Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 32

Chapter 32168 wordsPublic domain

141) Λέγεται, ότι ο Θεόφιλος μετά την εις τον θρόνον άνοδον θέλων να τιμωρήση τους φονείς εκείνους του Λέοντος Ε', οίτινες δεν ήσαν έτι γνωστοί, εκήρυξεν ότι μη δυνηθέντος του πατρός αυτού Μιχαήλ ν' αμείψη πάντας όσοι διά του φόνου του Λέοντος Ε' συνετέλεσαν εις την σωτηρίαν εκείνου, έμελλεν αυτός να εκτελέση το έργον τούτο της αμοιβής. Ότε δε επί τοιαύτη ελπίδι προσήλθον οι εκ των ενόχων άγνωστοι μέχρι νυν διατελούντες, διέταξε να θανατωθώσιν ούτοι ως άραντες χείρας ανοσίας εν τω ναώ εναντίον του χριστού του Κυρίου, ήτοι του βασιλέως Λέοντος Ε'.

142) Οικουμενικός Πατριάρχης τιμητικώς εν αρχή προσηγορεύετο υπ' άλλων ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ως ο πάπας Ρώμης. Αλλ' ο επί του αυτοκράτορος Μαυρικίου κοσμών τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο Νηστευτής και επισήμως προσέλαβε την προσωνυμίαν ταύτην. Έκτοτε δε, παρά τας διαμαρτυρίας του πάπα, πάντες οι αρχιεπίσκοποι της Κωνσταντινουπόλεως έφερον και φέρουσιν έτι μέχρι νυν την τιμητικήν ταύτην προσωνυμίαν ή _τίτλον_.

143) Ο Πάπας ήλπιζε και ηξίου ίνα η τότε νεωστί προσελθούσα εις τον Χριστιανισμόν Βουλγαρία υπαχθή διοικητικώς εις την Εκκλησίαν της Δύσεως ήτοι της Ρώμης, όπερ ο Φώτιος δεν επέτρεψε να γείνη.

144) Η καινοτομία αύτη η γενομένη διά της εις το περί του Αγίου Πνεύματος άρθρον του Συμβόλου της πίστεως προσθήκης «και εκ του Υιού», αρξαμένη από της Ισπανίας τω 8 μ. Χ. αιώνι διεδόθη κατά μικρόν εις την λοιπήν Δύσιν. Η Εκκλησία της Ρώμης κατεδίκασεν εν αρχή εντόνως την καινοτομίαν, και καθ' όν χρόνον ο Φώτιος εμέμφετο αυτήν επί τοιαύτη καινοτομία, η Εκκλησία εκείνη δεν είχεν έτι προσχωρήσει εις αυτήν. Βραδύτερον η καινοτομία αύτη ανεγνωρίσθη υπό της παπικής Ρώμης ως δόγμα της Εκκλησίας.

145) Αι Σύνοδοι του 863 και 879 λέγονται μεν Οικουμενικαί, αλλά δεν κατατάσσονται εις τας μεγάλας Οικουμενικάς Συνόδους, αίτινες εισιν επτά τον αριθμόν και ών η τελευταία εγένετο κατά το 887 εν Νικαία.

146) _Θέματα_ εκαλούντο από των χρόνων του Ηρακλείου αι μεγάλαι διοικητικαί περιφέρειαι του κράτους. Το σύστημα της κατά θέματα διαιρέσεως αντικατέστησε κατά τους χρόνους εκείνους το της κατά επαρχότητας και διοικήσεις διαιρέσεως, το ιδρυθέν υπό του Κωνσταντίνου του Μεγάλου (σημ. 45).

147) Βραδύτερον παρεδόθη άνευ ιστορικής βάσεως ο λόγος ο περί καταγωγής του Βασιλείου εκ των αρχαίων Αρσακιδών βασιλέων της Αρμενίας (σ. 11-12).

148] Ενών-ούσα-όν: αυτός που είναι διαθέσιμος σε δεδομένη στιγμή.

149) Ούτος συνέθηκεν ύμνους εκκλησιαστικούς εκ των καλουμένων _Εωθινών_• Εποιήσατο δε και νέαν έκδοσιν της _Ανακαθάρσεως των Νόμων_, κληθείσαν «Βασιλικά» (ίδε κατωτέρω).

150) Το Τσαρ κατά τινας προήλθεν εκ του Καίσαρ (Κσαρ, Τσαρ), αλλά κατά την επικρατεστέραν γνώμην είναι λέξις Σλαυική.

151) Γενικώς θεωρείται το όνομα Ρως ή Ρώσος ως αυτό το όνομα των καταλαβόντων το Νοβογόροδον και Κίεβον Νορμανδών, όνομα δηλαδή Νορμανδικόν, ήτοι Σκανδιναυικόν. Κατ' άλλην τινά γνώμην το όνομα Ρως είναι Σλαυικόν, συγγενές προς το των _Ρωξολανών_ της Σκυθίας, ή είναι αυτά τα εν τη Παλαιά Διαθήκη αναφερόμενον όνομα Ρως, το διδόμενον είς τι Σκυθικόν επιδρομικόν έθνος το επιδραμόν την Ασσυρίαν και Συρίαν και Παλαιστίνην περί τα τέλη του 7 μ. Χ. αιώνος.

152) Ο Κωνσταντίνος είχε μνηστεύσει τον τότε πενταετή υιόν αυτού Ρωμανόν μετά της την αυτήν περίπου ηλικίαν εχούσης θυγατρός του βασιλέως της Άνω Ιταλίας Ούγωνος Βέρθας. Η Βέρθα είχε πεμφθή εις Κωνσταντινούπολιν μετά πολλής ακολουθίας ίνα ανατραφή ενταύθα ως μέλλουσα σύζυγος του βασιλόπαιδος Ρωμανού. Καθ' όν λοιπόν χρόνον ο Κωνσταντίνος Ζ' ήλθεν εις ρήξιν προς τους κηδεστάς αύτου υιούς του Ρωμανού, εστηρίχθη προ πάντων επί της συνδρομής των ανδρείων Φράγκων ακολούθων της Βέρθας. Η Βέρθα ετελεύτησεν εν Κωνσταντινουπόλει ολίγον χρόνον μετά τους γάμους αυτής πριν ή ανέλθη ως βασιλίς εις τον θρόνον του Βυζαντίου.

153) Καλούμεν _ηγεμόνα_ και ηγεμονίδα τους των Ρώσων κατά τους χρόνους τούτους άρχοντας και ουχί βασιλέας, διότι η Σλαυική τιμητική προσωνυμία, ήν φέρουσιν ούτοι κατά τους χρόνους τούτους, είναι το _Κνιάζ_ = ηγεμών, συνηθέστερον δε το βελίκοϊ κνιάζ = μέγας ηγεμών (μέγας δουξ), αυτή δηλονότι η τιμητική προσωνυμία, ήν φέρουσι τα μέλη της οικογενείας των Τσάρων, αφ' ού χρόνου αυτοί οι «μεγάλοι ηγεμόνες» καλούμενοι άρχοντες της Ρωσίας έλαβον την προσωνυμίαν (από των μέσων του 16 αιώνος) Τσάροι, είτα δε (από του Πέτρου Α') και αυτοκράτορες (imperatores). Τσάροι, κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, εκαλούντο οι ηγεμόνες της Βουλγαρίας (του Συμεών πρώτον, ως φαίνεται, λαβόντος την προσωνυμίαν ταύτην). Σημειωτέον δε ότι άπαντες οι Ρώσοι ηγεμόνες από του Ροδριχ μέχρι Όλγας φέρουσιν ονόματα Νορμανδικά ή Σκανδιναυικά (Ρούριχ, Ολέγ, Ιγώρ, Όλγα), αλλ' από του υιού της Όλγας Σβετοσλαύου πάντες έχουσιν ονόματα ή Σλαυικά ή Χριστιανικά.

154) Ως γνωστόν, οι Ρώσοι έκτοτε μέχρι νυν καλούσι την Κωνσταντινούπολιν _Τσαργράδ_ = πόλιν των Τσάρων, ουχί θεωρούντες αυτήν κληρονομίαν των Τσάρων, ως κακώς παρά τισιν εξηγείται το πράγμα, αλλά μεταφράζοντες απλούστατα το Ελληνικόν «_βασιλεύουσα πόλις_» η «βασιλεύουσα των πόλεων». Εκαλείτο δε η Κωνσταντινούπολις τότε υπό των Ρώσων και Miklagard = μεγάλη πόλις.

155) Η επί 138 έτη διαρκέσασα εν Κρήτη μωαμεθανική εξουσία ου μόνον είχεν εκβαρβαρώσει την νήσον, αλλ' είχεν εξασθενώσει και την χριστιανικήν πίστιν εν αυτή, πολλών των κατοίκων γενομένων μωαμεθανών, των δε Χριστιανών μη τηρούντων καθαράν την χριστιανικήν αυτών πίστιν. Τότε δε μετέβη εις την Κρήτην ως νέος ιεραπόστολος ο Όσιος Νίκων ο επικαλούμενος _Μετανοείτε_ (ένεκα του υπ' αυτού γενομένου κηρύγματος) και εργασάμενος τελεσφόρως προς την παρά τοις μωαμεθανοίς διάδοσιν της Χριστιανικής θρησκείας και προς την αναζωογόνησιν και ανακάθαρσιν της χριστιανικής πίστεως των Χριστιανών. Ο Όσιος Νίκων, όστις το αυτό έργον το ιεραποστολικόν εξετέλεσεν ύστερον επιτυχώς και παρά τοις Σλαύοις του Ταϋγέτου, τιμάται μέχρι νυν υπό των Κρητών ως ιδιαίτερος προστάτης Άγιος της νήσου.

156] Σκύτος: δέρμα, τρώκτης: αυτός που μασά, διφθερίας: αυτός που ντύνεται με δέρματα• σε θεατρικό έργο, ηθοποιός σε ρόλο βοσκού.

157) Τούτο δ' όμως δεν ήτο αληθές. Διότι και του Θεοδοσίου του Μεγάλου ανεψιά και θετή θυγάτηρ εδόθη εις γάμον εις τον Στελίχωνα• και ο Ιούλιος Νέπως έδωκε την θυγατέρα αυτού εις γάμον τω Ρικιμίρω. Πλην τούτου ο αυτοκρατορικός οίκος Κωνσταντινουπόλεως αγχιστείαν συνήψε και προς τον οίκον των Σασσανιδών της Περσίας και από Χαζάρων έλαβε νύμφην (σ. 128) και από Φράγκων (σημ. 152). Προ μικρού δε και ο Πέτρος ο ηγεμών των Βουλγάρων είχε νυμφευθή βασιλόπαιδα Ελληνίδα, την θυγατέρα του Χριστοφόρου, ενός των τριών υιών του Ρωμανού Α' των συμβασιλευσάντων τούτω και τω Κωνσταντίνω Ζ' (σ. 200). Η θυγάτηρ του Χριστοφόρου δεν ήτο πορφυρογέννητος εκ πορφυρογεννήτου βασιλέως γεννηθείσα. Αλλά και η Θεοφανώ και η Άννα, αίτινες ήσαν τοιαύται, εδόθησαν μετ' ολίγον εις γάμον η μεν εις αυτόν τον ομώνυμον υιόν του Όθωνος Α', η δε εις τον Ρώσον ηγεμόνα Βλαδίμηρον.

158] Περίπυστος: πασίγνωστος, ξακουστός.

159) Ουδείς των από Κωνσταντίνου του Μεγάλου βασιλευσάντων εν Κωνσταντινουπόλει επεσκέψατο μέχρι νυν τας Αθήνας πλην του Κώνσταντος Β' (σελ. 116). Ο Ιουλιανός διέτριψεν εν τη πόλει πριν γείνη αυτοκράτωρ.

160) Κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ο Βλαδίμηρος γενόμενος κύριος της Χερσώνος έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν ζητών την Άνναν και απειλών πόλεμον εν περιπτώσει αρνήσεως. Ο Βασίλειος και ο Κωνσταντίνος εδέξαντο την πρότασιν επί τω όρω να βαπτισθή ο Ρώσος ηγεμών, όπερ ούτος ασμένως εδέξατο.

161) Κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις ουχί αυτός ο Ιαροσλαύος διεξήγαγε την στρατείαν ταύτην, αλλ' ο εκ των υιών αυτού Βλαδίμηρος, εις όν ανέθηκε την αρχιστρατηγίαν.

162) Είς των υιών του Ιαροσλαύου (Βσεβόλοδος) προ του ιστορηθέντος πολέμου ή μετά τον πόλεμον τούτον έλαβεν εις γάμον θυγατέρα τινά του Κωνσταντίνου Θ' (άγνωστον τίνα και εκ τίνος γάμου), ής ο υιός Βλαδίμηρος (ο γενόμενος μέγας ηγεμών) επωνομάσθη Μονομάχος ως έγγονος του Κωνσταντίνου Θ'.

163) Το όνομα του ανδρός είναι Τογρούλ = Ευθύς, βέη δε ή βεγ (πρόφ. μπεγ) σημαίνει Τουρκιστί το μέγας και ηγεμών.

164) Την προσωνυμίαν Σουλτάνος έλαβε πρώτος ο Γασναυίδης Μαχμούτ (ίδε σελ. 224), είτα δε οι Σελτζούκοι (η λέξις _Σουλτάν_ είναι Αραβική σημαίνουσα _Κύριος_).

165) Κατά τους χρόνους τούτους ο στρατός του Ελληνικού κράτους ήρξατο αύθις να συγκροτήται ως προ του 6 μ. Χ. αιώνος από ξένων μισθοφόρων, Νορμανδών και άλλων Ευρωπαίων, ενίοτε δε και Τούρκων.

166) Διότι σιτοδείας επ' αυτού γενομένης ο μόδιος του σίτου επωλείτο υπό του κράτους παρά πινάκιον, ήτοι ηλαττωμένος κατά έν τέταρτον.

167) Το _Φράγκος_ κείται ενταύθα ουχί εν τη αρχαιοτέρα σημασία του ονόματος δηλούντος το Γερμανικόν έθνος των Φράγκων, αλλ' εν τη σημασία καθόλου του Λατίνος ή Ευρωπαίος, ήν σημασίαν έλαβεν η λέξις ένεκα της επί Καρόλου του Μεγάλου δυνάμεως και φήμης του Φραγκικού κράτους και ονόματος.

168] Οίκιστος: Αξιοθρήνητος, θλιβερότατος.

169] ο Αδελφιδούς-ού: γιός αδελφού ή αδελφής, ανηψιός.

170) Ούτως η Νίκαια και μέγα μέρος της Μικράς Ασίας ανεκτήθησαν υπό του Ελληνικού κράτους. Ο Κιλίτζ-αρσλάν μετέθηκε νυν την έδραν του κράτους αυτού, εις Ικόνιον. Εκ τούτου δε το Σελτζουκικόν κράτος της Νικαίας εκλήθη από του νυν _Κράτος Ικονίου_.

171) Μαμελούκοι (τουτέστι Δούλοι) εκλήθησαν ούτοι, διότι ήσαν Κιρκάσιοι, αγοραζόμενοι ως δούλοι και γινόμενοι μισθοφόροι των Εγιουβιδών Σουλτάνων της Αιγύπτου, ών κατέλυσαν την αρχήν διά της στρατιωτικής αυτών δυνάμεως, και ίδρυσαν κράτος ισχυρόν στρατιωτικόν υπέρ τα διακόσια έτη άρξαν της Αιγύπτου.

172) Βενετοί είναι οι κάτοικοι της νησιωτικής Ιταλικής πόλεως, ής την κατά τον 5 μ. Χ. αιώνα γένεσιν ιστορήσαμεν αλλαχού του βιβλίου τούτου. Η μικρά εκείνη νησιωτική πόλις, μετά την υπό των Ελλήνων επί του Ιουστινιανού Α' κατάληψιν της Ιταλίας διατελέσασα επί αιώνας υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους, εγένετο εμπορική και ανέδειξε μέγα εμπορικόν ναυτικόν• γενομένη δε από του 9 μ. Χ. αιώνος όλως αυτόνομος κατέστη μεγάλη ναυτική δύναμις έχουσα κατά τους χρόνους τούτους μέγα πολεμικόν ναυτικόν και αποικίας και κτήσεις κατά τα παράλια της Δαλματίας.

173) Μέχρι τότε οι ηγεμόνες των Σέρβων ελέγοντο Ζουπάνοι ή μεγάλοι Ζουπάνοι, ήτοι φυλάρχαι. (Η λέξις ουδεμίαν σχέσιν έχει προς το παρ' ημίν Περσοτουρκικάν τζοπάνης = ποιμήν).

174) Το Πατριαρχείον το Οικουμενικόν ευρίσκετο τότε εν Νικαία (σελ. 250), και ο Οικουμενικός Πατριάρχης εκυβέρνα εντεύθεν την Εκκλησίαν ως αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ουχί δ' ως αρχιεπίσκοπος Νικαίας. Ιδιαίτερος αρχιεπίσκοπος ή μητροπολίτης Νικαίας εκυβέρνα την μητρόπολιν Νικαίας.

175) Φαίνεται ότι η πλημμελώς εις τον Μωάμεθ και τους Άραβας αποδιδομένη σημαία της Ημισελήνου μετά του αστέρος, ήν έχουσι νυν ως σημαίαν εθνικήν και θρησκευτικήν οι Οθωμανοί Τούρκοι, υπήρξε το πρώτον σημαία των Χοβαρεσμίων ηγεμόνων. Πρώτος χρησάμενος τη τοιαύτη σημαία είναι ο Χοβαρέσμιος ηγεμών (σαχ) Αλαεδδίν Τακάς (1172-1200 μ. Χ.).

176) Το Βουλγαρικόν κράτος επί τινα χρόνον (1285-1299) εγένετο υποτελές τοις Μογγόλοις.

177) Οι διάδοχοι του φονευθέντος Χαλίφου κατέφυγον τότε εις την Αίγυπτον και εκεί εξηκολούθησαν άρχοντες απλώς την πνευματικήν αυτών εξουσίαν υπό την πολιτικήν και υλικήν προστασίαν των Μαμελούκων σουλτάνων, εωσού περί τας αρχάς του 16 αιώνος ο Οθωμανός σουλτάνος της Κωνσταντινουπόλεως καταλαβών την Αίγυπτον υπεχρέωσε τον εκεί Χαλίφην να παραιτήσηται τα αξίωμα της Χαλιφείας υπέρ του σουλτάνου των Οθωμανών και έκτοτε μέχρι νυν Χαλίφαι του Ισλαμικού κόσμου είναι οι Οθωμανοί σουλτάνοι.

178) Κοσέ Μιχαήλ (ήτοι Μιχαήλ του Σπανού ή Οξυγενείου) υπό των Τούρκων καλουμένου φρουράρχου του εν Βιθυνία Ελληνικού φρουρίου Κερμιγκίας, όπερ παρέδωκε τω Οσμάν. Η οικογένεια αυτού επί αιώνας είναι γνωστή εν τη Οθωμανική ιστορία.

179) Το _Οθωμανός_ λοιπόν είναι όνομα ούτε θρησκευτικον ουδέ καν εθνολογικόν κυρίως ειπείν, ως πολλοί παρ' ημίν νομίζουσι συγχέοντες τα όνομα οτέ μεν προς το _Μωαμεθανός_ ότε δε προς το Τούρκος. Το Οθωμανός είναι απλούστατα όνομα δυναστικόν σημαίνον τον πολίτην του κράτους του ιδρυθέντος υπό του Οσμάν ή Οθωμάν ή Οθωμανού. Και κατά τούτο γραμματικώς η ονομασία έχει πλημμελώς, διότι έδει να λέγηται ορθότερον Οθωμανίδης (κατά το Περγαμίδης) ή Οθωμανικός ή ως λέγουσιν αυτοί οι Οθωμανοί _Οσμανλής_ (παρ' ημίν Οσμανλίδες, ουχί Οσμανλίδαι!). Οι Οθωμανοί λέγονται και Τούρκοι, διότι ο πρώτος πυρήν του κράτους συνέστη από Τούρκων, Τούρκος δε την καταγωγήν ήτο και ο Οσμάν. Αλλ' εντεύθεν δεν δυνάμεθα πάντα _Τούρκον_, και μωαμεθανόν έτι όντα, να καλέσωμεν Οθωμανόν. Σημειωτέον εν τούτοις ότι το Οθωμανός από ονόματος ιδρυτού δυναστείας, από ονόματος δυναστικού εγένετο πολιτικόν και εντεύθεν εθνικόν, αλλ' ουδέποτε εταυτίσθη παρά τοις Οθωμανοίς αυτοίς προς το όνομα, _Τούρκος_, όπερ μέχρι του παρελθόντος αιώνος απεστρέφοντο οι _Οθωμανοί_ διακρίνοντες εαυτούς από των βαρβάρων Τουρκικών ή Τουρκομανικών λαών. Μόνον δε η εν ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις χρήσις των ονομάτων Turcs και Turquie, προκειμένου περί των Οθωμανών και του Οθωμανικού κράτους, καθιέρωσεν επ' εσχάτων παρά τοις πεπολιτισμένοις Οθωμανοίς την χρήσιν των ονομάτων τούτων ως ονομάτων εθνικών. Τα δε ταυτίζειν το Οθωμανός ή Οσμανλής προς το _μωαμεθανός_ είναι τοσούτον τερατωδώς πλημμελές, όσον το ταυτίζειν το _Αψβουργικός_ (Αψβουργικόν κράτος) και αυτό έτι το _Αυστριακός_ προς το Χριστιανός ή Καθολικός.

180) Ούτω παρά Τούρκοις προφέρεται το Αραβικόν Αμίρ.

181) Η Κύπρος μετά την υπό των Άγγλων κατάληψιν αυτής την γενομένην τω 1191 (σελ. 239) είχε δοθή υπό τούτων εις το κράτος της Ιερουσαλήμ.

182) Και πλην των χωρών, εννοείται, των υπαγομένων εις την Ελληνικήν αυτοκρατορίαν της Τραπεζούντος.

183) Σημειωτέον ότι η εν τη σελίδι ταύτη φερομένη χρονολογία της υπό των Οθωμανών αλώσεως της Καλλιπόλεως (1354) είναι η εκ της χρονογραφίας αυτού του Καντακουζηνού διδομένη, η δε συνήθης εν τοις ιστορικοίς βιβλίοις αναγραφομένη χρονολογία 1357 πηγάζει από του Χάμμερ, λαβόντος αυτήν παρά του Οθωμανού χρονογράφου Σααδεττίν αναφέροντος το γεγονός εις το έτος 759 της [] μεταφερμένη από παροράματα.

184] Νέηλυς-υδος: Νεοφερμένος.

185] Έναγχος: (επίρ.) προσφάτως.

186) Οι Οθωμανοί εν ταις Ευρωπαϊκαίς χώραις το σύστημα του παιδομαζώματος εξέτειναν και επί άλλους χριστιανικούς λαούς• αλλ' οι Έλληνες πάντοτε απετέλουν την κυρίαν δύναμιν του τάγματος.

187) Πολύ μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, τω 1634, επί του Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Α' κατηργήθη τα παιδομάζωμα των χριστιανών, και οι Γιανίτσαροι ελαμβάνοντο από μωαμεθανών, επετρέπετο δε εις αυτούς, έκτοτε και να έχωσιν οικογενείας.

188) Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης επεχείρησε την από Ιταλίας εις την λοιπήν Ευρώπην οδοιπορίαν δανεισάμενος εν Βενετία χρήματα παρά τοκογλύφων Βενετών τραπεζιτών επί υπερόγκω τόκω. Επανελθών δε εις Βενετίαν αχρήματος, εκρατήθη ενταύθα μέχρι αποτίσεως των οφειλομένων, όπερ οι εν Κωνσταντινουπόλει κατώρθωσαν επί τέλους μετά πολλής δυσκολίας, στερήσαντες και τους ναούς των χρυσών και αργυρών κοσμημάτων αυτών. Κατά την επάνοδον αυτού επεσκέφθη και την υπό Φράγκων κατεχομένην Κύπρον, ζητών βοήθειαν, αλλά και εντεύθεν και από της Ρόδου, ήν επεσκέψατο ωσαύτως αιτούμενος βοήθειαν παρά των Ιωαννιτών (σελ. 263), ανεχώρησεν άπρακτος. Και οι Γενουαίοι δε, ών εξητήσατο την συνδρομήν, εν Ιταλία ευρισκόμενος, ουδέν έπραξαν υπέρ αυτού, καίπερ τοσαύτας από αιώνων καρπούμενοι ωφελείας εν τω κράτει, δείξαντες διαγωγήν ανάλογον προς την επαίσχυντον διαγωγήν των Βενετών.

189) Ο Σουλτάνος μετά την νίκην περιερχόμενος το πεδίον της μάχης το πεπληρωμένον νεκρών εφονεύθη υπό του ήρωος Σέρβου Μίλος Κοβίλοβιτζ, όστις μεταξύ των νεκρών τραυματίας ων. Ο Σουλτάνος πριν εκπνεύση κατώρθωσε να αναγγείλη την εις θάνατον καταδίκην του Σέρβου βασιλέως Λαζάρου, θεωρηθέντος υπ' αυτού ως ηθικού αυτουργού του φόνου, και να ίδη τούτον φονευόμενον πριν εκπνεύση αυτός.

190) Η Σμύρνη κατείχετο από του 1344 υπό των ιπποτών της Ρόδου.

191) Το Φραγκικόν κράτος των Αθηνών (της Αττικής και Βοιωτίας) μετά την αυτόθι αρχήν του Όθωνος Δελαρός και του αδελφού αυτού Γουίδωνος (1240-1263)του λαβόντος την προσωνυμίαν _δουκός_ Αθηνών, ενώ οι προκάτοχοι αυτού εκαλούντο απλώς _Κύριδες_ (μεγασκύρ), και του υιού του Γουίδωνος Ιωάννου (1263-1280) και του αδελφού τούτου Γουλιέλμου (1280-1287) και του υιού τούτου Γουίδωνος Β' (1287-1308) κατελήφθη (1316) υπό της _Εταιρείας_ των Καταλανών (μισθοφόρων Ισπανών από Καταλανίας της Ισπανίας) αρξάντων ενταύθα υπό την ονομαστικήν κυριαρχίαν του εν Σικελία άρχοντος Αραγωνικού οίκου (σελ. 255). Από του 1387 κατελήφθη το _δουκάτον_ Αθηνών και Βοιωτίας υπό του εκ Φλωρεντίας καταγομένου Φράγκου ηγεμόνος της Κορίνθου Ραινερίου Ατζαγιώλη, άρξαντος ενταύθα μέχρι του 1461.

192) Λέγεται ότι πρώτος εν τοις άρχουσι του Οθωμανικού κράτους ο Βαγιαζίτ έλαβε την προσωνυμίαν Σουλτάνος. Ο Βαγιαζίτ όμως συνήθως καλείται Χαν (ίδε σελ. 261-262). Σουλτάνοι καλούνται οι Οθωμανοί άρχοντες κυρίως μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως.

193) Του εν Πελοποννήσω ιδρυθέντος υπό του Σαμπλίτ και του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου (σελ. 247) Φραγκικού κράτους (πριγκιπάτου Αχαΐας ή Μορέως) μετά τον θάνατον του Βιλλεαρδουίνου ήρξεν ο πρωτότοκος υιός αυτού Γοδεφρείδος Β' (1218-1245), μετά τούτον δε ο δευτερότοκος Γουλιέλμος Β' (1245-1278)• επί τούτων αμφοτέρων ήκμασε λίαν το εν Πελοποννήσω Φραγκικόν κράτος. Αλλά μετά τον θάνατον του Βιλλεαρδουίνου Β' μη καταλιπόντος υιόν, αλλά θυγατέρας, η κληρονομία του κράτους διά των γάμων των θυγατέρων περιήλθεν εις διαφόρους Ευωπαϊκούς οίκους (και ιδίως τον Ανδεγαυικόν και τον Αραγωνικόν), εωσού επεκράτησεν από του 1318 ο Ανδεγαυικός οίκος ο κατέχων και πολλά μέρη της Δυτικής Ελλάδος καί τινας των Ιονίων νήσων. Αλλά τω 1261 ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η' νικήσας και αιχμαλωτίσας τον Γουλιέλμον Β' ως λύτρον του αιχμαλωτισθέντος Φράγκου ηγεμόνος έλαβε την Μονεμβασίαν, τον Μιστράν και την Μαΐνην. Ούτω δε εσχηματίσθη εν Πελοποννήσω πυρήν Ελληνικού κράτους, κληθέντος «δεσποτάτου του Μιστρά», όπερ επί των τελευταίων Παλαιολόγων περιελάμβανε το πλείστον της Πελοποννήσου.

194) Το όνομα αυτού το Τουρκοταταρικόν είναι Τιμούρ = Σίδηρος. Επωνομάσθη δε _Λεγκ_ = Χωλός, ως εκ της πληγής, ήν έλαβε κατά τον πόδα έν τινι μάχη, εξ ής κατέστη χωλός. Το όνομα Τιμουρλέγκ = Τιμούρ ο Χωλός οι Ευρωπαίοι παρέφθειραν εις _Ταμερλάνος_.

195) Ο Ταμερλάνος συνείθιζε να ιδρύη ως τρόπαια πυραμίδας υπερμεγέθεις από των κεφαλών των φονευθέντων εν τη μάχη ή αιχμαλωτισθέντων και είτα σφαγέντων πολεμίων. Κατά την κατάληψιν δε του Ισπαχάν (1387) ένεκα παρασπονδίας διαπραχθείσης ως διετείνετο υπό των πολεμίων ήγειρε περί τον περίβολον της πόλεως δεύτερον περίβολον από 70 χιλιάδων κεφαλών των σφαγέντων εν τη πόλει ανθρώπων.

196) Τοιαύτην προσωνυμίαν (Κιράν σαχίπ) έδιδεν αυτός εαυτώ, μη θέλων εν τούτοις να ονομάζηται μέγας Χάνος μηδέ κατέχων κατά τύπον το ανώτατον αξίωμα του κράτους αυτού, αλλά διορίζων εις αυτό έν των μελών του οίκου Δζαγατάι, ήτοι Δζεγγίς χαν, δεικνύων ούτω κατά τύπον τον προς την νόμιμον κληρονομίαν σεβασμόν αυτού.

197) Η χρήσις πυροβολικού εν τοις πολέμοις άρχεται από του 14 αιώνος. Η πρώτη χρήσις λέγεται ότι εγένετο τω 1348 εν τη μεταξύ των Άγγλων και Γάλλων κατά το έτος τούτο συγκροτηθείση μάχη του Κρεσσύ. Των δε πυροβόλων όπλων της χειρός _μολιβδοβόλων_ ή και _τουφεκίων_ καλουμένων υπό των Βυζαντινών χρονογράφων των χρόνων τούτων, μνεία γίνεται το πρώτον κατά το έτος 1364. Καθόλου δε η εφαρμογή της πυρίτιδος εις τον οπλισμόν άρχεται από του 14 αιώνος. Αυτή δε η της πυρίτιδος εφεύρεσις η αποδιδομένη εις τον Άγγλον Ρογήρον Βάκωνα (1214-1290) ή εις τον Γερμανοελβετόν Βερθόλδον Σβαρτζ (Berthold Schwarz) ζήσαντα κατά τον 14 αιώνα ήτο απλώς η κατά τους χρόνους τούτους γενομένη τελειοποίησις της προ Χριστού έτι εν Κίνα και τη Ινδική εν χρήσει ούσης ομοίας ευφλέκτου όλης, ως δε γενικώς φρονείται, και του ελληνικού υγρού πυρός του 6 μ. Χ. αιώνος. Σημειωτέον δε ότι η του πυροβολικού χρήσις κατά την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως την γενομένην τω 1422 ως και κατά την πολιορκίαν του 1453 δεν επέδρασε λίαν ισχυρώς επί την οριστικήν έκβασιν των πραγμάτων.

198) Το δουκάτον είναι νόμισμα χρυσούν λαβόν το όνομα από του Έλληνος αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Δούκα (σελ. 227), εφ' ού το πρώτον εκόπη.

199) Η Θεσσαλονίκη κενωθείσα νυν διά σφαγής και εξανδραποδισμού των κατοίκων αυτής ωκίσθη εκ νέου υπό Τούρκων διά Τούρκων και Ελλήνων μετοίκων. Μετά την άλωσιν της Θεσσαλονίκης οι Έλληνες μοναχοί του Αγίου Όρους προσήνεγκον εκόντες την υποταγήν αυτών τω Σουλτάνω και διετήρησαν τα προνόμια των Μονών αυτών.

200) Ο Ιωάννης Ουνιάδης ήτο φυσικός υιός του βασιλέως Σιγισμούνδου και της κομήσσης Ουνιάδου.

201) Ο Γεώργιος Καστριώτης ήτο ο νεώτατος υιός του Αλβανού ηγεμόνος της Αλβανικής χώρας Ματίου (ουχί Ημαθίας) Ιωάννου Καστριώτου. Καθ' όν χρόνον το πρώτον ο Μουράτ Β' εστράτευσεν επί την Αλβανίαν, ο Γεώργιος εδόθη υπό του πατρός μετά τριών άλλων αδελφών ως όμηρος εις την αυλήν του Σουλτάνου, ένθα περιτμηθείς (παις ων 9 ετών) και γενόμενος μωαμεθανός ετιμήθη σφόδρα υπό του Σουλτάνου διά τα στρατιωτικά προτερήματα, άτινα πρωίμως εδείκνυε, και επεκλήθη τιμητικώς Σκενδέρβεης (Αλέξανδρος βέης• φαίνεται δ' όμως ότι το όνομα Σκενδέρ ήτο το μωαμεθανικόν αυτού όνομα). Τω 1443 φυγών από της υπηρεσίας του Σουλτάνου εγένετο διά τολμηρού τεχνάσματος κύριος της Κροΐας, αναγκάσας, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να φύγη, τον γραμματέα του Μουράτ Β' να εκδώση διαταγήν προς τον διοικητήν του φρουρίου τούτου ίνα παραδώση αυτά εις τον φέροντα αυτώ την διαταγήν (εις τον Σκενδέρμπεην). Ευθύς δ' ως εξεβίασε δι' απειλής θανάτου παρά του γραμματέως την διαταγήν, εφόνευσεν αυτόν εν τω άμα, ίνα μη γνωσθώσι τα γενόμενα. Ούτω δε ελθών μετά της διαταγής εγένετο αμαχητί κύριος της Κροΐας, οπόθεν εκάλεσε τους ομοεθνείς αυτού εις τον κατά Τούρκων εθνικόν και θρησκευτικόν αγώνα.

202) Ητο 21 ετών, είχε δε δις πρότερον ανέλθει εις τον θρόνον, αποχωρήσαντος αυτού δις οικειοθελώς του Μουράτ Β' χάριν ησυχίας και δις πάλιν αναλαβόντος αυτόν εν μέσω των σοβαρών κινδύνων.

203) Μάρτυρας της πίστεως (σαχίτ) καλούσιν οι Μωαμεθανοί πάντας τους εν τοις πολέμοις πίπτοντας υπέρ του Ισλάμ (σελ. 102).

204) Εν Αγία Σοφία είχε τελεσθή τη 12 Δεκεμβρίου 1452 ιερά λειτουργία παρόντος και του παπικού απεσταλμένου του καρδιναλίουχ Ισιδώρου (Έλληνος το γένος), πεμφθέντος ίνα πραγματώση την ένωσιν κατά τα αποφασισθέντα εν Φλωρεντία (σελ. 283). Αλλ' ο ανθενωτικά φρονών λαός της Κωνσταντινουπόλεως εθεώρει βεβηλωθέντα τον ναόν, εισήλθε δ' εις αυτόν κατανυκτικώς έκτοτε μόνον τη 28-29 Μαΐου, ότε ετελέσθη η τελευταία εν αυτή χριστιανική προσευχή και ιεροπραξία. Ο μνημονευθείς Ισίδωρος ηγωνίσθη επί των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως και συνελήφθη αιχμάλωτος, ελευθερωθείς δε διά χρημάτων έγραψε τον θρήνον της πεσούσης πόλεως.

205) Νυν πρώτον το όνομα _Έλλην_ αντικατέστησεν επισήμως διά του βασιλικού στόματος το όνομα _Ρωμαίος._

206) Εκ των μεγάλων Ελληνικών νήσων η μεν Εύβοια και Χίος και Λέσβος εκυριεύθησαν μετά των άλλων νήσων του Αιγαίου (πλην της Ρόδου και Κρήτης) υπ' αυτού του Μωάμεθ Β', η Ρόδος υπετάγη τω Οθωμανικώ κράτει τω 1522 επί του Σουλεϊμάν Β', η Κύπρος τω 1570 επί του σουλτάνου Σελίμ Β', η δε Κρήτη τω 1669 επί του Μωάμεθ Δ'. Των 7 Ιονίων λεγομένων νήσων ουδεμία διαρκώς υπετάγη είς το Οθωμανικόν κράτος. Ο Μωάμεθ Β' υπέταξε προς τούτοις το μόνον εν Μικρά Ασία εκ των αποκατασταθέντων ενταύθα υπό του Ταμερλάνου Τουρκικών κρατών υπολειπόμενον έτι επ' αυτού (των λοιπών υποταχθέντων επί του Μουράτ Β') κράτος της Καραμανίας.