Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 7
Ο αυτοκράτωρ Ζήνων εβασίλευσε μέχρι του 491. Αποθανόντος δ' αυτού κατά το έτος τούτο, η χήρα βασίλισσα Αριάδνη, συναινέσει της Συγκλήτου και του λαού αυτού της Κωνσταντινουπόλεως, ανηγόρευσεν ως αυτοκράτορα τον από Δυρραχίου αυλικόν αξιωματικόν Αναστάσιον τον επικαλούμενον Δίκορον (διότι είχε τον ένα οφθαλμόν μέλανα, τον έτερον δε κυανούν), μεθ' ού ήλθεν εις νέου γάμου κοινωνίαν, μετά την στέψιν αυτού ως αυτοκράτορος. Η βασιλεία του Αναστασίου υπήρξε και εξωτερικώς ουχί λίαν ειρηνική ένεκα νέων βαρβαρικών επιδρομών, και εσωτερικώς λίαν ταραχώδης ένεκα των επιταθεισών θρησκευτικών ερίδων. Οι νέοι βάρβαροι, οίτινες επί του Αναστασίου Α' ήρξαντο επιδρομών φοβερών εις το κράτος, ήσαν οι Βούλγαροι, λαός Τουρκικής (48) ή Ουννικής φυλής, όστις περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος προχωρήσας από της ανατολικής Ευρώπης ή από της ένδον Ασίας εις τας παρά την Τύραν (Δνείστερ) χώρας της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας, επεχείρει εκείθεν επί του Ζήνωνος έτι (τω 487 μ. Χ. το πρώτον) επιδρομάς εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του κράτους. Επί δε του Αναστασίου τοσούτον κατέστησαν φοβεραί αι επιδρομαί αύται εκταθείσαι μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτωρ ούτος, ίνα προφυλάξη την πρωτεύουσαν από της αμέσου προσβολής των νέων βαρβάρων, έκτισε το Μέγα λεγόμενον τείχος, ήτοι τείχος εκτεινόμενον περί την χερσόνησον, εφ' ής κείται η Κωνσταντινούπολις, από της Προποντίδος (από της παρά την Προποντίδα πόλεως Σηλυβρίας) μέχρι του Ευξείνου (της παρά τον Εύξεινον κειμένης π. Δέρκων). Και απ' ανατολών δε ήρξαντο αύθις οι Πέρσαι ν' απειλώσι το κράτος. Οι Πέρσαι από της προς τον Θεοδόσιον Β' ειρήνης (423 μ. Χ.) μέχρι των χρόνων του Αναστασίου Α', ήτοι επί 70 περίπου έτη, δεν είχον διαταράξει την ειρήνην, διότι και εις τας χώρας αυτών είχον γείνει φοβεραί επιδρομαί βαρβαρικαί κατ' ακολουθίαν της μεγάλης εξ Ασίας κατά τον 4 αιώνα γενομένης μεταναστεύσεως των λαών. Οι εισβαλόντες εις τας Περσικάς χώρας ήσαν οι αυτοί βάρβαροι, οίτινες από του Καυκάσου εισέβαλον και εις τας Ελληνικάς χώρας της Ασίας, οι λεγόμενοι Λευκοί Ούννοι ή Εφθαλίται. Είς μάλιστα βασιλεύς των Περσών, ο Περώζης, μικρόν προ του χρόνου της αναρρήσεως του Αναστασίου, ηχμαλωτίσθη και εφονεύθη υπό των βαρβάρων τούτων. Αλλά νυν, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αναστασίου, οι Πέρσαι επί του βασιλέως αυτών Καβάδου απαλλαγέντες των βαρβαρικών επιδρομών ήρξαντο να παρενοχλώσι το Ελληνικόν κράτος. Ο Αναστάσιος προς άμυναν εναντίον των Περσών τούτων έκτισε το περίφημον εν Μεσοποταμία φρούριον, το κληθέν από του ονόματος αυτού Αναστασιούπολις (ελέγετο και Δάρας).
Αι δε θρησκευτικαί έριδες, αι ταράττουσαι δεινώς επί του Αναστασίου Α' την εσωτερικήν ειρήνην του κράτους, ήσαν οίαι και αι επί του Ζήνωνος γενόμεναι μεταξύ των Ορθοδόξων, ήτοι των οπαδών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου και των Μονοφυσιτών. Επειδή δε εν Κωνσταντινουπόλει οι Ορθόδοξοι ήσαν ισχυρότεροι, ο δε βασιλεύς Αναστάσιος εθεωρείτο ευμενώς διακείμενος εις τους Μονοφυσίτας, αι θρησκευτικαί διαφοραί προυκάλεσαν αιματηράς συγκρούσεις, εν αίς μυριάδες εφονεύθησαν πολιτών, και αυτός δε ο βασιλεύς απέθανε (518 μ. Χ.) εν μέσω δεινής στάσεως εσωτερικής.
Του Αναστασίου αποθανόντος ο στρατός ουδαμώς προσέχων εις τους συγγενείς (ανεψιούς) του Αναστασίου, οίτινες ήσαν και φυσικοί κληρονόμοι αυτού, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα γηραιόν τινα αξιωματικόν, γενναίον και χρηστόν, αλλ' όλως αμαθή και απαίδευτον, και δη και αναλφάβητον, διά μηχανής υπογράφοντα τα διατάγματα, τον Ιουστίνον Α', τον λεγόμενον μεν Θράκα, αλλά καταγόμενον από Ιλλυρίας. Ούτος εβασίλευσεν 9 μόνον έτη και αποκατέστησεν οπωσούν την θρησκευτικήν ειρήνην διά της εις την Ορθοδοξίαν αφοσιώσεως αυτού• διαλλάξας δε την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως προς την της Ρώμης συνετέλεσεν εις την άρσιν του από 35 ετών υφισταμένου σχίσματος (ίδ. σελ. 61). Ο Ιουστίνος ετελεύτησε τω 527 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον περίφημον ανεψιόν αυτού Ιουστινιανόν Α'.
2. Ιουστινιανός ο Μέγας (527-565 μ. Χ.).
Του Ιουστινιανού Α' η επί 38 έτη διαρκέσασα βασιλεία είναι μία των σπουδαιοτάτων και λαμπροτάτων περιόδων της ιστορίας του Ελληνορωμαϊκού κράτους διά τα μεγάλα γεγονότα τα πληρούντα την βασιλείαν ταύτην. Ο Ιουστινιανός Α' ήτο ανήρ περίνους [49], μεγαλόνους και μεγαλεπήβολος, αρχικός και φιλόδοξος εν τη καλή σημασία του ονόματος• ήτο δε και πεπαιδευμένος ως νομικός, θεολόγος και αρχιτέκτων. Αλλά πλην του τα τοιαύτα προσόντα κεκτημένου αυτοκράτορος και πολλοί μεγάλοι άνδρες πολιτικοί και στρατιωτικοί και νομοδιδάσκαλοι και καλλιτέχναι ελάμπρυναν την βασιλείαν του Ιουστινιανού. Εν τοις πολλοίς και ονομαστοίς στρατηγοίς του αυτοκράτορος οι μέγιστοι και διαπρεπέστατοι ήσαν ο Βελισσάριος και ο Ναρσής• μεταξύ δε των υπουργών ή συμβούλων επιφανέστατος ην ο μέγας νομοδιδάσκαλος Τριβωνιανός• και μεταξύ των καλλιτεχνών οι περιφημότατοι ήσαν οι μεγαλοφυείς αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος. Μέγα όνομα εν τη Ιστορία του Ιουστινιανού εκτήσατο και η γυνή αυτού και αυτοκράτειρα και αυγούστα υπ' αυτού αναγορευθείσα Θεοδώρα. Αύτη, καίπερ εκ ταπεινού γένους καταγομένη, διάγουσα δε πρότερον βίον ουχί ηθικώς και κοινωνικώς ανεπίληπτον, όμως διεκρίνετο επί ευφυία, δυνάμει πνεύματος και χάριτι• γενομένη δε σύνευνος του Ιουστινιανού και υψωθείσα εις τον περίλαμπρον θρόνον του Βυζαντίου, τον μέγιστον τότε και ενδοξότατον εν όλη τη οικουμένη, εν τω θρόνω τούτω και διά τούτου εξηυγενίσθη ηθικώς και υπήρξε σύμβουλος πιστή του μεγάλου βασιλέως και ενίοτε κρατίστη και μεγίστη εν ταις δεινοτάταις των περιστάσεων.
Τα πολλά και μεγάλα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού εισίν εν περιλήψει τα εξής.
Μικρόν μετά την εις τον θρόνον άνοδον του Ιουστινιανού ήρξατο ο από Περσών πόλεμος του Καβάδου, του μνημονευθέντος ανωτέρω βασιλέως των Περσών, εισβαλόντος εις τας ανατολικάς επαρχίας του κράτους (528 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός έπεμψε πολλούς στρατηγούς εναντίον των Περσών, εν οίς και τον Βελισσάριον, όστις μετά πολλάς αμφιρρόπους μάχας και εκατέρωθεν νίκας και αποτυχίας επί τέλους έστρεψε την επιτυχίαν προς τον στρατόν τον αυτοκρατορικόν και μετά τριετείς αγώνας αποθανόντος του Καβάδου (ή Κοβάδου) και διαδεξαμένου τούτον του υιού αυτού Χοσρόου Α' του Μεγάλου, του επικαλουμένου «Ευδαίμονος» (Νουσιρβάν) (50) , συνωμολόγησεν ειρήνην έντιμον ασφαλίζουσαν τα όρια του κράτους προς ανατολάς.
Ο αυτός στρατηγός κατέβαλε μετ' ολίγον εν Κωνσταντινουπόλει (533) στάσιν τινά καλουμένην «του Νίκα» (51). Η στάσις αύτη, προελθούσα εκ των αντιζηλιών των δύο εν τω ιπποδρόμω από του χρώματος της στολής των προς αλλήλους αγωνιζομένων αρματηλατών ωνομασμένων μερίδων (Πρασίνων και Κυανών ή Βενέτων) (52), εστράφη κατά του αυτοκράτορος. Μετ' ολίγον το πλείστον της πόλεως μετέσχε της στάσεως και πυρ υπό των στασιαστών βληθέν εις την πόλιν επήνεγκε μεγάλας καταστροφάς ιδίως δημοσίων κτιρίων. Κατεστράφη δε τότε υπό του πυρός και ο ναός της του Θεού Σοφίας. Και ήδη μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει εις τους στασιαστάς, οίτινες είχον κηρύξει αυτοκράτορα, τον του αυτοκράτορος Αναστασίου Α' ανεψιόν Υπάτιον, ο δε Ιουστινιανός εβουλεύετο περί φυγής διά της θαλάσσης, ότε η τολμηρά και εύγλωττος αντίρρησις της Θεοδώρας επήνεγκεν οριστικήν μεταβολήν των πραγμάτων (53). Ο Ιουστινιανός μεταπεισθείς εκ των λόγων της Θεοδώρας ανέθηκεν εις τον Βελισσάριον τον κατά των στασιαστών αγώνα. Ούτος δε αναπτερώσας το φρόνημα των ολίγων πιστών μεινάντων στρατιωτών κατέβαλε ταχέως και αιματηρώς την στάσιν, εθανατώθη δε και ο αυτοκράτωρ ανακηρυχθείς Υπάτιος.
Μικρόν μετά ταύτα επεχείρησεν ο Ιουστινιανός πόλεμον κατά των Βανδήλων της Αφρικής (535 μ. Χ.). Ενταύθα μετά τον θάνατον του φοβερού Γεζερίχου (478) και μετά τινας ήττον πονηρούς και ωμούς ηγεμόνας, οίτινες εκ του οίκου του Γεζερίχου διεδέξαντο αυτόν εν τη αρχή, ήρπασεν επί τέλους ταύτην ο τω προπάππω όμοιος δισέγγονος του Γεζερίχου Γελίμερ, εκβαλών τον νομίμως κατέχοντα αυτόν Ιλδέριχον (530 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός, όστις και άλλως διέκειτο ευμενώς προς τον Ιλδέριχον, επενέβη υπέρ αυτού καθ' ό είχε δικαίωμα ως υπέρτατος νόμιμος κύριος της Αφρικής, απαιτών την εκ δεσμών απαλλαγήν του εκπτώτου βασιλέως. Μη εισακουσθείς δε έπεμψεν εναντίον του Γελίμερος στόλον και στρατόν υπό την αρχηγίαν του Βελισσαρίου (535 μ. Χ.). Η δύναμις, ής ηγείτο ο Βελισσάριος (συγκειμένη εκ 30 χιλ. στρατιωτών και 600 πλοίων), ήτο πολλώ σμικροτέρα της πεμφθείσης προ 70 περίπου ετών υπό του Λέοντος Α'. Αλλ' ο Βελισσάριος κατώρθωσεν εν τη στρατηγική αυτού μεγαλοφυία διά της αναλόγως μικράς ταύτης δυνάμεως ου μόνον να νικήση τον Γελίμερα και να συλλάβη αυτόν, αλλά και να καταλύση οριστικώς το Βανδηλικόν κράτος. Πάσα η Αφρική νυν, από των δυτικών ορίων της Αιγύπτου μέχρι του Ατλαντικού εκτεινομένη, υπετάγη εις το Ελληνορωμαϊκόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Και ο Γελίμερ αχθείς εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των μεγιστάνων αυτού ηκολούθησε τω θριάμβω του Βελισσαρίου και προσεκύνησε τον Ιουστινιανόν• τυχών δε παρ' αυτού χάριτος επέμφθη εις Μικράν Ασίαν, ένθα εδωρήσατο αυτώ ο αυτοκράτωρ πλούσιον κτήμα ίνα διέλθη εν αυτώ το λοιπόν του βίου εν ανέσει ως ιδιώτης. Οι Βανδήλοι αιχμαλωτισθέντες κατετάχθησαν εις τον στρατόν του κράτους.
Μικρόν μετά την κατάλυσιν του Βανδηλικού κράτους επήλθε και η κατάλυσις του Ουστρογοτθικού κράτους της Ιταλίας και η άμεσος υπαγωγή της χώρας ταύτης υπό το κράτος του Ιουστινιανού.
Μετά τον θάνατον του Θευδερίχου (526 μ. Χ.), όστις επί 33 έτη εκυβέρνα καλώς και ισχυρώς το υπ' αυτού εν Ιταλία ιδρυθέν κράτος των Ουστρογότθων, η ηγεμονία των Ουστρογότθων είχε περιέλθει εις την θυγατέρα αυτού Αμαλασούνθαν. Αύτη εκπληρούσα πιστώς τα προς τον Ιουστινιανόν ως υπέρτατον άρχοντα της Ιταλίας καθήκοντα είχε πέμψει στρατόν προς τον Βελισσάριον εν τω κατά Βανδήλων πολέμω και διά της πράξεως ταύτης είχεν ελκύσει την εύνοιαν του Ιουστινιανού. Ο άγριος φόνος της ευγενούς ταύτης γυναικός υπό του βαρβάρου ανδρός αυτής Θευδάτου του Ουστρογότθου, όστις εσφετερίσθη νυν την αρχήν (54), έδωκεν αφορμήν εις τον Ιουστινιανόν να κηρύξη πόλεμον κατά του Ουστρογοτθικού κράτους και να πέμψη εις Ιταλίαν τον εξ Αφρικής προ μικρού επιστρέψαντα δαφνοστεφή στρατηγόν Βελισσάριον (535 μ. Χ). Ο πόλεμος ούτος, εν ώ κατ' αρχάς θαυμασίως ευδοκίμησεν ο Βελισσάριος, μετά μικρών δυνάμεων καταλαβών μέγα μέρος της Ιταλίας και την Ρώμην αυτήν, διήρκεσε μακρόν χρόνον ένεκα της μεγάλης, γενναίας και επιμόνου αντιστάσεως, ήν αντέταξαν οι Ουστρογότθοι υπό τους γενναίους βασιλείς Ουίτιγιν, Τωτίλαν και Τεΐαν, ούς αλληλοδιαδόχως εξέλεξαν, αφού καθήρεσαν και εφόνευσαν τον γενόμενον αίτιον του πολέμου άθλιον Θευδάτον. Προς τούτοις, διαρκούντος του κατά Ουστρογότθων πολέμου τούτου οι Πέρσαι διαλύσαντες την ειρήνην εισέβαλον εις την Μεσοποταμίαν (540) καθ' υποκίνησιν των Ουστρογότθων, οίτινες κατόρθωσαν να πέμψωσι πρεσβείαν εις την Περσίαν και να παραστήσωσιν εις τους Πέρσας τους κινδύνους τους ενδεχομένους να προκύψωσιν εις το Περσικόν κράτος εκ της υπερμέτρου αυξήσεως των δυνάμεων των Ρωμαίων διά της υπ' αυτών καταλήψεως της Ιταλίας. Ένεκα του ούτως εκραγέντος νέου Περσικού πολέμου ο Βελισσάριος ανεκλήθη από της Ιταλίας ίνα πεμφθή κατά των Περσών και εντεύθεν εχαλαρώθη ο εν Ιταλία πόλεμος, οι δε Γότθοι κατέστησαν επιθετικότεροι. Και αφού δε ο Βελισσάριος νικήσας τους Πέρσας και απώσας αυτούς πέραν του Τίγρητος επανήλθεν εις την Ιταλίαν, δεν κατώρθωσε να περατώση τον πόλεμον ταχέως και επιτυχώς προ πάντων ένεκεν ανεπαρκείας των στρατιωτικών δυνάμεων αυτού, και επέστρεψεν αύθις εις Κωνσταντινούπολιν. {74} Τέλος δε μετά νέου στρατού εστάλη εις την Ιταλίαν ο στρατηγός Ναρσής, όστις μετά πολλάς μάχας, καθ' άς ηρωικώς ηγωνίσθησαν υπέρ της ελευθερίας αυτών οι Ουστρογότθοι, κατώρθωσε να καταλύση οριστικώς το κράτος το Ουστρογοτθικόν (555 μ. Χ.) και να υπαγάγη άπασαν την Ιταλίαν υπό την άμεσον αρχήν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος. Η μεγάλη αύτη χώρα απετέλεσε νυν ιδίαν μεγάλην διοικητικήν περιφέρειαν (Εξαρχίαν), κυβερνωμένην υπό επιτρόπου του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος, Εξάρχου καλουμένου. Τοιούτος δε Έξαρχος εγένετο νυν ο Ναρσής.
Ο διαρκούντος του Ουστρογοτθικού εν Ιταλία πολέμου αρξάμενος τω 549 νέος Περσικός πόλεμος εξηκολούθησε και μετά τας μνημονευθείσας νίκας του Βελισσαρίου επί πολλά έτη, μετατεθείς από των περί τον Τίγρητα και τον Ευφράτην χωρών της Μεσοποταμίας εις την περί τον Καύκασον και την κατά τας ακτάς του Ευξείνου κειμένην και Κολχίδα καλουμένην χώραν, ήν οι Πέρσαι ήθελον να αφαιρέσωσιν από του Ελληνικού κράτους. Διήρκεσε δε ο πόλεμος εν τη νέα αυτού ταύτη φάσει επί επτά έτη (549-556) μ. Χ. και έληξε δι' ειρήνης, καθ' ήν η μεν Κολχίς έμεινεν εν τω Ελληνικώ κράτει, εις δε τους Πέρσας υπεχρεώθη το κράτος να δίδη χρηματικήν τινα χορηγίαν διά την υποχρέωσιν ήν ανέλαβαν ούτοι να τηρώσι φρουράν εν ταις Κασπίαις πόλεσιν (εν ταις περί την Κασπίαν στεναίς διόδοις του Καυκάσου) ίνα κωλύωσι την εις τας Ασιατικάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους και εις την Περσίαν εισβολήν των πέραν του Καυκάσου βαρβάρων.
Και ταύτα μεν τα μεγάλα πολεμικά γεγονότα της βασιλείας του Ιουστινιανού, δι' ού το Ελληνικόν κράτος εξετάθη από των Ηρακλείων στηλών μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και ολόκληρος σχεδόν η Μεσόγειος θάλασσα εγένετο θάλασσα Ελληνορωμαϊκή (55).
Αλλ' εκτός τούτων των εκδήμων και υπερθαλασσίων μεγάλων στρατειών και πολέμων διεξήγαγεν ο Ιουστινιανός και πολλούς μικροπολέμους εναντίον των από βορρά εισβαλόντων εις το κράτος βαρβάρων. Τοιούτοι βάρβαροι ήσαν προ πάντων οι από της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας επιδρομάς εις το κράτος ποιούμενοι Βούλγαροι και τα μετά τούτων ενούμενα λείψανα των εν ταις αυταίς χώραις πλανωμένων Ούννων. Αλλά κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού και νέα βαρβαρικά στίφη, Σλαυικά ταύτα, κατερχόμενα και αυτά κατά μικρόν μετά την διάλυσιν του Ουννικού κράτους από των χωρών της νυν δυτικής Ρωσίας εις τον Κάτω Δανούβιον και τα Καρπάθια ήρξαντο να εισβάλλωσιν εις τας εντεύθεν του Δανουβίου επαρχίας του Κράτους, ιδίως εις την Κάτω Μοισίαν (την νυν Βουλγαρίαν). Μεταξύ των Σλαυικών τούτων φυλών, αίτινες καλούνται υπό των Ελλήνων των τότε χρόνων συνήθως Σκλαβηνοί, γνωστή είναι ιδίως η φυλή των Άντων καλουμένων Σλαύων, αφ' ών πολλάκις ηττηθέντων έλαβεν ο Ιουστινιανός το νικητήριον επώνυμον Αντικός (Anticus). Επί του Ιουστινιανού δ' ωσαύτως εφάνη εν ταις πέραν του Δανουβίου χώραις νέα φυλή βαρβαρική πολυπληθής εξ Ασίας ελθούσα εις Ευρώπην, οι Άβαροι, λαός εν μέρει Μογγολικής καταγωγής, ως οι Ούννοι, ελθών εκ των ένδον ή και εκ των εσχατιών (της νυν Μαντζουρίας, ως εικάζεται) της Ασίας. Και οι μεν Άβαροι, οι επί των διαδόχων του Ιουστινιανού τούτου φοβεροί γενόμενοι και εις το κράτος και εις τους Γερμανούς, δεν επεχείρησαν έτι επιδρομάς εις το Κράτος. Αλλ' οι Σκλαβηνοί και οι Βούλγαροι πολλάκις εισέβαλλον εις τας εντεύθεν του Δανουβίου χώρας. Άπαξ δε Βούλγαροι μετά Ούννων προυχώρησαν (559) μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, διελθόντες το Μέγα Τείχος διά των μεγάλων ρηγμάτων, άτινα προ μικρού είχον ανοίξει εν αυτώ οι από του 558 μέχρι 559 εκ διαλειμμάτων γενόμενοι μεγάλοι σεισμοί. Αλλά και τότε ο Βελισσάριος, όστις ήτο ήδη γέρων και απόμαχος στρατηγός, ενίκησε τους βαρβάρους μετά του μικρού εκ των νέων της Κωνσταντινουπόλεως και εκ των αγροτών της πέριξ χώρας εκ του προχείρου συγκροτηθέντος αυτοσχεδίου στρατού.
{76} Και τοιαύτα μεν καθόλου τα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού. Εκ των έργων δε της εσωτερικής κυβερνήσεως του Ιουστινιανού το λαμπρότατον είνε η υπ' αυτού γενομένη συστηματική συλλογή και κατάταξις των Ρωμαϊκών νόμων, εξ ής απετελέσθη το Ιουστινιάνειον Δίκαιον, εκ τούτου δε η επιστήμη του Ρωμαϊκού Δικαίου.
Η μεγάλη αύτη εργασία εγένετο εν έτεσιν έξ (528-534 μ. Χ.) υπό δωδεκαμελούς επιτροπείας νομοδιδασκάλων εργαζομένων υπό την προεδρίαν του περιφήμου νομοδιδασκάλου Τριβωνιανού, κατέχοντος τότε και το αξίωμα του κοιέστωρος, αξίωμα δηλονότι μέχρι τινός ανάλογον προς το παρ' ημίν αξίωμα του υπουργού της Δικαιοσύνης. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον περιέχει α') τον _Κώδικα_ ήτοι την συλλογήν και συστηματικήν κατάταξιν των μέχρι του Ιουστινιανού επί των προκατόχων αυτού αυτοκρατόρων εκδοθέντων νόμων, εις ούς προσετέθησαν και οι υπ' αυτού του Ιουστινιανού εκδοθέντες νόμοι οι καλούμενοι _Νεαραί_ (νέοι νόμοι) ή Λατινιστοί Novellae• β') τους _Πανδέκτας_ ή τα _Δίγεστα_ (Digesta), ήτοι συλλογήν και επιστημονικήν κατάταξιν θεμελιωδών αρχών του Δικαίου και αποφάσεων νομικών εξηγμένων από δισχιλίων νομικών βιβλίων των περιφημοτάτων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων. Εις δε τα κύρια ταύτα μέρη του Ιουστινιανείου Δικαίου προσετέθησαν και αι Εισηγήσεις (Institutiones), είδος τι δηλονότι εισαγωγής περί των γενικών αρχών του Δικαίου. Η γλώσσα του Ιουστινιανείου Δικαίου είνε Λατινική πλην της των Νεαρών, αίτινες εξεδόθησαν εν τη Ελληνική. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον από του Βυζαντίου παρέλαβον πάσαι σχεδόν αι Ευρωπαϊκαί χώραι και κατέστησαν βάσιν της του Δικαίου επιστήμης μέχρι σήμερον.
Άλλο έργον σπουδαίον της εσωτερικής διοικήσεως του Ιουστινιανού είνε τα υπ' αυτού εν τη πρωτευούση και εν ταις διαφόροις χώραις του κράτους γενόμενα κτίσματα, ήτοι πόλεις, άς έκτισεν ή ανωκοδόμησε, τείχη πόλεων ή οχυρώματα, φρούρια πολυπληθή κτισθέντα προς άμυναν εναντίον των βαρβάρων, προσέτι δημόσια κτίρια, λουτρώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, προ πάντων δε μοναστήρια και ναοί μεγαλοπρεπείς προς λατρείαν του Θεού. Μεταξύ των πλείστων μεγαλοπρεπών ναών, ούς ο Ιουστινιανός έκτισεν εν Κωνσταντινουπόλει και εν πλείσταις πόλεσι του αχανούς αυτού κράτους, ο περιφημότατος εν τη ιστορία είνε ο της του Θεού Σοφίας, ο οικοδομηθείς ή μάλλον ανοικοδομηθείς υπό του βασιλέως τούτου μέγιστος και λαμπρότατος μετά την εν τη στάσει του «Νίκα» καταστροφήν αυτού. Έκτισαν δε αυτόν οι μεγαλοφυείς Έλληνες αρχιτέκτονες οι εφάμιλλοι προς τους μεγάλους αρχιτέκτονας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου Καλλικράτη και Ικτίνον, Ανθέμιος ο Τραλλιανός και Ισίδωρος ο Μιλήσιος και ο τούτου ομώνυμος ανεψιός. Περί του ναού τούτου, μοναδικού διά το αρχιτεκτονικόν αυτού κάλλος, το αρμονικόν της οικοδομής, και το εξαισίως φωτεινόν, και περί της ηθικής θρησκευτικής εξάρσεως, ήν εμποιεί εις τας ψυχάς των εισερχομένων και θεωμένων αυτόν εσωτερικώς, λέγει ο ιστοριογράφος Προκόπιος χαρακτηριστικότατα, ότι «εν αυτώ ο νους προς τον Θεόν επαιρόμενος, αεροβατεί, ου μακράν που ηγούμενος αυτόν είναι» και ότι «τούτου του θεάματος ουδείς έλαβε πώποτε κόρον, αλλά παρόντες μεν άνθρωποι τοις ορωμένοις γεγήθασιν, απιόντες δε τοις υπέρ αυτού διαλόγοις αποσεμνύνονται» . . . Τοιούτος ναός «Μεγάλη Εκκλησία» υπό των χριστιανών εικότως κληθείς δεν είχε μόνον αξίαν μοναδικήν καλλιτεχνικήν ούτε σπουδαιότητα απλώς θρησκευτικήν, αλλά προς τη τοιαύτη σπουδαιότητι και ένεκα ταύτης εκτήσατο και μεγίστην καθολικήν ιστορικήν σπουδαιότητα εν τω όλω βίω του Χριστιανικού Ελληνισμού. Εν τω ναώ τούτω συνεκροτούντο αι Εκκλησιαστικαί Σύνοδοι• ενταύθα οι βασιλείς προσευχόμενοι εις τον Θεόν εν κατανύξει επεχείρουν στρατείας και πολέμους. Εις τον ναόν τούτον οι αυτοκράτορες οι επανερχόμενοι νικηταί εις την πρωτεύουσαν μετέβαινον εν θριάμβω ίνα ψάλλωσι τον νικητήριον προς τον Ύψιστον ύμνον. Τούτων δε πάντων ένεκα η Αγία Σοφία και αφού μετά την κατάλυσιν του κράτους περιήλθεν υπό το κράτος αλλοθρήσκων και αλλογενών κατακτητών και έπαυσε του να είναι χριστιανικός ναός, ου μόνον ως αριστοτέχνημα αρχιτεκτονικόν έμεινεν αιώνιον μνημείον της Ελληνικής τέχνης και μεγαλοφυίας, αλλά και, ως μνημείον καθόλου ιστορικόν, το ιδεώδες σύμβολον του εθνικού μεγαλείου του Έλληνος και των περί τούτου εις το μέλλον ελπίδων αυτού.
Πολλά άλλα ετελέσθησαν έργα επί της βασιλείας του μεγαλαπράγμονος αυτοκράτορος Ιουστινιανού, αποβλέποντα προς εμπέδωσιν της εξωτερικής ασφαλείας και προαγωγήν της εσωτερικής ευημερίας των υπηκόων. Αναφέρομεν ιδίως ότι επί του Ιουστινιανού εισήχθη εις το κράτος η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκος, λέγεται δε ότι δύο μοναχοί Έλληνες μεταβάντες εις Κίναν κατώρθωσαν να εισαγάγωσιν εις το κράτος τον σπόρον του σκώληκος, εξαγαγόντες αυτόν κρυφίως εντός των σωλήνων των ράβδων αυτών, διότι ήτο αυστηρώς απηγορευμένη εν Κίνα η εξαγωγή του προϊόντος τούτου (56), όπερ μέχρι του 12 αιώνος εκαλλιεργείτο εν Ευρώπη μόνον εν τω Ελληνικώ κράτει και ήτο πολυτιμότατον προϊόν του Κράτους τούτου.
Εις τα Εκκλησιαστικά δε πράγματα ανεμίχθη ο Ιουστινιανός και διά Συνόδου Οικουμενικής (της πέμπτης), ήν συνεκάλεσεν εν Κωνσταντινουπόλει (553 μ. Χ.), εζήτησε να λύση τας εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών προελθούσας και υφισταμένας έτι θρησκευτικάς έριδας.
Αλλ' η μακρά βασιλεία του Ιουστινιανού πλην της λαμπροτάτης ταύτης όψεως, ήν περιεγράψαμεν διά βραχέων, είχε καί τινα σκιερά, όπως πάντα τα ανθρώπινα πράγματα εν τη ιστορία και ιδίως τα των μεγάλων εθνών και κρατών. Τοιαύτα δε είναι αι πολλαί βαρβαρικαί επιδρομαί αι γενόμεναι εις τας ευρωπαϊκάς ιδίως χώρας του κράτους υπό των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων, αι συνεπαγόμεναι δηώσεις της γης και αιχμαλωσίας ανθρώπων• έπειτα μεγάλαι τινές φυσικαί συμφοραί, οίον οι εκ των πολλών πολέμων προκύψαντες λιμοί και λοιμοί κατά τόπους, καί τις φοβερός επιδημικός λοιμός ενσκήψας εξ Αφρικής κατά το 4 έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού και πολλάκις εκ διαλειμμάτων μαστίσας το κράτος. Προς τούτοις και σεισμοί πολλοί και σφοδροί εγένοντο πολλάκις επί της βασιλείας του Ιουστινιανού, μεγάλας επενεγκόντες καταστροφάς εν τε τη πρωτευούση και εν ταις επαρχίαις και ιδίως καταθάψαντες μυριάδας ανθρώπων εν Αντιοχεία και εν Βηρυτώ. Εν Βηρυτώ δε ο σεισμός ο γενόμενος τω 554 κατέστρεψε την ενταύθα Νομικήν Σχολήν, εν ή εσπούδαζον οι των ευγενών παίδες, και κατέθαψεν υπό τα ερείπια αυτής πάντας τους διδάσκοντας και διδασκομένους εν αυτή. Σκιερόν μέρος της βασιλείας του Ιουστινιανού θεωρείται και η τω 529 γενομένη κατάργησις της εν Αθήναις αρχαίας Φιλοσοφικής Σχολής, μεθ' ής εξέλιπε και το τελευταίον γνώρισμα της αρχαίας δόξης των Αθηνών.
Και συνωμοσίαι δε κατά του Ιουστινιανού εγένοντο, εις ών μίαν ανεμίχθη και το όνομα του Βελισσαρίου, όστις κατηγορηθείς υπό των εχθρών αυτού ως συνένοχος, κατεδικάσθη χωρίς ν' αποδειχθή η ενοχή αυτού (564). Αλλ' ο Ιουστινιανός απένειμε χάριν τω ενδόξω στρατηγώ, γινώσκων κατά βάθος την αθωότητα αυτού και επέτρεψεν αυτώ να ζήση το λοιπόν του βίου ησύχως εν τη πρωτευούση, απολαύων πασών των προτέρων τιμών και καρπούμενος την περιουσίαν αυτού, ήτις μόνον μετά τον θάνατον του στρατηγού, μη υπαρχόντων κληρονόμων, εδημεύθη υπό του κράτους. Αλλ' ο Βελισσάριος μικρόν μόνον επέζησε τω ειρημένω γεγονότι, αποθανών κατά Μάρτιον του 565. Οκτώ μήνας μετά τον μέγαν στρατηγόν ετελεύτησε το αυτό έτος (14 Νοεμβρίου 565 μ. Χ.) και ο μέγας βασιλεύς Ιουστινιανός (Επτακαίδεκα έτη προ αυτού, τω 548, είχεν αποθάνει η βασιλίς Θεοδώρα).
3. Ιουστίνος Β' (565-578).
Τον Ιουστινιανόν τελευτήσαντα άπαιδα διεδέξατο ο από της αδελφής αυτού ανεψιός Ιουστίνος Β'. Ο αυτοκράτωρ ούτος δεν είχε μεν την μεγαλοφυίαν και την δύναμιν και ενέργειαν του πνεύματος, εφ' ή διεκρίνετο ο θείος αυτού, αλλ' ήτο δίκαιος και αγαθός προς το υπήκοον. Επ' αυτού μέρος της Ιταλίας (την Άνω Ιταλίαν) απώλεσε το κράτος. Διότι οι Λογγοβάρδιοι, έθνος Γερμανικόν, εις ό ο Ιουστινιανός είχεν επιτρέψει να εγκαταστή εις τας περί τον Δανούβιον χώρας, επέδραμεν εις την Άνω Ιταλίαν (568) και ίδρυσε κράτος βαρβαρικόν εν αυτή, μη αναγνωρίζον την κυριαρχίαν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος και μη σεβόμενον (ως ο Οδόακρος και ο Θευδέριχος) τους Ρωμαϊκούς θεσμούς, αλλ' εισαγαγόν εις την χώραν όλως νέον βίον Γερμανικόν, οίον οι πέραν των Άλπεων Γερμανικοί λαοί εισήγαγον εις τας υπ' αυτών καταληφθείσας χώρας. Νυν δε πρώτον μέρος της Ιταλίας απεσπάσθη οριστικώς από του λεγομένου Ρωμαϊκού κράτους. Ένεκα του γεγονότος τούτου ο Ιουστίνος καταληφθείς υπό θλίψεως και δυσθυμίας και μη επαρκών μόνος εις την κυβέρνησιν του κράτους παρέλαβε μετά τινα έτη ως συνάρχοντα (αναγορεύσας αυτόν καίσαρα) άνδρα άριστον, τον αρχηγόν των σωματοφυλάκων Τιβέριον, μεθ' ού συνεβασίλευσεν επί 4 έτη, τελευτήσας τω 578 μ. Χ.
4. Τιβέριος Β' (578-582 μ. Χ.).