Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 30

Chapter 30117 wordsPublic domain

31) Ως σύμβολον της τοιαύτης του κόσμου κυριαρχίας εδείκνυεν ο Αττίλας το μυστηριώδες παρά τοις Ούννοις θεωρούμενον ξίφος, όπερ εύρεν αυτός ή ευρεθέν υπό τινος ποιμένος έλαβε παρ' αυτού, ως ουρανόπεμπτον ή ουρανοπετές σύμβολον της κοσμοκρατορίας, ή ως αυτήν την εικόνα του θεού του πολέμου, κατά τας θρησκευτικάς ιδέας των Ούννων.

32 ] Δυσωπέω-ώ: Αποκτώ, παίρνω δια παρακλήσεων, ικεσιών.

33) Ουχί βεβαίως της αρχαίας Φοινικικής Καρχηδόνος της καταστραφείσης άρδην τω 148 π. Χ. υπό των Ρωμαίων, αλλά της Καρχηδόνος της Ρωμαϊκής της ιδρυθείσης ως Ρωμαϊκής αποικίας επί του Αυγούστου.

34) Ο Γεζέριχος λαβών ως νύμφην τω υιώ αυτού Ουννερίχω την θυγατέρα του Θευδερίχου, απέπεμψεν είτα την νύμφην προς τον πατέρα μετ' αποκεκομμένης κόμης και ρινός επί τη ψευδεί προφάσει ότι επεβούλευεν αύτη κατά της ζωής αυτού.

35) Κατά την εισβολήν ταύτην του Αττίλα, ως κατά τας υπό του Αλαρίχου πρότερον γενομένας, πολλοί των κατοίκων της Άνω Ιταλίας κατέφυγαν εις τα κατά τας εκβολάς του Πάδου κείμενα, εις τους βαρβάρους απρόσιτα νησίδια. Εκ της οικήσεως δε τούτων παρήχθη ύστερον η νησιωτική πόλις Βενετία.

36) Ότε άνανδροί τινες σύμβουλοι του αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β' επειράθησαν να ενεργήσωσιν επιβουλήν κατά της ζωής αυτού διαφθείροντες χρήμασι τους παρ' αυτώ υπηρετούντας Ούννους και το πράγμα ανακαλυφθέν κατηγγέλθη εις τον Αττίλαν, ούτος μετά περιφρονήσεως απέρριψε πάσαν υπό των συμβούλων αυτού γενομένων περί εκδικήσεως πρότασιν, ειπών ότι η πράξις ήτο πάνυ δουλική και ότι δεν επετρέπετο αυτώ να τιμωρή τοιούτους απίστους δούλους (εννοών τους συμβούλους του Θεοδοσίου).

37) Ο Αττίλας, καίπερ ων Ούννος και Μογγόλος την καταγωγήν, όμως ζων εν μέσω Γερμανικών λαών είχεν εν μέρει εκγερμανισθή και δεν ήτο ηθικώς πολλώ κατώτερος των μεγάλων Γερμανών βαρβάρων των χρόνων αυτού (ως λ. χ. του Αλαρίχου), τινών δε και πολλώ ανώτερος (ως λ. χ. του Γεζερίχου). Εν τω αρχαιοτάτω δε επικώ και ηρωικώ ποιήματι των Γερμανών τω καλουμένω Niebelungen αναφέρεται και ο Αττίλας ως «βασιλεύς Έτζελ».

38) Η θυγάτηρ αύτη του Μαρκιανού Ευφημία καλουμένη είχε γεννηθή εκ της πρώτης γυναικός αυτού.

39) Η χρήσις πυρφόρων ή πυρπολικών πλοίων, ήτοι πλοίων κενών πεπληρωμένων εμπρηστικών υλών και αναπτομένων εν ευθέτω ώρα προς καταστροφήν πολεμικών πλοίων, η τοσαύτα θαυματουργήσασα εν τη μεγάλη Ελληνική επαναστάσει του 1821, ήτο γνωστή κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, και πολλώ αρχαιότερον εν τοις χρόνοις του Πελοποννησιακού πολέμου. Εν τη Σικελική στρατεία των Αθηναίων οι Συρακόσιοι εποιήσαντο χρήσιν εναντίον του Αθηναϊκού στόλου «ολκάδος παλαιάς, κληματίδων και δαδός πλήρους», ήν απέλυσαν κατά των Αθηναϊκών πλοίων εμβαλόντες εις αυτά πυρ. Και κατά την υπό του Αλεξάνδρου του Μεγάλου πολιορκίαν της Τύρου (332 π. Χ.) οι Τύριοι εποιήσαντο χρήσιν πλοίου όλης ευφλέκτου πεπληρωμένου.

40) Ο Λέων επικαλείται Μέγας απλώς κατ' αντίθεσιν προς τον έγγονον αυτού Λέοντα τον Β', τον Μικρόν ως εκ της ηλικίας αυτού καλούμενον.

41) Ο Ίσαυρος ούτος εκαλείτο κατά το Ισαυρικάν αυτού όνομα Ταρασικοδίσσας, μετωνομάσθη δε επί τα Ελληνικώτερον Ζήνων.

42) Τα ονόματα ταύτα παρέλαβεν ο τελευταίος της Ρώμης αυτοκράτωρ, ο κατά σύμπτωσιν φέρων το όνομα του πρώτου μυθικού βασιλέως και κτίστου της Ρώμης, από του προς μητρός πάππου αυτού.

43) _Βασιλεύς_ εννοείται ουχί υπό την υψηλήν έννοιαν, ήν έχει κατά τους χρόνους τούτους το όνομα τούτο εν Κωνσταντινουπόλει διδόμενον εις αυτόν τον αυτοκράτορα, αλλ' υπό την σημασίαν, ήν είχε τότε παρά τοις βαρβάροις Γερμανοίς το Γερμ. όνομα König (εκ του αρχ. Γερμ. chuni = γένος, γενάρχης) σημαίνον απλώς τον αρχηγόν μιας ή πολλών φυλών. Βασιλεύς μεταφράζεται καταχρηστικώς το όνομα εν τη Ελληνική ένεκα της εν τη Λατινική μεταφράσεως αυτού εις rex (εξ ού τα νεολατινικά re, roi). Αλλά το rex εν τη Λατινική διδόμενον κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, εις τους ηγεμόνας των βαρβάρων εσήμαινεν αξίωμα απείρως υποδεέστερον του αξιώματος του αυτοκρατορικού. Σημειωτέον δε ότι η ανάρρησις του Οδοάκρου ως βασιλέως (König) ουδεμίαν σχέσιν είχεν άμεσον και επίσημον προς την Ιταλίαν, ής δεν εκηρύχθη ούτε ηδύνατο να κηρυχθή ηγεμών. Η Ιταλία έμεινεν ως ήτο χώρα από του αυτοκράτορος εξαρτωμένη. Ο Οδόακρος ανηγορεύθη υπό των βαρβάρων αυτού βασιλεύς αυτών τούτων των βαρβάρων, ως ο Αλάριχος εκηρύχθη βασιλεύς υπό των Βησιγότθων ακριβώς καθ' όν χρόνον διωρίσθη υπό του αυτοκράτορος της Ανατολής διοικητής του Ιλλυρικού (ίδ. σελ. 42).

44) _Πατρίκιος_ κατά τους χρόνους τούτους δεν σημαίνει εκείνο, όπερ εσήμαινεν εν τοις αρχαιοτέροις χρόνοις, ήτοι Ρωμαίον ανήκοντα εις ιδίαν τάξιν κοινωνικής κληρονομικής αριστοκρατίας. Από των χρόνων του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, και κατά τας διατάξεις του αυτοκράτορος τούτου, _πατρίκιος_ κατέστη αξίωμα προσωπικόν (ουχί κληρονομικόν) διδόμενον εις τους ανωτάτους λειτουργούς του κράτους ως υψηλή τιμή συνεπαγομένη ευγένειαν προσωπικήν, μετά της τιμητικής προσωνυμίας illustris (ιλλούστριος) = ενδοξότατος, και προνομίων ιδιαιτέρων και διακριτικών σημάτων εξωτερικών. Το αξίωμα τούτο επεζήτουν ιδίως και ελάμβανον οι εν τω Ρωμαϊκώ κράτει μεγάλην ισχύν και πραγματικήν αρχήν κεκτημένοι Γερμανοί βάρβαροι, Στελίχων, Άσπαρ, Ρικίμερος, Γονδίβαλδος• και ο Ορέστης δε ο Παννόνιος, ο πατήρ του Ρωμύλου Μωμούλλου, ην πατρίκιος. Και αυτοί δε οι λεγόμενοι βασιλείς των πέραν των Άλπεων σχηματισθέντων Γερμανικών κρατών εφιλοδόξουν επί το αξίωμα του Πατρικίου.

45) Κατά την υπό του Κωνσταντίνου του Μεγάλου γενομένην διοικητικήν οργάνωσιν του κράτους διηρείτο τούτο εις τέσσαρας μεγάλας διοικητικάς περιφερείας καλουμένας _επαρχότητας_ (praefecturas): α') την Ανατολήν, περιλαμβάνουσαν πάσας τας εν Ασία χώρας του κράτους, έτι δε την Αίγυπτον, και την Θράκην και την κάτω Μοισίαν εν Ευρώπη• β') την Ιλλυρικήν, περιλαμβάνουσαν πάσαν την εκτός Θράκης και κάτω Μοισίας Ελληνικήν χερσόνησον, ότι δε και την Δακίαν• γ') την Ιταλίαν, και δ') την Γαλλίαν, περιλαμβάνουσαν Γαλατίαν, Ισπανίαν και Βρεττανίαν. Αι επαρχότητες διηρούντο εις _διοικήσεις_ (dioecesis) και αύται εις επαρχίας (provinciae). Η επαρχότης της Ιταλίας περιελάμβανε δύο διοικήσεις, την της Ιταλίας και την της Αφρικής• και της πρώτης των _διοικήσεων_ τούτων διοικητής καθίστατο νυν ο Οδόακρος, βασιλεύς ων άμα μόνον των βαρβάρων αυτού.

46) Οι εν Ιταλία βάρβαροι μισθοφόροι είχον λάβει ήδη επί του Ονωρίου το δικαίωμα του κατέχειν το τρίτον των κατοικιών των πόλεων, εν αίς εστάθμευον, αλλά γης ιδιοκτησίαν δεν είχον έτι.

47) Και αυτοί δε οι τελευταίοι εν τη Δύσει αυτοκράτορες ανεγνώριζον μέχρι τινός ως κυρίαρχον αυτών και μόνον υπέρτατον άρχοντα της Δύσεως τον εν Ανατολή αυτοκράτορα. Ούτως ο αυτοκράτωρ Ανθέμιος λέγει περί των νόμων αυτού: «τούτους ο δεσπότης και πατήρ εμός άρχων αγιώτατος Λέων (ο Λέων Α') περιέβαλε διά του κύρους αυτού».

48) Τουρκικής φυλής λέγοντες εννοούμεν το όνομα υπό έννοιαν εθνολογικήν, ουχί δε την πλημμελώς διδομένην παρ' ημίν συνήθως θρησκευτικήν εις αυτό έννοιαν. Ίδε κατωτέρω περί τούτου εκτενέστερον.

49] Περίνους: αυτός που διακρίνεται για την συγκρότηση της σκέψης και την σύνεσή του.

50) Ούτως ερμηνεύεται η λέξις εκ του Περσικού Νουσιρβάν ή Ανουσιρβάν. Η συνήθης διδομένη ερμηνεία Δίκαιος είναι πλημμελής.

51) Εκ της προστακτ. του ρήμ. νικώ, όπερ ήτο το σύνθημα των στασιαστών.

52) Οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως (οι δήμοι, εις ούς διηρείτο η πόλις) διεκρίνοντο απ' αλλήλων ως προς την εύνοιαν, ήν είχον προς τους Πρασίνους ή Κυανούς, λαμβάνοντες και τα τούτων ονόματα. Αι τοιαύται διαιρέσεις ως και οι αγώνες οι ιπποδρομικοί μετήχθησαν εις Κωνσταντινούπολιν από της Ρώμης.

53) Ιδού οι λόγοι της Θεοδώρας κατά τον σύγχρονον ιστοριογράφον Προκόπιον• « . . . Ηγούμαι δε την φυγήν έγωγε, είπερ ποτέ και νυν, ήν και την σωτηρίαν επάγηται, αξύμφορον είναι• ανθρώπω μεν γαρ ες φως ήκοντι το μη ουχί και νεκρώ γενέσθαι αδύνατον, το δε βεβασιλευκότι τω φυγάδι είναι ουκ ανεκτόν. _Μη γαρ αν_ γενοίμην της αλουργίδος ταύτης χωρίς, μηδ' αν την ημέραν εκείνην βιώην, εν ή με δέσποιναν οι εντυχόντες ου προσερούσιν. Ει μεν ουν σώζεσθαί σοι βουλομένω εστίν, ω βασιλεύ, ουδέν τούτο πράγμα. Χρήματά τε πολλά εστιν ημίν και θάλασσα μεν εκείνη, πλοία δε ταύτα• σκόπει μεν τοι μη διασωθέντι ξυμβήσεταί σοι ήδιστα αν της σωτηρίας τον θάνατον ανταλλάξασθαι• εμέ γαρ τις και παλαιός αρέσκει λόγος ως καλόν εντάφιον η βασιλεία εστίν».

54) Η αρχή ανήκεν εις τον από του πρώτου συζύγου (Ευχάριος) υιόν της Αμαλασούνθης Αταλάριχον. Τότε δε αποθανόντος τούτου μετά τον πατέρα αυτού η Αμαλασούνθα, ίνα καταλίπη διάδοχον τω θρόνω, είχε συνάψει δεύτερον γάμον προς τον εξάδελφον αυτής Θευδάτον.

55) Διά της καταλύσεως του Βανδηλικού κράτους αι νήσοι Σαρδώ και Κύρνος, αίτινες κατείχοντο υπό Γότθων, υπήχθησαν υπό το κράτος το Ελληνικόν, μετ' ολίγον δε υπετάχθη εις αυτό και μέρος της Ανατολικής Ισπανίας.

56) Κατ' άλλην παράδοσιν, Πέρσης τις επί Ιουστινιανού ελθών από Κίνας εις την Κωνσταντινούπολιν έφερε το σπέρμα των σκωλήκων τρέφων αυτά εν τω σωλήνι του φυτού του καλουμένου νάρθηκος.

57) Το όνομα των Τούρκων εν τη καθόλου ιστορία μνημονεύεται ήδη κατά τον Α' αιώνα παρά Πλινίω τω Πρεσβυτέρω («Turcarum gens nobilissima»).

58) Ημείς καταχρηστικώς Τούρκους καλούμεν συνήθως πάντας τους μωαμεθανικούς λαούς, επειδή οι νυν εν Ανατολή άρχοντες Τούρκοι έτυχον όντες μωαμεθανοί.

59) Οι Βούλγαροι ήσαν Τουρκικής ή Ουννικής καταγωγής, αλλά δεν ήσαν γνωστοί εις τους Έλληνας υπό το όνομα και την ιδιότητα ταύτην.

60) Τινές των από του Κωνσταντίνου του Μεγάλου και εντεύθεν αρξάντων αυτοκρατόρων δεν ήσαν ακραιφνούς Ελληνικής καταγωγής. Ο του Κωνσταντίνου οίκος κατήγετο από Ναϊσσού της Άνω Μοισίας, ήτις, καίπερ ούσα το πλείστον εξηλληνισμένη, εθεωρείτο χώρα Ιλλυρική. Ούχ ήττον ο οίκος ούτος καταγόμενος από της Ελληνικής χερσονήσου δύναται να θεωρηθή Ελληνικός, αφού και η μήτηρ του Κωνσταντίνου κατήγετο από χώρας Ελληνικής, της Βιθυνίας. Ο Ιοβιανός και ο Ουάλης και ο εξ Ιβηρίας καταγόμενος Θεοδόσιος δεν ήσαν Έλληνες. Αλλ' ο Μαρκιανός και ο Λέων Α' καλούνται Θράκες, ο Ζήνων ήτο Μικρασιανός εκ του μόνου μη εντελώς έτι εξελληνισθέντος Μικρασιανού έθνους των Ισαύρων. Ο Αναστάσιος Α' ήτο από Δυρραχίου της Ηπείρου, ο δε του Ιουστίνου Α' οίκος ήτο σχεδόν Μακεδονικός και ο Τιβέριος Β' Θραξ. Πάντες δ' ούτοι, πλην των εκ του οίκου του Θεοδοσίου και του αγνώστου πατρίδος Ιοβιανού και του εκ Παννονίας Ουάλεντος, μάλλον ή ήττον ήσαν Έλληνες. Αλλ' από του Μαυρικίου πάντες οι Βασιλείς κατήγοντο εκ των εξηλληνισμένων χωρών της Ανατολής και ιδίως από της Μικράς Ασίας.

61) Των Γεπιδών το κράτος, όπερ είχεν ιδρυθή μετά την διάλυσιν του Ουννικού κράτους, κατέστρεψαν οι Λαγγοβάρδοι βοηθεία των Αβάρων• και τότε αδεία του Ιουστινιανού Α' κατέλαβον τας τέως αποτελούσας τα κράτος τούτο παρά τον Δανούβιον χώρας. Αλλ', αφού οι Λαγγοβάρδοι μετέβησαν εις Ιταλίαν, αι χώραι αύται κατελήφθησαν υπό των Αβάρων.

62) Οι ύμνοι ούτοι λέγονται ακάθιστοι, διότι ψαλλομένων αυτών ίσταντο επί ποδός πάντες οι εν τω ναώ. Είνε δε γνωστοί νυν υπό το όνομα _Χαιρετισμοί_. Οι Χαιρετισμοί ψάλλονται και νυν εν τη εκκλησία τμηματικώς κατά τας παρασκευάς των τεσσάρων εβδομάδων της Μεγάλης Τεσσαρακονθημέρου Νηστείας, εν όλω δε την Παρασκευήν της πέμπτης εβδομάδος.

63) Ο νικητήριος παιάν έχει ούτω: « Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια, αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε. Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον ίνα κράζω σοι, Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε».

64) Η εν Τιφίλιδι συνάντησις του Ηρακλείου μετά του Ζιεβήλ είναι η πρώτη εν τη ιστορία συνάντησις Έλληνος βασιλέως μετά Τούρκου, μη μωαμεθανού, ηγεμόνος. Κατά την συνάντησιν ταύτην ο Χαγάνος Ζιεβήλ προσεκύνησε τον αυτοκράτορα, τρις φιλήσας τον τράχηλον αυτού, άπας δε ο στρατός ο Τουρκικός έπεσε πρηνής προς ένδειξιν σεβασμού και υποταγής προς τον αυτοκράτορα.

65) Οι Τούρκοι επέστρεψαν, διότι απέθανεν ο αρχηγός αυτών υιός του Ζιεβήλ.

66) Εγένετο δε η ιερά αύτη τελετή την αυτήν ημέραν 14 Σεπτεμβρίου, όπως είχε γείνει και επί του Κωνσταντίνου• και η ημέρα αύτη εορτάζεται μέχρι και σήμερον υπό της Εκκλησίας προς ανάμνησιν της διπλής υψώσεως του Σταυρού.

67) Το εκ του Άραψ παραχθέν παρ' ημίν &Αράμπης&, όπερ σημαίνει Μαύρος, έλαβε τοιαύτην σημασίαν, ουχί μόνον διότι οι Άραβες εις τους Μαύρους της Αφρικής μετέδοσαν την θρησκείαν και την γλώσσαν αυτών, αλλά και διότι οι Αραβόγλωσσοι ούτοι μωαμεθανοί Μαύροι διά των Αράβων εγένοντο γνωστοί εν Τουρκία, υπό τούτων πωλούμενοι ως δούλοι.

68) Άλλο συνηθέστατον όνομα διδόμενον εις τους Άραβας επί των Ρωμαϊκών χρόνων είνε το όνομα Σαρακηνοί (= Ανατολικοί εκ του Αραβ. σαρκ = ανατολή). Ούτω δε εκαλούντο ιδίως οι Άραβες της βορειοδυτικής Αραβίας (αλλ' ενίοτε και της νοτίου). Τους Σαρακηνούς ως μισθοφόρους στρατιώτας ευρίσκομεν ήδη πολύ προ του Μωάμεθ εν Κωνσταντινουπόλει κατά τα 378, ότε κατά την Γοτθικήν εναντίον της πόλεως επιδρομήν την επακολουθήσασαν τω θανάτω του Ουάλεντος (σ. 37) οι Σαρακηνοί μισθοφόροι ήσαν οι υπερασπίζοντες την πρωτεύουσαν εναντίον των βαρβάρων. Το όνομα Σαρακηνοί μετά τον Μωάμεθ κατέστη συνώνυμον παρά τοις Έλλησι όπως και το Αγαρηνός, προς το Μωαμεθανός.

69) Μωαμεθανικής χρονολογίας, ής ποιούνται χρήσιν μέχρι νυν πάντες οι μωαμεθανικοί λαοί. Οίκοθεν δε νοείται ότι, ίνα μεταφέρη τις οιανδήποτε χρονολογίαν της Εγίρας εις την Χριστιανικήν, πρέπει να προσθέτη εις τον αριθμόν της Εγίρας τον αριθμόν 622 ως και την διαφοράν του σεληνιακού από του ηλιακού έτους. Διότι οι Άραβες, και κατ' αυτούς πάντες οι μωαμεθανικοί λαοί, ποιούνται χρήσιν του σεληνιακού έτους• 30 δε έτη σεληνιακού έτους ισοδυναμούσι προς 29 ηλιακού. Ούτω το έτος 1905 μ. Χ. είναι τα 1325 έτος της Χίδζρας.

70) Διά τούτο οι Μωαμεθανοί ου μόνον δεν σέβονται τον Σταυρόν, αλλά και μυσάττονται, θεωρούντες αυτόν ως ψευδές σύμβολον ψευδούς και ασεβούς περί του θανάτου του Χριστού διδασκαλίας.

71) Το _Καφίρ_ τούτο παρεφθάρη παρά Πέρσαις και Τούρκοις Μωαμεθανοίς εις _γκιαούρ_. Αλλά το όνομα τούτο καταχρηστικώς οι _Τούρκοι_ έδοσαν εις τους Χριστιανούς.

72) Αι ώραι της προσευχής (η εωθινή, η της μεσημβρίας, η της δείλης, η της δύσεως του ηλίου και η προ του ύπνου) εξαγγέλλονται μεγαλοφώνως υπό ιδιαιτέρου κήρυκος (μουεζζίν) από των ναών.

73) Οι θεωρούμενοι παρ' ημίν ως ιερείς του Ισλάμ είναι ή ιμάμαι, επιστάται δηλονότι των ναών και προεστώτες της κοινότητος, αναγνώσται, ιεροκήρυκες, ή ουλεμάδες (διδάσκαλοι του ιερού νόμου) ή μουφτήδες (εξηγηταί του ιερού νόμου) ή καδήδες (δικασταί δικάζοντες κατά τον ιερόν νόμον) ή σοφτάδες (ιεροσπουδασταί).

74) Αλλ' ο Μωαμεθανισμός είδη τινά βρώσεων και πόσεων απαγορεύει διά παντός, οίον το χοίρειον κρέας και πάντα τα οινοπνευματώδη ποτά και ιδίως τον οίνον. Τούτο έπραξεν ο Μωάμεθ διά λόγους υγιεινής. Προς τούτοις ο Μωάμεθ εθέσπισεν ή υπάρχοντα διετήρησε τον θεσμόν της περιτομής, τον επικρατούντα άλλως παρά πλείστοις Σημιτικοίς λαοίς.

75) Οι Μωαμεθανοί σήμερον δύο πόλεις έχουσιν ιεράς εν Αραβία, την Μέκκαν, ιεράν διά τον λίθον και τον Κααβάν, εν ώ είναι ούτος και διότι εγεννήθη ενταύθα ο Μωάμεθ, και την Μεδινάν, ήτις εγένετο ιερά διά τον ενταύθα τάφον του προφήτου, τελευτήσαντος εν Μεδινά.

76) Υιόν ο Μωάμεθ δεν κατέλιπεν, αλλά θυγατέρα Φατιμάν ονόματι, γυναίκα του Αλή προς πατρός εξαδέλφου του Μωάμεθ.

77) Ο Ωμάρ ωδοιπόρει επί της αυτής καμήλου, ήτις έφερε τον ασκόν του ύδατος ού είχεν ανάγκην εν τη ερήμω• και τον σάκκον τον περιέχοντα τον σίτον προς διατροφήν εν τη ερήμω• έτρωγε δε εκ του αυτού σκεύους, εξ ού πάντες οι συνοδεύοντες αυτόν υπηρέται. Τοιαύτη ήτο η απλότης του βίου του ανδρός του άρχοντος ήδη πάσης Αραβίας, Συρίας και των πλείστων των μέχρι του Ινδικου Ωκεανού χωρών της Δυτικής Ασίας.

78) Και μέχρι δε σήμερον οι σουλτάνοι της Τουρκίας εν τοις διατάγμασιν αυτών τοις επικυρούσι τα δικαιώματα των εν Τουρκία ορθοδόξων Χριστιανών αναφέρουσι το όνομα του Ωμάρ Ιβν Αλ-χαττάπ.

79) Αυτοί οι Έλληνες κάτοικοι των χωρών τούτων, οι διατηρήσαντες την πάτριον θρησκείαν (διότι οι πλείστοι τούτων προσήλθον εις το Ισλάμ) απώλεσαν την γλώσσαν αυτών, έκτοτε μέχρι νυν λαλούντες την Αραβικήν.

80) Επί ομοίοις περίπου όροις, αλλ' ουχί μετά της αυτής επισημότητος, είχον πρότερον παραδοθή εις τους Μωαμεθανούς η Δαμασκός και άλλαι πόλεις της Συρίας. Σημειωτέον δε ότι ο κεφαλικός φόρος ή χαράτζ επεκράτει ως θεσμός από των χρόνων του Ωμάρ εις πάσας τας μουσουλμανικάς χώρας, ένθα υπήρχον Χριστιανοί• κα τηργήθη δε εν Τουρκία διά των κατά το 1856 γενομένων εν τω Κράτει μεταρρυθμίσεων. Έκτοτε δε και ολίγω πρότερον ήρθησαν κατά μικρόν εν Τουρκία και αι άλλαι ιδίως εις τας Εκκλησίας αφορώσαι απαγορευτικαί διατάξεις, ισχύουσαι μόνον εν ταις αποκέντροις υπό φανατικού όχλου οικουμέναις χώραις.

81) Εν τη θέσει, ένθα κατά την μάχην ταύτην εστρατοπέδευεν ο Αραβικός στρατός και ήτις ένεκα τούτου ωνομάσθη Φοσσάτ (= στρατόπεδον), τω 973 μ. Χ. εκτίσθη, υπό των τότε Μωαμεθανών δυναστών της Αιγύπτου πόλις, ήτις προ ανάμνησιν της νίκης του Αμρού ωνομάσθη _Καχιρά_ (νυν Κάιρον) = Νίκη, Νικόπολις.

82) Κατά την άλωσιν της Αλεξανδρείας λέγεται ότι ο Αμρού κατέκαυσε την μεγάλην και περίφημον Βιβλιοθήκην της Αλεξανδρείας. Τα περί τούτου εν μέρει μυθώδη λεγόμενα παρέδοσαν οι Άραβες ιστοριογράφοι των μεταγενεστέρων χρόνων. Κατά την παράδοσιν ταύτην ο Αμρού μετά την κατάληψιν της πόλεως ηρώτησε τον Ωμάρ περί του πρακτέου ως προς την βιβλιοθήκην ταύτην, έλαβε δε παρ' αυτού την απάντησιν: «Εάν μεν τα εν τοις βιβλίοις τούτοις γραφόμενα ήναι σύμφωνα προς τα εν τω Κορανίω, δεν είναι ανάγκη να διατηρηθώσιν (αφού κατ' ουσίαν το περιεχόμενον αυτών υπάρχει εν τω Κορανίω)• αν δε δεν ήναι σύμφωνα, πρέπει διά τούτο ακριβώς να καταστραφώσιν». Λαβών τοιαύτην απάντησιν ο Αμρού διέταξεν ίνα τα βιβλία χρησιμοποιηθώσιν εις τα λουτρά της Αλεξανδρείας. Τοσούτο δε μέγα ήτο το πλήθος των ούτω καιομένων βιβλίων, ώστε επί έξ μήνας πάντα τα πολυάριθμα λουτρά της Αλεξανδρείας δεν εποιούντο χρήσιν άλλης καυσίμου ύλης. Η μετ' Ασιατικής φαντασίας πεποιημένη αύτη και πεποικιλμένη παράδοσις θεωρείται νυν υπό πολλών ιστορικών ως μύθος. Ούτοι προς αναίρεσιν της παραδόσεως αναφέρουσιν ότι η μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας είχε καταστραφή εν μέρει εν τη επί την Αίγυπτον στρατεία του Καίσαρος. Αλλ' επειδή γινώσκομεν ότι το Μουσείον ήτοι η Φιλοσοφική σχολή και η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας ήκμαζον έτι κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αι δε μεταξύ των Χριστιανών και των Εθνικών κατά τον 4ον αιώνα συχναί συμβαίνουσαι έριδες δεν ήσαν τοιαύτης φύσεως, ώστε να πάθη εκ τούτων η Βιβλιοθήκη (τουλάχιστον τοιούτο τι δεν αναφέρεται), η Βιβλιοθήκη αύτη εσώζετο εν μέρει τουλάχιστον μέχρι των χρόνων της Αραβικής εισβολής. Διά τούτο πυρήν τις αληθείας ιστορικής πιθανόν να υπάρχη εν τοις μετά πολλής πάντως υπερβολής και ολίγον μυθώδους χροιάς υπό των Αράβων περί του τέλους της εν Αλεξανδρεία Βιβλιοθήκης ιστορουμένοις.

83) Σουνίται σήμερον είναι οι Τούρκοι Μωαμεθανοί, οι Ινδοί και οι Άραβες Μωαμεθανοί. Οι Πέρσαι είναι Σεΐται.

84) Ο πορθμός ούτος έκτοτε ωνομάσθη και ονομάζεται νυν Γιβραλτάρ εκ του ονόματος του Άραβος στρατηγού Ταρίκ του πρώτου νυν διελθόντος τον πορθμόν. Το μέρος, ένθα μετά την διάβασιν του πορθμού εστρατοπέδευσεν ο Ταρίκ ωνομάσθη Δζεπέλ-ελ Ταρίκ = όρος Ταρίκ όπερ οι Ευρωπαίοι παρέφθειραν έπειτα εις Gibraltar.

85) Ο Ηράκλειος εγκατέστησεν εν τη Ελληνική χερσονήσω τους Σέρβους και Κροάτας, δους αυτοίς ήν μέχρι νυν εν τη χερσονήσω ταύτη οικούσι χώραν. Τούτο έπραξεν ο Ηράκλειος, ίνα χωρίση τους Σλαυικούς τούτους λαούς από του κράτους των πέραν του Δανουβίου Αβάρων και εξασθενήση τούτους. Επέβαλε δε εις τους Σλαύους τούτους να προσέλθωσιν εις τον Χριστιανισμόν και να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους.

86) Η εν Αθήναις αύτη διατριβή του βασιλέως είναι αξιομνημόνευτος ως μαρτυρούσα ότι η πόλις αύτη ήτο ικανώς ακμάζουσα, αφού διεχείμαζεν εν αυτή ο βασιλεύς απλώς χάριν αναψυχής• ενώ κατά τας θεωρίας του Φαλλμεράυερ (σ. 85) αι Αθήναι κατά τους χρόνους τούτους ήσαν κατεστραμμέναι υπό των βαρβάρων.

87) Το υγρόν πυρ λέγεται ότι επενοήθη περί τας αρχάς του 6 μ. Χ. αιώνος υπό του Αθηναίου φυσικού και χημικού Πρόκλου, κατασκευάσαντος αυτό από θείου απύρου• ετελειοποιήθη δε κατά τινα παράδοσιν κατά τους χρόνους της ενταύθα ιστορουμένης πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως υπό του εκ Συρίας καταγομένου μηχανικού Καλλινίκου, ούτινος ο οίκος επί αιώνας είχεν ως προνόμιον εν Κωνσταντινουπόλει την κατασκευήν αυτού. Κατ' άλλην παράδοσιν ο Καλλίνικος ην Αιγύπτιος και ετελειοποίησε το πολεμικόν πυρ κατά τον 9 αιώνα, ότε σχεδόν είχε λησμονηθή η χρήσις αυτού, η γνωστή κατά τους χρόνους του Κωνσταντίνου Δ'. Υποτίθεται δε ότι το Ελληνικόν πυρ ήτο μίγμα τι συγκείμενον εξ ευφλέκτων ουσιών των περιεχομένων περίπου και εν τη πυρίτιδι των τηλεβόλων των μεταγενεστέρων χρόνων. Ερρίπτετο δε διά σιφώνων χαλκών είτε υπό χειρών διά πηλίνων αγγείων εχόντων εμπόρευμα.

88) Οι ηγεμόνες των Βουλγάρων ως τουρκικού λαού καλούνται κατά τους χρόνους τούτους Χάνοι. Χαν ή Χακάν (Χαγάνος παρά τοις Βυζαντνίοις) ήτο προσωνυμία τιμητική των Τούρκων, Τατάρων και Μογγόλων ηγεμόνων (ο θηλυκός τύπος, του ονόματος είναι Χουνάμ και Χαννούμ = ηγεμονίς, κυρία). Ως δε γνωστόν, και ο Οθωμανός Σουλτάνος ως Τούρκος ηγεμών προσωνυμείται και _Χαν_.

89) Ούτω ως προς τους Βουλγάρους έπραξεν ο Κωνσταντίνος Δ' ό,τι ως προς τους Σέρβους ο Ηράκλειος, όστις εγκαθιστών τους Σλαύους τούτους εν Ιλλυρία ενόμισεν ότι θα έθετεν ούτω φραγμόν εναντίον των Αβάρων.

90) Πάσαι αι ενέργειαι του βασιλέως Ηρακλείου κατά την εν Συρία διαμονήν αυτού υπέρ της προσεγγίσεως των Μονοφυσιτών προς τους Ορθοδόξους απέτυχον. Οι Μονοφυσίται πανταχού από των χρόνων τούτων απήρτισαν ιδίας εκκλησίας, οι Κόπται εν Αιγύπτω την Κοπτικήν (εις ήν προσεχώρησαν και οι Αβησσυνοί), οι Αρμένιοι την Αρμενικήν και οι εν Συρία Μονοφυσίται (οι νυν Μαρωνίται) την ιδίαν αυτών εθνικήν μονοφυσιτικήν εκκλησίαν.

91) Χερσών εκαλείτο η αρχαία Σεβαστούπολις η και νυν ούτω καλουμένη πόλις της Κριμαϊκής χερσονήσου• ήτο δε η μόνη επί της χερσονήσου πόλις, ήν κατείχον έτι κατά τους χρόνους τούτους οι Έλληνες• διότι πάσα η Κριμαία είχε καταληφθή υπό των Χαζάρων.

92) Ο Μωάμεθ είχεν ειπεί τοις περί αυτόν: «Η πόλις η μεγάλη, η περιβαλλομένη, εκ δύο μερών υπό θαλάσσης και εξ ενός μέρους υπό γης, θέλει πέσει ποτέ εις τας χείρας των μαχητών του Ισλάμ• ευτυχής ο ατραπός ο μέλλων να εισέλθη εις αυτήν και μακάριος ο στρατηγός ο ηγούμενος του στρατού τούτου». Την ρήσιν ταύτην ο σουλτάνος των μωαμεθανών Τούρκων Μεχμέτ Β' ο εκπορθήσας τω 1453 την Κωνσταντινούπολιν έγραψε χρυσοίς γράμμασι (διατηρουμένοις μέχρι νυν) επί της εισόδου του υπ' αυτού κτισθέντος εν Κωνσταντινουπόλει και το όνομα αυτού μέχρι νυν φέροντος τεμένους.

93) Εις την έκρηξιν της επαναστάσεως ταύτης συνετέλεσεν ενέργεια τις ηφαιστειογενής περί την Θήραν (εκ των συνήθως περί την νήσον ταύτην γινομένων) θεωρηθείσα υπό των πολλών ως θεία δίκη εναντίον των εικονομάχων.

94) Καλούμεν Οικουμενικήν την Σύνοδον, διότι συνεκροτήθη καθ' όν τρόπον αι μεγάλαι Οικουμενικαί Σύνοδοι, εξ ιεραρχών σύμπαντος του κράτους, 348 τον αριθμόν. Αυτή η Σύνοδος κατεδικάσθη ύστερον και ανεθεματίσθη υπό της 7 Οικουμενικής Συνόδου και δεν λογίζεται εν ταις Οικουμενικαίς Συνόδοις.

95) Οι Τούρκοι ούτοι Χάζαροι, ούς επί του Ηρακλείου είδομεν οικούντας εν τη νυν νοτιανατολική Ρωσίας προς βορράν του Καυκάσου και προς δυσμάς της Κασπίας, εξέτειναν κατά τους χρόνους τούτους τας οικήσεις αυτών δυτικώτερον μέχρι Κριμαίας και των περί αυτήν χωρών, καταλαβόντες πάσαν την Κριμαίαν, πλην της Χερσώνος ή Σεβαστουπόλεως, ήτις έμεινεν εις τας χείρας των Ελλήνων. Από των χωρών δε τούτων, προ πάντων διά της Χερσώνος, εις στενωτέρας ελθόντες σχέσεις προς τους Έλληνας εδέξαντο τον Χριστιανισμόν οι πριν ειδωλολάτραι ούτοι Τούρκοι και, ως είδομεν (σημ. 91), ο Ιουστινιανός Β' ο Ρινότμητος κατά την εν Χερσώνι εξορίαν αυτού ενυμφεύθη ηγεμονόπαιδα Χαζάραν, καλουμένην Θεοδώραν. Νυν βλέπομεν και αυτοκράτειραν επί του Ελληνικού θρόνου Χαζάραν Ειρήνην καλουμένην και δη σύζυγον ενός των μεγίστων βασιλέων του Ελληνικού κράτους, του Κωνσταντίνου Ε'. Οι Χάζαροι λοιπόν ήσαν ως νυν είναι οι Ούγγροι και οι εκσλαυι σθέντες Βούλγαροι, εκ των Τούρκων την καταγωγήν Χριστιανικών λαών της Ευρώπης. Το κράτος δε τούτο το _Τουκικόν_ Χριστιανικόν των Χαζάρων διετηρήθη μέχρι του 10 μ. Χ. αιώνος, ότε κατά μικράν συνεχωνεύθη μετά του Ρωσικού.