Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 3
{24} Διά τον αυτόν δε λόγον ο Κωνσταντίνος έκτισε ναόν μεγαλοπρεπή εις την Αγίαν Ειρήνην, την συμβολίζουσαν την δι' αυτού υπό του Θεού δωρηθείσαν εσωτερικήν και εξωτερικήν ειρήνην, έθηκε δε τα θεμέλια και ναού της Αγίας Σοφίας του Θεού, ήτοι του Χριστού του εκπροσωπούντος την σοφίαν του Θεού, ούτινος η οικοδομία συνεπληρώθη υπό του υιού αυτού αυτοκράτορος Κωνσταντίου Α'. Έκτισε δε ο Κωνσταντίνος και πολλούς άλλους ναούς Χριστιανικούς.
{25} Η βασιλεία του Κωνσταντίνου ως μονάρχου του Ρωμαϊκού κράτους υπήρξεν ειρηνική. Διότι από βορρά μεν βαρβαρικαί επιδρομαί δεν εγένοντο• προς ανατολάς δε οι Πέρσαι διήγον διαρκώς εν ειρήνη, αφ' ού χρόνου ο Γαλέριος νικήσας τον βασιλέα αυτών Ναρσήν (11) τω 297 επέβαλεν αυτοίς ειρήνην, δι' ής παρεχωρήθησαν εις το Ρωμαϊκόν κράτος η Μεσοποταμία και πέντε επαρχίαι πέραν του Τίγρητος ποταμού, ανεγνωρίσθη δε υπό των Περσών και η επί την Αρμενίαν και Ιβηρίαν Ρωμαϊκή κυριαρχία. Εξ άλλου η ηθική αίγλη και η δύναμις του Κωνσταντίνου ύψωσε το κράτος εις μεγίστην παρά πάσι τοις λαοίς περιωπήν και δόξαν. Και αυτοί οι Αιθίοπες (πρόγονοι των Αβησσυνών) συνήψαν επί του Κωνσταντίνου σχέσεις προς το Ρωμαϊκόν κράτος.
Ούτως ο Κωνσταντίνος έθηκεν εν Ανατολή τα θεμέλια κράτους Χριστιανικού Ελληνικού. Είνε αληθές ότι ο πολιτικός και στρατιωτικός οργανισμός του κράτους, περί ού θέλομεν πραγματευθή αλλαχού του βιβλίου τούτου, ήτο Ρωμαϊκός, συνδεόμενος μετά του οργανισμού του όλου Κράτους και εν Ανατολή• και αυτή η επίσημος γλώσσα του Κράτους ήτο και εν Ανατολή η Λατινική• και επισήμως το κράτος εκαλείτο και ενταύθα Ρωμαϊκόν και οι πολίται Ρωμαίοι. Αλλ' η γλώσσα η λαλουμένη υπό του λαού, η γλώσσα της Εκκλησίας, της παιδεύσεως και φιλολογίας ήτο Ελληνική• αυτή η πρωτεύουσα ήτο πόλις κατ' ουσίαν Ελληνική, υπό Ελλήνων το πλείστον οικουμένη.
Μεθ' όλα ταύτα το Κράτος του Κωνσταντίνου εν τω όλω αυτού περιλαμβάνον και το δυτικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους δεν δύναται να θεωρηθή Ελληνικόν, αλλά θεμέλιον στερεόν Ελληνικού Κράτους εν τω μέλλοντι, ευθύς ως ήθελε χωρισθή πολιτικώς, ως εγένετο μετ' ού πολύ, η Ανατολή από της Δύσεως.
Η Εκκλησία η Χριστιανική και ιδίως η Ανατολική ετίμησε τον Κωνσταντίνον ως άγιον και _ισαπόστολον_ βασιλέα και εν βασιλεύσιν απόστολον, φρονούσα ότι ο Κωνσταντίνος παρ' αυτού του Θεού, απ' ευθείας διά του εν τω ουρανώ φανέντος αυτώ σημείου του σταυρού (σ. 20), ουχί δε παρ' ανθρώπων, ενεπνεύσθη και εδιδάχθη την εις Χριστόν πίστιν, και διότι κηρύξας, ως είδομεν, την εις Χριστόν πίστιν δι' έργων και διά λόγων προσείλκυσε πολλούς, ως Απόστολος, εις την πίστιν ταύτην (12). {26} Και ως πρώτος δε Χριστιανός αυτοκράτωρ του Ρωμαϊκού Κράτους ωνομάσθη και υπό της Εκκλησίας βασιλεύς (13) υπό την ιεράν ιδιότητα της αρχής ταύτης κατά την Εκκλησίαν και κατά τας παραδόσεις της Παλαιάς Διαθήκης, κληθείς διά τούτο, όπως ύστερον πάντες οι Χριστιανοί βασιλείς του Ελληνικού κράτους, _χριστός_ του Κυρίου, (14) ήτοι εκλεκτός του Θεού, τεταγμένος υπ' αυτού ίνα άρχη του εκλεκτού (περιουσίου) λαού του Θεού, ήτοι των Χριστιανών.
Ο Κωνσταντίνος, ο τοσαύτα τελέσας έργα μεγάλα και νέαν περίοδον εγκαινίσας εν τη ιστορία του κόσμου και ιδίως εν τη ιστορία του Ελληνικού έθνους και Μέγας επικληθείς, ετελεύτησε τω 337 μ. Χ. εν Νικομηδεία, οπόθεν αχθείς ο νεκρός αυτού εις Κωνσταντινούπολιν εκηδεύθη μεγαλοπρεπώς και ετάφη εν τω υπό του Κωνσταντίνου αυτού κτισθέντι μεγάλω ναώ των Αγίων Αποστόλων. Ετιμήθη δε είτα ο Κωνσταντίνος και ως άγιος υπό της Εκκλησίας εορταζόμενος τη 21 Μαΐου μετά της μητρός αυτού Ελένης ως αγίας και ταύτης τιμωμένης (15).
2. Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Κωνστάντιος Α' (337- 363 μ. Χ.).
Μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου οι υιοί αυτού Κωνστάντιος, Κώνστας και Κωνσταντίνος, κατά την εν μέρει εκτελεσθείσαν του πατρός προ του θανάτου διάταξιν, διενεμήθησαν του όλου Ρωμαϊκού Κράτους την αρχήν. Και ο μεν Κωνστάντιος έλαβε πάσας τας Ασιατικάς χώρας και την Αίγυπτον, και τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, και την Θράκην και την Κάτω Μοισίαν εν Ευρώπη, ο Κώνστας την λοιπήν εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον μετά των προς βορράν Ιλλυρικών χωρών και την Ιταλίαν και τας απέναντι χώρας της Αφρικής, ο δε Κωνσταντίνος τας δυτικάς χώρας της Ευρώπης, ως πρώτου μεταξύ αυτών θεωρουμένου του εν Ανατολή Κωνσταντίου (16).
Αλλά και η νέα αύτη τριαρχία δεν διήρκεσε πολύ. Διότι τρία έτη μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου εκ των υιών ο Κωνσταντίνος Β' θέλων ν' αφαιρέση την Ιταλίαν από του αδελφού αυτού Κώνσταντος και επελθών κατ' αυτού εις Ιταλίαν, εφονεύθη έν τινι παρά την Ακυληίαν μάχη• αλλά και ο Κώνστας εφονεύθη μετά 10 έτη (350 μ.Χ.) υπό του αρχηγού των εν Γαλατία στασιασάντων σωματοφυλάκων αυτού και σφετεριστού της αυτοκρατορικής αρχής γενομένου Φράγκου το γένος Μαγνεντίου. Αλλ' επελθόντος μετ' ολίγον του Κωνσταντίου κατά του Μαγνεντίου (351) ηττήθη και ούτος και φυγών εις Γαλατίαν εφονεύθη αυτόχειρ (353). Τότε δε πάσαι αι χώραι της Δύσεως υπετάγησαν εις τον Κωνστάντιον, όστις έμεινε νυν μόνος αυτοκράτωρ του όλου Ρωμαϊκού κράτους εδρεύων εν Κωνσταντινουπόλει.
Του Κωνσταντίου Α' η βασιλεία, διηνεκώς εταράσσετο εσωτερικώς υπό θρησκευτικών ερίδων μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, ήτοι των οπαδών του συμβόλου της Νικαίας, ού καρτερικώτατος και ατρόμητος υπέρμαχος ήτο ο τότε πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος, και των Αρειανών και Ημιαρειανών (17), ών προστάτης ήτο αυτός ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος. Πλην δε των εσωτερικών τούτων ταραχών, επήλθε και ο πόλεμος ο προς τους Πέρσας. Οι Πέρσας, οίτινες μετά τας ήττας, άς έπαθον υπό του Γαλερίου και μετά την επονείδιστον αυτοίς ειρήνην του 297 (ίδ. σ. 25), ησύχαζον επί πεντήκοντα περίπου έτη, νυν αύθις ετάραττον την εξωτερικήν ειρήνην του Κράτους κατά τα μεθόρια. Το γεγονός δε τούτο υπεχρέωσε τον Κωνστάντιον, επειγόμενον συγχρόνως να στρατεύση εναντίον του Μαγνεντίου, να αναθέση την αρχηγίαν του κατά Περσών πολέμου εις τον ανεψιόν αυτού Γάλλον, αναγορεύσας αυτόν και καίσαρα. Ο Γάλλος δεν διέπραξε μεγάλα έργα εναντίον των Περσών, αλλά και ούτοι δεν ήραντο σπουδαίας επιτυχίας εναντίον των Ρωμαίων. Μετ' ολίγον δε διαβληθείς ο Γάλλος προς τον Κωνστάντιον ως μελετών να αναρρηθή αύγουστος, εφονεύθη κατά την τούτου διαταγήν (354)• έμελλε δε να πάθη το αυτό και ο νεώτερος αυτού αδελφός Ιουλιανός, αν μη επροστάτευεν αυτόν η αυτοκράτειρα Ευσεβία. Διά της προστασίας αυτής σωθείς ο Ιουλιανός, ο μόνος έτι ζων ανεψιός του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, επί τινα μεν χρόνον εσπούδασεν εν Αθήναις, είτα δε εστάλη, νεαρός έτι την ηλικίαν ων, ως καίσαρ εις την Γαλατίαν, ένθα έδειξε, παρά την νεανικήν αυτού ηλικίαν, πολλά δείγματα στρατιωτικής και στρατηγικής αρετής εν τοις εναντίον των Γερμανικών λαών, των Φράγκων και των Αλαμαννών πολέμοις, κατανικήσας τούτους ολοσχερώς παρά το Στρασβούργον (359 μ. Χ.). Αλλά τότε ακριβώς ο Κωνστάντιος θέλων να στρατεύση εναντίον των Περσών εζήτησε παρά του Ιουλιανού την εις αυτόν αποστολήν μέρους του εν Γαλατία Ρωμαϊκού στρατού. Το στρατόπεδον του Ιουλιανού ήτο ιδρυμένον εν Λουτηκία της Γαλατίας (εν τοις νυν Παρισίοις), ότε αφίκετο η διαταγή του Κωνσταντίου. Ότε δε ο Ιουλιανός ανεκοίνωσε ταύτην εις τον στρατόν, ούτος μη θέλων να καταλίπη τον Ιουλιανόν, στασιάσας κατά του Κωνσταντίου ανεκήρυξεν _αύγουστον_ τον Ιουλιανόν. Ούτος ανεκοίνωσε τα γενόμενα εις τον Κωνστάντιον και προέτεινεν αυτώ συμβιβασμόν. Αλλ' ο Κωνστάντιος, όστις εστράτευε τότε εναντίον των Περσών, μαθών τα γενόμενα και ουδένα στέργων συμβιβασμόν, διέκοψε την κατά Περσών πολεμικήν ενέργειαν, ίνα επέλθη κατά του Ιουλιανού, όστις και αυτός επήρχετο κατά του Κωνσταντίου. Αλλ' ενώ ούτω μέγας ηπειλείτο εμφύλιος πόλεμος εν τω Κράτει, ο Κωνστάντιος αφικόμενος ήδη εις Κιλικίαν της Μ. Ασίας ετελεύτησε (30 Οκτωβρίου 361 μ. Χ.). Επειδή δε ουδείς πλην του Ιουλιανού υπελείπετο εν τη ζωή κληρονόμος εκ του οίκου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, απεσοβήθη ο εμφύλιος πόλεμος και σύμπαν το Κράτος ανεγνώρισε την αρχήν του Ιουλιανού.
3. Ιουλιανός (361363 μ. Χ.).
Ο Ιουλιανός ως στρατιώτης και στρατηγός ηρωικός και ως βασιλεύς πεπαιδευμένος και λόγιος μη στερούμενος καί τινος ευγενείας ήθους, είχε πολλά τα προσόντα, ίνα καταστή αγαθός ηγεμών. Αλλ' ατυχώς διά το νεανικόν της ηλικίας και την απειρίαν των πραγμάτων και διά τας του παρελθόντος βίου περιπετείας, προ πάντων δε διά το μονομερές της παιδεύσεως, η αγαθή αυτού φύσις δεν υπήρξεν αμιγής και πολλών ελαττωμάτων. Γεννηθείς τω 331 μ. Χ. ήγεν ήδη το έκτον έτος της ηλικίας, ότε αποθανόντος του θείου αυτού Κωνσταντίνου του Μεγάλου επήλθεν η φοβερά σφαγή των αρρένων συγγενών του αυτοκρατορικού οίκου, αφ' ής εσώθησαν μόνον αυτός και ο αδελφός αυτού Γάλλος. Η πρώτη παίδευσις του Ιουλιανού εγένετο υπ' ανδρός εμφυτεύσαντος αυτώ την προς τα Ελληνικά γράμματα και την Ελληνικήν φιλοσοφίαν αγάπην. Αλλ' εν μέσω της τοιαύτης παιδεύσεως, ότε συνεπλήρωσε το τρισκαιδέκατον έτος της ηλικίας, εκλείσθη μετά του αδελφού αυτού Γάλλου εις μοναστήριον, ίνα λάβωσιν αμφότεροι ανατροφήν μοναχικήν. Αλλ' ενώ ο μικρόνους Γάλλος εγένετο ούτω πράγματι δεισιδαίμων και φανατικός χριστιανός, ο ευφυής Ιουλιανός εν τω περιωρισμένω μοναχικώ βίω ουδέν διδασκόμενος εκ της υψηλοτέρας και βαθυτέρας χριστιανικής σοφίας, προς μεν την θρησκείαν την Χριστιανικήν μεγάλην ησθάνετο αποστροφήν, ηδέως δε ανεμιμνήσκετο των διδαγμάτων της πρώτης παιδεύσεως αυτού. Μετά οκταετή τοιούτον μοναχικόν βίον ηδυνήθη πάλιν να επιδοθή εις την σπουδήν των Ελληνικών γραμμάτων (εν πνεύματι ουχί χριστιανικώ)• μετά δε τον θάνατον του αδελφού αυτού, διά της προστασίας της αυτοκρατείρας Ευσεβίας απαλλαγείς του κατ' αυτού ωσαύτως επιβουλευομένου κινδύνου του θανάτου, μετέβη εις Αθήνας (354), ίνα εν της αυτόθι περιφήμω τότε ρητορική και φιλοσοφική σχολή εξακολουθήση τας σπουδάς αυτού, καθ' όν χρόνον εσπούδαζον εν Αθήναις και ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, οι γενόμενοι ύστερον μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας και σφοδρότατοι διά λόγου και διά καλάμου ανταγωνισταί του Ιουλιανού εν τω τούτου κατά του Χριστιανισμού πολέμω. Εν Αθήναις ο Ιουλιανός ελθών εις στενάς σχέσεις προς πολλούς ρήτορας, σοφιστάς και φιλοσόφους εθνικούς, και νέαν εμπνευσθείς αγάπην προς την Ελληνικήν αρχαιότητα, εξεδήλου φανερώς την προς τον Χριστιανισμόν αποστροφήν αυτού. Εν τω Χριστιανισμώ, ούτινος ουδόλως ενόει την εσωτερικήν πνευματικήν φύσιν και ηθικήν δύναμιν, χαρακτήρα και αξίαν, έβλεπεν απλώς τον βία επιβληθέντα αυτώ μοναχικόν περιορισμόν, ενώ εν τη εθνική θρησκεία έβλεπε το κάλλος της ελληνικής ποιήσεως και τέχνης. Εν Αθήναις άλλως ολίγον μόνον χρόνον διέμεινεν ο Ιουλιανός, διότι ήδη τω 355 επέμφθη ως καίσαρ εις την Γαλατίαν, ένθα κατ' αξιοθαύμαστον τρόπον ο νεαρός το 25 έτος της ηλικίας άγων φιλόσοφος, ο προ μικρού καταλιπών τα εδώλια του σπουδαστού, απεδείχθη μεγαλοφυής στρατηγός διαπράξας όσα είδομεν ανωτέρω.
Ήγεν ήδη ο Ιουλιανός το τριακοστόν έτος της ηλικίας, ότε διά της συνδρομής των περιστάσεων κατέστη, καθά είδομεν, μόνος κύριος του Ρωμαϊκού Κράτους εδρεύων εν Κωνσταντινουπόλει. Πρωτίστη νυν φροντίς του Ιουλιανού ήτο να αναδείξη αύθις την αρχαίαν Ελληνικήν θρησκείαν επίσημον θρησκείαν του Κράτους, μη εννοών ότι ο αρχαίος Ελληνισμός ως θρησκεία ουδεμίαν πλέον ηδύνατο να έχη ζωτικότητα πνευματικήν και ότι μόνη η χριστιανική πίστις ως θρησκεία ηδύνατο να παρέχη πνευματικήν ζωήν τη ανθρωπότητι, προάγων τους οπαδούς αυτής εις τα δημόσια αξιώματα, εκβάλλων δε εκ τούτων τους Χριστιανούς, ανορθών την εθνικήν λατρείαν διά μεγαλοπρεπών τελετών και διά δωρεών βασιλικών εις τους αρχαίους ναούς και μαντεία και αναστρεφόμενος οικειότατα μετά των εθνικών ιερέων και σοφιστών. Αιματηρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών δεν ενήργησεν, αλλ' ηθικώς κατεδίωκεν αυτούς• προς τοις άλλοις δε απηγόρευεν αυτοίς να σπουδάζωσιν εν τοις σχολείοις την Ελληνικήν γλώσσαν. Διά την τοιαύτην αυτού προς τους Χριστιανούς πολιτείαν κατεδικάσθη υπό της Χριστιανικής Εκκλησίας κληθείς Αποστάτης και Παραβάτης και εμισήθη σφόδρα υπό των Χριστιανών• και πατέρες δε της Εκκλησίας μεγάλοι, μάλιστα ο πρώην εν Αθήναις συσπουδαστής αυτού Γρηγόριος ο Θεολόγος, σφοδρούς έγραψαν κατ' αυτού στηλιτευτικούς λόγους, ιδίως διά την υπ' αυτού γενομένην εις τους Χριστιανούς απαγόρευσιν της σπουδής των Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων. Αλλ' η βασιλεία του Ιουλιανού υπήρξε λίαν βραχυχρόνιος και ο κατά των Χριστιανών διωγμός, ως προέλεγεν ο μέγας Αθανάσιος, «νεφύδριον ην και ταχύ παρήλθεν». Αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν τω 362 ο Ιουλιανός εστράτευσε κατά το έαρ του επομένου έτους (363) εναντίον των Περσών, ών βασιλεύς ήτο ο από 310 μ. Χ. ανελθών εις τον θρόνον και εναντίον του Κωνσταντίου Α' πολεμήσας Σαπώρης (Σαχπούρ) Β'. Την στρατείαν διεξήγαγεν εν αρχή ο Ιουλιανός μετά πολλής ορμής και ανδρείας λαβών επιθετικήν στάσιν και εισβαλών τολμηρώς εις τας χώρας της Περσίας, αλλ' ύστερον παραπλανηθείς εις ερήμους χώρας ηναγκάσθη να υποχωρήση παρακολουθούμενος εκ του σύνεγγυς υπό μεγάλου στρατού των πολεμίων. Κατά την υποχώρησιν δε ταύτην τρωθείς καιρίως έν τινι μικρά αψιμαχία απέθανεν εκ της πληγής (κατά Ιούλιον του 363 μ. Χ.) το 32 άγων της ηλικίας έτος (18).
4. Ιοβιανός (363-364).
Αποθανόντος του Ιουλιανού, ουδενός πλέον υπάρχοντος φυσικού κληρονόμου της αρχής εκ του οίκου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο στρατός ανηγόρευσεν ως αυτοκράτορα επί του πεδίου αυτού της μάχης τον ανώτερον αξιωματικόν Ιοβιανόν, όντα Χριστιανόν και μάλιστα ορθόδοξον. Ούτος δε εθεώρησεν αναγκαίον να συνομολογήση ευθύς ειρήνην προς τους πολεμίους και μάλιστα επί όροις ουχί εντίμοις εις το Ρωμαϊκόν Κράτος, αφού δι' αυτής απεδίδοντο εις τους Πέρσας πάσαι αι διά των νικών του Γαλερίου (ίδ. σελ. 25) προσαρτηθείσαι εις το Κράτος πέραν του Τίγρητος πέντε επαρχίαι και η περίφημος επί του ποταμού τούτου κειμένη πόλις _Νίσιβις_ (νυν Νεδζίπ) η επί αιώνας διατελούσα μήλον έριδος μεταξύ των δύο κρατών. Προς τούτοις ο αυτοκράτωρ ούτος ανεκάλεσεν ευθύς μετά την ανάρρησιν αυτού τα υπό του Ιουλιανού εναντίον των Χριστιανών εκδοθέντα διατάγματα και απέδωκεν εις την Χριστιανικήν θρησκείαν την προτέραν εν τω Κράτει θέσιν και δύναμιν. Αλλ' ο Ιοβιανός πριν ή έτι επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν ετελεύτησε καθ' οδόν υπό νόσου εν Βιθυνία (κατά Φεβρουάριον του 364 μ. Χ.) 8 μήνας μετά την ανάρρησιν αυτού• και ο στρατός ανηγόρευσε τότε αυτοκράτορα τον επίσης ορθόδοξον Χριστιανόν στρατηγόν Ουαλεντινιανόν.
5. Οι αυτοκράτορες Ουαλεντινιανός (364-376) και Ουάλης (364-378).
Ο αυτοκράτωρ Ουαλεντινιανός, θεωρών αναγκαιοτέραν την παρουσίαν αυτού εν τη Δύσει ή τη Ανατολή, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα της Ανατολής τον αδελφόν αυτού Ουάλεντα, αυτός δε μετέβη εις τας δυτικάς χώρας του κράτους. Ενταύθα επολέμησεν ο Ουαλεντινιανός επιτυχώς εναντίον των διαφόρων Γερμανικών φυλών, αίτινες εποιούντο κατά το σύνηθες επιδρομάς εις τας χώρας του κράτους, και ιδίως εναντίον του Γερμανικού λαού των Αλαμαννών, οίτινες εισέβαλλον εις την ανατολικήν Γαλατίαν.
Ο δε Ουάλης ο άρχων των Ελληνικών χωρών της Ανατολής ήτο μεν Χριστιανός, ουχί όμως και ορθόδοξος ως ο αδελφός αυτού, αλλ' ημιαρειανός, και ως τοιούτος κατεδίωκε τους οπαδούς της ορθοδοξίας καθ' όλον το Κράτος, θέλων να επιβάλη πανταχού του κράτους το δόγμα των ημιαρειανών. Ενώ δε ούτω θρησκευτικαί έριδες ετάρασσον την εσωτερικήν ειρήνην της Ανατολής, οι Πέρσαι εγένοντο αύθις απειλητικοί εν τοις μεθορίοις υπό τον έτι ζώντα και βασιλεύοντα Σαπώρην Β'. Κατά τούτου στρατεύσας ο Ουάλης κατώρθωσε να υποχρεώση αυτόν να συνομολογήση ανακωχήν προς το Κράτος. Αλλά κίνδυνοι άλλοι νέοι ενέσκηψαν νυν ορμητικώς από βορρά επί την Ανατολήν.
Είδομεν ότι (σ. 10) ο Γερμανικής καταγωγής λαός των Γότθων είχεν ιδρύσει περί τας αρχάς του 3 μ. Χ. αιώνος δύο κράτη βαρβαρικά εκτεινόμενα από της Βαλτικής θαλάσσης μέχρι του Ευξείνου, το των Ανατολικών Γότθων ή Ουστρογότθων και το των Δυτικών Γότθων ή Βησιγότθων, και ότι οι Βησιγότθοι ώκουν μεταξύ του Δανουβίου και του Βορυσθένους, ανατολικώτερον δε τούτου μέχρι του Τανάιδος ή Δων ώκουν οι Ουστρογότθοι.
Οι Γότθοι ούτοι, και μάλιστα οι Ουστρογότθοι, είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν από του τέλους του 3 μ. Χ. αιώνος, και εν τη α' εν Νικαία Οικουμενική συνόδω είχε παραστή και επίσκοπος αυτών καλούμενος _Ουλφίλας_ (19), ο κυρίως διαδούς την Χριστιανικήν πίστιν μεταξύ των Γότθων και των άλλων Γερμανικών λαών. Ο Ουάλης εν αρχή της βασιλείας αυτού επολέμησεν επί τρία έτη εναντίον των Βησιγότθων, διότι ούτοι είχον υποστηρίξει διά 30 χιλιάδων οπλιτών σφετεριστήν τινα αντίπαλον του αυτοκράτορος, και υπεχρέωσε τον βασιλέα αυτών Αθανάριχον, όστις ήτο Χριστιανός, να μη επιτρέπη εις τους Γότθους αυτού να διαβαίνωσι τον Δανούβιον και να εισέρχωνται εις τας χώρας του κράτους• συγχρόνως δε κατώρθωσε να δεχθώσιν ο Αθανάριχος και οι Βησιγότθοι αυτού το δόγμα των Αρειανών (μάλλον των Ημιαρειανών). Ένεκα δε τούτου και άλλοι τινές Γερμανικοί λαοί (Γεπίδαι, Βανδήλοι, Λαγγοβάρδοι) δεξάμενοι παρά των Γότθων τον Χριστιανισμόν επρέσβευον το δόγμα των Αρειανών.
Ενώ λοιπόν οι Βησιγότθοι διήγον εν ειρήνη προς το Ρωμαϊκόν κράτος υπό τον βασιλέα αυτών Αθανάριχον κατά τας γενομένας προς τον Ουάλεντα συνθήκας, αίφνης, καθ' όν χρόνον ο Ουάλης ένεκα του κατά Περσών πολέμου μεταβάς εις τας ανατολικάς χώρας του κράτους αυτού ευρίσκετο εν Αντιοχεία της Συρίας, ήλθον προς αυτόν πρέσβεις των Βησιγότθων τούτων, τω 376 μ. Χ., τω αυτώ έτει, καθ' ό ετελεύτα εν τη Δύσει ο αυτοκράτωρ Ουαλεντινιανός, αιτούμενοι παρά του Ουάλεντος ίνα επιτρέψη αυτοίς να διαβώσι τον Δανούβιον και εγκαθιστάμενοι εντεύθεν του ποταμού τούτου εντός των ορίων του κράτους, ως υπήκοοι του αυτοκράτορος, αμύνωνται εναντίον των βαρβάρων υπέρ της ασφαλείας του Κράτους.
Η αιτία του τοιούτου παρά τω Ουάλεντι διαβήματος των Βησιγότθων ήτο μέγα τι γεγονός των τότε χρόνων εν τη παγκοσμίω ιστορία, η Μεγάλη καλουμένη Μετανάστευσις των λαών, η τοσούτων γενομένη αφορμή μεγάλων μεταβολών εν τε τω όλω Ρωμαϊκώ κράτει και εν τω βαρβαρικώ κόσμω της Ευρώπης, και επιταχύνασα την κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει. Διά τούτο ανάγκη, ίνα νοήσωμεν καλώς τα νυν μεταξύ του Ουάλεντος και των Βησιγότθων γινόμενα, να διακόψωμεν επί μικρόν την αφήγησιν της ιστορίας του Ουάλεντος και να στρέψωμεν το βλέμμα ημών προς τας αχανείς εκείνας χώρας της Ασίας και της ανατολικής Ευρώπης, εξ ών, οιονεί τις πλήμμυρα βαρβαρική, επήλθεν επί το Ρωμαϊκόν κράτος και την λοιπήν Ευρώπην το πλήθος εκείνο των βαρβάρων επιδρομέων γενικήν εν τω πλείστω μέρει της Ευρώπης επενεγκόν αναστάτωσιν φυλών και εθνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ
1. Οι Ούννοι.
Ως είπομεν, οι Γότθοι κατά τον 4 μ. Χ. αιώνα ώκουν εν τη Ανατολική Ευρώπη μέχρι του Τανάιδος ή Δων ποταμού. Όπισθεν τούτου και ανατολικώτερον μεταξύ του Δων και του νυν Βόλγα ποταμού ώκει φυλή τις ανάμικτος εκ Γερμανών και Σλαύων, η φυλή των Αλανών, όπισθεν δε και ανατολικώτερον τούτων μέχρι των ένδον της Ασίας ήσαν βάρβαροι λαοί άγνωστοι εις τον Ρωμαϊκόν κόσμον. Ούτως είχον τα πράγματα εν τη Ανατολική Ευρώπη ότε επί της βασιλείας του Ουάλεντος εν τη Ανατολή και του Ουαλεντινιανού εν τη Δύσει, περί το 374 μ. Χ., ήχησε δεινώς ανά παν το Ρωμαϊκόν κράτος και μεταξύ των εν τη μέση και Ανατολική Ευρώπη Γερμανικών και Σλαυικών λαών το φοβερόν όνομα των Ούννων. Διεδόθη πανταχού η φήμη ότι απ' ανατολών, εκ των πέραν του Τανάιδος και του Βόλγα χωρών, επήρχοντο στίφη βαρβάρων ειδεχθεστάτων την όψιν και αγριωτάτων τον βίον.
Στίφη Αλανών και Γότθων φευγόντων προς δυσμάς έμπροσθεν του εμφανισθέντος βαρβάρου λαού διέδιδον τας τρομακτικωτάτας περί αυτού ειδήσεις, μαρτυρούσας οίαν εντύπωσιν εις την φαντασίαν αυτών ενεποίουν οι νέοι βάρβαροι επιδρομείς της Ευρώπης. «Από των χιονοσκεπών ορέων της Ασίας εκυλίσθησαν απειράριθμα καταστρεπτικά, ακάθεκτα εν τη ορμή αυτών στίφη, μικράν ομοιότητα έχοντα προς ανθρώπους, αντί προσώπων έχοντα όγκον σαρκός, άνευ πώγωνος και μετά μικρών κοίλων οφθαλμών και πλατειών ρινών, αναστήματος βραχέος, όμοια προς δίποδα θηρία ή προς κορμούς ατελώς μεμορφωμένους, δυσειδέστατα τα σώμα, απεχθέστατα δ' εν τω τρόπω του ζην αλλ' ευκίνητα, οιονεί ιπτάμενα επί των ίππων αυτών». Περιεγράφοντο δε και υπό της προτρεχούσης αυτών φήμης και ως όντα λίαν αιμοχαρή, ως φονεύοντα δι' ακοντίων ευστοχότατα ριπτομένων και θυσιάζοντα τους αιχμαλώτους εις τους θεούς αυτών. Ελέγετο δε ότι τα ανθρωποειδή ταύτα όντα παρήχθησαν από μίξεως των κακών δαιμόνων της ερήμου μετά Σκυθίδων βακχίδων. {35} Βραδύτερον, ότε οι Ούννοι εγνωρίσθησαν εκ του σύνεγγυς υπό των Γερμανών και των Ρωμαίων και περιεγράφησαν ακριβέστερον και πραγματικώτερον, εγνώσθη ότι ήσαν λαοί ανθρωπολογικώς Μογγολικής καταγωγής, βαρβαρώτατοι τον βίον, ουδέν γινώσκοντες των στοιχειωδεστάτων βίου οπωσούν ανεπτυγμένου, ούτε κώμας οικούντες ούτε κατοικίας έχοντες άλλας πλην των ίππων και των σκηνών αυτών, ουδέν εκτιμώντες ούτε των υλικών αγαθών (χρυσόν, άργυρον), αλλά τα πάντα καταστρέφοντες διά πυρός και σιδήρου και την μεγίστην ηδονήν αισθανόμενοι εν τω φονεύειν ανθρώπους και καταστρέφειν έργα ανθρωπίνης τέχνης. Νεώτεραι δε συγκριτικαί ιστορικαί μελέται κατέστησαν πιθανωτάτην την γνώμην, ότι οι Ούννοι ούτοι ήσαν οι αρχαιότερον εν τοις Σινικοίς χρονικοίς αναφερόμενοι _Χιογκνού_, λαοί Μογγολικής καταγωγής οι πλανώμενοι εις τας προς βορράν της Κίνας αχανείς πεδιάδας της βορείου Ασίας, πολλάς και δεινοτάτας ποιούμενοι επιδρομάς εις τας Σινικάς χώρας, από δε του 2 μ. Χ. αιώνα εξαφανιζόμενοι εκ των ορίων της Κίνας, καταδιωκόμενοι υπ' άλλων βαρβάρων και μεταβαίνοντες εις τας βορειοδυτικάς υπέρ την Κασπίαν χώρας της Ασίας και διεσπαρμένοι εν ταις μέχρι του Βόλγα ερήμοις πεδιάσιν, οπόθεν τω 374 πιεζόμενοι υπό νέων πάλιν βαρβάρων διέβησαν τον Βόλγαν και εισέβαλον εις την χώραν των Αλανών. Οι Αλανοί τάχιστα κατεβλήθησαν υπό των απειραρίθμων Ουννικών στιφών και διαβάντες τον Τάναϊν εισήλθον εις τας χώρας των Ουστρογότθων. Αλλ' η θύελλα η Ουννική δεν εβράδυνε να ενσκήψη και ενταύθα. Οι Ουστρογότθοι γενναίως αντετάχθησαν υπό τον γηραιόν ηρωικόν βασιλέα αυτών Ερμάνριχον εναντίον των Ούννων, αλλ' ο μεν Ερμάνριχος εφονεύθη μαχόμενος γενναίως, οι δε Ούννοι προήλασαν ακάθεκτοι προς τα πρόσω καταλαμβάνοντες πάσας τας μέχρι Δανουβίου χώρας. Οι Ουστρογότθοι καταδιωκόμενοι ετράπησαν προς τον άνω Δανούβιον, εις τας νυν Ουγγρικάς και Αυστριακάς χώρας, οι δε Βησιγότθοι εζήτησαν, ως είπομεν, να διέλθωσι τον Δανούβιον και να προσφύγωσιν εις τας εντεύθεν του ποταμού χώρας του Ελληνορωμαϊκού κράτους και επί τούτω ητήσαντο την άδειαν του Ουάλεντος. Εν τω μεταξύ οι Ούννοι εξέτειναν τας εισβολάς αυτών προς βορράν μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης καταλαβόντες πάσας τας ευρυτάτας χώρας της νυν νοτίας και μέσης Ρωσίας και αναγκάσαντες τους εν τη μέση Ρωσία οικούντας Σκυθικούς ή Σλαυικούς λαούς να επιπέσωσιν επί τους παρά την Βαλτικήν και τον Ουιστούλαν και τον Άλβιν Γερμανικούς λαούς. Τότε οι Γερμανικοί λαοί οι βορειότερον και ανατολικώτερον οικούντες επέπεσον επί τους νοτιώτερον και δυτικώτερον οικούντας Γερμανούς, ούτοι δε πάλιν επί τας χώρας τας δυτικάς του Ρωμαϊκού κράτους διαβάντες τας Άλπεις και τον Ρήνον, είτα δε και τα Πυρηναία. Και εντεύθεν ήρξατο κίνησις λαών δίκην κυμάτων φερομένων από των όχθων της Βαλτικής μέχρι της Ιταλίας, Γαλατίας, Ισπανίας και εντεύθεν μέχρι της Αφρικής και των ορίων της Αιγύπτου. Τα αποτελέσματα της μεγάλης ταύτης επ' άλληλα κινήσεως των Γερμανικών εθνών, ής αποτέλεσμα υπήρξεν η κατάλυσις του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει, θέλομεν εκθέσει βραδύτερον εν τω οικείω τόπω, νυν δε επανερχόμεθα εις την ιστορίαν του Ουάλεντος, εφ' ού το κύμα της μεταναστεύσεως των εθνών κατέκλυσεν εν μέρει και παροδικώς και την Ελληνικήν Ανατολήν.
2. Ο Ουάλης και οι Βησιγότθοι. Επιδρομή αυτών εις το κράτος.