Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 26

Chapter 2672 wordsPublic domain

Ο Βαγιαζίτ, αφού εκήρυξεν εις τον μωαμεθανικόν κόσμον πομπωδώς την κατά των χριστιανών λαμπράν νίκην, εστράφη αύθις κατά της Κωνσταντινουπόλεως, μεταβαλών τον μέχρι νυν αποκλεισμόν εις πολιορκίαν, απειλήσας την πόλιν και από θαλάσσης και πιέζων αυτήν διά λιμού δεινού. Αλλά τότε ο κατά το προηγούμενον έτος αιχμαλωτισθείς εν τη μάχη της Νικοπόλεως και είτα επί λύτροις ελευθερωθείς και εις Γαλλίαν επανελθών Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ καταρτίσας μικρόν στόλον και στρατόν δαπάναις του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου ΣΤ' ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, εξεδίωξε τα αποκλείοντα αυτήν τουρκικά πλοία, και αφού επεσίτισε την πόλιν, εν ή διήλθε τον χειμώνα του 1397-1398, έπεισε τον Μανουήλ ν' ακολουθήση αυτώ εις Ευρώπην προς επίκλησιν βοηθείας παρά των χριστιανών ηγεμόνων αυτής. {274} Ο Μανουήλ ανεχώρησε μετά του Βουσικώ από Κωνσταντινουπόλεως, και καταλιπών την συναποπλεύσασαν οικογένειαν αυτού εν Πελοποννήσω, μετέβη εις Ιταλίαν, και εκείθεν διά Βενετίας και Μεδιολάνου εις Γερμανίαν, Γαλλίαν και Αγγλίαν, πανταχού μεν παρά τοις χριστιανοίς ηγεμόσι τυγχάνων μεγάλων τιμών, αλλ' ουδεμίαν λαμβάνων πραγματικήν βοήθειαν, εωσού μετά 4- 5 έτη μεγάλαι πραγμάτων εν Ανατολή μεταβολαί ανεκάλεσαν αυτόν ταχέως εις το κράτος αυτού.

Ο Σουλτάνος μετά την αναχώρησιν του Μανουήλ ανεγνώρισεν ως αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει τον του Μανουήλ ανεψιόν (υιόν του Ανδρονίκου) Ιωάννην, λαβόντα την εξουσίαν ταύτην μυστική συναινέσει και του Μανουήλ, ίνα επιτροπεύση αυτόν κατά την εις Ευρώπην αποδημίαν. Ο Ιωάννης υπεβλήθη εις ταπεινωτικάς παραχωρήσεις προς τον Σουλτάνον συναινέσας εις την αύξησιν του μέχρι νυν τελουμένου χρηματικού φόρου και εις το να κτισθή νέον μωαμεθανικόν τέμενος εν Κωνσταντινουπόλει, έτι δε εις ίδρυσιν συνοικίας μωαμεθανικής εν αυτή αποτελούσης ίδιον προάστειον και εχούσης και _καδήν_ ήτοι μωαμεθανόν δικαστήν ιδιαίτερον, δικάζοντα κατά το μωαμεθανικόν δίκαιον τας μεταξύ των μωαμεθανών δίκας. Μετά ταύτα ο Σουλτάνος έπεμψε στρατόν εις την Μικράν Ασίαν, όστις κατέλαβε πάσας τας μέχρι Ευφράτου μη υποταχθείσας έτι εις το Οθωμανικόν κράτος χώρας, συγχρόνως δε εισέβαλεν αυτός μετά στρατού εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας. Κατά την στρατείαν ταύτην, αφού αι κυριώταται πόλεις της Θεσσαλίας κατελήφθησαν υπό του Σουλτάνου, ο Οθωμανικός στρατός κατέλαβεν αμαχητί την Λαμίαν και την Φθιώτιδα, διαβάς δε ακωλύτως τα στενά των Θερμοπυλών εκυρίευσε την Λοκρίδα και Δωρίδα και Βοιωτίαν και Αττικήν μετά των Αθηνών (191), της πόλεως των Φιλοσόφων, ως αποκαλούσιν αυτήν οι Οθωμανοί χρονογράφοι.

Από της Ανατολικής Ελλάδος ο Σουλτάνος (192) έπεμψε στρατόν υπό τους στρατηγούς αυτού Ιακούπ και τον εξ Ελλήνων καταγόμενον Εβρενόν εις την Πελοπόννησον (193), οίτινες διέδραμον την χερσόνησον

από βορρά προς νότον λεηλατούντες αυτήν, κατέλαβον δε το Άργος και ελεηλάτησαν αυτό. Τότε δε πλήθος των αιχμαλώτων κατοίκων της κυρίως Ελλάδος (30 περίπου χιλιάδες ψυχών) μετωκίσθησαν βία, ήχθησαν δε αντί τούτων εις τας Ελληνικάς χώρας Τούρκοι εξ Ασίας κατά το σύστημα το εγκαινισθέν υπό του Μουράτ (σ. 271-272). Αλλ' αι Οθωμανικαί αύται εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας επιδρομαί δεν επήνεγκον την τούτων οριστικήν εις το Οθωμανικόν κράτος προσάρτησιν. Διότι ακριβώς κατά τους χρόνους τούτους, ότε το Ελληνικόν κράτος είχε περιορισθή κυρίως σχεδόν μόνον εις την Κωνσταντινούπολιν και εφαίνετο επικειμένη η οριστική πτώσις αυτού, πάσα δε η χριστιανική Ανατολή από του Αδρίου μέχρι του Ευφράτου είχε περιέλθει εις το κράτος του Βαγιαζίτ, ενέσκηψεν εξ ανατολών θύελλα δεινή εναντίον του Οθωμανικού κράτους κατακρημνίσασα τον Βαγιαζίτ από του ύψους της δυνάμεως αυτού και απειλήσασα τον όλεθρον του Οθωμανικού κράτους, δούσα δε εις το Ελληνικόν κράτος καιρόν ν' αναπνεύση επί μικρόν ελευθέρως και να παρατείνη επί ήμισυν έτι αιώνα τον βίον αυτού. Η θύελλα αύτη προήλθεν εκ του εν Ασία συγκροτηθέντος αχανούς Ταταρομογγολικού κράτους και νέου ιδρυτού αυτού του περιβοήτου Τιμουρλέγκ ή, ως καλείται συνήθως, Ταμερλάνου.

5. Ταμερλάνος (194) και Βαγιαζίτ.

Είδομεν ότι εκ του αχανούς κράτους του Δζεγγίς-χαν και των πρώτων διαδόχων αυτού, διαλυθέντος περί τα τέλη του 13 αιώνος, παρήχθησαν διάφορα κράτη, ών το προς ανατολάς του Ώξου εν ταις Τουρκοπερσικαίς χώραις της Μέσης Ασίας ωνομάσθη Τσαγατάι (σελ. 259). Και το κράτος δε τούτο υποκείμενον εις ίδιον μέγαν χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν και δη από του υιού αυτού Τσαγατάι καταγόμενον, συνέκειτο εκ πολλών κατ' ουσίαν ελευθέρων, κατ' όνομα μόνον τον μέγαν χάνον αναγνωριζόντων, Μογγόλων ή Τατάρων ηγεμόνων. Ενός των ηγεμόνων τούτων υιός ην ο Τιμούρ, καταγόμενος πατρόθεν εκ γένους επιφανούς, μητρόθεν δε συγγενεύων προς αυτόν τον οίκον του Δζεγγίς-χαν. Γεννηθείς τω 1333 και ανατραφείς εν τη μωαμεθανική πίστει, ήν είχον δεχθή οι Μογγόλοι και οι Τάταροι του Τσαγατάι (σελ. 259), ών δε φύσει ανήρ αρχικός και πολεμικός, κατώρθωσε ταχέως, από του 12 έτους της ηλικίας εν πεδίοις μαχών αγωνιζόμενος και διακρινόμενος και από δυνάμεως και εξουσίας εις δύναμιν και εξουσίαν ανερχόμενος, εν μέσω πολλών περιπετειών και κινδύνων και καταδιώξεων, να καταστή κύριος πραγματικός του κράτους Τσαγατάι, καταλιπών μεν την κατ' όνομα εξουσίαν εις Χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν, ών δε αυτός πράγματι κυβερνήτης και άρχων του κράτους. Αλλ' η αρχή του μεγάλου τούτου κράτους, εν τη πολεμική και τη κατακτητική ορμή του Ταμερλάνου, εγένετο απλώς αφετηρία της κυριαρχίας της Ασίας, ής ωρέγετο κατά το παράδειγμα του Δζεγγίς-χαν. {277} Εντεύθεν διά πολέμων ακαταπαύστων και αιματηρών και τροπαίων αιματηροτάτων (195) εξέτεινε το κράτος κατά πάσας τας διευθύνσεις, υποτάξας πάσαν την Μέσην Ασίαν, την Ινδικήν πάσαν μέχρι του Γάγγου, πάσας τας Ιρανικάς χώρας από του Περσικού κόλπου μέχρι του Καυκάσου, την Σιβηρίαν και την Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν μέχρι Μόσχας, απέσπασε δε και την Μεσοποταμίαν και Συρίαν από των Μαμελούκων της Αιγύπτου καταλαβών το Χαλέπιον και την Δαμασκόν. Ούτω δε γενόμενος κύριος του κόσμου, ως εκάλει εαυτόν (196), ώφθη και εν τοις ορίοις του Οθωμανικού κράτους κατά τον χρόνον αυτόν της μεγάλης δυνάμεως του Βαγιαζίτ. Ο Βαγιαζίτ είχε μείνει ο μόνος μη προσβληθείς έτι υπό του Ταμερλάνου μωαμεθανός ηγεμών. Η σύγκρουσις λοιπόν μεταξύ των δύο ηγεμόνων του μωαμεθανικού κόσμου ήτο και εκ γενικών λόγων αναπόφευκτος• επετάχυνον δε αυτήν και ιδιαίτερα γεγονότα. Οι υπό του Βαγιαζίτ εκβληθέντες Τούρκοι ηγεμόνες των διαφόρων χωρών της Μικράς Ασίας (σελ. 273) κατέφυγον εις τον Ταμερλάνον ζητούντες την προστασίαν αυτού, ενώ άλλοι μωαμεθανοί ηγεμόνες των υπό του Ταμερλάνου εν Αρμενία και Μεσοποταμία και Συρία καταληφθεισών χωρών κατέφυγον εις το κράτος του Βαγιαζίτ. Τέλος την προστασίαν του Τιμούρ εξητήσατο και ο Έλλην αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι χριστιανοί υπό του Βαγιαζίτ πιεζόμενοι ηγεμόνες δι' ικετικών πρεσβειών πεμπομένων εις την σκηνήν αυτού. Αφού δε ο Ταμερλάνος δεν κατώρθωσε διά διαπραγματεύσεων και συμβουλών και απειλών να πείση τον Βαγιαζίτ ν' αποδώση τοις υπ' αυτού εκβληθείσιν ηγεμόσι τας κτήσεις αυτών και έλαβεν απάντησιν ειρωνικήν εις την απευθυνθείσαν αυτώ μεστήν μεγάλου κόμπου και απειλών φοβερών επιστολήν του Τιμούρ, ώρμησεν επί την Μικράν Ασίαν. Οκτακοσίας χιλιάδας ποικιλωνύμων βαρβάρων ήγε μεθ' εαυτού ο Ταμερλάνος εναντίον του Βαγιαζίτ αντιτάσσοντος αυτώ 350 χιλιάδας μαχητών, εν οίς ήσαν και ουκ ολίγοι χριστιανοί, ιδίως Σέρβοι, ών ο βασιλεύς Στέφανος ηκολούθει τω Σουλτάνω ως υποτελής αυτού. Εν τη μεγάλη μάχη τη συγκροτηθείση μεταξύ των δύο στρατών και των δύο ηγεμόνων εν Αγκύρα της Γαλατίας (28 Ιουνίου ή 20 Ιουλίου 1402) ηττήθη κατά κράτος ο Βαγιαζίτ και συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Ταμερλάνος μετά την νίκην έπεμψε τους στρατούς αυτού υπό διαφόρους αρχηγούς κατά πάσαν διεύθυνσιν προς τας διαφόρους χώρας της Μικράς Ασίας, αυτός δε επήλθε διά Κοτυαίου εναντίον της υπό των Ροδίων ιπποτών κατεχομένης Σμύρνης (σημ. 190).

Η πόλις αύτη μετά βραχυχρόνιον πολιορκίαν εκυριεύθη υπό του Ταμερλάνου και υπέστη τα πάνδεινα. Εντεύθεν δε ο Ταμερλάνος διά των αρχαίων χωρών της Ιωνίας (Λυδίας και Καρίας) επέστρεψεν εις το Ικόνιον, άγων μεθ' εαυτού αιχμάλωτον τον Βαγιαζίτ, θανόντα εν τη αιχμαλωσία ταύτη (1403). Ο Ταμερλάνος ευρισκόμενος έτι εν Κοτυαίω εδέξατο πρεσβείας των εν τη Ελληνική χερσονήσω χριστιανών ηγεμόνων και αυτού του εξ Αγγλίας επανελθόντος αυτοκράτορος Μανουήλ προσενεγκόντος αυτώ τον φόρον της υποτελείας. Αυτοί οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έπεμψαν αυτώ φόρον χρηματικόν συγκείμενον εκ νομισμάτων φερόντων, προς ένδειξιν υποταγής, το όνομα του Τιμούρ.

Η διά της Μικράς Ασίας διάβασις του Ταμερλάνου μετά των αγρίων αυτού στιφών επήνεγκε φοβερωτάτας εν τη χώρα ταύτη καταστροφάς. Ουδέποτε η Ελληνική αύτη χερσόνησος έπαθε τοιαύτην καταστροφήν και ερήμωσιν, οίαν υπό του Ταμερλάνου. Τότε δε ακριβώς εξηφανίσθησαν από του προσώπου της γης τοσαύται μεγάλαι και ευδαίμονες πόλεις, Νίκαια, Έφεσος, Κολοφών, Σάρδεις και τοσαύται άλλαι εστίαι του Ελληνικού πολιτισμού.

Αλλ' η όλη εμφάνισις του Ταμερλάνου εν Μικρά Ασία, η πληρώσασα θορύβου και πατάγου την Ελληνικήν Ανατολήν και επενεγκούσα την ερήμωσιν και την βαρβαρότητα πανταχού, όπου επάτησεν ο πους του μεγάλου κατακτητού, ήτο απλή, βιαιοτάτη μεν, αλλά πάντοτε παροδική θύελλα, πολλάς μεν επενεγκούσα καταστροφάς, αλλ' ουδεμίαν ριζικήν μεταβολήν των πραγμάτων, ουδέν δημιουργήσασα νέον και μόνιμον καθεστώς. Άλλως τε αυτός ο Ταμερλάνος ουδαμώς διενοείτο να δημιουργήση τι νέον εν τη Ελληνική Ανατολή προς ουδεμίαν αποβλέπων ενταύθα ιδέαν πολιτικήν. Το βλέμμα αυτού ήν εστραμμένον προς την εσχάτην Ασίαν, εις την Κίναν, ένθα είχεν ανατραπή υπό Σινών (1350) η προ ενός αιώνος καταλαβούσα το κράτος τούτο Μογγολική δυναστεία του Δζεγγίς-χαν. Εν Μικρά Ασία ουδέν άλλο εζήτει ο Ταμερλάνος ή την τιμωρίαν του Βαγιαζίτ και την αποκατάστασιν των υπό τούτου εκβληθέντων Τούρκων δυναστών της χώρας ταύτης. Διά τούτο, αφού επετέλεσεν αμφότερα ταύτα και αφίκετο εις την εσχάτην δυσμικήν άκραν της Μικράς Ασίας (εις την Σμύρνην), ταχύς επέστρεψεν εις το κέντρον του κράτους αυτού, εις Σαμαρκάνδην, οπόθεν στρατεύων εναντίον της Κίνας απέθανε νοσήσας καθ' οδόν εν Οτράρ της Μέσης Ασίας (1405) πριν ή αφίκηται εις τα όρια της Κίνας.

Το μόνον θετικόν πολιτικόν αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Τιμούρ εν ταις Ελληνικαίς χώραις ήτο η ήττα του Βαγιαζίτ, η παροδική παράλυσις και αποσύνθεσις του Οθωμανικού κράτους, η εν τοις κράτεσιν αυτών εγκατάστασις των εκ Μικράς Ασίας εκβληθέντων Τούρκων δυναστών και η κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων επί ήμισυν αιώνα, κατά τα άνωθι ειρημένα, παράτασις του αγωνιώδους βίου του Ελληνικού κράτους.

6. Το Οθωμανικόν κράτος μετά την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον του Βαγιαζίτ

Μετά την αιχμαλωσίαν του Βαγιαζίτ εκ των υιών αυτού ο Σουλεϊμάν, ο Μουσάς και ο Μωάμεθ, διασωθέντες εκ της καταστροφής της Αγκύρας, ίδρυσαν διάφορα κράτη εν Ασία και εν Ευρώπη (Προύση, Αμασεία και Αδριανουπόλει), αναγνωρίσαντα πάντα την κυριαρχίαν του Τιμούρ, ενόσω ούτος έμενεν εν Μικρά Ασία. Τα κράτη ταύτα επί τινα χρόνον διετέλεσαν εις πολέμους προς άλληλα, εωσού είς των αδελφών, ο Μωάμεθ, ο και νεώτατος, υπέταξε πάντα υπό την αρχήν αυτού και ήνωσεν αύθις το Οθωμανικόν κράτος (1413 μ. Χ.). Εκ των εμφυλίων τούτων πολέμων έπαθε μεν το Ελληνικόν κράτος ζημίας, διότι οι πόλεμοι διεξήγοντο εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως και μάχαι συνεκροτούντο περί αυτήν, το δε Ελληνικόν κράτος ην μεν υπόχρεων να συμμαχή προς τούτον ή εκείνον των προς αλλήλους πολεμούντων αδελφών, αλλά και ωφελείτο ακριβώς εκ της συμμαχίας ταύτης. Μετά τον θάνατον του Βαγιαζίτ (1403) εκ των υιών αυτού ο μεν Σουλεϊμάν κατέλαβε τας εν Ευρώπη χώρας, έχων πρωτεύουσαν την Αδριανούπολιν, ο δε Μωάμεθ τας Ασιατικάς, πρωτεύουσαν έχων την Προύσαν. {280} Εν τοις πολέμοις των δύο τούτων αδελφών ο Μανουήλ συνεμάχησεν (ως και ο βασιλεύς των Σέρβων) μετά του Σουλεϊμάν, λαβών ως αντάλλαγμα της συμμαχίας την Θεσσαλονίκην και άλλας πόλεις παρά τον Στρυμόνα και πάσας τας κατά τας δυτικάς ακτάς του Ευξείνου μέχρι Βάρνης πόλεις. Αφού δε ο εις την Ευρώπην υπό του αδελφού αυτού Μωάμεθ πεμφθείς Μουσάς κατέβαλε τον Σουλεϊμάν (1410) και είτα απέστη από του Μωάμεθ, ο Μανουήλ συνεμάχησε μετά του Μωάμεθ. Κατά τον νέον τούτον μεταξύ Μωάμεθ και Μουσά εμφύλιον πόλεμον πολεμικά πλοία Ελληνικά μετήγον τον στρατόν του Μωάμεθ από Ασίας εις Ευρώπην, ενώ ο Μουσάς επολιόρκει την Κωνσταντινούπολιν κατά γην και κατά θάλασσαν καταστρέφων τας περί αυτήν πόλεις. Τότε δ' ακριβώς ο Ελληνικός στόλος κατενίκησε τον στόλον του Μουσά και παρέσχε σημαντικάς βοηθείας εις τον Μωάμεθ, όστις πάλιν έσπευσε μετά στρατού εις βοήθειαν της υπό του Μουσά κινδυνευούσης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μωάμεθ ηττήθη υπό του Μουσά και μόλις διεσώθη εις την Μικράν Ασίαν επί πλοίων Ελληνικών (1411). Αλλά τότε συνήγαγεν εξ Ασίας νέας δυνάμεις μεγάλας, άς Ελληνικά πλοία διεπεραίωσαν εις την Ευρώπην (1412). Μετά του στρατού δε τούτου κατέβαλεν επί τέλους τον Μουσάν (1413), όστις συλληφθείς αιχμάλωτος εστραγγαλίσθη κατά διαταγήν του Μωάμεθ. Ούτος γενόμενος νυν κύριος του όλου κράτους (1413) έμεινε μέχρι τέλους πιστός εις τον Μανουήλ τιμών αυτόν ως πατέρα, έδωκε δ' αυτώ και πολλάς υπό του Μουσά κυριευθείσας παρά την Προποντίδα, τον Εύξεινον Πόντον και εν Θεσσαλία πόλεις. Ο Μωάμεθ Α' ετελεύτησε τω 1421 πεσών από του ίππου έν τινι θήρα, μόλις το 30 άγων της ηλικίας έτος. Μετ' ολίγα έτη (1424) απεχώρησε και ο Μανουήλ εις την μονήν του Παντοκράτορος, καταλιπών την αρχήν εις τον πρεσβύτατον των υιών αυτού και συμβασιλέα Ιωάννην Η'.

7. Μουράτ Β' (1421-1452) και Ιωάννης Η' (1424-1449).

Αι μεταξύ του Μανουήλ Β' και του Μωάμεθ Α' αγαθαί σχέσεις δεν διετηρήθησαν μετά τον θάνατον του Σουλτάνου τούτου επί του πρωτοτόκου υιού και διαδόχου αυτού Μουράτ Β'. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Α' προ του θανάτου αυτού είχεν εξορκίσει τον Μανουήλ ίνα μετά τον θάνατον αυτού απαιτήση παρά του Μουράτ την εις Κωνσταντινούπολιν αποστολήν των δύο νεωτέρων του Σουλτάνου (Μωάμεθ) υιών, τούτο δε είχε παραγγείλει και εις τους βεζίρας αυτού. Αλλ' ο Μουράτ Β' δεν εξεπλήρωσε την πατρικήν διαθήκην. Τότε ο Μανουήλ και ο Ιωάννης υπεστήριξαν εναντίον του Μουράτ Μουσταφάν τινα λεγόμενον υιόν του Βαγιαζίτ. Ο δε Μουράτ, αφού κατέβαλε τον Μουσταφάν, ετράπη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζώντος έτι του Μανουήλ και επολιόρκησε ταύτην (10 Ιουνίου 1422). Η πολιορκία αύτη, καθ' ήν οι Οθωμανοί εποιήσαντο χρήσιν το πρώτον εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως και πυροβολικού (197), διήρκεσε 42 ημέρας. Η τη 22 Αυγούστου γενομένη εναντίον των τειχών έφοδος απεκρούσθη υπό των Ελλήνων, γενναιότατα αμυναμένων επί των επάλξεων του κλήρου και του λαού. Μετά την αποτυχίαν της εφόδου ήρεν ο Μουράτ την πολιορκίαν, και αφείς επί μικρόν ησύχους τους Έλληνας ετράπη επί τους εν Ασία υπό του Ταμερλάνου αποκατασταθέντας εις τα κράτη αυτών Τούρκους δυνάστας.

Αφού δε επανήλθεν εις Ευρώπην τω 1423 επεχείρησε στρατείαν εις την Πελοπόννησον, πέμψας αυτόσε τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν, δεινάς επενεγκόντα εν τη χερσονήσω ταύτη καταστροφάς εις τους Έλληνας, ών εξηνδραπόδισε και απήγαγε μεθ' εαυτού εξακισχιλίους.

Τω επομένω έτει εξηγόρασε την ειρήνην ο Ιωάννης εκχωρήσας αύθις τω Οθωμανικώ κράτει πολλάς των υπό του Σουλεϊμάν και του Μωάμεθ Α' αποδοθεισών εις το Ελληνικόν κράτος Ελληνικών πόλεων. Αλλ' ατυχώς η ειρήνη αύτη δεν εκώλυσε την καταστροφήν άλλης μεγάλης πόλεως Ελληνικής, της Θεσσαλονίκης. Η πόλις αύτη, η δοθείσα υπό του σουλτάνου Σουλεϊμάν (σελ. 280) εις το Ελληνικόν κράτος επί του Μανουήλ, διοικουμένη υπό του Ανδρονίκου Παλαιολόγου ως ιδία ηγεμονία, επωλήθη υπό τούτου εις τους Βενετούς τω 1424 αντί 50 χιλιάδων δουκάτων (198). Επί τούτω ο Σουλτάνος ωργίσθη σφόδρα, μη αναγνωρίζων τοις Βενετοίς το δικαίωμα του αγοράζειν πόλιν υπό των πατέρων αυτού τοις Έλλησι δωρηθείσαν και μετά τινα έτη (τω 1430) επελθών επολιόρκει την Θεσσαλονίκην και κυριεύσας αυτήν εξ εφόδου παρέδωκεν εις σφαγήν και λεηλασίαν (199). Μετά την άλωσιν της Θεσσαλονίκης μετά φόβου ησθάνοντο νυν οι Έλληνες τον αυτόν κίνδυνον επικείμενον τη Κωνσταντινουπόλει. Και όμως ο Μουράτ Β', ο προ 8 ετών αποτυχών εν τη κατά της πόλεως ταύτης επιχειρήσει, δεν εβουλεύτο να επαναλάβη νυν ομοίαν επιχείρησιν. Δύο ήρωες φανέντες νυν εν τη σκηνή της ιστορίας επέσχον την ορμητικήν πορείαν του Μουράτ Β' μέχρι τέλους της ζωής αυτού. Ήσαν δ' ούτοι ο Ούγγρος Ιωάννης Ουνιάδης (200) και ο Ελληναλβανός Γεώργιος Καστριώτης ή Σκενδέρβεης (201). Και ο μεν Σουλτάνος, όστις τω 1431 επί τη ευκαιρία του θανάτου του Καρόλου Τόκκου, Φράγκου ηγεμόνος της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, έχοντος και την προσωνυμίαν του δουκός των Ιωαννίνων, προσήρτησε την Ελληνικήν ταύτην πόλιν εις το κράτος αυτού, περισπώμενος νυν υπό των Ουγγρικών πολέμων κατέλιπεν ησυχίαν τινά εις τον αυτοκράτορα Ιωάννην Η'. {283} Ταύτην επωφελούμενος ο αυτοκράτωρ μετέβη τω 1437 εις την Ιταλίαν μετά του πατριάρχου Ιωσήφ και άλλων επιφανών κληρικών και λαϊκών, ίνα παραστή εις την εν Φλωρεντία υπό του πάπα Ευγενίου Δ' συγκληθείσαν σύνοδον προς ένωσιν των Εκκλησιών. Η ένωσις αύτη απητείτο υπό του Πάπα και προσεφέρετο υπό του αυτοκράτορος ως αντάλλαγμα της βοηθείας, ήν έμελλον οι ηγεμόνες της Δύσεως, προτροπή του Πάπα, να πέμψωσιν εις την κινδυνεύουσαν Κωνσταντινούπολιν. Και τυπικώς μεν ετελέσθη η ένωσις αύτη υπογραφείσα υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου, τελευτήσαντος εν Ρώμη, αλλά μετά την επάνοδον του αυτοκράτορος πλείστοι επιφανείς κληρικοί και λαϊκοί και οι πατριάρχαι των τεσσάρων άλλων πατριαρχείων και ο πολύς λαός διεμαρτύροντο κατ' αυτής, ψευδοσύνοδον καλούντες την γενομένην σύνοδον. Ούτω δε η κατά τύπον απλώς τελεσθείσα ένωσις αντί να επενέγκη την ένωσιν της όλης Εκκλησίας εκινδύνευε να επενέγκη σχίσμα εν αυτή τη Ανατολική Εκκλησία μεταξύ των καλουμένων _Ενωτικών_ και των _Ανθενωτικών_. Ουχ ήττον εν τοις μετά την σύνοδον χρόνοις τα πράγματα εφαίνοντο καταλληλότατα, τω Πάπα προς επιχείρησιν σταυροφορίας.

Ο Ουνιάδης μετά τινας επιτυχείς τε και ατυχείς προς τον Σουλτάνον πολέμους είχεν επιχειρήσει τω 1443 την λεγομένην _μακράν_ στρατείαν, καθ' ήν εντός πέντε μηνών προήλασεν από Πέστης μέχρι του Αίμου, λαμπράς νικήσας νίκας εναντίον των Τούρκων. Ο Σουλτάνος καταπονηθείς υπό των διηνεκών στρατειών και καμφθείς υπό των ατυχιών έστερξεν ειρήνην περιορίζουσαν εν Ευρώπη το κράτος αυτού εις τας εντεύθεν του Αίμου χώρας. Αλλά τότε η παπική αυλή εκίνησε πάντα λίθον ίνα ακυρωθή η ειρήνη διά νέας στρατείας ή σταυροφορίας γενομένης υπό του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου Δ' ής μετέσχον και πολλοί μικροί ηγεμόνες άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αλλ' η νέα αύτη στρατεία, καθ' ήν Βενετοί και Γενουαίοι απιστήσαντες προς τας γενομένας προς τους χριστιανούς συμφωνίας διά του στόλου, όν έπεμψαν εις τον Βόσπορον ίνα μεταβιβάσωσι τον σταυροφορικόν στρατόν εις την Ασίαν, διεβίβασαν, επί αδροτάτοις πορθμείοις εις την Ευρώπην τον στρατόν του Σουλτάνου, απέληξεν εις την φοβεράν παρά την Βάρναν καταστροφήν των Σταυροφόρων (1444), καθ' ήν έπεσεν ηρωικώς ο βασιλεύς Λαδίσλαος. Αλλ' ο Σουλτάνος και μετά την νίκην δεν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, περισπώμενος νυν υπό του ήρωος Σκενδέρμπεη. Τρεις στρατείαι μετά μεγάλων στρατών γενόμεναι εναντίον του Σκενδέρμπεη, του αμυνομένου εν τοις όρεσι της Αλβανίας εναντίον των Τούρκων απέτυχον οικτρώς, απερρίφθησαν δε πάσαι αι του Σουλτάνου προτάσεις περί αναγνωρίσεως του Αλβανού ήρωος ως υποτελούς τω Σουλτάνω ηγεμόνος της Αλβανίας. Μικρόν μετά την αποτυχίαν της τρίτης στρατείας ετελεύτησεν ο Σουλτάνος τω 1451, δύο δ' έτη πρότερον είχε τελευτήσει εν Κωνσταντινουπόλει ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Η'. Διάδοχος του αυτοκράτορος Ιωάννου μη καταλιπόντος υιόν εγένετο επινεύσει του Σουλτάνου ο αμέσως νεώτερος αδελφός αυτού Κωνσταντίνος, ο τέως ως δεσπότης άρχων των εν Πελοποννήσω Ελληνικών κτήσεων, όστις κατέλιπε νυν τας κτήσεις ταύτας εις τους αδελφούς αυτού Θωμάν και Δημήτριον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' (1449-1453) Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΩΑΜΕΘ Β' (1451-1480)

1. Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Κατάλυσις οριστική του Ελληνικού κράτους.

Η επί του Ιωάννου Η' και του Μουράτ Β' αμφίβολος μεταξύ των δύο κρατών κατάστασις έλαβεν οριστικήν εξέλιξιν και το μοιραίον αυτής τέλος επί των διαδόχων αυτών, του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΒ' και του Σουλτάνου Μωάμεθ Β'. Ο νέος Σουλτάνος, καίπερ νεαρώτατος την ηλικίαν (202), οξύς ών την φύσιν και ιταμός τον χαρακτήρα ενεφορείτο ακαθέκτου ορμής προς ενέργειαν και επιτυχίαν, κατεχόμενος ιδίως υπό φλογεράς επιθυμίας και πόθου να καταλάβη την Κωνσταντινούπολιν, προ ουδενός δ' υποχωρών άλλοθεν παρεμβαλλομένου κωλύματος ή αντιπερισπασμού. Εξ άλλου ο Κωνσταντίνος έχων βαθείαν και τελείαν συνείδησιν της θέσεως εαυτού και του κράτους, ων αξιοπρεπής τον χαρακτήρα, ηρωικός το φρόνημα, γενναίος την ψυχήν και την καρδίαν, ευσεβής προς τον Θεόν και μεγάθυμος προς τους υπηκόους, υπερέχων εν πάσι τούτοις πάντων των εκ του οίκου των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων, ευθύς εξ αρχής της βασιλείας αυτού προς ένα μόνον απέβλεπε σκοπόν, να βασιλεύση εντίμως και αξιοπρεπώς, μη κατορθών δε τούτο να πέση εντίμως και ενδόξως, ουχί δε να παρατείνη διά ταπεινώσεων διηνεκών αρχήν και κράτος άδοξον και ταπεινόν. Εννοείται ότι μεταξύ ηγεμόνων τοιούτων, ών ο μεν εφαίνετο φύσει πεποιημένος ίνα καταστρέφη, ο δε εκ φύσεως και εκ του ήθους του χαρακτήρος αυτού προωρισμένος να πέση και καταστραφή ενδόξως, δεν ηδύνατο να υπάρχη μακρά ειρήνη και συνεννόησις. Και ο μεν Σουλτάνος μεθ' όλην την ειρηνικότητα και διαλλακτικότητα, ήν κατά τας πρώτας ημέρας της βασιλείας αυτού έδειξεν, εδράξατο της πρώτης αφορμής ίνα φανή απηνής πολέμιος, ο δε αυτοκράτωρ ευθύς εξ αρχής έδειξε προς τον νέον Σουλτάνον, ότι εις ουδέν ηδύνατο να υποχωρήση αυτώ άπαδον προς την τιμήν, την αξιοπρέπειαν και το καθήκον.

Και ο μεν Σουλτάνος από της αρχής της βασιλείας αυτού εφρόντιζε διηνεκώς περί της αναγκαίας προς κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως παντοίας παρασκευής• ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος ενδελεχώς εφρόντιζε και ούτος περί παρασκευής αμύνης κρατεράς επισκευάζων τα τείχη και τα οχυρώματα, περί προμηθείας σίτου επαρκούς εν καιρώ της πολιορκίας, πέμπων τα πλοία εις το Αιγαίον προς προμήθειαν τροφών, ενισχύων τον μικρόν αυτού στόλον εκ των ενόντων, διαπραγματευόμενοι δε και προς τον Πάπαν και προς τους ευρωπαίους ηγεμόνας περί αποστολής βοηθείας και προσελκύων διά των ιδίων ενεργειών φιλέλληνας εθελοντάς μαχητάς εκ διαφόρων χωρών της Ευρώπης.