Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 4
Ο Ουάλης εις τους Βησιγότθους τους παρ' αυτού αιτουμένους να εγκαταστώσιν εντός των ορίων του κράτους επέτρεψε να οικήσωσιν εν τη μεταξύ του Δανουβίου και του Αίμου Κάτω Μοισία (νυν Βουλγαρία), αλλ' επί τω όρω να παραδώσωσι τα όπλα αυτών εις τας αυτοκρατορικάς αρχάς και να παράσχωσιν ως ομήρους μέρος των παίδων αυτών, οίτινες επέμφθησαν εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ' οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι εξήγειραν μετ' ολίγον την σφοδράν αγανάκτησιν του βαρβάρου, αλλ' ανδρείου λαού, παρέχοντες αυτοίς επί τιμαίς βαρυτάταις τα προς το ζην. Επειδή δε δεν ήσαν εντελώς άοπλοι, διότι είχον κατορθώσει να κρύψωσι μέρος των οπλών αυτών, κατεσκεύασαν δε και άλλα εν τω τόπω, εν ώ εγκατέστησαν, εξηγέρθησαν ένοπλοι και ενισχυθέντες υπό νέων στιφών Γοτθικών ελθόντων εκ των πέραν του Δανουβίου, μεθ' ών ηνώθησαν καί τινα μεμονωμένα στίφη Αλανών και Ούννων, υπερέβησαν τον Αίμον και εξεχύθησαν εις την Θράκην. Ο Ουάλης επήλθε μετά στρατού κατά των βαρβάρων, αλλ' εν τη μάχη, ήν συνήψαν προς αυτόν ούτοι πλησίον της Αδριανουπόλεως (9 Αυγούστου 378 μ. Χ.), ηττήθη κατά κράτος ο Ουάλης, απολέσας τα δύο τρίτα του στρατού αυτού. Πληγωθείς δε και αυτός ο Ουάλης και αχθείς εις αχυρώνα τινα εκάη εντός αυτού υπό των πυρπολησάντων αυτόν βαρβάρων αγνοούντων την ενταύθα παρουσίαν του αυτοκράτορος. Και νυν πάσα η ύπαιθρος χώρα μέχρι Θεσσαλίας και Ηπείρου ευρίσκετο εις την διάκρισιν των βαρβάρων, ών την ορμήν ανέκοπτον μόνον τα τείχη και τα οχυρώματα των πόλεων. {37} Την Κωνσταντινούπολιν υπερήσπισε τότε επιτυχώς η χήρα αυτοκράτειρα, Δομνίκα διά μισθοφόρων Σαρακηνών (Αράβων) μεταπευφθέντων εξ Ασίας.
3. Ο αυτοκράτωρ Γρατιανός (376-383) και ο Θεοδόσιος ο Μέγας (379- 395 μ. Χ.).
Εν τω μεταξύ τον εν τη Δύσει δύο έτη προ του θανάτου του Ουάλεντος αποθανόντα αυτοκράτορα Ουαλεντινιανόν είχε διαδεχθή ο υιός αυτού Γρατιανός, μόλις το 16 της ηλικίας άγων έτος. Ο Γρατιανός ήτο, ως ο πατήρ αυτού, ορθόδοξος, δεν έδειξεν όμως την προς τους εθνικούς και προς τους ετεροδόξους Χριστιανούς υπό του Ουαλεντινιανού δειχθείσαν συνετήν μετριοπάθειαν και ανεξιθρησκείαν, αλλ' εν τω ζήλω αυτού υπέρ της ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως κατεδίωξεν αμφοτέρους. Καταλιπών δε την διοίκησιν της Ιταλίας εις τον ετεροθαλή αδελφόν αυτού Ουαλεντινιανόν, περιωρίσθη αυτός εις την διοίκησιν των κυρίως δυτικών χωρών υπερασπίζων αυτάς ως ο πατήρ αυτού εναντίον των από Γερμανίας βαρβαρικών επιδρομών. Ότε δε οι Βησιγότθοι εστράτευον εναντίον του θείου αυτού Ουάλεντος και εισέβαλλον εις την Θράκην, ο Γρατιανός παρεσκευάσθη ευθύς ίνα έλθη εις βοήθειαν του θείου αυτού, αλλ' εκωλύθη επί μικρόν ένεκα πολέμου τινός προς τους Αλαμαννούς, ούς ενίκησε λαμπρώς. Μετά την επελθούσαν εν Αδριανουπόλει καταστροφήν του Ουάλεντος ο Γρατιανός τοσούτω μάλλον εφρόντισε περί υπερασπίσεως της Ελληνικής χερσονήσου εναντίον των Βησιγότθων, όσον αι χώραι της χερσονήσου ταύτης, πλην της Θράκης, υπήγοντο εις το κράτος αυτού και ήσαν υπό την διοίκησιν του εν Ιταλία εδρεύοντος αδελφού αυτού Ουαλεντινιανού. Και νυν έπεμψεν ο Γρατιανός εις την Ανατολήν εναντίον των Βησιγότθων τον γενναίον, εξ Ιβηρίας καταγόμενον, στρατηγόν Θεοδόσιον δους αυτώ αξιόλογον στρατιωτικήν δύναμιν. Ο Θεοδόσιος ενίκησε τους Γότθους εν πολλαίς μάχαις• αλλ' η εντελής καθυπόταξις ή εξολόθρευσις των βαρβάρων τούτων ήτο έργον χαλεπώτατον, και διά τούτο μετά τετραετείς κατ' αυτών αγώνας έδωκεν αυτοίς ειρήνην επιεική (382 μ. Χ.). Επέτρεψε δηλονότι αυτοίς να οικήσωσι πάλιν εν Μοισία ως υπήκοοι του κράτους μετά τινος περιωρισμένης αυτονομίας, υποχρεούμενοι να συγκροτήσωσι στρατόν 40 χιλιάδων ανδρών υπηρετούντων υπό ιδίους αρχηγούς εν τω στρατώ του αυτοκράτορος. Ο στρατός ούτος καλούμενος τιμητικώς στρατός «συμμαχικός», «στρατός των φοιδεράτων» (Λατιν. foederati = σύμμαχοι), ήνου μεν την φυσικήν ανδρείαν των βαρβάρων προς την τέχνην την στρατιωτικήν των Ρωμαίων, και κατά τούτο υπό έποψιν καθαρώς στρατιωτικήν ήτο χρήσιμος, αλλ' ενταυτώ ήτο επικίνδυνος, ένεκα των προς αποστασίαν ροπών αυτού, ως απέδειξαν τούτο τα μετ' ολίγον συμβάντα. Τοιούτον υπήρξε το πρώτον μέρος των εν ταις Ελληνικαίς χώραις αποτελεσμάτων της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των Εθνών• αλλά τα επί Ουάλεντος και Θεοδοσίου γενόμενα, καίπερ μεγάλας επενεγκόντα καταστροφάς εις ουκ ολίγας χώρας Ελληνικάς, ήσαν έτι απλούν προοίμιον των μεγάλων εις τας χώρας ταύτας επιδρομών, αίτινες εγένοντο επί των διαδόχων του Θεοδοσίου. Αλλ', ενόσω εβασίλευεν ούτος, επεκράτει ησυχία τις μη διακοπείσα, μετά την μνημονευθείσαν προς τους Βησιγότθους ειρήνην μέχρι του θανάτου του βασιλέως.
Ο Θεοδόσιος, αφού ειρήνευσε την Ανατολήν εξωτερικώς, εζήτησε να δώση εις αυτήν και την εσωτερικήν ησυχίαν δι' ισχυράς και συνετής κυβερνήσεως. Και κατεδίωξε μεν ως ευσεβής και ζηλωτής χριστιανός την εθνικήν λατρείαν, απαγορεύσας επισήμως διά νόμου την τέλεσιν αυτής και διαλύσας τους συλλόγους των εθνικών ιερέων και διατάξας να κλεισθώσιν οι ναοί και να δημευθώσιν αι περιουσίαι αυτών• αλλ' οι διωγμοί ούτοι δεν υπήρξαν αιματηροί. Εξ άλλου ο Θεοδόσιος εν τω υπέρ της Χριστιανικής πίστεως ζήλω αυτού εφρόντισε να καταπαύση και τας εσωτερικάς εν τη χριστιανική Εκκλησία έριδας, αίτινες προήρχοντο από των έτι σωζομένων Αρειανών και Ημιαρειανών και από νέων αιρέσεων ή καινοτομιών δογματικών, ιδίως από της των Πνευματομάχων καλουμένων. Προς τον σκοπόν δε τούτον συνεκάλεσε, κατά το παράδειγμα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, Σύνοδον Οικουμενικήν εν Κωνσταντινουπόλει, την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον (281 μ. Χ.). Η Σύνοδος αύτη συνεπλήρωσε το σύμβολον της Νικαίας ως προς τα αναφερόμενα εις το Άγιον Πνεύμα, εθέσπισε δε και πολλάς εις την διοίκησιν της Εκκλησίας αναγομένας διατάξεις. Ένεκα της τοιαύτης ευσεβούς προς την Εκκλησίαν αφοσιώσεως ο Θεοδόσιος εκλήθη, υπό των Χριστιανών ιδίως, Μέγας.
Καθ' όν χρόνον ο Θεοδόσιος αποκαθίστα εν τω ανατολικώ τμήματι, του Ρωμαϊκού κράτους την εξωτερικήν και την εσωτερικήν ειρήνην, εν τω δυτικώ τμήματι επήρχοντο σοβαραί ταραχαί εσωτερικαί. Ο νεαρός, αλλά γενναίος αυτοκράτωρ Γρατιανός ένεκα της μεγάλης αυτού προς τον στρατόν αυστηρότητος διήγειρε δυσαρεσκείας εν αυτώ, άς επωφεληθείς γενναίος τις εξ Ιβηρίας αξιωματικός Μάξιμος επανέστη εν Βρεττανία κατά του Γρατιανού αναγορευθείς αυτός υπό του στρατού αυτοκράτωρ. Ο Μάξιμος ευθύς μετά την αποστασίαν και την ανάρρησιν αυτού επήλθεν εναντίον του εν Γαλατία ευρισκομένου Γρατιανού, όστις εγκαταλειφθείς υπό του στρατού αυτού φεύγων εφονεύθη παρά το Λούγδουνον (την νυν Λυών) της Γαλατίας (383 μ. Χ.). Ο Θεοδόσιος ανεγνώρισεν εν αρχή, εξ ανάγκης, τον Μάξιμον ως αυτοκράτορα των δυτικών χωρών (Βρεττανίας, Γαλατίας και Ιβηρίας), υποχρεώσας αυτόν να αναγνωρίση την επί της Ιταλίας και της Αφρικής αρχήν του νεωτέρου αδελφού του Γρατιανού Ουαλεντινιανού Β' (ίδ. σ. 37)• αλλ' ότε ούτος επελθών και κατά της Ιταλίας και τρέψας εις φυγήν τον Ουαλεντινιανόν Β' κατέστη κύριος απάσης της Δύσεως, τότε ο Θεοδόσιος προσέδραμεν εις τα όπλα και επελθών κατά του τολμηρού σφετεριστού ενίκησεν αυτόν εν Παννονία (τη νυν Ουγγαρία, ως είρηται). Ο Μάξιμος φεύγων εφονεύθη εν τη Ιταλική πόλει Ακυληία (388 μ. Χ.). Ο νικηφόρος Θεοδόσιος γενναιοφρόνως νυν έδωκεν εις τον Ουαλεντινιανόν Β' πάσαν την αρχήν της Δύσεως. Αλλά μετ' ολίγον εφονεύθη ο Ουαλεντινιανός Β' υπό του εν τη Ρωμαϊκή στρατιωτική υπηρεσία ευρισκομένου Φράγκου Αρβογάστου, όστις αναγορεύσας αυτοκράτορα τον Ρωμαίον γραμματέα αυτού Ευγένιον ήθελεν αυτός πράγματι να άρχη εν ονόματι του νέου αυτοκράτορος (20) (392). Αλλ' ο Θεοδόσιος επελθών νυν κατά των νέων σφετεριστών ενίκησεν αυτούς ταχέως• και ο μεν Ευγένιος εθανατώθη υπ' αυτού του νικητού, ο δε Αραβόγαστος εφόνευσεν αυτός εαυτόν (394 μ. Χ.). Νυν ο Θεοδόσιος Α' ήνωσε σύμπαν το κράτος υπό το σκήπτρον αυτού. Αλλά μικρόν μόνον επέζησε τη τοιαύτη επιτυχία αποθανών μετά έν έτος (395 μ. Χ.) και καταλιπών την αρχήν εις τους δύο υιούς αυτού Αρκάδιον και Θεοδόσιον.
4. Αρκάδιος (395-408 μ. Χ.) και Θεοδόσιος (395-423 μ. Χ.)
Κατά την υπ' αυτού του Θεοδοσίου Α' προ του θανάτου γενομένην διάταξιν ο μεν πρεσβύτερος των υιών Αρκάδιος έλαβε την κυβέρνησιν του ανατολικού τμήματος του κράτους, ο δε νεώτερος Θεοδόσιος έλαβε την κυβέρνησιν του δυτικού τμήματος του κράτους. Επειδή δε από του γεγονότος τούτου ουδέποτε σχεδόν ή εν παρόδω και επ' ολίγιστον μόνον χρόνον τα δύο τμήματα του κράτους ηνώθησαν υπό μίαν αρχήν και κυβέρνησιν, η υπό του Θεοδοσίου Α' γενομένη μεταξύ των δύο υιών αυτού διανομή του κράτους και η εις τον θρόνον του Βυζαντίου άνοδος του Αρκαδίου θεωρούνται συνήθως ως η πραγματική αρχή του Ελληνορωμαϊκού κράτους της Ανατολής, του δυτικού μένοντος Λατινικού (21). {40} Εις δε την υπό τοιαύτην έννοιαν αντίληψιν του γεγονότος συνετέλεσε και τούτο, ότι, ενώ εν τη προηγουμένη επί των υιών του Μεγάλου Κωνσταντίνου διαιρέσει του κράτους, ως και επί της μεταξύ του Ουαλεντινιανού και του Ουάλεντος, το ανατολικόν τμήμα του κράτους περιελάμβανεν εν Ευρώπη μόνον την Θράκην και την κάτω Μοισίαν, αι δε λοιπαί εν Ευρώπη Ελληνικαί χώραι ηνωμέναι διοικητικώς μετά της Ιταλίας υπήγοντο εις την Δύσιν νυν το του Αρκαδίου κράτος περιελάμβανε και πάσας τας εν Ευρώπη Ελληνικάς χώρας, ως τούτο εγένετο και κατά την επί του Γρατιανού ανάρρησιν του Θεοδοσίου Α' ως αυτοκράτορος της Ανατολής (379 μ. Χ.) (22). Αλλ' όμως και μετά την επί των δύο παίδων του Θεοδοσίου Α' διαίρεσιν του κράτους, η εσωτερική πολιτική ενότης μεταξύ των δύο τμημάτων του Ρωμαϊκού κράτους υφίστατο έτι επί ικανόν χρόνον, και το Ελληνικόν κράτος της Ανατολής δεν εχωρίζετο αποτόμως από του Λατινικού της Δύσεως• αλλ' αμφότερα εθεωρούντο έτι αποτελούντα έν κατ' ουσίαν Ρωμαϊκόν κράτος, αν και δεν έλειπον και έριδες και αντιζηλίαι μεταξύ των αυτοκρατορικών αυλών και των πολιτικών ανδρών των δύο κρατών.
Επί του Αρκαδίου του ανελθόντος εις τον θρόνον κατά το 18 έτος της ηλικίας αυτού, ένεκα της απειρίας του νεαρού βασιλέως και της ανικανότητος και της φαυλότητος των συμβούλων αυτού πολλαί επήλθαν συμφοραί εις το κράτος το ανατολικόν. Μόλις απέθανεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 395 μ. Χ. ο Θεοδόσιος Α' ή Μέγας, όστις διά της δυνάμεως και ενεργείας και της φρονήσεως αυτού είχεν ειρηνεύσει τους Βησιγότθους, επανέστησαν ούτοι κατά της Κυβερνήσεως του Αρκαδίου και καταστήσαντες αρχηγόν αυτών άνδρα τινά εκ των παρ' αυτοίς αρχαίων ηρωικών γενών, τον βάρβαρον, αλλά γενναίον και ηρωικόν Αλάριχον, εισήλασαν ορμητικώς εις τας εντεύθεν του Αίμου επαρχίας του κράτους (396). Και αφού εν Θράκη προήλασαν μέχρι των τειχών αυτών της Κωνσταντινουπόλεως, εστράφησαν είτα προς νότον αρπάζοντες και λεηλατούντες πάσαν την χώραν και προυχώρησαν μέχρι της Πελοποννήσου. Αι Θερμοπύλαι ένεκα προδοσίας κατελείφθησαν ανυπεράσπιστοι, οι δε Βησιγότθοι και ο Αλάριχος κατέλαβον και τας Αθήνας και ελεηλάτησαν αυτάς. Οι Βησιγότθοι ήσαν, καθώς είπομεν, Χριστιανοί αρειανοί εξ ίσου μισούντες και τους εθνικούς και τους ορθοδόξους Χριστιανούς• ως δε Χριστιανοί φανατικοί αγόμενοι υπό ιερέων φανατικών αρειανών επέφερον καταστροφάς και εις τα μνημεία της αρχαίας Ελληνικής τέχνης και λατρείας. Και δεν έβλαψαν μεν εν Αθήναις τα μνημεία της τέχνης ως φαίνεται, αλλά κατά την εις Πελοπόννησον προέλασιν αυτών κατέστρεψαν εν Ελευσίνι τον σεβάσμιον ενταύθα ναόν της Δήμητρος, εφόνευσαν δε και τον τελευταίον ιεροφάντην των Ελευσινίων μυστηρίων (23). Και εις Πελοπόννησον δε εισβαλόντες μεγίστας επήνεγκον ενταύθα καταστροφάς πόλεων αρχαίων και ιερών αλλοιώσαντες την όψιν της αρχαίας ταύτης Ελληνικής χώρας και επαγαγόντες την παρακμήν του ενταύθα Ελληνικού βίου.
Απέναντι της φοβεράς ταύτης εις τας αρχαιοτάτας κοιτίδας του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού πολιτισμού βαρβαρικής επιδρομής οι εν Κωνσταντινουπόλει σύμβουλοι του Αρκαδίου ερίζοντες και επιβουλεύοντες αλλήλοις ουδόλως ειργάζοντο σπουδαίως προς απόκρουσιν των επιδρομέων. Ο στρατός του κράτους συνέκειτο τότε κυρίως από μισθοφόρων βαρβάρων Γερμανών, εν οίς το κυριώτατον μέρος απετέλουν πάλιν, οι Γότθοι. Ούτοι δ' απετέλουν και τον συμμαχικόν, ως είπομεν, στρατόν των φοιδεράτων. Και οι Γότθοι δε ούτοι εστασίαζον προς τους εν Κωνσταντινουπόλει κυβερνώντας, καθ' όν χρόνον, ο Αλάριχος διέτρεχε λεηλατών τας Ευρωπαϊκάς χώρας του Κράτους. Κατά τους χρόνους τούτους και οι Ούννοι εισέβαλλον εις την Μικράν Ασίαν εισερχόμενοι από της Ανατολικής Ευρώπης διά των στενών του Καυκάσου (των Κασπίων Πυλών). Και οι Γότθοι δε οι πεμπόμενοι προς άμυναν της Μ. Ασίας εναντίον των Ούννων εστασίασαν και ούτοι. Εν τοιαύτη οικτρά καταστάσει ευρισκομένων των πραγμάτων, ως σωτήρ του κράτους παρέστη ο βάρβαρος (Βανδήλος), αλλ' ισχυρός και συνετός και χρηστός σύμβουλος του εν τη Δύσει αυτοκράτορος Ονωρίου, ο διοικών νυν ισχυρώς τα του Δυτικού κράτους, ο Στελίχων, μεγάλας κεκτημένος στρατιωτικάς αρετάς. Ευθύς ως ήλθεν ούτος εις Πελοπόννησον μετά στόλου και στρατού και επήλθε κατά του εν Αρκαδία τότε ευρισκομένου Αλαρίχου, εις τοιαύτην εντός σμικρού περιήγαγε τούτον αμηχανίαν εν τοις όρεσι τοις Αρκαδίας (εν Φολόη) ώστε μόλις εσώθη από ολοσχερούς καταστροφής φεύγων μετά σπουδής διά του Ρίου εις την Αιτωλίαν και εκείθεν εις την Ηπειρον καταδιωκόμενος, υπό του Στελίχωνος. Αλλά νυν σωτήρες του Αλαρίχου εγένοντο οι εν Κωνσταντινουπόλει σύμβουλοι του Αρκαδίου. {42} Φθονούντες ούτοι την δόξαν και την δύναμιν του Στελίχωνος και φοβούμενοι την ανάμιξιν αυτού εις τα πράγματα του Ανατολικού κράτους, διώρισαν τον Αλάριχον διοικητήν και αρχιστράτηγον του Ιλλυρικού, ήτοι πασών των εν Ευρώπη (πλην της Θράκης και της κάτω Μοισίας) Ελληνικών χωρών (24). Τότε ο Αλάριχος ανοίξας τα εν ταις χώραις ταύταις οπλοστάσια του κράτους και οπλίσας διά των όπλων των Ρωμαϊκών τους Γότθους αυτού, επήλθε διά της Ιλλυρίας εναντίον της Ιταλίας και εισήλασεν εις την άνω Ιταλίαν (400-402 μ. Χ.), και ηττήθη μεν υπό του Στελίχωνος εν Πολλεντία (403 μ. Χ.), αλλ' ήτο έτι τοσούτον φοβερός, ώστε μόνον διά χρημάτων απεχώρησε της Ιταλίας και επανήλθεν εις την Ιλλυρίαν. Και η μεν Ιταλία εσώθη ούτως επί μικρόν από της Γοτθικής επιδρομής, αλλά το γεγονός μόνον τούτο της εις Ιταλίαν εισβολής του Αλαρίχου μεγάλας επήνεγκε μεταβολάς εν απάση τη Δύσει, συνδυαζόμενον μετά της εκτεθείσης ήδη Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών της αρξαμένης από της Ουννικής εις την Ευρώπην επιδρομής.
5. Η Μεγάλη Μετανάστευσις των λαών εκτεινομένη εις την Δύσιν.
Ο Στελίχων, ίνα δυνηθή ν' αποκρούση τον Αλάριχον από της Ιταλίας, είχε καλέσει εις την χώραν ταύτην πάντα τα εκτός αυτής πέραν των Άλπεων εν Γαλατία, Ιβηρία και Βρεττανία Ρωμαϊκά στρατεύματα. Ούτω δε άπαν το δυτικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους εκτός της Ιταλίας αφίετο ανυπεράσπιστον εις την διάκρισιν των βαρβάρων (Γερμανικών δηλονότι) λαών, οίτινες καταλαβόντες νυν οριστικώς ταύτας κατέλυσαν εν τη Δύσει κατ' ουσίαν το Ρωμαϊκόν κράτος το εκτός της Ιταλίας. Οι βάρβαροι ούτοι απ' αιώνων ήδη εποιούντο επιδρομάς εις τας δυτικάς χώρας του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά δεν επέφερον την διάλυσιν του κράτους εν τοις χώραις ταύταις, διότι δεν εγκαθίσταντο εν αυταίς, αλλά μετά τας λεηλασίας και τας παροδικάς καταστροφάς, άς επέφερον, επέστρεφον εις τας πατρίδας αυτών• οσάκις δέ τινες των λαών τούτων επεχείρουν να καταλάβωσι χώρας Ρωμαϊκάς, ως οι Φράγκοι και οι Αλαμαννοί (οι επί των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Κωνσταντίου και επί του Ιουλιανού εισβάλλοντες συνεχώς εις την Γαλατίαν) απεκρούοντο υπό των Ρωμαϊκών λεγεώνων. Αλλά νυν Ρωμαϊκοί μεν λεγεώνες δεν υπήρχον πλέον, οι δε βάρβαροι πιεζόμενοι υπ' αλλήλων ηναγκάζοντο να εγκαταστώσιν εν ταις Ρωμαϊκαίς χώραις. Καθώς είπομεν, οι εις την ανατολικήν Ευρώπην από του 374 εισβαλόντες και πάσας τας από του Καυκάσου και της Κασπίας και του Ευξείνου μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης και του κάτω Δανουβίου χώρας καταλαβόντες Ούννοι ηνάγκασαν πολλούς Σλαυικούς λαούς, ιδίως τους λεγομένους Σαρμάτας (ή Βένδους), να εισβάλωσιν εις τας Γερμανικάς χώρας και ν' απώσωσι δυτικώτερον και νοτιώτερον πολλούς Γερμανικούς λαούς. Τω 405 μ. Χ., έν έτος μετά την από της Άνω Ιταλίας αποχώρησιν του Αλαρίχου, πλήθος βαρβάρων Γερμανών (Σουήβων, Βανδήλων, Βουργουνδίων, Αλανών) εν οίς πλείονες των 200 χιλιάδων υπήρχον μαχηταί, υπό την αρχηγίαν Ροδογαΐσου τινός εισήλασαν εις την Ιταλίαν, εμβαλόντες εις την Ρώμην μείζονα τρόμον ή ο Αλάριχος. Τότε δε ο Στελίχων ανεδείχθη αύθις σωτήρ της Ιταλίας και της Ρώμης κατανικήσας τους βαρβάρους διά των εν Ιταλία λεγεωνών εν Φαισούλαις φονευθέντος και του Ραδαγαΐσου. Αλλά τα λείψανα των ηττηθέντων βαρβαρικών στιφών υπερβάντα αύθις τας Άλπεις ηνώθησαν μετ' άλλων πολλών βαρβάρων και διέβησαν τον Ρήνον (την τελευταίαν ημέραν του αυτού έτους 405 μ. Χ.) και εισέβαλον εις την Γαλατίαν. Και άλλοι μεν των βαρβάρων τούτων εγκατέστησαν εν αυτή τη Γαλατία τη νοτιοδυτική ως οι Βουργούνδιοι ών το όνομα διετηρήθη μέχρι νυν εν τη απ' αυτών Bourguignon κληθείση χώρα της Γαλλίας), άλλοι δε, ως οι Σουήβοι, Βανδήλοι και Αλανοί, διαβάντες τα αφρούρητα στενά των Πυρηναίων εισέβαλον εις την Ιβηρίαν και, αφού δεινώς ελεηλάτησαν αυτήν κατά μήκος και πλάτος, ενήργησαν είδος τι διανομής της χερσονήσου εν εαυτοίς. Ταυτοχρόνως άλλοι Γερμανικοί λαοί, οι Αλαμαννοί, κατέλαβον το πλείστον της νυν Ελβετίας και την Αλσατίαν, και οι Φράγκοι εγκατέστησαν οριστικώς εν τη βορειανατολική Γαλατία. Και η Βρεττανία δε, ήτις από των χρόνων τούτων εγκατελείφθη υπό της Ρώμης, ανακληθέντων των εν αυτή λεγεώνων, εξετίθετο εις δεινάς επιδρομάς των από Βορρά (από της Σκωτίας) ληστρικώς εισβαλλόντων εις την χώραν Πίκτων και Σκώτων, εωσού οι κάτοικοι εν τη απογνώσει αυτών εκάλεσαν εις βοήθειαν αυτών τον εν ταις ακταίς της Γερμανικής θαλάσσης εγκαταστάντα τότε βάρβαρον λαόν των Άγγλων ή Αγγλοσαξόνων. Ούτοι διέβησαν τω 449 μ. Χ. εις την Βρεττανίαν υπό τους δύο αρχηγούς αυτών Έγκιστον και Όρσαν, και αφού εξεδίωξαν της χώρας τους ειρημένους Πίκτους και Σκώτους, εγένοντο αυτοί κύριοι της χώρας εξολοθρεύσαντες διά μαχαίρας τους Βρεττανούς, ών μικρά λείψανα εσώθησαν μέχρι νυν εν ταις απροσίτοις ορειναίς χώραις της Ουαλλίας και Κορνουαλλίας.
Ούτω λοιπόν από των αρχών ήδη του 5 μ. Χ. αιώνος το Ρωμαϊκόν κράτος περιωρίσθη εν τη Δύσει σχεδόν εις μόνην την Ιταλίαν, καταλυθέν πράγματι εν πάσαις ταις λοιπαίς χώραις ή ως σκιά μόνον διατηρούμενον έν τισι γωνίαις υπό τινων επάρχων και στρατηγών. Αλλά και η Ιταλία, ής χάριν πάσαι αι άλλαι χώραι της Δύσεως εγκατελείφθησαν εις την τύχην αυτών, ουχί πολύ μετά την καταστροφήν των υπό τον Ροδογαΐσον εισβαλόντων βαρβάρων εις νέαν υπέκυψε βαρβαρικήν επιδρομήν κινδυνεύσασα νυν να καταληφθή ολόκληρος υπό βαρβάρων. Αφού τω 403 ο Αλάριχος και μετά την ήτταν αυτού φοβερός μένων απεχώρησε διά χρημάτων της χερσονήσου, ο Στελίχων, ο σωτήρ γενόμενος τότε της Ιταλίας, διεβλήθη υπό των φθονούντων την δόξαν αυτού αθλίων αυλικών συμβούλων ότι αυτός δήθεν είχε καλέσει εις Ιταλίαν τον Αλάριχον και ότι διά της ανακλήσεως των λεγεώνων εγένετο αίτιος να καταληφθώσιν υπό βαρβάρων αι πέραν των Άλπεων χώραι. Ο ασθενής το πνεύμα Ονώριος, ούτινος και κηδεμών εγένετο ο Στελίχων και συγγενής ήτο στενώτατος (έχων σύζυγον την εξαδέλφην του Ονωρίου και θετήν θυγατέρα του Θεοδοσίου Α' Σερήναν), δους πίστιν εις τας διαβολάς ταύτας, συνήνεσεν εκών άκων εις τον φόνον του ανδρός τούτου τελεσθέντα εν Ραβέννη μετ' ασεβούς παρασπονδίας (408 μ. Χ.), αφού ο εις τον ναόν ως εις άσυλον καταφυγών ανήρ παρεδόθη επί τη υποσχέσει της ασφαλείας της ζωής αυτού. Αλλ' ο φόνος ούτος ακριβώς έδωκεν αφορμήν εις τον Αλάριχον να εισβάλη αύθις από της Ιλλυρίας εις την Ιταλίαν (25). Αλλά νυν ο Αλάριχος επήλθεν απ' ευθείας εναντίον της Ρώμης, διότι δεν υπήρχε πλέον ανήρ οίος ο Στελίχων ίνα επίσχη την πορείαν αυτού. Η υπερήφανος τότε κοσμοκράτειρα πόλις, ήτις μετά την υπό των Γαλατών άλωσιν του 389 π. Χ. ουδέποτε είχεν ιδεί πολέμιον προ των τειχών αυτής, πλην του άπαξ παροδικώς εμφανισθέντος (τω 311 π. Χ.) προ των πυλών της πόλεως, αλλ' ουδέν επιχειρήσαντος κατ' αυτής Αννίβου, έβλεπε νυν τον σύμμικτον από Γότθων, Ούννων και άλλων παντοίων βαρβάρων στρατόν του Αλαρίχου περικυκλούντα τον περίβολον αυτής. Η πείνα και ο λοιμός και η ανανδρία των κατοίκων (ών ο πληθυσμός κατά τινας υπολογισμούς υπερέβαινε τότε το εκατομμύριον) έπεισαν την βουλήν να διαπραγματευθή προς τον Αλάριχον και να εξαγοράση την αποχώρησιν αυτού διά παροχής 5 χιλ. λιτρών χρυσίου και 30 χιλ. λιτρών αργύρου και πολλών πολυτίμων πραγμάτων. Αλλ' ο ονόματι αυτοκράτωρ Ονώριος, όστις δεν ήδρευεν εν Ρώμη από φόβου, αλλ' εκρύπτετο εν τη οχυρά ένεκα των περί αυτήν ελών απροσίτω παρά τον Αδρίαν παραλία πόλει Ραβέννη, ηρνήθη να επικυρώση την σύμβασιν. Τούτο καί τινες άλλαι απιστίαι των εν Ραβέννη ηνάγκασαν τον Αλάριχον να επέλθη αύθις εναντίον της Ρώμης, αφού ουδέν κατώρθωσεν επελθών μετά του στρατού αυτού εναντίον της Ραβέννης. Η Ρώμη ταχέως εκυριεύθη νυν (410) υπό των Γότθων και εδόθη εις τριήμερον λεηλασίαν, μεθ' ό ο Αλάριχος καταλιπών την πόλιν ταύτην μετέβη μετά της απείρου λείας αυτού εις την Κάτω Ιταλίαν, δηών και καταστρέφων, αρπάζων και λεηλατών καθ' οδόν πάσας τας Ιταλικάς χώρας. Εν τη Κάτω Ιταλία γενόμενος κατεσκεύασε στόλον παρασκευαζόμενος να μεταβή εις Σικελίαν, είτα δε να υποτάξη και την απέναντι κειμένην Αφρικήν, ίνα ούτως ιδρύση μέγα και ισχυρόν Βησιγοτθικόν κράτος εν Ιταλία. Αλλ' εν μέσω των βουλευμάτων αυτού τούτων αφήρπασεν αυτόν ο θάνατος εν Καλαβρία το αυτό της αλώσεως της Ρώμης έτος (410 μ. Χ.).
Ο διαδεξάμενος τον Αλάριχον ως αρχηγός των Βησιγότθων γυναικάδελφος αυτού Ατάουλφος (ή Αδόλφος) ειρηνεύσας προς τους Ρωμαίους απεχώρησε της Ιταλίας μετά των Γότθων αυτού (412 μ. Χ.), ίνα, ανακτώμενος πέραν των Άλπεων εν Γαλατία όσας ήθελε δυνηθή χώρας από των νεωστί κατακτησαμένων τας χώρας ταύτας βαρβάρων, εγκαταστήση αυτόθι τους Γότθους αυτού, αναγνωριζόμενος υπό του αυτοκράτορος Ονωρίου ως νόμιμος κύριος των χωρών τούτων (26). Προς τούτοις ο Ονώριος συνήνεσεν ίνα η εν τη εξουσία των Γότθων ευρισκομένη αδελφή αυτού Πλακιδία συνάψη γάμον μετά του Αταούλφου τελεσθέντα μεγαλοπρεπώς εν Ναρβόννη της Γαλατίας (414) (27). Ο Ατάουλφος και οι Βησιγότθοι αυτού εγκατέστησαν πράγματι εν τη υπ' αυτών κατακτηθείση νοτίω Γαλατία, ένθα ίδρυσαν κράτος Βησιγοτθικόν, όπερ μετ' ολίγον εξετάθη και πέραν των Πυρηναίων εν Ισπανία. Τοιούτον τέλος έλαβεν εν Ανατολή και εν τη Δύσει η μεγάλη Γοτθική επιδρομή, η διαρκέσασα 16 έτη. Η επιδρομή αύτη, μεθ' όλας τας μεγάλας καταστροφάς, άς επήνεγκεν εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας, κατέλιπεν εν τω όλω άθικτον το Ανατολικόν κράτος, ενώ εν τη Δύσει επήνεγκεν εμμέσως την εκτός της Ιταλίας κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους και την υπό βαρβάρων άλωσιν της τότε κοσμοκρατείρας Ρώμης. Όμως και η Ρώμη και η Ιταλία ως λείψανα του μεγάλου εν τη Δύσει Ρωμαϊκού κράτους εξηκολούθησαν έτι παλαίουσαι εν αγωνία αλγεινή επί 65 περίπου έτη, ίνα διατηρήσωσι σκιάν τινα της αρχής ταύτης. Ο Ονώριος ο βασιλεύων εν μέσω της δεινής ταύτης θυέλλης των βαρβαρικών επιδρομών ετελεύτησε τω 523 μ. Χ. εν Ραβέννη καταλιπών την αρχήν, συναινέσει του εν Ανατολή αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β', εις τον ανεψιόν αυτού (υιόν της Πλακιδίας από του δευτέρου γάμου αυτής μετά του Κωνσταντίου) Ουαλεντινιανόν.
6. Τα εν Ανατολή επί του Αρκαδίου.