Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 28
Ο Ερρίκος Α' λέγεται ότι έδωκε τον πρώτον χάρτην των ελευθεριών (charta libertatum), τον αποτελούντα την βάσιν των ελευθεριών του Αγγλικού λαού. Μετά τον Ερρίκον Α' μη έχοντα άρρενα διάδοχον, μετά τινας περί του θρόνου έριδας μεταξύ της θυγατρός αυτού Ματθίλδης (συζύγου του Γάλλου ευπατρίδου κόμητος Γοδεφρείδου Ανδεγαυίας του επικαλουμένου Πλανταγενέτου) και του ανεψιού αυτού Στεφάνου Blois επελθούσας, εβασίλευσεν ο Στέφανος (1135-1154), και μετά τούτον ο της Ματθίλδης και του Γοδεφρείδου υιός Ερρίκος Β' (1154-1189) γενόμενος αρχηγός του Πλανταγενετικού καλουμένου βασιλικού οίκου της Αγγλίας. Ούτος διά του γάμου αυτού μετά της πλουσιωτάτης εις φέουδα Γαλλίδος Ελεονόρας, της κομήσσης Πικταυίας (Poitiers), προσέθηκε νέας κτήσεις εις τας εν Γαλλία κτήσεις του Αγγλικού Νορμανδικού οίκου, και ούτως ο βασιλικός οίκος της Αγγλίας κατέστη κύριος του ενός τρίτου της Γαλλίας, κατέχων αυτάς ως υποτελής εις τους βασιλείς της Γαλλίας. Αι τοιαύται μεταξύ των δύο κρατών και των βασιλικών αυτών οίκων σχέσεις επήνεγκον έριδας και πολέμους μεταξύ αυτών και ιδίως τον εκατονταετή καλούμενον (σελ. 295) πόλεμον. Τον Ερρίκον Β' διεδέξατο ο υιός αυτού Ριχάρδος Α' ο θυμολέων (1189-1199), ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' Σταυροφορίας (σελ. 239). Του Ριχάρδου διάδοχος εγένετο ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο Ακτήμων (1199-1214), ο δους τον «μέγαν χάρτην των ελευθεριών (magna charta libertatum)». Επί του διαδόχου του Ιωάννου Α', Ερρίκου Γ' (1214-1272) επανάστασις ευγενών εξηνάγκασε τον βασιλέα να ιδρύση προς τη μέχρι τούδε υφισταμένη και εξ ευγενών απαρτιζομένη βουλή των Λόρδων και την βουλήν των Κοινοτήτων. Ο του Ερρίκου Γ' δε ισχυρός και φιλοπόλεμος διάδοχος Εδουάρδος Α' (1272-1307) υπέταξεν εις το Αγγλικόν κράτος την μέχρι τότε ανυπότακτον Ουαλλίαν (σελ. 153) και έδωκεν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού την προσωνυμίαν «πρίγκιψ της Ουαλλίας», ήν προσωνυμίαν φέρουσι μέχρι νυν οι διάδοχοι του Αγγλικού θρόνου. Ο αυτός δε ηνάγκασε και την Σκωτίαν νυν το πρώτον να αναγνωρίση την κυριαρχίαν της Αγγλίας. Μετά την ασθενή και άδοξον βασιλείαν του Εδουάρδου Β' (1307-1327), υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Α', ο υιός και διάδοχος αυτού Εδουάρδος Γ' (1327-1377) εβασίλευσεν ενδοξότατα, αναγκάσας αύθις την Σκωτίαν να αναγνωρίση την αγγλικήν κυριαρχίαν, και διεξήγαγε νικηφόρον πόλεμον εναντίον των Γάλλων, άρξας ούτω του μνημονευθέντος εκατονταετούς μεταξύ των δύο χωρών πολέμου. Εν τω πολέμω τούτω ενίκησε νίκην λαμπροτάτην εν Κρεσσύ (1246) εναντίον του Φιλίππου ΣΤ', εν δε τη μάχη του Μωπερτουύ (1356) νικήσας συνέλαβεν αιχμάλωτον τον βασιλέα Ιωάννην Α' και διά της ειρήνης του Βρετινύ (1360) εγένετο κύριος του ημίσεος σχεδόν της Γαλλίας. Επί του ασθενούς υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Γ' Ριχάρδου Β' (1377-1399) απώλοντο οι πλείστοι των καρπών των λαμπρών νικών του Εδουάρδου Γ'. Αλλά μετά την ασθενή βασιλείαν του διαδόχου του Ριχάρδου Β' (εκ πλαγίας γραμμής) Ερρίκου Δ' (1399-1413), εξαδέλφου του Ριχάρδου Β', ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Ερρίκου Δ' υιός Ερρίκος Ε' (1413-1422). Ούτος ανανεώσας τον προς την Γαλλίαν πόλεμον ενίκησεν εν Αζιγκούρ (1415) νίκην ανοίξασαν αυτώ τας πύλας των Παρισίων και ηνάγκασε τον βασιλέα της Γαλλίας Κάρολον ΣΤ' να αναγνωρίση (1420) ως διάδοχον αυτού επί του Γαλλικού θρόνου αυτόν τον του Αγγλικού θρόνου διάδοχον, υιόν του Ερρίκου Ε', Ερρίκον ΣΤ'. Ούτω δε ο τω 1422 μετά 2 έτη διαδεξάμενος επί του Αγγλικού θρόνου τον πατέρα αυτού Ερρίκος ΣΤ' (βασιλεύς εν Αγγλία από του 1422 έως 1461) ανήλικος έτι ων εστέφθη και βασιλεύς της Γαλλίας (αποθανόντος τω αυτώ έτει και του Καρόλου ΣΤ'). Αλλά τότε ο του Καρόλου ΣΤ' υιός Κάρολος Ζ' αποχωρήσας εις τας εκείθεν του Λείγηρος χώρας εξήγειρε τους Γάλλους των χωρών τούτων εναντίον των Άγγλων και κηρυχθείς βασιλεύς διεξήγαγε φοβερόν εναντίον των Άγγλων εθνικόν πόλεμον, εν ώ εφάνη ως ηρωίς και προφήτις ένθους και η περίφημος Αυρηλιανή παρθένος Ιωάννα Αρκία, εξάπτουσα τον εθνικόν ενθουσιασμόν των Γάλλων. Και αύτη μεν συνελήφθη και εθανατώθη επί πυράς υπό των Άγγλων αλλ' ο των Γάλλων εθνικός πόλεμος εστέφθη υπό τελείας επιτυχίας. Οι Άγγλοι απώλεσαν πάσας τας εν Γαλλία κτήσεις αυτών (1453) πλην της Καλαισίας (Calais), ο δε Κάρολος Ζ' εγένετο κύριος και νόμιμος βασιλεύς απάσης της Γαλλίας. Ο εκατονταετής καλούμενος πόλεμος ο διαρκέσας πλείονα των 100 ετών (1446-1453) έληξε τω αυτώ έτει, καθ' ό εάλω η Κωνσταντινούπολις υπό των Οθωμανών. Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του Ερρίκου ΣΤ' ήρξατο εν Αγγλία δεινός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δύο πλαγίων συγγενών οίκων περί διαδοχής του θρόνου (του Ερρίκου μη έχοντος τέκνα), εξηκολούθησε δε σφοδρότατος και καταστρεπτικώτατος μετά τον θάνατον του βασιλέως επί 24 έτη (1461-1485), εωσού τω 1485 ο αμφοτέροις τοις ερίζουσιν οίκοις συγγενής Ερρίκος Ζ' Τουδώρ (Θεοδωρίδης) κατισχύσας των αντιπάλων κατέπαυσε τον αγώνα ιδρύσας τω 1485 δυναστείαν βασιλεύσασαν μέχρι του 1603, την δυναστείαν των Τουδώρ ή Θεοδωριδών) (211).
5. Αι άλλαι ευρωπαϊκαί χώραι από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.
Εν Ισπανία, αφού από του 11 αιώνος τα χριστιανικά κράτη έλαβον οριστικώς υπεροχήν απέναντι του παρακμάσαντος χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών, περιώρισαν κατά μικρόν το κράτος των Μωαμεθανών εις τας νοτιωτάτας χώρας της χερσονήσου. Εκ των πολλών δε μικρών χριστιανικών κρατών παρήχθησαν διά συγχωνεύσεως κατά τον 14 και 15 αιώνα δύο χριστιανικά κράτη, το της Καστιλίας και το της Αραγωνίας. Ταύτα δε ενωθέντα περί το τέλος του 15 αιώνος διά του γάμου του Φερδινάνδου του Καθολικού της Αραγωνίας (1479) και της Ισαβέλλης της βασιλίσσης της Καστιλίας παρήγαγον το μέγα και ηνωμένον Ισπανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Το μωαμεθανικόν κράτος της Γρενάδας, το τελευταίον λείψανον του εν Ισπανία κράτους των Αράβων, κατελύθη τω 1492 υπό της Ισαβέλλης.
Μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας δεν ηνώθη, αλλ' ανεπτύχθη καθ' εαυτό και ενισχυθέν κατά μικρόν απετέλεσε κατά τον 14 και 15 αιώνα ίδιον κράτος αξιόλογον η Πορτογαλία (η λαβούσα τω 1094 την γένεσιν και το όνομα από της πόλεως ή φρουρίου Πόρτοκάλε του νυν Οπόρτο, όπερ μετά της περί αυτό χώρας έδωκε τω έτει εκείνω ο Αλφόνσος ΣΤ' της Καστιλίας εις τον Ερρίκον τον Βουργουνδικόν, ηγεμονόπαιδα εκ του οίκου των Καπετιδών).
Εν τω κέντρω της Ευρώπης μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας παρήχθη από του 14 αιώνος η ελευθέρα εξ ελευθέρων κατ' ιδίαν πολιτειών συγκειμένη Ελβετική ομοσπονδία. Αρχή της Ελβετικής ελευθερίας εγένετο η κατά το έτος 1313 υπό του Γουλιέλμου Τέλλου εξέγερσις των Ελβετών εναντίον των αρχόντων του τόπου Αψβούργων ιπποτών (σελ. 292) (212).
Εν τη βορείω Ευρώπη αι τρεις Σκανδιναυικαί χώραι Δανία, Σουηδία, και Νορβηγία, ών η αρχαιοτέρα ιστορία εξετέθη ήδη εν τοις έμπροσθεν, απετέλεσαν περί τα τέλη του 14 αιώνος ενότητα πολιτικήν, ότε τω 1387 ανελθούσα εις τον Δανικόν θρόνον η Μαργαρίτα η «Σεμίραμις του Βορρά», γυνή συνετή και περίνους, ήνωσε τα τρία Σκανδιναυικά κράτη διά της περιφήμου Καλμαρικής, ήτοι εν Καλμάρ τη Δανική πόλει γενομένης τω 1397 συμβάσεως, υπό την κυριαρχίαν της Δανικής δυναστείας, υπό κοινόν βασιλέα διατηρούντος εκάστου κράτους το ίδιον αυτού πολίτευμα. Η διά της Καλμαρικής συμβάσεως επελθούσα ενότης διετηρήθη ως προς την Σουηδίαν μέχρι του 1520, ως προς δε την Νορβηγίαν ήτοι την ένωσιν Νορβηγίας και Δανίας μέχρι του 1814.
Η Ρωσία μετά την Μογγολικήν εισβολήν του 13 αιώνος έμεινε διηρημένη εις πολλά κατ' ιδίαν μικρά κράτη, αναγνωρίζοντα την υπερτάτην κυριαρχίαν του μεγάλου Χανάτου του Κιπτσάκ (σελ. 259). Κατά δε το 1243 παρήχθη νέον κράτος εκ της παρά τον ποταμόν Μόσχαν ιδρυθείσης ομωνύμου πόλεως Μόσχας, ής οι ηγεμόνες κατά μικρόν υπερίσχυσαν των άλλων Ρώσων ηγεμόνων και έδοσαν το όνομα αυτών (Μοσχοβίται) εις το έθνος των Ρώσων. Κατά τον 14 αιώνα και τας αρχάς του 15 οι ηγεμόνες, της Μόσχας (αυτοί υποκείμενοι εις τους Μογγόλους χάνους) υπέταξαν κατά μικρόν πάντας τους κατοίκους άλλων Ρωσικών χωρών και πόλεων και εκάλεσαν εαυτούς «μεγάλους ηγεμόνας πασών των Ρωσιών» (ήτοι Ρωσικών ηγεμονιών). Περί τα τέλη του 15 αιώνος η Μόσχα εκιδύνευσεν από των Μογγόλων (σελ. 277), μετά δε τον θάνατον του Τιμούρ δύο ιδρύθησαν ταταρικά κράτη εν Ρωσία, το του Καζάν και το του Αστραχάν. Οι ηγεμόνες της Μόσχας υπέκειντο εις την κυριαρχίαν του Χάνου του Καζάν. Πρώτος δε ο ηγεμών της Μόσχας Ιωάννης Γ' (1460-1505) ο λαβών σύζυγον την αδελφήν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Σοφίαν απετίναξε τον ζυγόν του Χάνου. Τούτον διεδέξατο ο ομώνυμος έγγονος, (υιός του μετά τον Ιβάν Γ' άρξαντος Βασιλείου Β', 1505-1533) Ιβάν ο Τρομερός (1533-1588), ός και υπέταξε τα δύο εκείνα χανάτα και έλαβε πρώτος αυτός εν τοις Ρώσοις ηγεμόσι την προσωνυμίαν _Τσάρος_. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.
Περί Βοημίας και Ουγγαρίας ουδέν άλλο υπό καθόλου ιστορικήν έποψιν άξιον λόγου έχομεν να αναφέρωμεν ενταύθα, ειμή ότι η μεν Βοημία, ηνώθη (τω 1526) μετά του Αψβουργικού κράτους δυναστικώς ως ίδιον βασίλειον, η δε Ουγγαρία κατά τον 16 αιώνα κατά μέγα μεν μέρος προσηρτήθη μετά της πρωτευούσης Πέστης εις το Οθωμανικόν κράτος και εγένετο επαρχία τουρκική, το δε υπολειφθέν μέρος ηνώθη ως ίδιον βασίλειον μετά των λοιπών κτήσεων του Αψβουργικού οίκου.
Το δε κατά τα τέλη του 10 μ. Χ. αιώνος ιδρυθέν Σλαυικόν κράτος της Πολωνίας εν αρχή μεν ήτο δουκάτον ως φέουδον του Γερμανικού κράτους, είτα δε κατά τον 14 αιώνα προήχθη εις βασίλειον ανεξάρτητον υπό την δυναστείαν των Πιαστών (213) (1330) και εγένετο κατά τον 15 αιώνα εκ των ονομαστοτέρων κρατών της ανατολικής Ευρώπης, μη υποταχθέν εις τους Οθωμανούς.
Τα άλλα σλαυικά κράτη τα λεγόμενα νοτιοσλαυικά Σερβία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη πάντα κατελύθησαν υπό του Μαχμούτ Β' μικρόν μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Τα δε κατά τον 13 και 14 αιώνα ιδρυθέντα πέραν του Δανουβίου Βλαχικά κράτη (Βλαχία και Μολδαυία) εγένοντο διαρκώς υποτελή τω Οθωμανώ Σουλτάνω. Και ταύτα μεν εν Ευρώπη.
6. Τα εν Ασία και Αφρική.
Εν Ασία δε μετά την διάλυσιν του μεγάλου Ταταρικού κράτους του Ταμερλάνου παρήχθησαν κατά τον 15 και 16 αιώνα το νέον κράτος της Περσίας και το εν Ινδική περίφημον κράτος του Μεγάλου Μογούλ, ιδρυθέν (τω 1505) υπό του εγγόνου του Τιμούρ Βαβούρ, το μέγιστον, μετά το Οθωμανικόν, μωαμεθανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Εν τη Κεντρική Ασία δε μετά την διάλυσιν του κράτους του Ταμερλάνου ιδρύθησαν διάφορα μωαμεθανικά τουρκικά και ταταρικά κράτη ανεξάρτητα. Εν Κίνα μετά την κατάλυσιν της υπό των Δζεγγισχανιδών ιδρυθείσης Μογγολικής δυναστείας, την γενομένην τω 1367 (σελ. 259), ιδρύθη η νέα δυναστεία ιθαγενής των Μιγκ (1367-1644).
Εν Αφρική το εν Αιγύπτω μωαμεθανικόν κράτος των Μαμελούκων, το περιλαμβάνον την Συρίαν και Μεσοποταμίαν και μέρος της Μικράς Ασίας (την Κιλικίαν), κατελύθη τω 1518 υπό του Οθωμανικού κράτους. Τότε δε και η τέως εις τους Μαμελούκους υποκειμένη Αραβία μετά των δύο ιερών πόλεων Μέκκας και Μεδινάς υπετάγησαν εις το Οθωμανικόν κράτος. Μετ' ολίγον δε και πάσα η Βόρειος Αφρική, πλην της Μαυριτανίας (Μαρόκκου) υπετάγη εις το αυτό κράτος.
Η περαιτέρω ιστορική κίνησις και εξέλιξις πανταχού του κόσμου ανήκει εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.
ΠΡΟΣΘΗΚΗ
ΒΡΑΧΕΙΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Το πολιτειακόν σύνταγμα του Βυζαντινού κράτους.
Η Βυζαντινών πολιτεία, ήτοι το πολίτευμα του Βυζαντιακού κράτους, ήτο απόρροια της ιστορικής αναπτύξεως του πολιτεύματος του Ρωμαϊκού κράτους. Ως γνωστόν, το πολίτευμα της Ρώμης εν αρχαιοτάτοις ήδη χρόνοις από τύπου κατ' αρχήν μοναρχικού γενόμενον δημοκρατικόν, εστηρίζετο πάντοτε επί θεσμών το πλείστον δημοκρατικών, και αφού επί του Αύγουστου κατ' ουσίαν κατέστη μοναρχικόν. Ο Οκταβιανός Αύγουστος, ού η αρχή συνήθως θεωρείται ως αρχή μοναρχίας ή αυτοκρατορίας, δεν ίδρυσεν εν Ρώμη μοναρχίαν κατά τύπον, αλλά την κατά τύπον δημοκρατικόν υφισταμένην πολιτείαν μετεποίησε κατ' ουσίαν εις μοναρχίαν, συγκεντρώσας πάσας τας αρχάς και τα αξιώματα της δημοκρατικής πολιτείας, τα τε πολιτειακά και τα στρατιωτικά και τα δικαστικά, εις το πρόσωπον εαυτού, γενόμενος ο αυτός ανήρ και δήμαρχος και ύπατος, και στρατηγός αυτοκράτωρ (imperator) και πρώτος ή _πρωτεύων_ (214) της Συγκλήτου (princeps) και πραίτωρ. Της τοιαύτης δε συγκεντρώσεως κατασταθείσης διαρκούς εν τοις διαδόχοις αυτού, ιδρύθη εν Ρώμη και εν τω Ρωμαϊκώ κράτει αληθής μοναρχία υπό ονόματα δημοκρατικών εξουσιών συνηνωμένων εν ενί προσώπω. Αλλ' ει και ως προς τα ονόματα και τους τύπους η πολιτεία διετήρει την δημοκρατικήν αρχήν και αυτοί οι πράγματι μοναρχούντες και αυταρχούντες άνδρες, οι συγκεντρούντες εν εαυτοίς, ως είρηται, πάσαν την αρχήν, απέφευγον πάντα, τα επισήμως μοναρχικήν εξουσίαν σημαίνοντα ονόματα και προσωνυμίας, οίον το όνομα rex (= βασιλεύς), όμως τοσούτον κατ' ουσίαν η πολιτεία κατέστη μοναρχική, ώστε και αυτά τα δημοκρατικά ονόματα, ως ήτο λ. χ. το princeps (=princeps senatus, πρώτος της Συγκλήτου), imperator (=στρατηγός, αυτοκράτωρ), άτινα ήσαν δημοκρατικά, έλαβον σημασίαν μοναρχικήν• και το μεν princeps κατέστη συνώνυμον προς το ηγεμών, το δε imperator προς το υπέρτατος μοναρχικός άρχων της πολιτείας, μεταφραζόμενον υπό των Ελλήνων _αυτοκράτωρ_ (215). Και αυτή η προσωνυμία _αύγουστος_ (σεβαστός), όπερ τιμής ένεκεν είχε δοθή εις τον Οκταβιανόν υπό της Συγκλήτου, φερομένη και από των διαδόχων αυτού, κατήντησε να σημαίνη _υπέρτατος ηγεμών_. Και αυτό δε το οικογενειακόν όνομα του Οκταβιανού, το _Καίσαρ_, κατέστη ταυτόσημον προς το μονάρχης (216), όπως και αυτό το όνομα του λόφου, ένθα είχε την κατοικίαν αυτού, το του Παλατινού λόφου ή απλούστερον _Παλατίου_, μετέστη εις σημασίαν ηγεμονικής κατοικίας, ήτοι _βασιλείων_ ή ανακτόρων.
Από της Ρωμαϊκής λοιπόν πολιτείας κατά την εν τοις αυτοκρατορικοίς λεγομένοις χρόνοις ιδίως εξέλιξιν αυτής παρήχθη η Βυζαντινή πολιτεία, και διά νέας ιδιοφυούς εξελίξεως και συναφείας και συνδυασμού προς άλλα πολιτειακά και ηθικά στοιχεία απετέλεσε συν τω χρόνω σύστημα πολιτειακόν μετά των πολλών και ποικιλωνύμων αρχών και εξουσιών αυτού, χωρίς ποτε το σύστημα τούτο να νομοθετηθή επισήμως και ν' αποτελέση γραπτόν σύνταγμα πολιτειακόν, όπως τα πολιτειακά συντάγματα των νεωτέρων Ευρωπαϊκών κρατών (217).
Το Βυζαντινόν λοιπόν πολίτευμα, όν κατά μέγα μέρος προϊόν της Ρωμαϊκής πολιτείας των αυτοκρατορικών χρόνων, ήτο ως προς το Ρωμαϊκόν αυτού μέρος μοναρχία κατ' ουσίαν. Κατέστη δε μοναρχία και κατά τύπον, διότι εξ αρχής οι Ελληνικοί λαοί, και προ της γενέσεως του Βυζαντινού κράτους της Ανατολής, μη εξετάζοντες τον εξωτερικόν τύπον της Ρωμαϊκής πολιτείας, εκάλουν τους αυτοκράτορας της Ρώμης βασιλέας και αυτοκράτορας, και Καίσαρας αυτούς προσαγορεύοντες απέδιδον εις το όνομα καθαρώς μοναρχικήν σημασίαν δηλούσαν και το αξίωμα αυτάρχου ηγεμόνος. Πλην τούτου το Βυζαντινόν κράτος άρχεται κυρίως από του
Κωνσταντίνου, όστις είνε ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτωρ της Ρώμης. Οι δε εν Ανατολή Χριστιανοί Έλληνες την μοναρχίαν ταύτην του Κωνσταντίνου εθεώρησαν αρχήν βασιλικήν καθηγιασμένην υπό θεού και απέδοσαν εις αυτήν όλας τας θείας ιδιότητας της βασιλείας, τας αποδιδομένας εν τη ιερά γραφή προς τον Δαυίδ και τους διαδόχους αυτού, άς η Χριστιανική εκκλησία παρέλαβε περί της βασιλείας εκ της Παλαιάς Διαθήκης και ανήνεγκεν εις τους Χριστιανούς αυτοκράτορας. Εντεύθεν δε οι βασιλείς οι εν Κωνσταντινουπόλει εκλήθησαν όπως και οι βασιλείς του Ισραήλ _χριστοί_ του Κυρίου, ήτοι (διά του χρίσματος δεδοκιμασμένοι) εκλεκτοί γενόμενοι παρά του Θεού και υπ' αυτού τεταγμένοι άρχοντες του λαού. Κατά ταύτην λοιπόν η εν Βυζαντίω ιδρυθείσα Ελληνική μοναρχία συνεδυάσθη εν τω Χριστιανισμώ μετά της περί βασιλείας ιδέας της Ισραηλιτικής της Παλαιάς Διαθήκης και καθιερώθη και θρησκευτικως και καθηγιάσθη υπό της Εκκλησίας ως θεόθεν απορρέουσα, θεόθεν τεταγμένη βασιλεία, εν τω ιερώ προσώπω του μονάρχου εκπροσωπούσα τον χριστόν του Κυρίου (218), τον εκλεκτόν του Θεού, τον προστάτην και υπέρμαχον της Εκκλησίας αυτού, τον επεμβαίνοντα ενίοτε και εις τας δογματικάς εν τη Εκκλησία αναφυομένας έριδας, ίνα αποδώση την ειρήνην τη Εκκλησία.
Η μοναρχία αύτη κατά τας Ρωμαϊκάς αυτής παραδόσεις είχε χαρακτήρα στρατιωτικόν• του βασιλέως όντος κατά πρώτον αρχηγού του στρατού κυριωτάτη αρετή ήτο να είναι στρατιωτικός ανδρείος, στρατηγός συνετός, εν πολέμοις διανύων τον βίον και διά νικών ενδόξων λαμπρύνων το κράτος αυτού. Είνε αληθές, ότι το κράτος των Ελλήνων δεν ήτο κατακτητικόν και διά πολέμων διηνεκών δεν απέβλεπεν εις κατακτήσεις• αλλ' η άμυνα εντός του κράτους εναντίον των πανταχόθεν επιβουλευόντων αυτώ βαρβάρων ήτο τοσούτο συχνή και διαρκείς καθίστα τους πολέμους, ώστε ο ανώτατος άρχων εξ ανάγκης κύριον έργον είχε τον πόλεμον. Τούτο δ' όμως δεν εκώλυεν ίνα και εν ειρήνη και διά της ειρήνης προαγάγη το κράτος διά συνετής κυβερνήσεως.
Ως πολιτικός άρχων ο αυτοκράτωρ ήτο ανώτατος και απόλυτος νομοθέτης και ουδεμία άλλη υπήρχεν εξουσία μετέχουσα της νομοθεσίας, του κράτους, ήτο δε και υπέρτατος δικαστής και απονομεύς της δικαιοσύνης, απονεμομένης ταύτης διά των συνήθων δικαστηρίων. Ως υπέρτατος δε νομοθέτης και δικαστής εθεωρείτο «ουχ υποκείμενος νόμοις, αυτός ών _άγραφος νόμος_».
Εκκλησιαστικόν αξίωμα δεν είχεν ο αυτοκράτωρ και η Εκκλησία ως προς τούτο ήτο παντελώς κεχωρισμένη από της πολιτείας. Αλλ' ο βασιλεύς, ως βασιλεύς χριστιανός, ως χριστός του Κυρίου και εκλεκτός αυτού, ανεμιγνύετο εις τα θρησκευτικά ζητήματα ενόσω ταύτα ήπτοντο της εσωτερικής ησυχίας του κράτους. Τινές δε βασιλείς ενόμιζον ότι ηδύναντο να επεμβαίνωσι και εις τα της λατρείας και εις αυτά έτι τα δόγματα, αλλ' οι τοιούτοι εθεωρούντο υπερβαίνοντες τα όρια των δικαιωμάτων αυτών και προυκάλουν διαφόρους αντιπράξεις εκ μέρους της Εκκλησίας.
Η βασιλική αρχή δεν ήτο νόμω κληρονομική εν Βυζαντίω ένεκα της από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταγωγής αυτής, ήτις ούσα απλή συγκέντρωσις δημοκρατικών εξουσιών και μη φέρουσα τον νόμιμον τύπον μοναρχίας, δεν ηδύνατο ούτω να η [219] κληρονομική. Αλλ' ουχ ήττον το δικαίωμα το φυσικόν της κληρονομίας δεν έλειπε και εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και παις παρά πατρός, αν επέτρεπον τα πράγματα, ελάμβανε την αρχήν. Τούτο δε συχνότερον εγίνετο εν Βυζαντίω, διότι ενταύθα η μοναρχία είχεν εν τη συνειδήσει του λαού μείζονα νομιμότητα και ο μονάρχης εθεωρείτο και ενομίζετο _βασιλεύς_, ήτοι μονάρχης κατ' ουσίαν και κατά τύπον, η δε θρησκευτική ιδιότης της βασιλείας ηύξανεν έτι μάλλον την νομιμότητα ταύτης. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η κληρονομία δεν ήτο ασφαλής, και πολλάκις ο στρατός ένεκα της των πραγμάτων ανάγκης ανηγόρευε τον αυτοκράτορα αυτού. Αλλά και το δημοκρατικόν πνεύμα δεν είχεν εκλίπει εν τω Ελληνικώ κράτει της Ανατολής, όπως και εν τη Εκκλησία. Ενίοτε δε εν καιρώ ειρήνης, του θρόνου χηρεύοντος και φυσικού κληρονόμου μη υπάρχοντος, κλήρος και λαός ανηγόρευον τον αυτοκράτορα ή μετείχον της εκλογής αυτού. Ο αρχαίος στρατιωτικός χαρακτήρ της αυτοκρατορικής εξουσίας και το μη νόμω θετικώ κληρονομικόν της αρχής είχε και τούτο το ιδιαίτερον, ότι εν τω Ελληνικώ κράτει, όπως πρότερον εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γυνή δεν ανήρχετο εις τον θρόνον. Νόμος δεν υπήρχε ρητώς κελεύων τούτο, αλλά το πράγμα αντέβαινε προς τον όλον χαρακτήρα και τας παραδόσεις τας ιστορικάς. Ο σεβασμός ο ιερός προς τα κληρονομικά δικαιώματα του του@ θρόνου, άτινα άλλως θεωρούνται και εγγύησις ασφαλής της ησυχίας, τάξεως και ειρήνης εν τω κράτει, δεν υπήρχε τότε εν Βυζαντίω εν οίω βαθμώ σήμερον εν τοις ευρωπαϊκοίς κράτεσι. Γυναίκες ανήλθον εις την αρχήν, ως η Πουλχερία, αλλά πάντοτε έχουσαι συνάρχοντας άνδρας κυβερνώντας το κράτος, ενίοτε δε αυταί αύται ανεβίβαζον εις τον θρόνον τοιούτους άνδρας ερχόμεναι εις γάμου κοινωνίαν προς αυτούς (ως η Πουλχερία τω 451, η Αριάδνη τω 491, η Ζωή κατά τα έτη 1028-1054, η Ευδοκία τω 1068. Εξαίρεσιν ως προς τούτο αποτελεί η Ειρήνη (780-803) η γενομένη άρπαξ των δικαιωμάτων του υιού αυτής, και η Θεοδώρα (η θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Η' και αδελφή της Ζωής) η άρξασα μόνη κατά τα έτη 1054-1056.
Η τιμητική προσωνυμία του υπερτάτου άρχοντος ήτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ.
Το _μεγαλειότατος_ ήτο άγνωστον εν Βυζαντίω, και η προσηγορία μεγαλειότης, η περί βασιλέως, είναι σπανιωτάτη και δεν σημαίνει ακριβώς εκείνο, όπερ σημαίνει νυν «η αυτού μεγαλειότης» (220). Ανάλογα προς το νυν _μεγαλειότης_ και _μεγαλειότατος_ ήσαν εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς (το _καθοσίωσις_ = majestas ουδέποτε ελέγετο περί βασιλέων, αλλά περί του λαού), η βασιλεία (η βασιλεία σου), η _υψηλή και μεγάλη βασιλεία, μέγας και υψηλός βασιλεύς_, ο _ευσεβέστατος_ βασιλεύς, ο άγιος βασιλεύς. Οι δε βασιλείς εν τοις διατάγμασιν αυτών ή γράφοντες προς άλλων κρατών ηγεμόνας ή προς τον Πάπαν εκάλουν εαυτούς «πιστούς βασιλείς και αυτοκράτορας Ρωμαίων» (άνευ του «ελέω θεού» του καθιερωθέντος παρά τοις Ευρωπαίοις ηγεμόσι, παρ' ημίν δε μάλλον εν τη Εκκλησία και εν τοις εκκλησιαστικοίς αξιώμασιν, ιδίως τοις πατριαρχικοίς, όντος εν χρήσει). Ητο δε η προσηγορία _βασιλεύς_ η τιμητικωτάτη των προσηγοριών (ίδε σελ. 25-26 και σημ. 43), ής δεν ηξίουν οι ημέτεροι βασιλείς τους των άλλων εθνών, καλούντες τους μεν Ευρωπαίους ηγεμόνας _ρήγας_, τους των μωαμεθανών εξουσιαστάς και τους των Ρώσων άρχοντας• μόνον δε τους των Περσών προσηγόρευον βασιλείς. Ενώ δε επισήμως εκαλούντο πάντοτε βασιλείς και αυτοκράτορες, γενικώς αρχαιότερον μεν εκαλούντο _βασιλείς_, εν δε τοις μεταγενεστέροις χρόνοις επικρατέστερα ήν η προσωνυμία _αυτοκράτωρ_.
Άλλη προσωνυμία συνηθεστάτη του Ρωμαίου αυτοκράτορος ήτο το _δεσπότης_. Το όνομα τούτο εν τη Βυζαντινών πολιτεία είναι μετάφρασις του _Dominus_ (= οικοδεσπότης, κύριος του κράτους και κύριος εν γένει), όπερ οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ελάμβαναν κατά μικρόν, ιδίως δε από του Διοκλητιανού. Εν Βυζαντίω μετηνέχθη το όνομα dominus εις _δεσπότης_ κατά την κυριολεκτικήν του ονόματος τούτου σημασίαν. Και η αυτοκράτειρα ενταύθα εκλήθη δέσποινα. Αλλά το δεσπότης όπως και το ευρωπαϊκόν prince, principe εδίδετο προϊόντος του χρόνου ουχί απλώς εις τον αυτοκράτορα, αλλά και εις τους παίδας και αδελφούς αυτού, όπως βασίλισσαι εκαλούντο και αι βασιλόπαιδες (221). Βραδύτερον δε και η προσωνυμία αύτη μετά πολλών άλλων βασιλικών τιμών εδόθη και εις τους πατριάρχας (εξ ών ο Οικουμενικός μέχρι νυν καλείται «Αυθέντης και δεσπότης>), είτα δε και εις πάντας τους αρχιερείς (222).
Το _Καίσαρ_, όπερ εν Βυζαντίω κατά τον 4 έτι μ. Χ. αιώνα εσήμαινεν αυτοκράτορα δευτέρου βαθμού εν αντιθέσει προς τον αύγουστον αυτοκράτορα (οίος ην ο Ιουλιανός εν Γαλατία επί του Κωνσταντίνου Α') βραδύτερον εδίδετο εις τον δεύτερον μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα του κράτους (ουδέποτε εις τον αυτοκράτορα). Αλλά το αξίωμα ήτο απλώς προσωπικόν και ουχί τακτική και διαρκής αρχή του κράτους.
Το δε _Αύγουστος_, όπερ ην εν αρχή τιμητική απλώς προσωνυμία και δι' ής προ πάντων ο στρατός ανηγόρευε τους εις τον θρόνον ανερχομένους αυτοκράτορας, εδίδετο και εις τας _αυτοκρατείρας_, αίτινες εκαλούντο αυγούστα και _σεβαστή_ (223). Εκαλούντο δε αύται συνήθως και βασιλίδες και βασίλισσαι. _Βασίλισσαι_ δε εκαλούντο εν τοις αρχαιοτάτοις Βυζαντινοίς χρόνοις, ως ερρήθη, και αι βασιλόπαιδες του αυτοκρατορικού οίκου, όπως εν τω Οθωμανικώ κράτει σουλτάναι (σουλτάν) καλούνται αι τε νόμιμοι γυναίκες των σουλτάνων και αι θυγατέρες αυτών.
Ο βίος ο αυλικός του Βυζαντίου, ως ερρυθμίσθη υπό του Διοκλητιανού και είτα υπ' αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο _βασιλικός_ υπό ανατολικήν αυλικήν χροιάν, μετά διαφόρων ασιατικών αυλικών εθιμοτυπιών. Αλλ' ως εκ του πολυμελούς μοναρχικού χαρακτήρος τα αυλικά αξιώματα ήσαν και πολιτικά. Μεγάλοι δε αυλικοί άρχοντες ήσαν ο _Κουροπαλάτης_ (ο αυλάρχης τρόπον τινά), ο _παρακοιμώμενος_, εις όν ην εμπεπιστευμένη η φυλακή των ανακτόρων και του κοιτώνος του βασιλικού εις ταύτα δε τα αξιώματα προσετέθη επί του αυτοκράτορος Νικηφόρου Β' του Φωκά και το σπουδαιώτατον καταστάν πολιτικόν άμα και αυλικόν αξίωμα του _Προέδρου_ (224).