενον έτος 627 την τελευταίαν αθάνατον αυτού στρατείαν και διεξήγαγεν αυτήν μόνον διά του ιδίου αυτού στρατού, των Τούρκων συμμάχων επανελθόντων εις τα ίδια (65). Κατά την στρατείαν ταύτην μετά πολλάς κατά μέρος νίκας και εκπόρθησιν πολλών επί του Τίγρητος φρουρίων, και ιδίως των Δασταγέρδων, ένθα ευρέθησαν θησαυροί και γυναικών τις του βασιλέως, συνεκρότησεν επί των ερειπίων της πάγκαλης και περιβοήτου πόλεως Νινευί τη 27 Ιουλίου του 627 την μάχην, ήτις έθηκε τέρμα εις τον επί πέντε και είκοσιν έτη καταστρεπτικόν πόλεμον. Ο Περσικός στρατός ηττήθη κατά κράτος, άπειρος δε λεία και αιχμαλώτων μέγα πλήθος περιήλθον εις τον Ελληνικόν στρατόν. Ο Χοσρόης έφυγεν αλλά δεν ηδυνήθη να συγκροτήση νέον στρατόν. Οι μεγιστάνες και ο λαός της Περσίας καταπεπονημένοι υπό του μακρού πολέμου επέπεσαν κατ' αυτού, όπως είχον επαναστή κατά του πατρός αυτού εν τω προς τον Μαυρίκιον πολέμω. Αυτός ο υιός του Χοσρόου Σιρόης εγένετο αρχηγός της επαναστάσεως.

Ο Χοσρόης συνελήφθη υπό τούτου και ερρίφθη εις τας φυλακάς και αφού είδε 18 αυτού υιούς φονευθέντας υπό του αδελφού αυτών, εφονεύθη και αυτός. Ο Ηράκλειος γενναίος και μεγάθυμος εν τη συνομολογήσει της ειρήνης (8 Απριλίου 628), ως εφάνη και ανδρείος εν τω πολέμω, έδωκε την ειρήνην εις τον εξαιτούμενον αυτήν Σιρόην επί επιεικεστάτοις όροις. Διά των όρων τούτων ο αρχηγός των Περσών υπεχρεούτο ν' αποδώση εις το κράτος το Ελληνικόν τα εν τω πολέμω καταληφθέντα και τα έτι κατεχόμενα μέρη, αποκατασταμένων των προ του πολέμου ορίων, ν' αποδώση πάντας τους αιχμαλώτους, έτι δε το τίμιον ξύλον του Σταυρού το αρπαγέν εξ Ιεροσολύμων. Την μεγάλην νίκην και την συνομολόγησιν της ειρήνης ανήγγειλεν ο Ηράκλειος εις την Κωνσταντινούπολιν δι' αγγελιαφόρων και διά αγγέλματος μακρού αναγνωσθέντος από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, αρχομένου από της ρήσεως της ψαλμικής: «Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη δουλεύσατε τω Κυρίω, εν ευφροσύνη κτλ. ».

Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ο Ηράκλειος επέστρεψεν εκ της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, ής οι κάτοικοι, κλήρος και λαός προϋπήντησαν αυτώ επί της Ασιατικής όχθης του Βοσπόρου και ήγον αυτόν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν. Το επόμενον έτος ο Ηράκλειος απήλθεν από της πρωτευούσης εις την αγίαν πόλιν φέρων μεθ' εαυτού το τίμιον ξύλον του Σταυρού. Εν Ιερουσαλήμ δε, επί του πατριάρχου Σωφρονίου, αυτός ο αυτοκράτωρ φέρων επί των ώμων το ιερόν ξύλον έστησεν αυτό εν Γολγοθά, ένθα ίστατο και πρότερον φερθείς ενταύθα υπό της μητρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Ελένης (66).

Ούτως επερατώθη ο 25 έτη διαρκέσας καταστρεπτικός πόλεμος, πολλήν μεν δόξαν και αίγλην ηθικήν περιποιήσας εις το Ελληνικόν κράτος, πολλήν δε ταπείνωσιν εις το κράτος το αντίπαλον, καταπόνησιν δε δεινήν εις αμφότερα τα κράτη επενεγκών και καταστήσας αμφότερα ανίκανα εις αντιμετώπισιν του νέου φοβερού αμφοτέρων αντιπάλου. Ούτος ορμητικός νυν επήρχετο και απροσδόκητος από νότου εναντίον αμφοτέρων, και διά της εντελούς καταστροφής του ηττημένου και του ακρωτηριασμού του νικητού έμελλε να ιδρύση νέον κράτος παγκόσμιον, κράτος ουχί απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν κατ' εξοχήν, υπό νέας θρησκείας παραχθέν και διά της θρησκείας ταύτης κραταιωθέν και δεσπόσαν του πλείστου μέρους του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Η ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ

1. Οι Άραβες. Μωάμεθ και η διδασκαλία αυτού.

Το νέον κράτος και η νέα θρησκεία ιδρύθησαν εν μέσω του έθνους των Αράβων υπό του Άραβος Μωάμεθ. Οι Άραβες _ανθρωπολογικώς_, ήτοι κατά την εξωτερικήν διάπλασιν του σώματος και την επί της διαφοράς της τοιαύτης διαπλάσεως στηριζομένην διαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους, ανήκουσιν εις την Λευκήν ή Καυκασίαν φυλήν (67)• γλωσσικώς δε υπάγονται εις την Σημιτικήν γλωσσικήν διαίρεσιν της Καυκασίας φυλής, όντες συγγενείς κατά την γλώσσαν προς τους αρχαίους Βαβυλωνίους και Ασσυρίους, τους Εβραίους, Φοίνικας, Σύρους, οίτινες πάντες ως και οι Άραβες καλούνται Σημιτικοί, ως καταγόμενοι το πλείστον κατά την Π. Διαθήκην από Σημ, του υιού του Νώε. Εν τη αρχαία ιστορία ευρίσκομεν τον λαόν των Αράβων οικούντα εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν τη Αραβική καλουμένη μεγάλη χερσονήσω και εν ταις προς ανατολάς της Συρίας και Παλαιστίνης εκτεινομέναις ερήμοις. Αλλ' οι Άραβες ούτοι, οίτινες και εις τους αρχαίους Έλληνας δεν ήσαν άγνωστοι (Αράβιοι υπό του Ηροδότου καλούμενοι), δεν εκτήσαντο πολλήν σπουδαιότητα εν τη ιστορία τη αρχαία. Η σπουδαιότης και η πραγματική εμφάνισις αυτών εν τη ιστορία ανήκουσιν εις τους χρόνους του παρ' αυτοίς γεννηθέντος και αναπτυχθέντος Μωαμεθανισμού ή Ισλάμ. Προ της κηρύξεως του _Ισλάμ_ ήτοι της μωαμεθανικής θρησκείας, οι Άραβες είχον θρησκεία ήτις εν τοις αρχαιοτάτοις χρόνοις μη απέχουσα πολύ της μονοθεΐας των Εβραίων, ούσα δηλονότι λατρεία ενός μόνον Θεού καλουμένου Αλλά (Αλ-ιλάχ = ο Θεός, Εβρ. Ελωχείμ), ανεμίχθη βραδύτερον μετά της αστερολατρίας των Βαβυλωνίων και Φοινίκων, εν μέρει δε και μετά κτισματολατρίας παχυλής. Ιδίως δε ελατρεύετο παρ' αυτοίς ουρανοπετής τις λίθος _Χαδζάρ_ καλούμενος, αποτελών το ιερώτατον σέβασμα πασών των Αραβικών φυλών, φυλαττόμενον εν Μέκκα εν τω αρχαιοτάτω ναώ τω καλουμένω οίκω του Θεού (Βεϊτουλλάχ ή Κααβά) κτισθέντι κατά τας παραδόσεις των Αράβων υπό Αβραάμ, όν και οι Άραβες τιμώσιν ως γενάρχην αυτών ως καταγόμενοι από του εξ Άγαρ υιού του Αβραάμ Ισμαήλ και διά τούτο καλούμενοι και Ισμαηλίται και Αγαρηνοί. (68) Και η πόλις Μέκκα ήτο παρ' αυτοίς ιερά πόλις ένεκεν του ναού _Κααβά_ και του εν αυτώ λίθου. Αλλ' ει και η κατ' αρχάς μονοθεϊστική θρησκεία των Αράβων παρεξετράπη κατά μικρόν εις πολυθεΐαν και κτισματολατρίαν, δεν απώλετο παντελώς ο μονοθεϊστικός αυτού χαρακτήρ• και ο εν αρχή μόνος θεός Αλλάχ ωνομάσθη είτα εν τω πολυθεϊσμώ Αλλάχ-τααλί = Ύψιστος θεός. Αφ' ού δε χρόνου εκηρύχθη ο Χριστιανισμός εν Παλαιστίνη και Συρία, αιρέσεις χριστιανικαί, προ πάντων ιουδαΐζουσαι (θεωρούσαι δηλονότι τον Χριστόν ως Μεσσίαν και μέγαν προφήτην, ουχί θεόν και θεάνθρωπον) διεδόθησαν και εν Αραβία. Και Ιουδαϊκαί δε αποικίαι και παροικίαι ουκ ολίγαι υπήρχον εν Αραβία από των χρόνων της διασποράς των Ιουδαίων. Εκ της ποικιλίας δε ταύτης των θρησκευμάτων ζωηρός υπήρχε θρησκευτικός ανταγωνισμός εν Αραβία μεταξύ των οπαδών των διαφόρων θρησκευμάτων καθ' ούς χρόνους εγεννήθη ο Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ (Μουχάμμετ) εγεννήθη εν Μέκκα τω 571 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Ιουστίνου Β'. Από δε νεότητος μεγάλην δεικνύων ροπήν εις τον θρησκευτικόν βίον και τας θρησκευτικάς μελέτας εις συχνήν διετέλει συνάφειαν προς τους Χριστιανούς της νοτίου Αραβίας (όπου υπήρχον τότε γνήσιοι Χριστιανοί ίδ. σελ. 80), ένθα μετέβαινε χάριν εμπορίας, και προς τους εν τη βορείω Αραβία ιουδαΐζοντας Χριστιανούς και προς Εβραίους. Γενόμενος δ' ανήρ ωρίμου αναπτύξεως (περί το 40 έτος της ηλικίας αυτού) παρέστη εν Μέκκα (610 μ. Χ.) εν τω μέσω του Αραβικού λαού ως προφήτης κηρύττων την νέαν αυτού θρησκευτικήν διδασκαλίαν, την έχουσαν ως δόγμα θεμελιώδες και αρχήν υπερτάτην ότι «είς μόνος υπάρχει θεός και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού». Η διδασκαλία αύτη, ήν εκήρυσσεν ο Μωάμεθ ως θεόπνευστον, ως διά του Αρχαγγέλου Γαβριήλ απ' ευθείας από του Θεού εις αυτόν αποκαλυφθείσαν, και περί ής εκτενέστερον θέλομεν διαλάβει κατωτέρω, εν αρχή δεν ηξιώθη πολλής προσοχής παρά τη Αραβική αριστοκρατία της Μέκκας. Ότε δε κατά μικρόν οι οπαδοί του νέου προφήτου ηυξήθησαν σημαντικώς, εκ των κατωτέρων τάξεων του λαού κυρίως προσερχόμενοι, ησπάσαντο δε την διδασκαλίαν του Μωάμεθ και ουκ ολίγοι των προκρίτων Μεκκανών, ήρξατο διωγμός κατά του αρχηγού και των οπαδών υπό των ισχυροτέρων Μεκκανών και ηπειλήθη θάνατος κατά του προφήτου. Τότε ούτος έφυγεν από Μέκκας και μετέβη εις την αντίζηλον ταύτη πόλιν της Αραβίας Μεδινάν, ένθα έτυχε καλής υποδοχής. Η φυγή αύτη του Μωάμεθ (η γενομένη τη 16 Ιουλίου 622) καλουμένη Αραβιστί Χίδζρα ή Χέδζρα (Εγίρα ως μετεσχηματίσθη η λέξις εν ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις) = φυγή, εθεωρήθη ύστερον ως σπουδαιότατον γεγονός εν τη αρχή και γενέσει του Μωαμεθανισμού, ως διά ταύτης σωθέντος του προφήτου και διά ταύτης θεμελιωθείσης της νέας θρησκείας αυτού. Και διά τούτο εγένετο αρχή της μέχρι σήμερον παρ' άπασι τοις μωαμεθανικοίς λαοίς χρονολογίας (69). Εν Μεδινά ο Μωάμεθ προσεκτήσατο πολλούς οπαδούς, δι' ών συνεκρότησεν ήδη κράτος θρησκευτικόν και περιήλθεν εις πόλεμον προς τους Μεκκανούς, οίτινες μετά πολλά έτη ηναγκάσθησαν (630) ν' αναγνωρίσωσιν αυτόν ως προφήτην και άρχοντα. Ούτω δε πάσα η Αραβία προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και απετέλεσε μίαν κοινωνίαν θρησκευτικήν και πολιτικήν υπό την πνευματικήν και πολιτικήν αρχήν του Μωάμεθ, όστις ετελεύτησε μακρόν μετά την επίτευξιν του μεγάλου τούτου έργου (632 μ. Χ.).

2. Η διδασκαλία του Μωάμεθ.

Αι θεμελιώδεις αρχαί της διδασκαλίας του Μωάμεθ, ήτοι της υπ' αυτού ιδρυθείσης θρησκείας, ήν ωνόμασεν _Ισλάμ_ ήτοι _αφοσίωσιν_ εις τον Θεόν (οι οπαδοί του Ισλάμ καλούνται μουσλίμ ή μουσουλμάν = αφωσιωμένοι εις το θείον) είναι α') η πίστις εις την ενότητα του Θεού, εις το ενιαίον δηλονότι και αδιαίρετον της υποστάσεως αυτού• την αρχήν ταύτην, το δόγμα ότι είς μόνος υπάρχει θεός, ετόνισεν ο Μωάμεθ προ πάντων εναντίον του παρά Χριστιανοίς δόγματος της τρισυποστάτου θεότητος• β') η πίστις ότι ο Μωάμεθ είναι προφήτης του Θεού αποκαλυφθέντος εις αυτόν και εμπνεύσαντος αυτώ την διδασκαλίαν αυτού. Αλλά το διπλούν τούτο θεμελιώδες δόγμα της διδασκαλίας αυτού («Είς Θεός υπάρχει και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού») συνέδεσεν ο Μωάμεθ μετά των ιστορικών παραδόσεων της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής θρησκείας. Ο Θεός ο αποκαλυφθείς εις αυτόν είναι αυτός ο Θεός ο αποκαλυπτόμενος εν τη Παλαιά Διαθήκη διά των προφητών και εν τω Ευαγγελίω διά του Iησού Χριστού. Έπεμψε δε αυτόν ο Θεός ούτος ως νέον, ως έσχατον των προφητών, διότι, ως έλεγεν, οι τε Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί διέστρεψαν την διά των προφητών και του Χριστού, της Παλαιάς Διαθήκης και του Ευαγγελίου, γενομένην αυτοίς διδασκαλίαν της θεογνωσίας και της αληθούς πίστεως. Κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ ο Θεός, ο κατά τας Γραφάς δημιουργήσας τον κόσμον και τον Αδάμ, απεκαλύφθη εις το δημιουργηθέν υπ' αυτού ανθρώπινον γένος διά των προφητών και εδίδαξεν αυτό διά τούτων την μόνην αληθή εις Θεόν πίστιν, το _Ισλάμ_ την πρώτην και αιώνιον θρησκείαν, ής οπαδοί ήσαν πάντες οι προφήται και ο Χριστός, όντες πάντες ούτοι _μουσλίμ_. Προφήται εισι πάντες οι υπό του Θεού εμπνεόμενοι εκλεκτοί άνθρωποι, οι διδάσκοντες την θεογνωσίαν και εμπεδούντες αυτήν διά θαυμάτων αλλά μέγιστοι των προφητών είναι έξ, ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Μωυσής, ο Iησούς (όν και ο Μωάμεθ καλεί _Χριστόν_• μεσίχ = μεσσίας) ως μέγαν προφήτην και εκλεκτόν του Θεού) και ο έσχατος πάντων, ο παραλαβών εν τη διδασκαλία αυτού πάσας τας των άλλων διδασκαλίας και καθάρας αυτάς από των πλανών και των διαστροφών των Ιουδαίων και των Χριστιανών, ο Μωάμεθ. Ως μεγίστην της αληθούς θεογνωσίας, ήτοι του Ισλάμ, παρά τοις Χριστιανοίς διαστροφήν θεωρεί ο Μωάμεθ ακριβώς τα δύο κυριώτατα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας: το τρισυπόστατον της θεότητος (κηρύττων αυτός την _ενότητα της θεότητος_) και το της ενανθρωπήσεως του Θεού εν Χριστώ Iησού. Ο Iησούς Χριστός κατά τον Μωάμεθ είναι προφήτης μέγιστος, έχων την εξαιρετικήν ταύτην εν άπασι τοις ανθρώποις υπεροχήν, ότι _εγεννήθη_ ασπόρως. Τούτο όμως ουδαμώς μαρτυρεί θεότητα, αλλά θαύμα υπερφυές του Θεού εν τω προφήτη αυτού. Ο Iησούς προς τούτοις εν τη ιδιότητι αυτού ως μεγάλου προφήτου είναι, και Λόγος (ουχί υιός) ενσαρκωθείς του Θεού• αλλ' είναι πάντοτε άνθρωπος. Ο Μωάμεθ θεωρεί προς τούτοις ψευδή τα λεγόμενα περί της σταυρώσεως και του θανάτου του Χριστού. Κατ' αυτόν ο Χριστός ούτε εσταυρώθη (70) ούτε απέθανε. Τούτο ψευδώς υπέλαβον οι Εβραίοι, τυφλωθέντες υπό του Θεού εν τη ανομία αυτών και νομίσαντες ότι εσταύρουν τον Χριστόν, ενώ ο σταυρωθείς υπ' αυτών ήτο τις Εβραίος. Ο δε Χριστός, ανελήφθη εις Ουρανούς εν σώματι, όπως και άλλοι προ αυτού προφήται (Ενώχ και Ηλίας), μέλλει δε αυτός να κρίνη τους ανθρώπους εν τη εσχάτη κρίσει, του Μωάμεθ συνηγορούντος τότε απλώς υπέρ των Μουσλίμ.

Και τοιαύτη μεν εν κεφαλαίω είναι η δογματική και η ιστορική του Μωάμεθ διδασκαλία περί του Ισλάμ, όπερ από καταβολής κόσμου και από της δημιουργίας του ανθρώπου ην κατ' αυτόν η μόνη αληθής θρησκεία, διαστραφέν δε έπειτα υπό των Ιουδαίων και των Χριστιανών ανεφάνη εν τω κόσμω εν τη καθαρότητι αυτού, μετά νέας λαμπηδόνος, διά του Μωάμεθ.