Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 8

Chapter 855 wordsPublic domain

Ο Τιβέριος μετά τον θάνατον του Ιουστίνου Β' εβασίλευσεν άλλα 4 έτη μόνος αυτοκράτωρ (αύγουστος νυν), λαμπρώς διεξάγων την εσωτερικήν κυβέρνησιν του κράτους. Η χήρα αυτοκράτειρα Σοφία, η φίλαρχος γυνή του Ιουστίνου Β', ής προς τιμήν εκλήθη Σοφία η μέχρι νυν ούτω καλουμένη, τότε δε κτισθείσα, εν τη κάτω Μοισία πόλις (νυν πρωτεύουσα της Βουλγαρίας)• η αυτή, ής η υπεροπτική προς τον Έξαρχον της Ιταλίας διαγωγή συνετέλεσεν εις την απώλειαν της Άνω Ιταλίας, επεβούλευσε κατά του Τιβερίου, ζητούσα ν' αναβιβάση εις τον θρόνον τον του Ιουστίνου Β' ανεψιόν Ιουστινιανόν. Αλλ' ο Τιβέριος εματαίωσε μετά τόλμης και φρονήσεως την τοιαύτην επιβουλήν• και μεγαθύμως προσενεχθείς προς τον μετά της Σοφίας επιβουλεύσαντα κατ' αυτού Ιουστινιανόν, ούτινος άλλως εξετίμα τας αρετάς, ου μόνον συνεχώρησεν αυτώ το τοιούτον αμάρτημα, αλλά και δι' αυτού εν μέρει διεξήγαγε τον νικηφόρον κατά Περσών πόλεμον. Αλλ' ο ανήρ ο τας μεγίστας εν τω πολέμω τούτω αναδείξας στρατιωτικάς και στρατηγικάς αρετάς και άλλως δε χρηστότατος τον χαρακτήρα ην ο στρατηγός Μαυρίκιος. Διά των δύο τούτων στρατηγών προ πάντων διεξήγαγεν ο Τιβέριος ή μάλλον εξηκολούθησε τον από του Ιουστίνου Β' ήδη αρξάμενον πόλεμον.

{80} Καθ' όν χρόνον ο Ιουστίνος Β' διεδέξατο τον Ιουστινιανόν Α', έζη έτι και εβασίλευεν εν Περσία γηραιός ήδη ο βασιλεύς Χοσρόης Α', ο συνομολογήσας μετά του Ιουστινιανού ειρήνην τω 556. Η ειρήνη αύτη, διελύθη επί του Ιουστίνου Β' διά την εξής αιτίαν. Ο Χοσρόης, ίνα εκτείνη το κράτος αυτού προς το μέρος της Αραβίας, εισέβαλεν εις την νότιον ή ευδαίμονα Αραβίαν (την νυν Γεμέν καλουμένην χώραν). Η νοτία Αραβία ήτο υποτεταγμένη τότε εις το πέραν της Ερυθράς θαλάσσης Χριστιανικόν κράτος της Αιθιοπίας ή Αβησσυνίας, λαβούσα εντεύθεν και αυτή τον Χριστιανισμόν. Επειδή δε η Αβησσυνία διετέλει υπό την προστασίαν του Ελληνικού κράτους, η εις Αραβίαν, κτήσιν Αβησσυνιακήν, εισβολή των Περσών προυκάλεσε την διαμαρτυρίαν της κυβερνήσεως του Ιουστίνου Β' και, μετά τινας εχθρικάς εκατέρωθεν διαδηλώσεις, την έναρξιν του πολέμου. Σύμμαχος του Ιουστίνου κατά των Περσών εν τω πολέμω τούτω ήτο λαός τις της Μέσης Ασίας το πρώτον εν τη ιστορία τη Ελληνική μνημονευόμενος, ο λαός των Τούρκων (57). Οι Τούρκοι αποτελούντες πολυπληθεστάτην ομοφυλίαν λαού γλωσσικώς ηνωμένου, ανθρωπολογικώς δε εν μέρει εις την Λευκήν, εν μέρει εις την Κιτρίνην φυλήν υπαγομένου, ώκουν έκπαλαι τας περί τα Αλτάια όρη εκτεινομένας ευρυτάτας χώρας της Ασίας. Οι Τουρκικοί λαοί είχον τότε θρησκείαν κτισματολατρικήν, διότι ο Μωαμεθανισμός δεν είχε κηρυχθή έτι εν τω κόσμω κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν (58). Όντες δε οι Τούρκοι προ αιώνων υποτεταγμένοι εις τους περί αυτούς Μογγολικούς λαούς και εις τους Σίνας (Κινέζους) εξηγέρθησαν περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος (ακριβώς κατά τους χρόνους της βασιλείας Ιουστινιανού Α') εναντίον των τέως δεσποζόντων αυτών λαών και κατανικήσαντες αυτούς κατά πάσαν διεύθυνσιν και ιδίως τους Εφθαλίτας ή Λευκούς Ούννους, ίδρυσαν κράτος Ασιατικόν φοβερώτατον, τρόμον εμπνέον εις τους Σίνας, και αναγκάσαν πολλούς μογγολικούς λαούς να μεταναστεύσωσι προς δυσμάς. Τότε δε φεύγοντες την σπάθην των Τούρκων ήλθον εις την Ευρώπην και ώφθησαν παρά τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους οι μνημονευθέντες ανωτέρω Άβαροι. Αλλ' ιδίως φοβεροί κατέστησαν οι Τούρκοι ούτοι προς το δυσμικώς αυτών εκτεινόμενον Περσικόν κράτος των Σασσανιδών. Τουναντίον δε προς το Ελληνικόν κράτος, αφ' ού εχωρίζοντο διά του Περσικού κράτους και διά των πολυπληθών από του Δανουβίου μέχρι της Κασπίας θαλάσσης πλανωμένων βαρβάρων λαών, και μεθ' ού κοινόν πολέμιον είχον ιδίως τους Πέρσας, επολιτεύθησαν εξ αρχής φιλικώς, ανταλλάξαντες πρεσβείας μετά του Ιουστίνου Β', εφ' ού το πρώτον γίνονται γνωστοί εις τους Έλληνας (59), και συνήψαν συμμαχίαν μετ' αυτών εναντίον των Περσών• συνωμολόγησαν δε και εμπορικήν συνθήκην ασφαλίζουσαν την διά Τούρκων από Κίνας εις το Ελληνικόν κράτος διακόμισιν της μετάξης (την γινομένην μέχρι τούδε ή διά Περσίας κατά ξηράν ή δι' Αββησυνών διά της Ερυθράς θαλάσσης). Ώστε η πρώτη συνάντησις μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων, ών οι μωαμεθανοί απόγονοι 900 περίπου έτη μετά την συνάντησιν ταύτην έμελλον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος, υπήρξε φιλική και συμμαχική και διετέλεσε τοιαύτη επί ικανόν έτι χρόνον.

Μετά των Τούρκων λοιπόν τούτων συμμαχήσαντες οι εν Κωνσταντινουπόλει ήρξαντο του κατά Περσών πολέμου. Αλλά κατά τα πρώτα έτη του πολέμου ο Χοσρόης ήρατο σπουδαίας επιτυχίας εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού και εκυρίευσεν ικανά φρούρια Ελληνικά εν Μεσοποταμία αναγκάσας τον Ιουστίνον ν' αγοράση διά χρημάτων ανακωχήν ενιαύσιον (574-575). Αλλ', αφού έληξεν η ανακωχή αύτη, κυβερνώντος ήδη το κράτος του Τιβερίου, επανελήφθη ο πόλεμος μετά μείζονος ρώμης και ενεργείας εκ μέρους του Ελληνικού κράτους. Ο αυτοκρατορικός στρατός νικήσας εν μεγάλη μάχη τους Πέρσας εν Μελιτηνή παρά τον Ευφράτην κατέλαβε την Περσαρμενίαν (το εις την Περσίαν ανήκον μέρος της Αρμενίας, (ίδ. σελ. 49)), είτα δε προυχώρει θριαμβευτικώς ένθεν μεν μέχρι των οχθών της Κασπίας θαλάσσης, ένθεν δε μέχρι της πρωτευούσης του Περσικού κράτους Κτησιφώντος, καθ' όν χρόνον οι σύμμαχοι Τούρκοι εισέβαλλον εις τας ανατολικάς χώρας της Περσίας. Εν τω μέσω των ατυχημάτων τούτων ετελεύτησεν ο Χοσρόης τω 579 μ. Χ. καταλιπών τον Περσικόν θρόνον εις τον υιόν αυτού Ορμίσδαν Δ'. Επί του Ορμίσδα Δ' ο πόλεμος εξηκολούθησε φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις το Περσικόν κράτος υπό τε των Ελλήνων και υπό των Τούρκων, προχωρούντων αμφοτέρων εις το κέντρον του κράτους. Εις τας ατυχίας δε των εξωτερικών πολέμων προσετέθησαν και επαναστάσεις εσωτερικαί πάντων των λαών των βία υποτεταγμένων υπό του Χοσρόου Α' εις το Περσικόν κράτος. Αλλά τέλος και οι Πέρσαι μεγιστάνες απαυδήσαντες εκ των ατυχημάτων του πολέμου και εκ της τυραννικής κυβερνήσεως του Ορμίσδα επανέστησαν (590) υπό τον περίφημον και πολυΰμνητον Πέρσην ήρωα Βαράμην (Βαχράμ), περί ού λέγεται ότι εξωλόθρευσεν εν τω πολέμω τούτω 400 χιλ. Τούρκων, φονεύσαντες δε τον Ορμίσδαν ανηγόρευσαν βασιλέα αυτόν τον Βαράμην, ουδαμώς προσέχοντες εις τα δικαιώματα του υιού του Ορμίσδα Χοσρόου.

Εν τω μεταξύ τελευτήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Τιβερίου Β' (582 μ. Χ.) είχεν ανέλθει εις τον θρόνον ο υπ' αυτού του Τιβερίου διάδοχος κατασταθείς και επί θυγατρί γαμβρός αυτού γενόμενος γενναίος στρατηγός Μαυρίκιος. Ούτος δε πέμπων εις το πεδίον της μάχης αρίστους στρατηγούς είχε δώσει εις τον πόλεμον πορείαν τοσούτον νικηφόρον εις τους Έλληνας και τοσούτον ατυχή εις τους Πέρσας, οίτινες εν τούτοις ημύνοντο ανδρείως εναντίον των Τούρκων. Τότε δε ο του φονευθέντος Ορμίσδα υιός Χοσρόης εγκαταλειφθείς υπό πάντων κατέφυγεν εις το Ελληνικόν κράτος εξαιτούμενος παρά του Μαυρικίου την αποκατάστασιν αυτού εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, επί υποσχέσει πιστής συμμαχίας, έτι δε και προστασίας των Χριστιανών εν Περσία, καθ' ήν περίπτωσιν ο αυτοκράτωρ ήθελεν αποκαταστήσει αυτόν εις την αρχήν αυτού. Ο Μαυρίκιος μεγαθύμως φερόμενος και θεωρών και εις το κράτος συμφέρουσαν την τοιαύτην πολιτικήν, αποκατέστησε τον Χοσρόην εις τον θρόνον του πατρός αυτού. Μόλις ο Χοσρόης διά του προστατεύοντος αυτόν Ελληνικού στρατού ενίκησε την πρώτην νίκην εναντίον του Βαράμου, το πλείστον της Περσίας συνετάχθη μετ' αυτού, και ο Βαράμης μετά τινας νέας ήττας περιελθών εις παντελή απόγνωσιν έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού διά δηλητηρίου (591 μ. Χ.). Ο Χοσρόης Β' συνωμολόγησε νυν (592) ειρήνην οριστικήν ως Πέρσης βασιλεύς προς τον Μαυρίκιον, δι' ής, προς εκδήλωσιν της προς τον Μαυρίκιον ευγνωμοσύνης, παρεχώρει εις το κράτος το ελληνικόν σπουδαίαν κατά τα σύνορα έκτασιν γης, έτι δε ανελάμβανε, κατά την δοθείσαν υπ' αυτού πρότερον υπόσχεσιν, την προστασίαν της Χριστιανικής πίστεως εν τω Περσικώ κράτει• διετέλει δε έκτοτε φίλος αφωσιωμένος τω Μαυρικίω μέχρι του κατά το 602 επελθόντος τέλους της τούτου βασιλείας. Τοιούτον ευτυχές και ένδοξον προς το κράτος το Ελληνικόν έλαβε τέλος ο 20 περίπου έτη διαρκέσας Περσικός πόλεμος.

Ο Μαυρίκιος εκλήθη υπό τινων χρονογράφων ο πρώτος Έλλην αυτοκράτωρ (primus Graecus appellatus imperator) είτε διότι πρώτος αυτός κατήγετο από χώρας Ελληνικής, από της Μικράς Ασίας, ήτις ήτο τότε καθ' ολοκληρίαν εξηλληνισμένη, είτε διότι το κράτος επ' αυτού κατέστη οριστικώς Ελληνικόν (60) ή μάλλον εξηλληνισμένον, αφού από του Ιουστινιανού ήδη και η νομοθεσία έτι εξεδίδετο Ελληνιστί. Και υπήρχον μεν έτι εν αυτώ έθνη μη Ελληνικά, ως οι το πλείστον της Ιταλίας και της Αφρικής οικούντες, και εν Ασία οι Αρμένιοι, οι Κόλχοι και οι ιδιαιτέρως Σύροι καλούμενοι. Αλλά τούτο ουδαμώς ελαττοί τον κατ' εξοχήν Ελληνικόν χαρακτήρα, διότι εν παντί μεγάλω κράτει υπάρχουσι καί τινα στοιχεία αλλογενή, ουδόλως διά της αλλογενείας αυτών μειούντα τον αληθή εθνικόν χαρακτήρα του κράτους. Είναι αληθές ότι το επίσημον όνομα του κράτους και μετά τον Μαυρίκιον, καθ' όλην την διάρκειαν της υπάρξεως αυτού, είναι «κράτος _Ρωμαϊκόν_», και οι κάτοικοι λέγονται «Ρωμαίοι», και οι βασιλείς «πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες Ρωμαίων». Αλλά το όνομα τούτο είχεν από μακρού ήδη χρόνου έννοιαν απλώς πολιτικήν, ουδόλως εθνολογικήν, ήτο δε παρά τοις ημετέροις αντίθετον προς το _Λατίνος_, δ' ού ονόματος εκάλουν οι ημέτεροι ακριβώς τους Δυτικούς, τους Νεολατινικούς λαούς. Ούτοι δε οι Δυτικοί εκάλουν τους ημετέρους από των χρόνων ήδη τούτων Γραικούς, ήτοι Έλληνας. Διά πάντας τους λόγους τούτους από τούδε και ημείς εν τη περαιτέρω ιστορική ημών αφηγήσει καλούμεν το κράτος Ελληνικόν και τους πολίτας αυτού Έλληνας.

5. Αι βαρβαρικαί επιδρομαί. Η θεωρία του I. Φαλλμεράυερ περί εκσλαυισμού της Ελλάδος.

Επί του Μαυρικίου, ενώ εν Ασία το κράτος το Ελληνικόν τοσούτο λαμπράς και ενδόξους ήρατο νίκας και επιτυχίας στρατιωτικάς και πολιτικάς και ηθικάς, εν ταις Ευρωπαϊκαίς χώραις αι βαρβαρικαί επιδρομαί καθίσταντο συχνότεραι γινόμεναι υπό Σλαύων και Αβάρων. Οι Άβαροι ούτοι υποτάξαντες εις εαυτούς τους Βουλγάρους της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας και τον Γερμανικόν λαόν των Γεπιδών (61), οίτινες ώκουν την νυν Βλαχίαν και Μολδαυίαν, εξέτειναν το κράτος αυτών από των ένδον της νυν Ρωσίας μέχρι της νυν Ουγγαρίας, καταλαβόντες ούτω πάσας τας πέραν του Δανουβίου χώρας και ελθόντες εις άμεσον συνάφειαν προς το Ελληνικόν κράτος. Οι Σλαυικοί λαοί, οι τε Άνται και οι Σκλαβηνοί οι περί τον Δανούβιον, υπετάχθησαν εις αυτούς και οι εις τα Καρπάθια δε εκ βορειοτέρων χωρών κατελθόντες τότε Σλαυικοί λαοί, οι καλούμενοι Σοραβοί ή Σέρβοι και Χρωβάται ή Κροάται, υπετάχθησαν υπό των Αβάρων. Ούτω δε ιδρύθη νέον κράτος βαρβαρικόν, ως το των Ούννων πρότερον, εκτεινόμενον από του Ευξείνου Πόντου και του Βορυσθένους μέχρι των περί την νυν Βιέννην χωρών, τεταγμένον υπό ηγεμόνα προσωνυμούμενον Χάνον ή Χαγάνον. Και αυτά δε τα έτι υφιστάμενα λείψανα των Ουννικών φυλών περιελήφθησαν εν τω νέω Μογγολικώ ειδωλολατρικώ κράτει. Οι Άβαροι λοιπόν ούτοι μετά των ποικίλων υπ' αυτούς βαρβαρικών φυλών διαβαίνοντες τον Δανούβιον εποιούντο επιδρομάς εις τας επαρχίας του Ελληνικού κράτους. Εν μια των επιδρομών τούτων τω 589 π. Χ. οι Άβαροι και οι Σλαύοι φαίνεται ότι προυχώρησαν μέχρι Πελοποννήσου. Αλλ' η επιδρομή αυτή ήτο όλως παροδική ουδ' ηδύναντο οι βάρβαροι να διατηρηθώσιν εν ταις κυρίως Ελληνικαίς χώραις, αφού η γραμμή του Δανουβίου καθ' όλην την βασιλείαν του Μαυρικίου και μετ’ αυτήν κατείχετο υπό του ελληνικού στρατού. Όμως μεταγενέστεραί τινες παραδόσεις παρέστησαν επί το υπερβολικώτερον τα περί της εις Πελοπόννησον βαρβαρικής επιδρομής του 589. {85} Εντεύθεν δε λαβών αφορμήν μισέλλην τις Γερμανός ιστοριογράφος του παρελθόντος αιώνος ο Ι. Φαλλμεράυερ ισχυρίσθη έν τισι συγγραφαίς αυτού (1830-1835), ότι το πλείστον της Πελοποννήσου κατά την επιδρομήν του 589 κατελήφθη υπό βαρβάρων, Αβάρων και Σλαύων, οίτινες ίδρυσαν δήθεν ενταύθα κράτος διαρκέσαν 218 έτη, και ότι μετά την κατά το 807 επελθούσαν κατάλυσιν του κράτους τούτου οι βάρβαροι εκείνοι προσελθόντες εις τον Χριστιανισμόν, όστις επεβλήθη αυτοίς υπό των βασιλέων του Βυζαντίου, συν τη νέα θρησκεία έμαθον και την ελληνικήν γλώσσαν και εγένοντο Έλληνες. Συμπέρασμα δε γενικόν του Γερμανού λογίου ήτο ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδος και μάλιστα της Πελοποννήσου εισί το πλείστον απόγονοι Σλαύων και Αβάρων, και ότι το μέγιστον μέρος του αρχαίου Ελληνικού λαού απώλετο εκ της χώρας ταύτης.

Αλλ' οι ισχυρισμοί ούτοι του μισέλληνος Γερμανού μετά τον μέγαν πάταγον, όν ήγειραν εν τοις μισελληνικοίς κύκλοις της Ευρώπης, ανηρέθησαν επιστημονικώτατα και απεδείχθησαν πλημμελέσταται υπό των πλείστων σοφών της Ευρώπης, ιδίως υπό των μεγάλων Γερμανών ιστορικών I. Zinkeisen, Hopf, Gerbinus και Hertzberg. Ούτοι δι' ερευνών σπουδαιοτάτων ιστορικών και γλωσσικών και εθνογραφικών απέδειξαν ότι ουδεμία σπουδαία μεταβολή ή αλλοίωσις εθνογραφική επήλθεν εις τας υπό των αρχαίων Ελλήνων οικουμένας χώρας και ότι οι νυν Έλληνες κάτοικοι των χωρών τούτων εισί γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι οι ολίγοι Σλαύοι βάρβαροι οι επιδραμόντες εις την Πελοπόννησον και εις άλλας τινάς χώρας της Ευρωπαϊκής Ελλάδος και εγκαταστάντες εν τοις όρεσι των χωρών τούτων ως ποιμένες ταχέως απερροφήθησαν υπό του τότε πυκνοτάτου ακραιφνούς ελληνικού πληθυσμού των χωρών τούτων.

Οι Άβαροι οι τω 589 εισβαλόντες εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας απεκρούσθησαν ταχέως, καθά μαρτυρούσι σύγχρονοι αξιόπιστοι συγγραφείς, και μέχρι του 602 ο παρά τον Δανούβιον σταθμεύων ελληνικός στρατός διαβάς πολλάκις τον ποταμόν τούτον επετέθη κατά των βαρβάρων εν τη ιδία τούτων χώρα, καθόλου δε περιώρισεν αυτούς εις τας πέραν του Δανουβίου χώρας. Αλλ' εν μια των στρατιών άς ο Ελληνικός στρατός διαβαίνων τον Δανούβιον επεχείρει εις τας εκείθεν του ποταμού χώρας, μέρος του στρατού εκ 12,000 ανδρών, ένεκα της ανικανότητος του αρχηγού αποκοπείς από του άλλου στρατού ηχμαλωτίσθη υπό του Χάνου των Αβάρων. Επειδή δε ούτος απαιτήσας λύτρα προς ελευθέρωσιν αυτών δεν έλαβεν αυτά, εξετέλεσεν εν πάση βαρβαρική, ωμότητι και απανθρωπία την απειλήν, μεθ' ής είχε συνοδεύσει την περί λύτρων απαίτησιν, σφάξας πάντας τους αιχμαλωτισθέντας. Το γεγονός, τούτο ενεποίησε μεγάλην αθυμίαν και οργήν εις το επίλοιπον του στρατού, όπερ άλλως απαυδήσαν εκ των ατελευτήτων εν τη βαρβαρική χώρα πολέμων και του επελθόντος χειμώνος ήθελε να επιστρέψη εις την εντεύθεν του ποταμού χώραν. Επειδή δε ο αυτοκράτωρ δεν επέτρεπε το τοιούτον θέλων να διαχειμάση ο στρατός εν τη εχθρική χώρα, ούτος και άλλως ων ωργισμένος κατά του βασιλέως, διότι εις την τούτου φιλαργυρίαν έδιδε την σφαγήν των αιχμαλώτων, εστασίασε και ανακηρύξας αρχηγόν αυτού εκατόνταρχόν τινα καλούμενον Φωκάν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Εντεύθεν μία των ιπποδρομικών μερίδων των πολιτών, οι Κυανοί, εκηρύχθη υπέρ των στασιαστών, οίτινες ηδυνήθησαν ούτω να επελάσωσιν εις την πρωτεύουσαν και να αναγορεύσωσι βασιλέα, τον Φωκάν. Ο Μαυρίκιος έφυγεν εις Ασίαν, αλλά συλληφθείς εφονεύθη εν Χαλκηδόνι μεθ' όλης της οικογενείας αυτού.

6. Φωκάς (603-610 μ. Χ.).

Του Φωκά η δεκαετής βασιλεία επλήρωσε συμφορών το κράτος. Και ενώ αυτός τυραννικώς ήρχεν εν τη πρωτευούση, οι βάρβαροι διά του Δανουβίου εδήουν τας εντεύθεν του ποταμού επαρχίας του κράτους. Αλλ' ο μέγιστος κίνδυνος ενέσκηψεν εξ ανατολών. Ο βασιλεύς της Περσίας Χοσρόης ο Β', όστις, δι' ούς λόγους είπομεν ανωτέρω, διετέλει εν βαθεία ειρήνη προς το Ελληνικόν κράτος, νυν έχων ως πρόφασιν ευπρεπή τα γινόμενα εις τον Μαυρίκιον και εις τον οίκον αυτού (προς όν και διά συγγενικού είχε συνδεθή δεσμού) και δίδων ούτως εις τον υπ' αυτού επιχειρούμενον πόλεμον χαρακτήρα εκδικήσεως ιεράς ως γινομένης εναντίον του άρπαγος της αρχής και φονέως του ευεργέτου αυτού και νομίμου βασιλέως, ανήψε φοβερόν φανατισμόν εν τω στρατώ αυτού. Ούτω δε εισβαλών εις Μεσοποταμίαν κατέλαβεν εν βραχεί πάσαν την χώραν ουδαμού ευρίσκων σπουδαίαν αντίστασιν και πανταχού φέρων την καταστροφήν και την αιχμαλωσίαν. Ο Φωκάς απεδείχθη νυν εντελώς ανίκανος να αντιμετωπίση τους σοβαρούς κινδύνους, εις ούς εξετέθη το κράτος εξ αιτίας αυτού. Και τότε οι συνετώτεροι των εν τη πρωτευούση απετάθησαν προς τον εν τοις προηγουμένοις κατά Περσών πολέμοις περιώνυμον γενόμενον στρατηγόν Ηράκλειον τον από Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας καταγόμενον, όντα δε νυν Έξαρχον ήτοι διοικητήν της Αφρικής, παρακαλούντες αυτόν όπως έλθη προς σωτηρίαν του Κράτους. Ο Ηράκλειος αυτός μεν δεν ήλθεν, αλλ' έπεμψε μετά στόλου και στρατού τον υιόν αυτού Ηράκλειον. Ούτος ερχόμενος εις την Κωνσταντινούπολιν ετύγχανεν ενθουσιώδους υποδοχής πανταχού, οπόθεν διήρχετο. Ότε δε αφίκετο εις την πρωτεύουσαν, ο λαός εξηγέρθη κατά του Φωκά και συλλαβών αυτόν ήγαγεν εις το πλοίον του Ηρακλείου, ένθα εφονεύθη αποτίσας ούτω τα αντίποινα της ασεβούς και απανθρώπου προς τον Μαυρίκιον διαγωγής αυτού. Ο Ηράκλειος ανηγορεύθη νυν βασιλεύς (610 μ. Χ.).

7. Ο βασιλεύς Ηράκλειος (610-651 μ. Χ.).

Καθ' όν χρόνον ο Ηράκλειος ανηγορεύετο εν Κωνσταντινουπόλει βασιλεύς και αυτοκράτωρ, το κράτος τούτο περιήρχετο εις τον έσχατον κίνδυνον και εν Ασία και εν Ευρώπη. Εν Ασία οι Πέρσαι κυριεύσαντες ήδη πάσαν την Ασσυρίαν, Μεσοποταμίαν, Αρμενίαν και την Βόρειον Συρίαν, παρεσκευάζοντο να καταλάβωσι την Παλαιστίνην και την Αίγυπτον, να εισβάλωσι δε και εις την Μικράν Ασίαν φέροντες πανταχού το πυρ, την καταστροφήν και την των κατοίκων αιχμαλωσίαν. Εν Ευρώπη δε οι Άβαροι μετά των υπ' αυτούς Σλαυικών φυλών δεινάς εποιούντο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δουναβίου χώρας απειλούντες και αυτήν την Κωνσταντινούπουλιν. Και εν Ιταλία δε μεγάλας εποιούντο προόδους οι Λαγγοβάρδοι εκτεινόμενοι από της ολοσχερώς κατακτηθείσης ήδη υπ' αυτών Άνω Ιταλίας εις την Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. Ο στρατός ο προ μικρού επί του Μαυρικίου τοσαύτας αράμενος νίκας ενδόξους εναντίον των Περσών εις τα ένδον της Περσίας και διαρρυθμίσας τα εσωτερικά της Περσίας πράγματα και εγκαταστήσας τον Χοσρόην εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, διετέλει νυν εν τελεία παραλύσει, υπό μεν των Περσών πανταχού ηττώμενος εν Ασία, μη επαρκών δε εις την άμυναν των Ευρωπαϊκών χωρών, κατεχόμενος δε και άλλως υπό πνεύματος στασιαστικού. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο Ηράκλειος εζήτησε να συνάψη ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας πρέσβεις εις τον εν Συρία ήδη ευρισκόμενον Πέρσην βασιλέα. Καθ' όν δε χρόνον αφίκοντο οι πρέσβεις εις την Συρίαν, προ μικρού είχε πέσει εις τας χείρας των Περσών η μεγάλη πόλις και πρωτεύουσα της Συρίας Αντιόχεια. Οι πρέσβεις του Ηρακλείου αναγγείλαντες την εις τον θρόνον του Βυζαντίου ανάρρησιν τούτου παρέστησαν εις τον Χοσρόην ότι εκλιπόντος ήδη του κοινού πολεμίου αμφοτέρων των κρατών και βασιλέων (του Φωκά) δεν υπήρχε λόγος προς εξακολούθησιν του πολέμου. Αλλ' ο Χοσρόης, όστις τα του Φωκά κακουργήματα είχε μόνον ως πρόσχημα του πολέμου, νυν εν τη συναισθήσει της δυνάμεως και των μεγάλων επιτυχιών αυτού ουδεμίαν ηθέλησε να δώση ακρόασιν εις τας περί ειρήνης προτάσεις του Ηρακλείου, αφού μάλιστα έβλεπε την στρατιωτικήν αδυναμίαν του πολεμίου κράτους. Αποπεμφθέντων λοιπόν απράκτων των πρέσβεων, ο Περσικός στρατός εισέβαλεν από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν (612), καθ' όν χρόνον άλλος στρατός από Συρίας εισήλαυνεν εις την Παλαιστίνην, λεηλατών πάσαν την χώραν, τέλος δε καταλαμβάνων (614) και αυτήν την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ. Ενταύθα και εν πάση τη Παλαιστίνη φοβερά εγένετο σφαγή χριστιανών, προς τοις άλλοις δε ηρπάγη και το τίμιον ξύλον του Σταυρού, ηχμαλωτίσθη δε και ο Πατριάρχης της αγίας πόλεως Ζαχαρίας. Εκ Παλαιστίνης οι Πέρσαι εισέβαλον εις την Αίγυπτον (616) προχωρήσαντες προς νότον μέχρι των ορίων της Αβησσυνίας και προς δυσμάς μέχρι της Κυρηναϊκής. Η Αλεξάνδρεια ελεηλατήθη και η Αίγυπτος πολλαχού ηρημώθη υπό των βαρβάρων επιδρομέων.

Αλλ' ο μέγιστος κίνδυνος εναντίον του κράτους επήρχετο εκ της Μικράς Ασίας. Οι εις την χώραν ταύτην εισβαλόντες Πέρσαι προυχώρουν ταχέως εν μέσω καταστροφών εις την καρδίαν της μεγάλης ταύτης Ελληνικής Χερσονήσου κατατροπούντες ευχερώς τον ενιαχού αντιτασσόμενον αυτώ ασθενή και εν παραλύσει ευρισκόμενον Ελληνικόν στρατόν, κυριεύοντες πόλεις, καίοντες κώμας και αγρούς, και απάγοντες αιχμαλώτους πανταχόθεν μέγα πλήθος ανθρώπων. Τέλος δε εν μέσω τοιούτων καταστροφών αφίκοντο οι Πέρσαι (616) εις τας απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως κειμένας και διά του πορθμού του Βοσπόρου μόνον από τούτου χωριζομένας πόλεις της Μικράς Ασίας Χαλκηδόνα και Χρυσούπολιν. Και οι μεν Πέρσαι δεν είχον στόλον ίνα διαπεραιωθώσι τον Βόσπορον και προσβάλωσι την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά καταλαμβανομένων ήδη πασών σχεδόν των Ασιατικών χωρών του κράτους υπό των βαρβάρων το κράτος εξετίθετο ήδη και εν Ευρώπη εις μέγαν κίνδυνον εκ των επιδρομών των Αβάρων, αίτινες εξετείνοντο νυν μέχρι των προθύρων της πρωτευούσης. Ενώπιον της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων μάτην ο Ηράκλειος επειράθη αύθις να συνομολογήση ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας προς αυτόν πρεσβείαν. Ο υπερόπτης Ασιανός βασιλεύς, ο προ μικρού διά των στρατιωτικών δυνάμεων του Έλληνος αυτοκράτορος καταλαβών τον θρόνον της Περσίας, απαντών εις την πρότασιν του Ηρακλείου εαυτόν μεν απεκάλει «βασιλέα και κύριον του κόσμου» τον δε Ηράκλειον «ευτελή και αναίσθητον δούλον» και απήτει ως όρον της ειρήνης ίνα ο βασιλεύς και ο λαός αυτού απαρνησάμενοι την πίστην του Χριστού προσέλθωσιν εις την θρησκείαν αυτού, ήτις ήτο λατρεία του ηλίου και του πυρός.

Τότε ο Ηράκλειος, όστις εν μέσω των κινδύνων και των καταστροφών των πολεμίων δεν επαύετο μελετών και διαγράφων σχέδια στρατείας κατά των Περσών, απεφάσισε να επιχειρήση εκ παντός τρόπου την εκστρατείαν ταύτην. Αλλ' ίνα στρατεύων κατά Περσών έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα από των Αβάρων συνήψε διαπραγματεύσεις περί ειρήνης και φιλίας προς τον Χαγάνον των Αβάρων και εις προσωπικήν μάλιστα προς τούτο ήλθε συνέντευξιν προς αυτόν (619). Μεθ’ όλην δε την δολιότητα, ήν έδειξεν ο Χαγάνος, κατά την περίστασιν ταύτην πειραθείς να συλλάβη τον βασιλέα, ο Ηράκλειος, αφού εσώθη εκ της επιβουλής ταύτης, την ανάγκην ποιούμενος φιλοτιμίαν προσεποιήθη ότι ασμένως εθεώρει επαρκείς τας υπό του Χαγάνου δοθείσας περί του γεγονότος εξηγήσεις και συνωμολόγησεν ειρήνην και φιλίαν προς αυτόν επί όροις ως δυνατόν ανεκτοίς. Και τότε παρεσκευάσθη δι' ών διέθετε πενιχροτάτων χρηματικών πόρων, δανεισάμενος χρήματα από των ιερών ναών, λαβών τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα αυτών συναινέσει κλήρου και λαού και αυτά τα αργυρά πολυκάνδηλα μεταποιήσας εις αργυρά νομίσματα. Ταύτα πάντα εποίει ο άλλως ευσεβέστατος βασιλεύς, ίνα αποδώση εν καιρώ πολλαπλάσια. Αλλά διά τοιούτων πενιχρών δυνάμεων παρασκευάζων στρατόν ο βασιλεύς ήθελεν εις τον στρατόν τούτον να εμπνεύση ως δύναμιν ηθικήν μεγίστην το αίσθημα το θρησκευτικόν δίδων εις την όλην στρατείαν χαρακτήρα, οίος ήτο και πράγματι, πολέμου υπέρ της πίστεως γινομένου. Ευτυχώς ο στρατός ήτο επιδεκτικός τοιούτων ηθικών αισθημάτων. Ο στρατός του Ελληνικού κράτους, όστις επί του Αρκαδίου και Θεοδοσίου Β' συνέκειτο καθ' ολοκληρίαν σχεδόν από βαρβάρων μισθοφόρων, από δε του Λέοντος Α' είχεν αρχίσει να προσλαμβάνη και εγχώρια στοιχεία, νυν επί του Ηρακλείου είχε καταστεί εντελώς στρατός Ελληνικός χριστιανικός από των πολιτών αυτών και υπηκόων του κράτους απαρτιζόμενος. Εις τον στρατόν λοιπόν τούτον ο Ηράκλειος ήθελε να εμπνεύση αίσθημα θρησκευτικόν βαθύτατον, εξεγείρων και αναρριπίζων το αίσθημα τούτο διά λόγων φλογερών εμφαινόντων ισχυράν θρησκευτικήν και ηθικήν έξαρσιν και διά πράξεων ηθικώς κατανυκτικών, φέρων εις τους πολέμους, έφιππος ων αυτός, εν τη δεξιά την εικόνα του Χριστού και εν ονόματι του εικονιζομένου Θεού εξορκίζων τους αγωνιζομένους να εκτελώσι το καθήκον αυτών. Ο μικρός αυτού στρατός ώρμησεν επί την στρατείαν (620 μ. Χ.) απ' αυτού του ναού της του Θεού Σοφίας και ανεχώρησεν επί στόλου από της πρωτευούσης.