Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 24
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, όστις, καθά είπομεν ανωτέρω, μετά τον θάνατον του Θεοδώρου Β' εγένετο επίτροπος, είτα δε _συμβασιλεύς_ του ανηλίκου βασιλέως Ιωάννου Δ', κατήγετο εξ οικογενείας ευπατριδών, γνωστών ήδη κατά τον 11 αιώνα εκ της ιστορίας Αλεξίου του Κομνηνού. Ήτο δε υιός του Κομνηνού Ανδρονίκου Παλαιολόγου εκείνου, όν ο Βατατζής καταλύσας τω 1246 την αυτοκρατορίαν της Θεσσαλονίκης είχε καταλίπει εν Ευρώπη ως επίτροπον των ενταύθα κτήσεων αυτού. Ο Μιχαήλ, γενόμενος βασιλεύς (και κατ' ουσίαν μόνος άρχων), εστράτευσεν επί τους Φράγκους της Κωνσταντινουπόλεως και αφαιρέσας παρ' αυτών και αυτάς τας περί την Κωνσταντινούπολιν μικράς πόλεις (εν αίς και την Σηλυβρίαν), περιώρισε το Φραγκικόν κράτος εις μόνην την περιοχήν Κωνσταντινουπόλεως, είτα δε συνεμάχησε μετά των Γενουαίων ίνα διά του στόλου τούτων επιτεθή κατ' αυτής της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά της συμμαχίας ταύτης, ής χάριν πολλαί εμπορικαί προνομίαι εδίδοντο εις τους Γενουαίους, ουδεμία εγένετο χρήσις προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως• αύτη επήλθεν όλως σχεδόν απροσδοκήτως. Ο Μιχαήλ παρασκευαζόμενος να επέλθη κατά της Κωνσταντινουπόλεως ήθελε να προλάβη εν πρώτοις πάντα αντιπερισπασμόν από των Βουλγάρων και του Μιχαήλ Β' Κομνηνού της Ηπείρου. Διά τούτο δε έπεμψεν εις την Ευρώπην τω 1261 τον _καίσαρα_ Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατιωτικής δυνάμεως ουχί μεγάλης, έχοντα εντολήν συγχρόνως να εξετάση και την εν Κωνσταντινουπόλει κατάστασιν των πραγμάτων. Αλλ', όταν ούτος αποβάς εις την ευρωπαϊκήν όχθην της Προποντίδος εγένετο εγγύς της Σηλυβρίας (της ανηκούσης εις το κράτος του Μιχαήλ), περιεστοιχίσθη ευθύς υπό πλήθους εθελοντών Ελλήνων, εκ των πέριξ της Κωνσταντινουπόλεως και εξ αυτής της πρωτευούσης συρρεόντων, οίτινες παρέστησαν αυτώ ως ευχερεστάτην την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, διότι οι Φράγκοι είχον επιχειρήσει μικράν στρατείαν εις την εν τη περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως κειμένην Δαφνούντα. Ο Στρατηγόπουλος τότε συνεννοηθείς μετά των εν Κωνσταντινουπόλει εισήγαγεν εις την πόλιν νύκτωρ διά τινος υπογείου εισόδου πεντήκοντα άνδρας, οίτινες ηνέωξαν τας πύλας εις τον εγγύς στρατόν. Ο στρατός ούτος εισήλασε νυν εις την πόλιν και έθηκε πυρ προς εκφοβισμόν των Λατίνων, ιδίως των κατ' εκείνην την ώραν επιστρεφόντων εκ της στρατείας, εν οίς ην και ο Βαλδουίνος. Η πόλις ευχερώς κατελήφθη, αφού οι Έλληνες κάτοικοι συνέρρεον εν ευφημίαις προς τον Έλληνα αρχιστράτηγον και εφόνευσαν ικανούς των Λατίνων. {253} Ο Βαλδουίνος ευρισκόμενος επί του στόλου έφυγεν επ' αυτού μετά των άλλων Φράγκων μεγιστάνων και επλανήθη επί μακρόν εν τη Δύσει, εξαιτούμενος παρά των ενταύθα ηγεμόνων βοήθειαν προς ανάκτησιν του κράτους αυτού και εκθέτων εις πώλησιν αντί χρημάτων τα επί το Βυζάντιον δικαιώματα αυτού.
Η τη 26 Ιουλίου 1261 γενομένη αύτη ανάκτησις ηγγέλθη διά ταχυδρόμου εις τον εν Νυμφαίω της Μικράς Ασίας ου μακράν της Σμύρνης διατρίβοντα Μιχαήλ Παλαιολόγον. Ούτος δε λαβών την απροσδόκητον ευφρόσυνον είδησιν ώδευσεν εις την Κωνσταντινούπολιν, εις ήν εισήλθε πανηγυρικώς τη 15 Αυγούστου 1261. Ούτως ηνωρθώθη το προ 57 ετών καταλυθέν Ελληνικόν κράτος του Βυζαντίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΝΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
1. Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος. Η νέα κατάστασις των πραγμάτων.
Το ανορθωθέν Ελληνικόν κράτος δεν ηδύνατο να έχη την εσωτερικήν και την εξωτερικήν δύναμιν του προτέρου Ελληνικού κράτους. Η ανάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσε μεν το πολιτικόν κέντρον του Ελληνισμού, αλλ' εξησθένωσε τα άλλα κέντρα της ηθικής δυνάμεως αυτού. Η Μικρά Ασία, ήτις ως εκ της αναπτυχθείσης ενταύθα πολιτικής και στρατιωτικής δυνάμεως του Ελληνικού κράτους της Νικαίας είχε καταστή μέγα κέντρον ηθικής δυνάμεως του Ελληνισμού, μετεβλήθη νυν εις απόκεντρον επαρχιακόν εξάρτημα του κράτους άνευ δυνάμεως αμυντικής ισχυράς, έρμαιον του πρώτου εν Ασία ισχυρού αλλοφύλου και αλλογενούς δυνάστου, διότι του κράτους αι δυνάμεις νυν μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως απησχολούντο πρώτιστα και μάλιστα εις τας Ευρωπαϊκάς χώρας. Και ενταύθα δε Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρος και πάσα η Δυτική Ελλάς, χώραι δηλονότι αποτελούσαι το Ελληνικόν κράνος ή δεσποτάτον της Ηπείρου, ενώ προ της ανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως απήρτιζον κέντρον δυνάμεως υλικής και ηθικής του εν Ευρώπη Ελληνισμού, νυν καθίσταντο πηγαί αδυναμίας εις το νέον κράτος• διότι ο εν Κωνσταντινουπόλει Έλλην αυτοκράτωρ χάριν της ενότητος του κράτους ήθελε να υποτάξη αυτάς βία εις την αρχήν αυτού, παραλύων ούτω και εξουδετερών διά των Ελλήνων και των δυνάμεων του Ελληνικού κράτους τας ζωτικωτάτας δυνάμεις του εν Ευρώπη Ελληνισμού. Πολλώ πλέον ο εν τη Ανατολική Ελλάδι και ο εν Πελοποννήσω και ο εν τω Αιγαίω υπό Φράγκους δυνάστας τεταγμένος Ελληνισμός ήτο πηγή αδυναμίας εις το Ελληνικόν κράτος. Ενώ δε ούτως ο μεν εν Μικρά Ασία Ελληνισμός αφίετο εις την τύχην αυτού, ο δε εν Ευρώπη εξησθένει υπό εμφυλίων συγκρούσεων, τα φύσει και ανέκαθεν εχθρικά εν Ευρώπη προς τον Ελληνισμόν διατελούντα βαρβαρικά Σλαυικά στοιχεία, τα χωριζόμενα εν μέρει προ μικρού διά του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως από των νέων εν Νικαία και Θεσσαλονίκη κέντρων του Ελληνισμού, εις άμεσον νυν περιήρχοντο συνάφειαν και σύγκρουσιν προς το ανορθωθέν Ελληνικόν κράτος. Και ενώ μέχρι νυν το εχθρικόν προς τον Ελληνισμόν Σλαυικόν στοιχείον εξεπροσώπει μόνον το Βουλγαρικόν κράτος, νυν μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως το Ελληνικόν κράτος επιέζετο και υπ' άλλου κράτους Σλαυικού.
Οι Σέρβοι περί τα τέλη του 12 αιώνος εν τοις μετά τον θάνατον του αυτοκράτορος Μανουήλ Α' χρόνοις των αθλιωτάτων κυβερνήσεων του Ανδρονίκου Α' και Ισαακίου Β', επί του ηγεμόνος αυτών Στεφάνου Νεμάνια ή Νεμανίδου του ιδρυτού της δυναστείας των Νεμανιδών, απηλλάγησαν εντελώς της του Ελληνικού κράτους κυριαρχίας, ο δε τούτου ομώνυμος υιός και διάδοχος τω 1220 μ. Χ. ανηγορεύθη βασιλεύς, ήτοι _Κραλ_ (σημ. 109) (173). Τότε δε μη υπάρχοντος Πατριαρχείου Ορθοδόξου εν Κωνσταντινουπόλει (174) ο Σέρβος αρχιεπίσκοπος Σάββας ίδρυσε την αυτοκέφαλον Σερβικήν Εκκλησίαν. Μετά την κατάλυσιν του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και την ανόρθωσιν του Ελληνικού οι Σέρβοι έτι μάλλον ενίσχυσαν το κράτος αυτών, ο δε κατά τα τελευταία έτη της του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου βασιλεύσας Νεμανίδης Στέφανος Ουρός Β' (1282-1321) εξέτεινε το κράτος αυτού και προς την βόρειον Μακεδονίαν.
Αλλ' ο Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος, ο μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά τοσούτων πολεμίων (Βουλγάρων, Σέρβων, των εν Πελοποννήσω Φράγκων και κατά του δεσποτάτου της Ηπείρου) ηναγκασμένος να πολεμή, εξετέθη εις μέγαν κίνδυνον και εκ μέρους άλλου φοβερού από δυσμών επερχομένου πολεμίου. Ήτο δ' ούτος ο αδελφός του τότε βασιλέως της Γαλλίας, του γνωστού ημίν Λουδοβίκου Θ' του Αγίου, Κάρολος ο Ανδεγαυικός. Ούτος έχων σημαντικάς κτήσεις εν Γαλλία, καταλαβών δε το Νορμανδικόν βασίλειον της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας, καθ' όν τρόπον θέλομεν ειπεί κατωτέρω, και γενόμενος δυνάστης ισχυρότατος, ηγόρασεν αντί χρημάτων παρά του εκπτώτου Φράγκου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα τούτου (σελ. 253), παρεσκεύαζε δε μεγάλην κατά της Κωνσταντινουπόλεως στρατείαν. Ο κίνδυνος εφάνη τοσούτον μέγας τω αυτοκράτορι Μιχαήλ, ώστε προς αποσόβησιν αυτού διεπραγματεύθη προς τον Πάπαν περί της ενώσεως των Εκκλησιών, ελπίζων διά του Πάπα ν' αφοπλίση τον πολέμιον. Η ένωσις αύτη εγένετο πράγματι κατά τύπον διά της εν Λουγδούνω (Λυών) συγκροτηθείσης Συνόδου, ής τας αποφάσεις εδέξατο και ο βασιλεύς. Αλλά κλήρος και λαός εν Κωνσταντινουπόλει εξηγέρθησαν κατά της τοιαύτης ενώσεως και εματαίωσαν αυτήν. {255} Ο δε από δυσμών κίνδυνος απεσοβήθη διά του λεγομένου Σικελικού Εσπερινού ήτοι της κατά το Πάσχα του 1282 μεγάλης εν Σικελία κατά του Καρόλου του Ανδεγαυικού εκραγείσης επαναστάσεως, και της σφαγής των Γάλλων εν τη νήσω, ών αποτέλεσμα υπήρξε και η κατάληψις της Σικελίας υπό του βασιλέως της Αραγωνίας (σελ. 159). Ο Κάρολος ο Ανδεγαυικός απέθανε μικρόν μετά την συμφοράν, και ο απ' αυτού κίνδυνος απετράπη από του Ελληνικού κράτους. Τω αυτώ δ' έτει (1282) ετελεύτησε και ο Μιχαήλ Η'.
Αλλά, καθ' όν χρόνον απεσοβείτο ο από Δυσμών μέγας κίνδυνος, ενεκυμονείτο εν τη Ανατολή, εν Μικρά Ασία, εν αυτοίς τοις προθύροις της Κωνσταντινουπόλεως, νέος φοβερός κίνδυνος εναντίον του Ελληνικού κράτους, και εδημιουργείτο δύναμις πολεμία μέλλουσα να επενέγκη μετά 170 περίπου έτη την Οριστικήν καταστροφήν του Ελληνικού κράτους. Η νέα αύτη επί του Μιχαήλ Η' λανθάνουσα έτι και απλώς εγκυμονουμένη πολεμία του Ελληνισμού δύναμις ήτο το νέον μωαμεθανικόν Τουρκικόν εν τη Μικρά Ασία κράτος, το κράτος το Οθωμανικόν. Οι μεγάλοι εκ του κράτους τούτου κίνδυνοι εδηλώθησαν το πρώτον επί της βασιλείας των αμέσων διαδόχων του Μιχαήλ Η', διά τούτο δε είναι ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν εις την ιστορίαν των διαδόχων του Μιχαήλ, να διαλάβωμεν περί των κατά την γένεσιν του Οθωμανικού κράτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
1. Τα Σελτζουκικά κράτη της Περσίας, Μικράς Ασίας και Συρίας.
{256} Είδομεν (σελ. 226) ότι το μέγα Σελτζουκικόν κράτος, το ιδρυθέν υπό των μεγάλων Σελτζούκων σουλτάνων Τογρούλ βέη, Αλπ- αρσλάν και επί του Μαλέκ-σαχ εκταθέν από των ορίων της Σινικής μέχρι της Προποντίδος και του Αιγαίου πελάγους, επί του αυτού ηγεμόνος διηρέθη εις τρία τμήματα• εις το κύριον Σελτζουκικόν κράτος της Περσίας, εις τα εν Συρία και Μεσοποταμία πολλά φεουδαλικά μωαμεθανικά κράτη και εις το Σελτζουκικόν κράτος της Μικράς Ασίας. Εκ τούτων τα μεν εν Συρία μικρά Σελτζουκικά κράτη κατελύθησαν τα μεν υπό των Σταυροφόρων (ως το της Αντιοχείας), τα δε ύστερον υπό των Εγιουβιδών και των Μαμελούκων σουλτάνων της Αιγύπτου, των εκτεινάντων την αρχήν αυτών από της Αιγύπτου επί την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν. Το δε εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, το έχον πρωτεύουσαν εν αρχή την Νίκαιαν, εξασθενήσαν είτα υπό των Σταυροφόρων Φράγκων και υπό του Ελληνικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και απολέσαν την Νίκαιαν και πολλάς δυτικάς της Μικράς Ασίας χώρας περιελθούσας εις το Ελληνικόν κράτος (σημ. 170), περιωρίσθη εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας έχον πρωτεύουσαν το Ικόνιον και διά τούτο και κράτος Ικονίου καλούμενον και διατηρούμενον έτι επί του Μιχαήλ Η'. Το δε κύριον Σελτζουκικόν κράτος μετά τον Μαλέκ σαχ ήρξατο εξασθενούν και επί τέλους κατελύθη υπό νέου κράτους εν Περσία ιδρυθέντος του κράτους του καλουμένου Χοβαρεσμιακού.
2. Χοβαρέσμιοι και Μογγόλοι. Δζεγγίς-χαν.
Το Χοβαρεσμιακόν κράτος, κληθέν ούτως από της εν τη Μέση Ασία κοιτίδος αυτού Χοβαρεσμίας (της νυν Χίβας), παρήχθη από μιας επαρχίας του μεγάλου Σελτζουκικού κράτους της Περσίας. Οι ηγεμόνες της επαρχίας ταύτης αποστάντες (περί τα μέσα του 12 μ. Χ. αιώνος) από των Σελτζούκων σουλτάνων της Περσίας ου μόνον ησφάλισαν την ανεξαρτησίαν αυτών, αλλά και επί τέλους κατέλυσαν το κράτος (περί τα τέλη του 12 αιώνος), ού ήσαν εν αρχή απλώς έπαρχοι, είτα δε υποτελείς ηγεμόνες (175). Εκτείναντες δε είτα το κράτος αυτών προς ανατολάς εις τας Τουρκικάς και Ταταρικάς χώρας ήλθον εις σύγκρουσιν προς τους Μογγόλους, οίτινες κατά τους χρόνους τούτους είχον ιδρύσει κράτος περιλαμβάνον πάσας τας Μογγολικάς χώρας και μέγα μέρος της βορείου Κίνας. Ιδρυτής του μεγάλου τούτου Μογγολικού κράτους ήτο ο μογγόλος φύλαρχος Τεμουτσίν (γεννηθείς τω 1163), όστις, αφού ήνωσεν υπό το κράτος αυτού πάσας τας ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ανατολικής Ασίας Μογγολικάς φυλάς, εν γενική των φυλαρχών συνόδω εκηρύχθη Δζεγγίς- χαν, ήτοι μέγιστος ή υπέρτατος Χαν, ως ερμηνεύουσι συνήθως το όνομα. Τότε ο Τεμουτσίν, ως άλλος Αττίλας, θεωρών εαυτόν προωρισμένον άρχοντα του κόσμου, και ως τοιούτος υπό των περί αυτόν πιστευόμενος, επεχείρησε πολέμους μεγάλους προς πάσαν διεύθυνσιν. Και αφού εταπείνωσε το βόρειον Σινικόν κράτος (η Κίνα ήτο διηρημένη τότε εις βόρειον και νότιον κράτος), εστράφη προς δυσμάς εναντίον του Χοβαρεσμιακού κράτους• αφού δε κατενίκησε τους μεγάλους ηγεμόνας του κράτους τούτου, τον Μωάμεθ Γ' και μετά τούτον τον γενναιότατον υιόν αυτού Δζελαλεδδίν Μακβερνή, κατέστη κύριος πασών των τότε ευδαιμόνων χωρών της Μέσης Ασίας, πανταχού φέρων την καταστροφήν και την ερήμωσιν, εκπορθών πόλεις οχυράς ο βάρβαρος ούτος και ειδωλολάτρης Χάνος, τη βοηθεία Σινών μηχανικών, ούς ήγε μεθ' εαυτού. Και ο μεν φοβερός Δζεγγίς-χαν ετελεύτησε τω 1227 εν τω μέσω των μεγάλων αυτού περί νέων πολέμων βουλευμάτων και ενεργειών, καταλιπών εις τους διαδόχους αυτού κράτος εκτεινόμενον από της Μαντζουρίας μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας. Οι δε υιοί και διάδοχοι αυτού υπό την υπερτάτην αρχήν του κατ' εκλογήν εκ του οίκου εκλεγομένου υπερτάτου Χάνου εξηκολούθησαν τας κατακτήσεις αυτών εν Ασία και εν Ευρώπη. Και εν Ασία μεν άπασα η Σινική (το τε βόρειον δηλονότι και το νότιον Σινικόν κράτος) κατελήφθη υπό των Μογγόλων ωσαύτως δε και η Κορέα, το Τογκίνον, η Κοχιγκίνα, μέρος της Ινδικής και το Θιβέτ και πάσα η Σιβηρία μέχρι της βορείου Παγωμένης θαλάσσης, εν όλω υπέρ τα 8/10 της όλης Ασιατικής ηπείρου. Εν Ευρώπη δε οι Μογγόλοι καθυπέταξαν πάσαν την νυν Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν από των Ουραλίων και του Ευξείνου μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης• έτι δε την Πολωνίαν και το ανατολικόν μέρος της νυν Πρωσίας. Ουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία (176) ησθάνθησαν τα δεινά της Μογγολικής επιδρομής, της εμποιούσης τότε τρόμον και φρίκην εις άπασαν την Ευρώπην. Υπέρ το εν τέταρτον της νυν γνωστής γης υπετάγη εις τους Μογγόλους. Ο πάπας Ιννοκέντιος Δ' ηθικώς, ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) και οι ιππόται του Τευτονικού τάγματος διά των όπλων ηγωνίσθησαν προς περιορισμόν του Μογγολικού κατακλυσμού και σωτηρίαν της λοιπής Ευρώπης. Ο νέος ούτος βαρβαρικός κατακλυσμός δεν ήψατο απ' ευθείας του Ελληνικού κράτους ούτ' εν Ευρώπη ούτ' εν Ασία. Αλλ' οι εν Μικρά Ασία γειτονεύοντες τω Ελληνικώ κράτει Σελτζούκοι ηγεμόνες ανεγνώρισαν την αρχήν των Μογγόλων Χάνων. Μόνοι εκ των μωαμεθανών οι Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου υπερήσπισαν τελεσφόρως την ελευθερίαν αυτών. Εις την Αίγυπτον δε κατέφυγε τότε και η υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων εκδιωχθείσα του Βαγδατίου Χαλιφεία, αφού η ιερά αύτη πρωτεύουσα του μωαμεθανικού κόσμου και έδρα των Χαλιφών κατελήφθη τω 1258 υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων, φονευσάντων τον τότε Χαλίφην και καταλυσάντων το κράτος της εν Βαγδατίω Χαλιφείας (177).
{259} Αλλά μετά την τεραστίαν αύξησιν, ήν μετά τον θάνατον του Δζεγγίς-χαν έλαβε το Μογγολικόν κράτος, ήτο βεβαίως αδύνατον να διατηρηθή η ενότης αυτού• εκ δε της προ του τέλους ήδη του 13 αιώνος επελθούσης διαλύσεως αυτού προέκυψαν πολλά ιδιαίτερα κράτη, ών τα ονόματα είναι• α') το προς ανατολάς της Κασπίας εν ταις Τουρκικαίς και Ταταρικαίς χώραις εκτεινόμενον κράτος Τσαγατάι (το λαβόν το όνομα έκ τινος των υιών του Δζεγγίς-χαν καλουμένου Τσαγατάι)• β') το _Ιράν_, το συγκείμενον κυρίως εκ των Ιρανικών ή Περσικών χωρών της Μέσης Ασίας, περιλαμβάνον δε και μέρος της Συρίας και το υπό Μογγόλων αφαιρεθέν από του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου μέρος της Μικράς Ασίας• γ') το _Τουράν_, συγκείμενον το πλείστον εκ χωρών Σιβηρικών• δ') το κράτος _Κιπτσάκ_ το εκτεινόμενον από Κασπίας μέχρι Ευξείνου και Βαλτικής και άρχον της δυτικής Συρίας και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας• ε') το μέγα Σινικόν μογγολικόν κράτος.
Η εν τη ιστορία εμφάνισις των ειδωλολατρών Μογγόλων και αι υπ' αυτών γενόμεναι επιδρομαί και τεράστιαι κατακτήσεις ηπείλησαν περισσότερον τον μωαμεθανικόν κόσμον ή τον χριστιανικόν. Οι Μογγόλοι κατέλυσαν το κράτος της Χαλιφείας των Αββασιδών το έχον κέντρον το Βαγδάτιον, οι αυτοί δε κατέλυσαν και τα πλείστα των μωαμεθανικών κρατών της Ασίας• εφάνη δε επί μίαν στιγμήν κατά τον 13 μ. Χ. αιώνα ότι διά των ειδωλολατρών Μογγόλων έμελλε να καταπέση διά παντός το κράτος του Ισλάμ. Και ο μεν κίνδυνος ούτος απετράπη εγκαίρως• διότι τα εκ της διαλύσεως του μεγάλου Μογγολικού κράτους προκύψαντα ιδιαίτερα Μογγολικά κράτη τα μνημονευθέντα ανωτέρω μετέστησαν, πλην του Σινικού μογγολικού κράτους, προ του τέλους έτι του 13 αιώνος εις το Ισλάμ και έδοσαν νέαν απροσδόκητον ισχύν και δύναμιν εις αυτό. Αλλά και καθ' όν έτι χρόνον ο Ισλαμικός εν Ασία κόσμος εφαίνετο εκτιθέμενος εις κίνδυνον καταστροφής εκ μέρους των ειδωλολατρών Μογγόλων, και τότε έτι αφανώς και λεληθότως εν μέσω της μογγολικής θυέλλης ενεκυμονείτο κράτος μωαμεθανικόν, όπερ εξ αυτής ταύτης της μογγολικής θυέλλης αφανώς προελθόν εγένετο πυρήν νέου φοβερού παγκοσμίου Ισλαμικού κράτους και δη και Χαλιφικού, αποτελούντος μέχρι νυν το κέντρον του Ισλαμικού κόσμου και μεγίστην ασκήσαντος και ασκούντος έτι ροπήν επί τας τύχας του Ελληνισμού. Το κράτος τούτο ήν το Οθωμανικόν.
3. Αφανής αρχή του Οθωμανικού κράτους.
Καθ' όν χρόνον ο Δζεγγίς-χαν μετά των απειραρίθμων αυτού στιφών εισήλαυνε φοβερός και καταστρεπτικός εις τας χώρας του Χοβαρεσμιακού κράτους, φύλαρχός τις Τούρκος Σουλεϊμάν, εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις την Χοβαρεσμίαν μεταναστεύσας, υπηρέτει ως μισθοφόρος στρατιωτικός αρχηγός άρχων 50 χιλιάδων ψυχών της φυλής αυτού, ών το πλείστον ήσαν μαχηταί. Ούτος φεύγων νυν, εν μέσω της φοβεράς επιδρομής, προς δυσμάς επέπλευσεν ακινδύνως του μογγολικού κατακλυσμού του κατακλύσαντος την Μέσην Ασίαν και αφίκετο εις τας όχθας του Ευφράτου. Κατά την διάβασιν του ποταμού τούτου πνιγέντος του Σουλεϊμάν οι τέσσαρες υιοί αυτού διανείμαντες προς αλλήλους τα στίφη τα επόμενα τω πατρί αυτών απεχωρίσθησαν, άλλος άλλοθι ζητούντες μισθοφορικήν υπηρεσίαν παρά μωαμεθανοίς ηγεμόσιν. Είς δε τούτων ο καλούμενος _Ερτογρούλ_ (=ανήρ ευθύς) μετά του λαχόντος εις αυτόν πλήθους, εν ώ υπήρχον εκατοντάδες τινές ιππέων μαχητών, ήλθεν εις την Μικράν Ασίαν και εισελθών εις την υπηρεσίαν του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν Α' (σ. 256-257) έλαβε παρ' αυτού ως φέουδον ή τιμάριον μικράν τινα χώραν εν τοις ορίοις του Τουρκικου και του Ελληνικού κράτους εν τη αρχαία Βιθυνία, ου μακράν της Προύσης. Το μικρόν τούτο κράτος κατέστη ταχέως πυρήν στρατιωτικού κράτους, συρρεόντων εις αυτό εκ των πέριξ πολλών Τούρκων και Ελλήνων έτι πολεμιστών αρνησιθρήσκων των μεθορίων Ελληνικών φρουρίων ή σταθμών, προσελκυσμένων διά των προς τον υιόν του Ερτογρούλ φιλικών σχέσεων. Ταύτα εγένοντο βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, χωρίς το πράγμα να παράσχη τοις εν Κωνσταντινουπόλει ελαχίστην καν υπόνοιαν μέλλοντος κινδύνου και χωρίς καν ίσως να καταστή γνωστόν ως εκ της ασημότητος αυτού. Ο Ερτογρούλ ετελεύτησε τω 1289 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του υιού και διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'.
Ο τον Ερτογρούλ κληρονομήσας εν τη μικρά ηγεμονική κτήσει υιός αυτού Οσμάν (ή Οθωμάν, ή Ούθμανος, ως καλούσιν αυτόν οι Βυζαντινοί)• και αναγνωρισθείς επισήμως διά διπλώματος ως υποτελής άρχων υπό του σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν, ηύξησε το κράτος αυτού ταχέως, αφαιρών διά μικρών ληστρικών μαχών φρούρια και πολίχνας του Ελληνικού κράτους εν Βιθυνία ιδίως διά του εξ Ελλήνων καταγομένου _Μιχαήλ_ (178). {261} Τέλος δε περί τας αρχάς του 14 αιώνος, αφού το Σελτζουκικόν κράτος του Ικονίου κατελύθη υπό των Μογγόλων της Περσίας και το ανατολικόν τμήμα της Μικράς Ασίας υπήχθη υπό το κράτος των Μογγόλων τούτων, αι δυτικαί μωαμεθανικαί χώραι της Μικράς Ασίας (αι εντεύθεν του Άλυος) αι υπαγόμεναι τέως εις το κράτος του Ικονίου, κατεστάθησαν νυν ιδιαίτερα ανεξάρτητα κράτη υπό τους διοικητάς, τους γενομένους νυν ηγεμόνας κληρονομικούς των χωρών, άς πρότερον διώκουν εν ονόματι του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Τα κράτη ταύτα έλαβον τα ονόματα αυτών εκ των ανδρών, οίτινες έτυχον όντες διοικηταί και νυν ανεξάρτητοι δυνάσται κατά τον χρόνον της καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου (Καραμάν, Αϊδίν, Σαρουχάν). Είς των τοιούτων κληρονομικών δυναστών κατέστη νυν εν Βιθυνία ο Οσμάν άρχων του Οσμανικού ή Οθωμανικού απ' αυτού κληθέντος κράτους αυτού (179).
Ο Οσμάν, γενόμενος ελεύθερος δυνάστης και προσαγορευόμενος σουλτάνος (ή πιθανώτερον _βέης_ (σημ. 163) ή Εμίρης) (180), έτι μάλλον εξέτεινε το μικρόν κράτος αυτού εν Βιθυνία, των εν Κωνσταντινουπόλει περισπωμένων υπό των εν Ευρώπη σπουδαιοτέρων αυτοίς δοκούντων πραγμάτων και ελαχίστην παρεχόντων προσοχήν εις τα εν Μικρά Ασία γενόμενα. Ούτω δε ο Οσμάν από επιτυχίας εις επιτυχίαν προβαίνων επολιόρκησεν επί τέλους την μεγάλην πρωτεύουσαν της Βιθυνίας Προύσαν, ήτις και κατελήφθη υπό των πολεμαρχών αυτού μικρόν προ του θανάτου αυτού (1326 μ. Χ.). Το γεγονός τούτο απεκάλυψεν εις τους Έλληνας πάσαν την δύναμιν του νέου εντός των ορίων σχεδόν του Ελληνικού κράτους αφανώς και λεληθότως ιδρυθέντος και αναδειχθέντος μωαμεθανικού κράτους και πάσαν την σοβαρότητα του εκ τούτου κινδύνου. Διό ανάγκη να μεταβώμεν εις την ιστορίαν των συγχρόνων του Οσμάν Ελλήνων αυτοκρατόρων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
1. Οι αυτοκράτορες Ανδρόνικος Β' (1282-1328) και Ανδρόνικος Γ' (1328-1342).
Τον Μιχαήλ Η' διεδέξατο ο υιός αυτού Ανδρόνικος Β', ανήρ λόγιος, φιλόσοφος και θεολόγος, αλλ' ήκιστα ικανός προς την κυβέρνησιν του κράτους εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό μεγάλων κινδύνων. Οι αυτοί κίνδυνοι, οίτινες περιεστοίχιζον το κράτος επί του Μιχαήλ Η', υφίσταντο έτι, πλην του αποτραπέντος ήδη από Ιταλίας κινδύνου. Οι Βούλγαροι ήρχον απάσης της βορείου Θράκης, και της Φιλιππουπόλεως αυτής, ο δε γνωστός ημίν Σέρβος βασιλεύς Στέφανος Β' ο Νεμανίδης (1282-1321) καταλαβών την Μακεδονίαν κατέστησε τα Σκόπια έδραν του κράτους αυτού, και το παραδοξότερον, γενόμενος γαμβρός επί θυγατρί του Ανδρονίκου Β' κατώρθωσεν ίνα η γενομένη αρπαγή χωρών ανηκουσών εις το Ελληνικόν κράτος αναγνωρισθή ως νόμιμος προικοδότησις της Παλαιολογίνης γυναικός αυτού. Αλλ' εκτός τούτων και των άλλων γνωστών Φράγκων πολεμίων του Ελληνικού κράτους, νυν επί του Ανδρονίκου Β' προσετέθησαν και άλλοι πολέμιοι εις αυτό. Οι Μογγόλοι οι κατασταθέντες παρά τον Προύθον (σελ. 259) εξέτεινον εκείθεν τας επιδρομάς αυτών μέχρι της Θράκης. Εν Μικρά Ασία, καθά είδομεν, διά της ιδρύσεως του Οθωμανικού κράτους εδημιουργείτο νέα πηγή φοβερών εις το κράτος κινδύνων. Ωσεί δε μη ήρκουν οι τοσούτοι πολέμιοι, και νέος προσετέθη από νότου ένεκα της ατασθαλίας του Ανδρονίκου Β'. {263} Οι γνωστοί ημίν ιππόται του Ιεροσολυμιτικού τάγματος του Αγίου Ιωάννου, αφού κατά τους χρόνους ακριβώς της βασιλείας του Ανδρονίκου Β' συνετελέσθη η υπό των Μαμελούκων κατάλυσις του χριστιανικού κράτους της Παλαιστίνης, φυγόντες από της Παλαιστίνης είχον εγκαταστή εν Κύπρω, τη μόνη υπολειφθείση εκ του χριστιανικού κράτους της Ιερουσαλήμ χριστιανική κτήσει (181), εζήτησαν δε να καταλάβωσι και την Ρόδον ίνα καταστήσωσιν αυτήν προπύργιον του Χριστιανισμού κατά των εν Μικρά Ασία Τούρκων.
Η Ρόδος κατείχετο τότε εν μέρει μεν υπό των Ελλήνων, εν μέρει δε υπό των εκ Μικράς Ασίας επιδραμόντων εις την νήσον Τούρκων (ουχί, εννοείται, των Οθωμανών). Οι δε ιππόται εζήτησαν διά της μεσιτείας του Πάπα να συνεννοηθώσι προς τον Ανδρόνικον Β' ίνα καταλάβωσιν ούτοι αντί χρημάτων πάσαν την νήσον ως φέουδον αυτοκρατορικόν, γινόμενοι υποτελείς του Ελληνικού κράτους. Η λύσις αύτη ήτο, ως είχον τα πράγματα, η μόνη κατά το ενόν σύμφορος εις το κράτος. Αλλ' ο Ανδρόνικος αντί πάσης απαντήσεως έπεμψε στόλον και στρατόν εις την νήσον. Οι Ιωαννίται υπό τον μέγαν μάγιστρον αυτών (ούτως εκαλείτο ο αρχηγός του τάγματος) Φάλκωνα Βιλλαρέτον ενίκησαν και τον στόλον και τον στρατόν τον Ελληνικόν και εκδιώξαντες εκ της νήσου και Έλληνας και Τούρκους κατέστησαν αυτήν έκτοτε (1310) κράτος εαυτών (διό εκλήθησαν και ιππόται της Ρόδου ή Ρόδιοι ιππόται), διατελέσαν τοιούτον μέχρι του 1522.