Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 29

Chapter 29156 wordsPublic domain

Το ανώτατον συμβούλιον του κράτους ελέγετο Σύγκλητος (βουλή) ή απλώς βουλή, και οι συγκροτούντες αυτήν Συγκλητικοί. Αλλ' η Σύγκλητος δεν ήτο αντιπροσωπεία εθνική, ως αι νυν βουλαί, αποτελούσα καθόλου ιδίαν αρχήν νομοθετικήν και ελεγκτικήν, αλλ' απλώς συμβούλιον, λαβόν μόνον το όνομα και τον τύπον από της αρχαίας Ρωμαϊκής βουλής ή Συγκλήτου, ήτις ήτο η αληθής κυβέρνησις της Ρώμης• αλλά νυν εν Κωνσταντινουπόλει απέβαλε πάσαν δύναμιν και ήτο συνέδριον συμβούλων του αυτοκράτορος, συζητούντων τα πράγματα και εκφερόντων γνώμας, εχούσης απλώς συμβουλευτικόν χαρακτήρα και ουδέποτε υποχρεωτικάς εις τον αυτοκράτορα. Οι συγκλητικοί απέλαυον εν τούτοις εξαιρετικών τιμών, καθόσον μάλιστα η Σύγκλητος συνέκειτο εξ απάντων των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων του κράτους. Ιδιαίτερον στενώτερον συμβούλιον του αυτοκράτορος εν τοις ανακτόροις συγκροτούμενον, και συγκείμενον εκ των ιδιαιτέρων ευνοουμένων τω αυτοκράτορι συγκλητικών, ούτινος συμβουλίου μετείχον και ο πατριάρχης και οι επιφανέστατοι των κληρικών, ελέγετο _Σελέντιον_. Εις την σύγκλητον ως και εις το σελέντων παρίστατο ο αυτοκράτωρ και διηύθυνε τας συζητήσεις, ως οι αρχαίοι ύπατοι. Το _σελέντιον_ ή _σιλέντιον_ είναι αυτό το λατινικόν όνομα το σημαίνον σιγήν και ησυχίαν. Είναι δε ο όρος ούτος της Βυζαντινών πολιτείας ειλημμένος εκ του _silentium esse_ της των αρχαίων Ρωμαίων _οιωνοσκοπίας_, εν ή η _σιγή_ (silentium κατ' αντίθεσιν προς το vitium = αμαρτία) ήτο ταυτόσημον προς την επιτυχίαν του οιωνισμού. Εντεύθεν, ως φαίνεται, silentium εσήμαινε και πάσαν εν σιγή και σοβαρότητι περί των δημοσίων διάσκεψιν. Εντεύθεν δε το εν τω σελεντίω της Κωνσταντινουπόλεως εν αρχαιοτέροις χρόνοις επικρατούν έθος ήτο ίνα και αυτός ο βασιλεύς δημηγορή ιστάμενος. Τα μέρος, ένθα συνεκροτείτο το Σιλέντιον, ελέγετο _Σιλεντιαρίκι(ο)ν_. Υπήρχον δε εν Βυζαντίω και _Σιλεντιάριοι_ άρχοντες. Αλλά το αξίωμα τούτων ουδεμίαν άμεσον σχέσιν είχε προς το _Σελέντιον_. Εκαλούντο δε ούτοι και Ησυχοποιοί («οι αμφί τον βασιλέα σιγής επιστάται»). Η τούτων υπηρεσία ήτο, φαίνεται, απλώς αυλική.

Το αξίωμα των δύο υπάτων, όπερ εν τη δημοκρατουμένη Ρώμη απετέλει την ανωτάτην εκτελεστικήν εξουσίαν του κράτους, πολιτικήν τε και στρατιωτικήν, είχεν αποβάλει, ως γνωστόν, επί της αυτοκρατορίας την τοιαύτην σημασίαν. Ακριβέστερον ειπείν, ο είς των δύο υπάτων ήτο πάντοτε ο αυτοκράτωρ, εκτελών τα της υπατείας έργα εν τη Συγκλήτω, ο δε δεύτερος ύπατος εξελέγετο νυν ουχί υπό του λαού, αλλ' υπό του αυτοκράτορος, συνήθως εξ αυτών των στενωτάτων συγγενών αυτού (225). Αλλά το αξίωμα του δευτέρου υπάτου, όστις ήτο και επώνυμος ύπατος (του έτους), κατήντησε συν τω χρόνω απλούν τιμητικόν, όλως τυπικόν αξίωμα, πολυδάπανον τω λαμβάνοντι αυτό, ένεκα των κατά την αρχήν του έτους διδομένων υπ' αυτού πολυτελών εορτών, και διά τούτο κατηργήθη σιωπηλώς μεν επί του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, διά νόμου δε βραδύτερον τω 741.

Αλλ' εν Βυζαντίω ιδρύθησαν νέα αξιώματα πολιτικά μεγάλην λαβόντα επίδοσιν και δύναμιν εν τη πολιτεία. Εν τοις τοιούτοις αξιώμασιν αξιολογώτατα ήσαν τα των Λογοθετών (226) ήτοι των προϊσταμένων, ως οι νυν υπουργοί των απολυταρχικών κυβερνήσεων, των διαφόρων κλάδων της δημοσίας υπηρεσίας.

Οι σπουδαιότεροι των Λογοθετών ήσαν ο Γενικός ή του Γενικού ήτοι των Οικονομικών (κατά την αρχήθεν έννοιαν του ονόματος και εν αντιθέσει προς το αξίωμα του _λογοθέτου_ των οικιακών, ή, ως λέγομεν ημείς σήμερον των αυτοκρατορικών κτημάτων), ο του Δρόμου, ο του στρατιωτικού, και ο των πλωίμων (του ναυτικού).

Ο λογοθέτης του Δρόμου ήτο εν αρχή ο υπουργός, ούτως ειπείν, της συγκοινωνίας και των ταχυδρομείων (227), αλλά κατά μικρόν η _λογοθεσία_ (228) αύτη ή το _λογοθέσιον_, ως λέγεται (το υπουργείον, ως λέγομεν ημείς σήμερον _υπουργείον_ μεταφράζοντες το ministerium, ministére και υπουργός το minister, ministre, ministro) συνεκέντρωσεν εν εαυτώ την πλείστην εσωτερικήν του κράτους διοίκησιν και κατέστη τρόπον τινά υπουργείον των εσωτερικών, εν μέρει δε και των Εξωτερικών, (εισηγητής των πρέσβεων ήτο ο Λογοθέτης του Δρόμου). Δεν είναι ακριβώς γνωστόν αν ο καλούμενος Μέγας Λογοθέτης ήτο ο του Δρόμου ή ο του Γενικού. Φαίνεται εν τούτοις ότι η προσωνυμία αύτη ανήκει εις πολύ μεταγενεστέρους χρόνους, τους μετά την από των Φράγκων ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως (1261). Πρώτος δε Λογοθέτης κατά τινας μεν υπήρξεν ο Γεώργιος Ακροπολίτης (επί του Μιχαήλ Η' 1261-1282), κατ' άλλους δε Θεόδωρος ο Μετοχίτης επί του διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'. Αλλά κατά τους χρόνους τούτους άγνωστον αν υπήρχον Λογοθέται προϊστάμενοι ιδιαιτέρων κλάδων υπηρεσίας ή είς μόνον υπήρχε Λογοθέτης καλούμενος τιμητικώς Μέγας λογοθέτης (229).

Παρά το αξίωμα του Λογοθέτου του δρόμου, ιδρύθη και νέον αξίωμα λογοθέτου του ταχυδρομείου, καλουμένου λογοθέτου του οξέος δρόμου. Πλην των τεσσάρων τούτων κυριωτέρων λογοθετών υπήρχον και πολλοί άλλοι λογοθέται προϊστάμενοι διαφόρων κλάδων υπηρεσίας πολιτικής, αυλικής και δικαστικής.

Μετά το αξίωμα των λογοθετών σπουδαιότατον αξίωμα πολιτικόν, εν μέρει δε και στρατιωτικόν, ήτο το του _επάρχου_ της πόλεως, προελθόν και τούτο από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (από του αξιώματος του Prefectus urbi). Ο έπαρχος εξετέλει καθήκοντα παρεμφερή εν Κωνσταντινουπόλει εν μέρει μεν προς τα του νυν αρχηγού της αστυνομίας, εν μέρει δε προς τα του δημάρχου.

Όμοιον ήτο και το αξίωμα κοιαίστωρος, εν μέρει αστυνομικόν, εν μέρει δικαστικόν (προελθόν και τούτο από του αρχαίου Ρωμαϊκού quaestor). Και ταύτα μεν τα κυριώτερα των πολιτικών αξιωμάτων.

Στρατιωτικά δε αξιώματα ήσαν τα των δύο ανωτάτων αρχηγών του στρατού, μαγίστρων καλουμένων. Μάγιστρος (εκ του λατ. magister = άρχων, επιστάτης) εκαλείτο πας στρατηγός, του δε εν επιστρατεία στρατού ο αρχηγός εκαλείτο _στρατοπεδάρχης_ (magister castorum). Αλλ' εν Βυζαντίω _μάγιστροι_ ιδίως εκαλούντο δύο ανώτατοι στρατιωτικοί αρχηγοί, πιθανώς ο της Ανατολής και ο της Δύσεως (της Ασίας και της Ευρώπης) οι κληθέντες ίσως βραδύτερον _δομέστικοι_ (230) των σχολών της Ανατολής και της _Δύσεως_, οίτινες καλούνται ενίοτε και μάγιστροι.

Άλλο αξίωμα στρατιωτικόν είναι το του εταιρειάρχου, ήτοι του αρχηγού των _εταιρειών_. Εταιρείαι εκαλούντο εν αρχή τα επικουρικά στρατεύματα των συμμάχων ή υποτελών τω κράτει λαών. Αλλ' επειδή εκ τούτων το πλείστον συνήθως συνέκειτο η αυτοκρατορική φρουρά, αι _εταιρείαι_ κατέστησαν ταυτόν ταις _σχολαίς_. Εντεύθεν γίνεται λόγος συχνός παρά τοις Βυζαντινοίς περί των εν τη πολιτεία _εταιρειών_ και _σχολών_.

Αξίωμα στρατιωτικόν, άμα δε και πολιτικόν και διοικητικόν είναι και το του δουκός και μεγάλου δουκός. Δούκες ελέγοντο (εκ της κυριολεκτικής εννοίας του λατινικού ονόματος dux = αγός, οδηγός, αρχηγός) οι αρχηγοί του στρατού και του στόλου (μέγας δε δουξ εκαλείτο και ο μέγας ναύαρχος), αλλά λέγεται και δουξ (διοικητής) Αντιοχείας, Μεσοποταμίας κτλ. Τοιούτον είναι και το δρουγγάριος = ταγματάρχης (εκ του λατινικού drungus = στίφος (στρατιωτών)• αλλά δρουγγάριος ελέγετο και ο μοίραρχος του στόλου, έτι δε και διοικητής χώρας τινός του κράτους (231). Συνηθέστατον και πολυσήμαντον εν Βυζαντίω είναι και το αξίωμα του κόμητος (εκ του comes = επιστάτης, των αυτοκρατορικών της Ρώμης χρόνων), όν αυλικόν, πολιτικόν, στρατιωτικόν (κόμης δομεστίκων) και διοικητικόν (κόμης Ισαυρίας). Και του ονόματος τούτου η παρ' ημίν σημερινή χρήσις γίνεται υπό έννοιαν ευρωπαϊκήν.

Καθόλου δε προκειμένου περί των στρατιωτικών αξιωμάτων πρέπει να σημειωθή ενταύθα, ότι εν Βυζαντίω, ως νυν εν τω Οθωμανικώ κράτει, εν μέρει δε και εν τω Ρωσικώ, πάντα τα πολιτικά αξιώματα ήσαν κατά τύπον και στρατιωτικά και πάντες οι πολιτικοί άρχοντες και υπάλληλοι (πλην των μη στρατιωτικών συγκλητικών) είχον τιμιτικάς προσωνυμίας στρατιωτικάς• ήσαν, ως ελέγετο εν Βυζαντίω, από του _Σπαθίου_ (οι από σπαθίου), ή _σπαθάριοι_ (άνδρες της σπάθης) διαιρούμενοι εις τρεις τάξεις α') πρωσπαθαρίους (232), β') σπαθαροκανδιδάτους (233) και γ') τους απλώς σπαθαρίους καλουμένους.

Τουναντίον δε οι εξ επαγγέλματος σπαθοφόροι ήτοι οι στρατιωτικοί καλούνται _στρατιώται_. Τοιούτος είναι ο _τακτικός_ πολεμιστής, συνήθως δε και τιμαριούχος, έχων παρ' εαυτόν και υφ' εαυτόν τα _παλληκάρια_ αυτού.

Κατ' αντίθεσιν προς τους τοιούτους στρατιώτας οι εν τοις ορίοις προ πάντων τεταγμένοι άτακτοι πολεμισταί καλούνται συνήθως απελάται, όντες ληστρικοί ως και οι _ταξειδάριοι_ (ίδε κατωτέρω). _Ακρίται_ δε οι των άκρων φρουροί ή μάλλον φρούραρχοι. (Πρβλ. το Περσ. marzban = φρουρός ορίων, πρβλ. και το γερμανικόν markgraf = κόμης ορίων). Το σπουδαιότατον τούτο στρατιωτικόν αξίωμα παρεστάθη ποιητικώς και εξυμνήθη εν τω περιφήμω έπει του ήρωος Διγενή _Ακρίτου_, της ηρωικής ταύτης εκπροσωπήσεως των _ακριτών_ εν τοις ατάκτοις, αλλ' ηρωικοίς αυτών εν τοις μεθορίοις εναντίον των Αράβων πολέμοις. Οι Απελάται και Ακρίται εισί μέχρι τινός πρόδρομοι των κλεφτών και αρματωλών της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος.

Οι στρατιώται λέγονται και _ταξάτοι_ εκ του τάξις (= τακτικοί) συνήθως όταν αποτελώσι την στρατιωτικήν φρουράν των πόλεων ή των φρουρίων (234) Ταύτα διά βραχυτάτων περί της στρατιωτικής οργανώσεως του κράτους.

Περί της διοικητικής διαιρέσεως του κράτους της επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου γενομένης και αντικαταστησάσης τα αρχαίον σύστημα της απλής εις επαρχίας (provinciæ) διαιρέσεως εγένετο ήδη λόγος εν άλλω τόπω (σημ. 45). Η τριπλή αύτη διαίρεσις εις _επαρχότητας_ (præfecturæ), _διοικήσεις_ (diœceses) και επαρχίας (Provinciæ) (235) αντικατεστάθη εν τοις μετά τον Ηράκλειον χρόνοις διά νέου συστήματος _απλής_ πάλιν διαιρέσεως εις _θέματα_, ών οι διοικηταί εκαλούντο _στρατηγοί_ (σημ. 146). Τοιαύτα θέματα κατά τον 10 αιώνα ήσαν 29, ών 17 εν Ασία και 12 εν Ευρώπη. Βραδύτερον ο αριθμός ούτος ηυξήθη κατά πολύ, ουχί αυξανομένων των χωρών του κράτους, αλλά περιστελλομένων των ορίων των θεμάτων.

______________

Αι ολίγαι αύται σημειώσεις προσετέθησαν ενταύθα απλώς ίνα διευκολύνωσι τους αναγνώστας της Βυζαντινής ιστορίας εις την κατανόησιν των στοιχειωδεστάτων της Βυζαντινών πολιτείας. Ευχής έργον εν τούτοις είναι να συγγραφή περί της Βυζαντινών πολιτείας πραγματεία εκτενής και συστηματική, ομοία προς το μέγα και επιστημονικώς σπουδαιότατον πόνημα του συναδέλφου καθηγητού Σ. Βάση «περί της Ρωμαίων πολιτείας».

Τ Ε Λ Ο Σ

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΙΝ ΕΚΔΕΔΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή εις την Καθολικήν ιστορίαν.

(Βιβλιοπωλείον Γαλανού, οδός Σταδίου).

Καθολικής Ιστορίας Α' Τόμος. (Βιβλιοπωλ. Τζάκα, οδός Πανεπιστημίου 81, και Βιβλιοπ. Γαλανού). Εισαγωγή εις την Ιστορίαν του ΙΘ' αιώνος. (Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου). Ιστορία του ΙΘ' αιώνος εις 3 τόμους. (Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου). Στράβωνος τα περί Μικράς Ασίας. (Βιβλιοπωλείον Γαλανού)

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΑΧ. 4

1] Καθόλου: Γενικά, συνολικά.

2) Μεσαιωνική ιστορία (ή ιστορία του Μεσαίωνος, ή ιστορία των Μέσων αιώνων ή Μέση Ιστορία) καλείται το τμήμα εκείνο της Παγκοσμίου ιστορίας τα περιλαμβάνον την χρονικήν περίοδον την εκτεινομένην από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι των μέσων του 15 μ. Χ. αιώνος ή ειδικώτερον και ακριβέστερον καθ' ημάς τους Έλληνας από του έτους 476, όπερ θεωρείται το τέλος του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, μέχρι του 1453, του έτους δηλονότι της υπό των Οθωμανών αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Καλείται δε το τμήμα τούτο της ιστορίας _Μεσαιωνική_ ή Μέση ως κειμένη μεταξύ της αρχαίας και της από του 15 μ. Χ. αιώνος αρχομένης Νέας ιστορίας ή ιστορίας των Νεωτέρων χρόνων.

3) Το κράτος των Σασσανιδών καλείται και μέσον Περσικόν κράτος εν αντιθέσει προς το αρχαίον κράτος των Αχαιμενιδών και το Μωαμεθανικόν Περσικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων.

4) Εκ των Αλλαμανών τούτων προήλθε το παρά τοις Γάλλοις γενικόν όνομα των Γερμανικών λαών και της Γερμανίας Allemands, Allemagne.

5) Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός γενόμενος τω 293 καίσαρ είχεν υποχρεωθή υπό του Διοκλητιανού να αποπέμψη την Ελένην, ίνα νυμφευθή κόρην αυτοκράτορος (την θετήν θυγατίρα του Μαξιμιανού Θεοδώραν), Εις ομοίαν υποχρέωσιν είχεν υποβληθή τότε και ο Γαλέριος. Διότι ο Διοκλητιανος ήθελεν ίνα διά της μεταξύ των αυτοκρατόρων συγγενείας διατηρηθή η ενότης του κράτους.

6) Πολλοί υπό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων εγένοντο διωγμοί κατά των Χριστιανών, αρχής γενομένης από του φοβερού διωγμού του Νέρωνος (64 μ. Χ.)• ο δε επί του Διοκλητιανού και των συναρχόντων αυτού γενόμενος δεινότατος διωγμός ήτο ο δέκατος των μεγάλων διωγμών. Λέγεται ότι ο Διοκλητιανός επεχείρησε τον διωγμόν τούτον φρονών ότι η θρησκευτική διαίρεσις επέφερε την εσωτερικήν ασθένειαν του Ρωμαϊκού κράτους και ζητών να ενισχύση αυτά εσωτερικώς δια της ενότητος της θρησκείας. Φαίνεται δε ότι επί το πνεύμα του αυτοκράτορος επέδρασαν και ιερείς και αρχιερείς της αρχαίας εθνικής λατρείας, οίτινες, βλέποντες τους ναούς και τους βωμούς αυτών εγκαταλειπομένους ένεκα του Χριστιανισμού, και ερημουμένους, έπεισαν τον Διοκλητιανόν ότι αι πολλαί συμφοραί του κράτους προήρχοντο εκ της οργής των παραμελουμένων θεών. Ο Διοκλητιανός, αφού εδίστασεν επί τινα χρόνον, επείσθη τέλος υπό του Γαλερίου, όντος σφοδρού πολεμίου των Χριστιανών, να εκδώση διάταγμα απαγορεύον την εις τας δημοσίας υπηρεσίας προαγωγήν των Χριστιανών και την δημοσία υπό τούτων τέλεσιν της λατρείας αυτών και διατάσσον την κλείσιν των Χριστιανικών ναών. Το διάταγμα τούτο το εκδοθέν Νικομηδεία τω 303 (Edictum Nicomediae = διάταγμα Νικομηδείας καλούμενον) και τοιχοκολληθέν εν τη πόλει ταύτη εσχίσθη υπό τινος Χριστιανού. Τούτο και το άλλο γεγονός, ότι εξερράγη τότε πυρκαϊά εν τω παλατίω του αυτοκράτορρς, εγένετο αιτία του σφοδροτάτου κατά Χριστιανών άπαντος του κράτους διωγμού, εν ώ δι' ανηκούστων φρικτών βασάνων εβιάζοντο οι Χριστιανοί υπό των εξηγριωμένων υπό του φανατισμού Ρωμαίων στρατιωτών να αρνηθώσι την πίστιν αυτών. Αλλ' εναντίον της αγρίας λύσσης των διωκτών και των φρικτών βασάνων οι Χριστιανοι αντέταξαν την ακατάβλητον ηθικήν αντίστασιν της εν τη πίστει καρτερικής επιμονής, περιφρονούντες και βασάνους και θάνατον και μετά υπερανθρώπου γενναιότητος υπομένοντες τας θλίψεις και προθύμως μάλιστα θνήσκοντες υπέρ της πίστεως, ίνα λάβωσι τον στέφανον των μαρτύρων. Η φοβερά αύτη περίοδος του διωγμού, εξ ής εξήλθε νικήτρια η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία, τοιαύτην κατέλιπε μνήμην παρά τοις Χριστιανοίς, ώστε εθεωρήθη ως αληθής χρόνος της θεμελιώσεως της Εκκλησίας και διά τούτο Χριστιανικοί τινες λαοί (Κόπται και Αβησσυνοί) μέχρι νυν προς τη χρονολογία της από Χριστού γεννήσεως ποιούνται χρήσιν και της μαρτυρικής καλουμένης χρονολογίας, αρχομένης από της βασιλείας του Διοκλητιανού (384).

7) Είνε αληθές ότι ο Κωνσταντίνος τον τύπον του βαπτίσματος έλαβε βραδύτερον περί τα τέλη της ζωής αυτού. Αλλά τούτο έπραξε κατά την τότε συνήθειαν πολλών, οίτινες ούτως εποίουν, ίνα, άπαξ καθαρθέντες των αμαρτιών διά του βαπτίσματος, μηκέτι αμαρτάνωσιν, εγγύς όντες της προς Θεόν αποδημίας.

8) Η αίρεσις αύτη (εναντίον των αρχών της καθολικής και ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις διδάσκει, ότι εν τη τρισυποστάτω θεότητι ο Υιός είναι τέλειος Θεός, προ πάντων των αιώνων γεννηθείς υπό του πατρός, ου ποιηθείς, θεός έχων την αυτήν προς τον πατέρα ουσίαν) εδίδασκεν ότι ο Υιός ήτο κτίσμα του πατρός γεννηθείς εν χρόνω. Εδίδασκε δε ταύτα ο αιρεσιάρχης Άρεως, ίνα, κατά την δόξαν αυτού, δώση μείζονα μονοθεϊστικόν χαρακτήρα εις την Χριστιανικήν θρησκείαν.

9) Η εν Νικαία Σύνοδος καταδικάσασα την διδασκαλίαν του Αρείου, καθ' ήν ο Υιός ελέγετο ότι ήτο κτίσμα του Πατρός, εδογμάτισεν ότι ο Υιός δεν εποιήθη, αλλ' εγεννήθη εκ του Πατρός προ πάντων των αιώνων, ως φως εκ φωτός, ως θεός αληθινός εκ θεού αληθινού και ομοούσιος τω πατρί, ήτοι έχων την αυτήν προς τον πατέρα ουσίαν, θεός δηλονότι ων κατ' ουσίαν.

10) _Εθνικός_ παράγεται εκ του _έθνους_ ή μάλλον _έθνη_ ουχί εν τη Ελληνική σημασία του ονόματος, αλλ' εν τη της μεταφράσεως της Εβραϊκής λέξεως _κοΐμ_= έθνη. Ούτως ωνόμαζον οι Εβραίοι τους μη Εβραίους, εν αντιθέσει προς εαυτούς ως «εκλεκτόν (περιούσιον) λαόν του Κυρίου». Εντεύθεν και οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων παραλαβόντες το όνομα εκ της ιεράς Γραφής εκάλεσαν δι' αυτού πάντας τους ειδωλολάτρας. Εντεύθεν δε και εν τη Λατινική οι ειδωλολάτραι κατά μετάφρασιν του ειρημένου εβραϊκού ονόματος καλούνται υπό των Λατίνων Πατέρων της Εκκλησίας gentes = έθνη και gentiles = εθνικοί.

11) Ο Κωνσταντίνος μικρόν προ του θανάτου αυτού επεχείρησε μικράν τινα νικηφόρον στρατείαν εναντίον βαρβάρου τινός Σκυθικού λαού, των Σαρματών.

12) Ούτω βραδύτερον και εν Ευρώπη ο της Ουγγαρίας πρώτος βασιλεύς Στέφανος (997-1038 μ. Χ.) γενόμενος Χριστιανός και εργασάμενος εν τω κράτει αυτού υπέρ της διαδόσεως του Χριστιανισμού ωνομάσθη υπό του τότε Πάπα Σιλβέστρου Απόστολος και Αποστολική Μεγαλειότης. Την προσωνυμίαν δε ταύτην της Αποστολικής Μεγαλειότητος λαβόντες από του 1758 και οι Αψβούργοι μονάρχαι της Αυστρίας και Ουγγαρίας φέρουσι μέχρι σήμερον ως διάδοχοι του Στεφάνου Α'.

13) Βασιλέας ωνόμαζον τους Ρωμαίους αυτοκράτορας οι Έλληνες ανέκαθεν, ουχί σπανίως και αυτοκράτορας καλούντες αυτούς. Εν Βυζαντίω βραδύτερον συνεδυάσθησαν αι δύο προσωνυμίαι προς δήλωσιν της αρχής του υπερτάτου άρχοντος, όστις εκαλείτο «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων».

14) _Χριστός_ ήτοι κεχρισμένος είνε μετάφρασις της Εβρ. λέξεως _μασσά_ ήτοι, κατά ελληνικόν σχηματισμόν, Μεσσίας. Ούτως εκαλούντο παρά τοις Εβραίοις οι ιερείς, οι προφήται και οι βασιλείς διότι διά συμβολικής τελετής της χρίσεως ελάμβανον τας ιδιότητας και τα αξιώματα ταύτα, εντεύθεν δε χριστός ή μεσσίας του Κυρίου εσήμαινεν «εκλεκτός του Θεού διά χρίσματος τοιούτος αναδειχθείς», εκλήθησαν δε ούτω βραδύτερον μόνον οι βασιλείς• εντεύθεν δε χριστός ή μεσσίας και βασιλεύς κατέστησαν συνώνυμοι εν τη Π. Δ. Εκλήθη δε και ο Κύριος ημών Ιησούς Μεσσίας και _Χριστός_, ως προσδοκώμενος βασιλεύς του Ισραήλ, και υπό ευρυτέραν έννοιαν ως ουράνιος βασιλεύς της δόξης, ως Κύριος Χριστός ήτοι Θεός Βασιλεύς• ενώ οι Χριστιανοί βασιλείς του Ελληνικού Κράτους του Βυζαντίου εκαλούντο, ως πάλαι οι βασιλείς του Ισραήλ, απλώς χριστοί του Κυρίου: εκλεκτοί του Θεού.

15) Ο Κωνσταντίνος, πριν ή εμπεδωθή στερεώς εν τη καρδία αυτού η Χριστιανική πίστις και εν ταις πράξεσιν αυτού η Χριστιανική ηθική, δεν έμεινεν απηλλαγμένος καί τινων ανθρωπίνων αδυναμιών και ωμοτήτων. Ούτω κατά το 326 εφονεύθησαν τραγικώς κατά διαταγήν αυτού η τε γυνή αυτού Φαύστα και ο γενναίος (από της πρώτης αυτού γυναικός Μαμερτίνης) υιός Κρίσπος, ως λέγεται, ένεκα των ανακαλυφθεισών μεταξύ αυτών αθεμίτων σχέσεων.

16) Σημειωτέον ότι ευθύς μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου εφονεύθησαν πάντες οι πλάγιοι τούτου συγγενείς, αδελφοί, θείοι και ανεψιοί, υπό των αρχηγών του στρατού, ενεργούντων υπέρ των υιών του Κωνσταντίνου του Μ., μόνοι δε σωθέντες επέζησαν τη καταστροφή ταύτη δύο ανεψιοί αυτού (παίδες του αδελφού αυτού Ιουλίου Κωνσταντίου) Γάλλος και Ιουλιανός.

17) Ημιαρειανοί ελέγοντο εκείνοι εκ των Αρειανών, οίτινες μετριάζοντες και τροποποιούντες την περί του Υιού διδασκαλίαν του Αρείου, δεν εκάλουν μεν τον Υιόν κτίσμα του Πατρός, ως ο Άρειος, αλλά ούτε _ομοούσιον_ τω Πατρί (ήτοι την αυτήν ουσίαν έχοντα προς τον πατέρα), αλλ' απλώς _ομοιούσιον_ τω πατρί (ήτοι όντα _ομοίας_ ουσίας προς τον πατέρα).

18) Ο Ιουλιανός κατέλιπεν εύφημον μνήμην και ως ελληνιστής και γλαφυρός συγγραφεύς εν τη ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας γράψας ικανάς πραγματείας και επιστολάς, ών ουκ ολίγαι σώζονται μέχρι νυν.

19) Ο Ουλφίλας κατήγετο από της Μικράς Ασίας, από Καππαδοκίας. Οι πρόγονοι αυτού είχον αιχμαλωτισθή εν Καππαδοκία υπό των Γότθων καθ' όν χρόνον ούτοι επί του αυτοκράτορος Ουαλεριανού είχον επιδράμει μέχρι των ένδον της Μικράς Ασίας (ίδ. σελ. 12) απάγοντες μεθ' εαυτών μέγα πλήθος αιχμαλώτων, εν οίς υπήρχον και ουκ ολίγοι Χριστιανοί. Μεταξύ δε των Χριστιανών αιχμαλώτων υπήρχον και οι γονείς ή πρόγονοι του Ουλφίλα, αχθέντες αιχμάλωτοι από Καππαδοκίας εις την χώραν των Γότθων. Ο Ουλφίλας γεννηθείς εν τη χώρα των Γότθων και ανατραφείς υπό των γονέων εν τη πίστει τη Χριστιανική, γινώσκων δε και την γλώσσαν την Γοτθικήν εδίδαξε τους Γότθους την Χριστιανικήν πίστιν μεταφράσας εις την Γοτθικήν και τα Ευαγγέλια και μέρος της Παλαιάς Διαθήκης. Επειδή δε κατά τον χρόνον εκείνον ούτε οι Γότθοι ούτε άλλος τις Γερμανικός λαός είχεν αλφάβητον, ο Ουλφίλας επενόησε τον Γοτθικόν αλφάβητον σχηματίσας αυτόν από συνδυασμού Ελληνικών γραμμάτων μετά τινων άλλων εκ των αρχαίων συμβολικών σημείων (ρούνων, runen) των Γερμανών ληφθέντων στοιχείων. Του Ουλφίλα η Μετάφρασις των ιερών γραφών είναι το πρώτον και αρχαιότατον μνημείον της Γερμανικής γλώσσης, ως ελαλείτο αύτη υπό των Γότθων, και της Γερμανικής φιλολογίας (Χειρόγραφον αρχαιότατον της μεταφράσεως ταύτης σώζεται εν τη βιβλιοθήκη της Ουψάλης της Σουηδίας). Ο Ουλφίλας δε ούτος ήτο επίσκοπος και αντιπρόσωπος των Γότθων εν τη α' Οικουμενική Συνόδω και έζη έτι επί των χρόνων του Ουάλεντος.

20) Οι εν τη Ρωμαϊκή υπηρεσία ισχυροί βάρβαροι απέφευγον ν' αναγορεύωσιν εαυτούς αυτοκράτορας είτε μη έχοντες την προς τοιούτον νεωτερισμόν ηθικήν τόλμην είτε μη θεωρούντες εαυτούς αρμοδίους προς την αρχήν ταύτην, αλλ' ανήγον εις την αυτοκρατορικήν αρχήν άνδρας Ρωμαίους εξαρτωμένους ηθικώς απ' αυτών και ήρχον αυτοί πράγματι εν ονόματι των τοιούτων αυτοκρατόρων.

21) Λατινικού, διότι οι συγκροτούντες αυτό λαοί (πριν ή κατέλθωσιν εις αυτό οι από βορρά βάρβαροι Γερμανοί), ήτοι οι κάτοικοι της Ιταλίας, Γαλατίας, Ιβηρίας (εν μέρει δε και της Βρεττανίας) ήσαν Λατινόφωνοι λαλούντες παρεφθαρμένας Λατινικάς διαλέκτους, τας λεγομένας νεολατινικάς. Οι Νεολατινικοί ούτοι λαοί καλούνται και Ρωμανικοί λαοί (εκ του Romanus = Ρωμαίος) και αι γλώσσαι αυτών Ρωμανικαί. Το όνομα _Ρωμαίος_, όπερ ουδεμίαν είχε πλέον έννοιαν εθνολογικήν, αλλά απλώς πολιτικήν, ιδιοποιούντο μάλλον οι Έλληνες Χριστιανοί της Ανατολής (παρ' οίς το _Έλλην_ εσήμαινε τον οπαδόν της Ελληνικής θρησκείας εν αντιθέσει προς το Χριστιανός και το Ιουδαίος (ίδ. σημ. 10). _Λατίνους_ καλούσιν ούτοι τους Δυτικούς κατ' αντίθεσιν προς εαυτούς ως _Ρωμαίους_.

22) Αλλ' η Ελληνική χερσόνησος (πλην της Θράκης και της κάτω Μοισίας) ήτο επί του Αρκαδίου και του Ονωρίου χώρα αμφισβητουμένη μεταξύ των δύο κρατών.

23) Έτι πρότερον επί του Θεοδοσίου Α' είχε καταπέσει εντελώς το έτερον εν τη εντεύθεν του Ισθμού Ελλάδι μέγα κέντρον της αρχαίας Ελληνικής λατρείας, το εν Δελφοίς μαντείον. Λέγεται δε ότι, ότε ο Ιουλιανός, όστις έδιδε παροδικήν τινα λάμψιν ασθενή εις τα μεγάλα κέντρα της εθνικής λατρείας, έπεμψε τον φίλον αυτού φιλόσοφον Ορειβάσιον εις τους Δελφούς ίνα ενεργήση τα δέοντα προς ανόρθωσιν του μαντείου, εκόμισεν ούτος εις τον βασιλέα τον τελευταίον εκ του χρηστηρίου του Απόλλωνος δοθέντα εις αυτόν χρησμόν αγγέλλοντα την τελείαν κατάπτωσιν του περιφήμου μαντείου. Ο χρησμός έλεγεν:

Είπατε τω βασιλεί: χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, Ου παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ.

24) Καθά είπομεν (σ. 40), αι χώραι αύται ημφισβητούντο μεταξύ των δύο κρατών, τούτο δε εξηγείται και την σπουδήν, μεθ' ής ο Στελίχων έσπευσεν εις σωτηρίαν αυτών.

25) Φαίνεται ότι πράγματι εγίνετό τις συνεννόησις μεταξύ του Στελίχωνος και του Αλαρίχου αποβλέπουσα εις την διά της συμπράξεως του Αλαρίχου ανάκτησιν των πέραν των Άλπεων υπό των άλλων βαρβάρων καταληφθεισών Ρωμαϊκών επαρχιών.

26) Όμοιαι επί ομοίοις όροις διαπραγματεύσεις είχον γείνει πρότερον μεταξύ Στελίχωνος και Αλαρίχου, επενεγκούσαι τον όλεθρον του Στελίχωνος (ίδ. σημ. 25)

27) Η Πλακιδία ευρίσκετο εν τη εξουσία των Γότθων, διότι τω 408 εν ταις τότε περί παραδόσεως της πολιορκουμένης Ρώμης μεταξύ Αλαρίχου και της Ρωμαϊκής Συγκλήτου διαπραγματεύσεσιν είχε δοθή ως όμηρος εις τους Γότθους. Αποθανόντος δε του Αταούλφου το επόμενον έτος των γάμων (415 μ. Χ.), η χηρεύσασα Πλακιδία επανήλθεν εις Ράβενναν, ένθα συνήψε νέον γάμον (417) μετά του στρατηγού Κωνσταντίου.

28) Το έθος του καταφεύγειν εις τους ναούς ως εις _άσυλα_ μετεβιβάσθη από του αρχαίου Ελληνισμού και εις την Χριστιανικήν θρησκείαν και επεκράτει κατά τους χρόνους τούτους και βραδύτερον έτι εν μέρει.

29) Ίσαυροι ήσαν εγχώριος ορεινός λαός της Μικράς Ασίας ληστρικός, μόνος εκ των λαών της Μ. Ασίας μη εξελληνισθείς έτι κατά τους χρόνους τούτους, μη πολιτισθείς και μη προσελθών εις τον Χριστιανισμόν.

30) Αρσακίδαι εκαλούντο, ως γνωστόν (ίδ. σελ. 11), οι βασιλείς των Πάρθων, οι άρχοντες εν Ασία προ της δυναστείας των Σασσανιδών. Κλάδος τις δευτερογενής της δυναστείας ταύτης είχεν εγκαταστή εν Αρμενία από του α' μ. Χ. αιώνος.