Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 23

Chapter 2345 wordsPublic domain

Οι Σταυροφόροι της Δ' Σταυροφορίας ήσαν το πλείστον Ιταλοί και Γάλλοι, έχοντες αρχηγούς Ιταλούς και Γάλλους ευγενείς ή φεουδάρχας, και ουχί βασιλείς και αυτοκράτορας ως η Β' και η Γ'. Επισημότατοι δε των αρχηγών ήσαν ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος και ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός της Σαβοΐας. Συνέρρεον δε οι Σταυροφόροι εις την Βενετίαν, ίνα αποφεύγοντες τας κακουχίας και τας διά ξηράς πορείας μεταβώσιν εντεύθεν κατά θάλασσαν εις τους Αγίους τόπους. Ο τότε _δόγης_ (δουξ δηλαδή, ήτοι αιρετός ισόβιος άρχων), ο γηραιός, αλλά πανούργος Δάνδολος, έπεισε τους αρχηγούς των Σταυροφόρων ίνα μέρος της χρηματικής αμοιβής, ήν συνεφωνήθη να δώσωσιν ούτοι ως πορθμεία εις τους Βενετούς, αποτίσωσι δι' άλλης υπηρεσίας βοηθούντες αυτώ εις την καθυπόταξιν της τότε από των Βενετών αποστάσης παραλίοτ Δαλματικής πόλεως Ζάρας. Ότε δε ήλθεν ενταύθα ο του Ισαακίου υιός Αλέξιος μετά συστάσεως του Φιλίππου της Σουηδίας, ο Δάνδολος έπεισε πάλιν τους αρχηγούς ίνα την εις Παλαιστίνην πορείαν εκτελέσωσι διά Κωνσταντινουπόλεως, αφού πρώτον πλεύσαντες ενταύθα αποκαταστήσωσιν εις τον θρόνον τον Ισαάκιον Β'. Ούτως η Σταυροφορική στρατεία διηυθύνθη προς την Κωνσταντινούπολιν, παρά πάσας τας διαμαρτυρίας του πάπα Ιννοκεντίου Γ', κατά Ιούνιον δε του 1203 ο στόλος των Σταυροφόρων εφάνη προ της μεγάλης πόλεως. Οι Σταυροφόροι απέβησαν ευθύς εις την Ασιατικήν όχθην και εκείθεν επί πλοιαρίων μετεβιβάσθησαν εις τον Γαλατάν καταλαβόντες δε εξ εφόδου τον τε Γαλατάν και το Πέραν και περιοδεύσαντες τας ακτάς του Κερατίου Κόλπου (ήτοι του λιμένος Κωνσταντινουπόλεως) αφίκοντο έμπροσθεν των χερσαίων τειχών. {243} Εξ άλλου δε οι Βενετοί πλησίστιοι πλέοντες εις τον Κεράτιον κόλπον διά των πλοίων αυτών έθραυσαν διά του εμβόλου ενός μεθ' ορμής πλέοντος πλοίου την μεγάλην σιδηράν άλυσιν την εκτεινομένην από του πύργου του Γαλατά μέχρι της απέναντι παραλίας του Βυζαντίου και φράττουσαν την είσοδον του λιμένος. Ο στόλος ο Βενετικός εναυλόχει και οι Σταυροφόροι εστρατοπέδευον ου μακράν των ανακτόρων των Βλαχερνών. Τη 17 Ιουλίου εγένετο μεγάλη από γης και θαλάσσης έφοδος εναντίον των τειχών, αλλ' απέτυχε, γενναίως αποκρουσάντων των εν τη πόλει Βαράγγων την επίθεσιν. Αλλ' οι Βενετοί πλησιάσαντες διά των πλοίων εις τα τείχη είχον θέσει πυρ εις τας παρακειμένας οικίας. Τούτο επτόησε τον δειλόν Αλέξιον Γ', όστις, ενώ η έφοδος απεκρούσθη, έφυγε διά νυκτός από της πόλεως λαβών μεθ' εαυτού μόνον τους θησαυρούς αυτού, εγκαταλιπών δε εις την τύχην αυτών και πόλιν και λαόν και την ιδίαν αυτού γυναίκα και θυγατέρας. Τότε οι κάτοικοι περιελθόντες εις απορίαν εξήγαγον τον Ισαάκιον εκ της φυλακής και αποκατέστησαν αυτόν εις τον θρόνον. Ο Ισαάκιος συνενοήθη νυν διά του εν τω στρατοπέδω των Σταυροφόρων υιού αυτού Αλεξίου (Δ') μετά των Σταυροφόρων, και φιλικαί νυν συνήφθησαν σχέσεις μεταξύ αυτού και των αρχηγών του Σταυροφορικού στρατού, συνωμολογήθη δε και συνθήκη, δι' ής ο Ισαάκιος υπισχνείτο να συνδράμη τοις Σταυροφόροις και διά χρημάτων και διά στρατού. Αλλά μέχρις εκπληρώσεως των υπό του Ισαακίου αναληφθεισών υποχρεώσεων οι Σταυροφόροι έμενον εν τη πόλει, έχοντες μεν το στρατόπεδον αυτών έξωθεν της πόλεως, ελευθέρως δε κοινωνούντες τη πόλει. Αλλ' ο μεν Ισαάκιος δεν ηδύνατο να εκπληρώση τας υποσχέσεις αυτού, οι δε Σταυροφόροι μείναντες εν Κωνσταντινουπόλει μέχρι του επομένου έτους από φίλων εγένοντο εχθροί, άτε μισούμενοι υπό των κατοίκων. Τέλος δε, ότε οι Σταυροφόροι υπό θρησκευτικού φανατισμού ελαυνόμενοι επεχείρησαν να καταστρέψωσι το τέμενος το μωαμεθανικόν, όπερ προ ολίγων ετών είχε κτισθή εν Κωνσταντινουπόλει (διά συνθήκης του αυτοκράτορος Ισαακίου προς τον σουλτάνον Σαλαδίνον, σ. 238-239) χάριν των ενταύθα παρεπιδημούντων μωαμεθανών εμπόρων, οι δε Έλληνες προσέδραμον εις βοήθειαν των υπέρ του ευκτηρίου ναού αυτών αμυνομένων μωαμεθανών, οι Σταυροφόροι έθεσαν πυρ και κατέστρεψαν μέρος της πόλεως. Τούτο επέτεινε το κατά των Φράγκων μίσος. Ο δε λαός οργιζόμενος κατά του Ισαακίου ως φίλου των Φράγκων εξέβαλεν αυτόν του θρόνου και ανεβίβασεν εις αυτόν επίσημόν τινα πολίτην, τον Νικόλαον Καναβόν. Αλλά τότε φαύλος τις και πανούργος ανήρ, ο συγγενής των Αγγέλων, Αλέξιος Μούρζουφλος, εφόνευσε διά δόλου τον τε Καναβόν και τον του Ισαακίου υιόν Αλέξιον (Δ') και εσφετερίσθη την εξουσίαν. Μικρόν δε μετά το γεγονός αποθανόντος και του γέροντος Ισαακίου, οι Φράγκοι μετ' ατυχείς τινας περί ειρήνης διαπραγματεύσεις επετέθησαν τη 9 Απριλίου εναντίον της πόλεως. Η έφοδος της ημέρας εκείνης απέτυχεν. Αλλ' εν τω μεταξύ ο Αλέξιος Ε' ο Μούρζουφλος έφυγεν, οι δε Φράγκοι τότε ορμήσαντες εις τα τείχη από τινων λίαν πλησιασάντων εις αυτά πλοίων έθεσαν αύθις πυρ εις την πόλιν, καί τινες των Σταυροφόρων κατελθόντες εκ των τειχών εντός αυτής ηνέωξαν μίαν πύλην των χερσαίων τειχών. Τότε οι Σταυροφόροι εν τω μέσω της εκ του πυρός επελθούσης συγχύσεως των κατοίκων εγένοντο κύριοι της πόλεως και υπό το φως του επί ημέρας ολοκλήρους και νύκτας διαρκέσαντος πυρός διέπραξαν φοβεράς ωμότητας εν αυτή, σφαγάς, αιχμαλωσίας, ατιμίας, βεβηλώσεις ιερών και μυρία άλλα πολλώ χείρονα των μετά 249 έτη υπό των μωαμεθανών Τούρκων διαπραχθέντων, καταισχύνοντα την ιδιότητα των διαπραξάντων αυτά ως χριστιανών και δη και ιπποτών και Σταυροφόρων. Διηρπάγησαν δε τότε και πλείστα μνημεία τέχνης μετενεχθέντα εις την δυτικήν Ευρώπην και ιδίως εις την Βενετίαν.

3. Το Φραγκικόν ή Λατινικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι Φράγκοι, οι Βενετοί δηλονότι και οι Σταυροφόροι, μετά την υπ' αυτών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ίδρυσαν εν αυτή κράτος Φραγκικόν προτιθέμενοι να περιλάβωσιν εν αυτώ άπαν το Ελληνικόν κράτος, ήτοι απάσας τας χώρας τας αποτελούσας κατά τον χρόνον τούτον το Ελληνικόν κράτος, και διενεμήθησαν τας χώρας ταύτας έχοντες σκοπόν να καταλάβωσιν αυτάς ύστερον ειρηνικώς ή και διά των όπλων. Ούτω το όλον Ελληνικόν κράτος διενεμήθη εν συμβουλίω μεταξύ Βενετών και Σταυροφόρων. Αυτοκράτωρ του νέου κράτους εξελέγη ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος, εις όν ως άμεσος κτήσις εδίδετο η Θράκη• όλη δε η υπό την άμεσον εξουσίαν αυτού χώρα (Θράκη μετά Κωνσταντινουπόλεως) εκλήθη Ρωμανία. Πάσαι αι λοιπαί του κράτους χώραι διενεμήθησαν ως φέουδα, ήτοι ως κράτη ιδιαίτερα υπαγόμενα εις την υπερτάτην αρχήν του αυτοκράτορος, μεταξύ των Βενετών και του Βονιφατίου του Μομφερρατικού. Και ο μεν Βονιφάτιος ελάμβανε πάσας τας Ασιατικάς επαρχίας και την Κρήτην, οι δε Βενετοί ελάμβανον μεγάλην τινά συνοικίαν της Κωνσταντινουπόλεως ως όλως αυτοτελή Βενετικήν αποικίαν και το λεγόμενον βασίλειον της Μακεδονίας, ήτοι πάσας τας από Μακεδονίας μέχρι Πελοποννήσου χώρας. Αλλά ταύτας έδοσαν μετ' ολίγον εις τον Βονιφάτιον λαβόντες ως αντάλλαγμα, την Κρήτην, τας Ασιατικάς επαρχίας και τας άλλας νήσους του Αιγαίου (η Κύπρος κυριευθείσα πρότερον υπό των Σταυροφόρων της Γ' σταυροφορίας απετέλει τότε ίδιον κράτος Φραγκικόν, υπαγόμενον εις το βασίλειον της Ιερουσαλήμ). Έλαβον δε οι Βενετοί το δικαίωμα ίνα εξ αυτών εκλεγή ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και τοιούτος εξελέγη ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνης, μη αναγνωριζόμενος, εννοείται, ως πατριάρχης υπό των ορθοδόξων Ελλήνων, ών ο πατριάρχης έφυγεν εις την Νίκαιαν. Οι λοιποί μικροί ηγεμόνες των Σταυροφόρων έλαβον κτήσεις εντός των κτήσεων των Βενετικών και των του αυτοκράτορος και του Βονιφατίου. Ούτω δε το Ελληνικόν κράτος διένειμαν οι Φράγκοι προς αλλήλους. Αλλ' ούτοι δεν κατώρθωσαν να καταλάβωσι πάσας τας χώρας του κράτους τούτου, διότι πολλαχού ιδρύθησαν Ελληνικά κράτη. Ούτως εν Νικαία της Βιθυνίας ίδρυσεν Ελληνικόν κράτος ο κατά τον χρόνον της εισόδου των Φράγκων εις Κωνσταντινούπολιν ενταύθα αναγορευθείς, αλλά ταχέως εις Ασίαν μετά του Πατριάρχου και των άλλων λογάδων του έθνους φυγών Θεόδωρος Λάσκαρις. Εν Τραπεζούντι και τη περί αυτήν χώρα ίδρυσε κράτος ή αυτοκρατορίαν ο Αλέξιος Κομνηνός, εγγονός του Ανδρονίκου του Κομνηνού. Εν Ηπείρω ίδρυσε κράτος, ήτοι δεσποτάτον, εκταθέν επί πάσαν την Δυτικήν Ελλάδα, επί μικρόν δε και εις την Πελοπόννησον, ο Μιχαήλ Άγγελος ο και Κομνηνός λεγόμενος, εκ του οίκου των Αγγέλων, εξάδελφος του Ισαακίου Β' και Αλεξίου Γ' (προσωνυμούμενος _δεσπότης_). Εν δε τη κυρίως Ελλάδι τας από Θηβών μέχρι Κορίνθου και Άργους και Ναυπλίου χώρας κατέλαβεν ο Λέων ο Σγουρός, αφαιρεθείς μετ' ολίγον τινάς τούτων υπό του Βονιφατίου.

Η ούτως ιδρυθείσα εν τη Ελληνική Ανατολή Λατινική αυτοκρατορία ευθύς εξ αρχής υπήρξεν ασθενής εσωτερικώς τε και εξωτερικώς. Εσωτερικώς μεν, διότι ένεκα του φεουδαλικού οργανισμού του κράτους η πραγματική εξουσία του αυτοκράτορος δεν υπερέβαινε τα όρια της Θράκης, των Βενετών και των λοιπών Φράγκων ηγεμόνων υποχρεουμένων να παρέχωσιν αυτώ απλώς στρατιωτικήν συνδρομήν και τούτο εν ωρισμένη περιόδω του έτους• εξωτερικώς δε, διότι περιεστοιχίζετο υπ' εχθρικών κρατών, εν Ευρώπη μεν υπό του νέου μεγάλου Βουλγαρικού κράτους προς βορράν και υπό του Ελληνικού κράτους της Ηπείρου προς δυσμάς, εν Ασία δε υπό του Ελληνικού κράτους της Νικαίας. Προς τούτοις οι υπήκοοι του κράτους Έλληνες εμίσουν τους Φράγκους αυτών ηγεμόνας και ουδεμίαν παρείχον αυτοίς δύναμιν ηθικήν ή υλικήν. Το μίσος δε τούτο των Ελλήνων της Ρωμανίας ήτοι της Θράκης κατά των Φράγκων ήτο τόσον σφοδρόν, ώστε δεν εδίστασαν να συνεννοηθώσι προς τον τότε βασιλέα των Βουλγάρων Ιωαννίσην και να υποσχεθώσι ν' αναγνωρίσωσιν αυτόν ως βασιλέα Ελλήνων (Ρωμαίων) και Βουλγάρων. Επί προσδοκία δε της του Βουλγάρου ηγεμόνος εις Ρωμανίαν εισβολής επανέστησαν κατά των Φράγκων, κέντρον της επαναστάσεως καταστήσαντες την Αδριανούπολιν. Πράγματι δε ο Βούλγαρος ηγεμών εισέβαλεν εις την Θράκην αλλ', αφού ενίκησε τους Φράγκους και συνέλαβεν αιχμάλωτον αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον (1205), θανόντα εν τη αιχμαλωσία μετά δεινών βασάνων, δεινοτάτας διέπραξε σφαγάς και λεηλασίας και εξανδραποδισμούς από βασιλέως _Ρωμαίων_ γενόμενος _Ρωμαιοκτόνος._

Τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον διεδέξατο ως επίτροπος εν αρχή, μετά δε την βεβαίωσιν του θανάτου του Βαλδουίνου, ως αυτοκράτωρ, ο αδελφός αυτού Ερρίκος (1205-1216). Ούτος εν τη πολιτική αυτού φρονήσει έδειξε μείζονα προς τους Έλληνας ευμένειαν και ειργάσθη ειλικρινώς ίνα προσοικειωθή αυτούς, μετανοήσαντας άλλως πικρώς διά την προς τους Βουλγάρους συμμαχίαν. Εν τω μεταξύ ο Βονιφάτιος, όστις είχε στρατεύσει εις την Μέσην Ελλάδα και την Πελοπόννησον ίνα καταλύση την αρχήν του Λέοντος Σγουρού, έσπευσε δ' εκείθεν εν τω κατά Βουλγάρων πολέμω, απέθανεν ηρωικώς μικρόν μετά την ανάρρησιν του Ερρίκου πολεμών εναντίον των Βουλγάρων. Τότε δε το κράτος της Θεσσαλονίκης επί του ασθενούς υιού και διαδόχου του Βονιφατίου Δημητρίου (1207-1222) ήρξατο διαλυόμενον• και ο μεν δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Μακεδονίαν• εν δε τη Ανατολική Ελλάδι (Αθήναις και Θήβαις) ίδρυσεν ηγεμονίαν ο Γάλλος Όθων Δελαρός (Otto de la Roche), ο ζώντος του Βονιφατίου επιτραπείς παρά τούτου την διοίκησιν της χώρας ταύτης και μετά τον θάνατον του Βονιφατίου προσαγορευόμενος νυν συνήθως Μέγας Κύριος ή μεγασκύρ υπό των Ελλήνων υπηκόων αυτού• εν Φωκίδι δε ίδρυσεν ίδιον κράτος ο Θωμάς Στρομογκούρ, ως κόμης Σαλώνων. {247} Εν Πελοποννήσω δε προ του θανάτου έτι του Βονιφατίου, καθ' όν χρόνον ούτος εστράτευεν εναντίον του Λέοντος Σγουρού εις την χερσόνησον, δύο Γάλλοι, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, ανεψιός του εκ των αρχηγών των Σταυροφόρων ομωνύμου Βιλλεαρδουίνου, του και συγγράψαντος την ιστορίαν της Σταυροφορίας (της Δ'), μετά τινος Γάλλου εκ των περί τον Βονιφάτιον Γάλλων ευπατριδών, Γουλιέλμου Σαμπλίτ καλουμένου, επινεύσει του Βονιφατίου αυτού ασχολουμένου εις την πολιορκίαν του υπό του Σγουρού κατεχομένου Ναυπλίου, κατέλαβον το πλείστον της Πελοποννήσου, του Μιχαήλ Α' Κομνηνού αναγκασθέντος να καταλίπη την Πελοπόννησον και να φύγη εις Άρταν. Των κατακτηθεισών χωρών ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ κατέστη κύριος, κληθείς πρίγκιψ της Αχαΐας, εις δε τον Βιλλεαρδουίνον επέτρεψε τινας των χωρών τούτων υπό την φεουδαλικήν αυτού κυριότητα. Μετ' ολίγον δε (τω 1209) απελθόντος του Σαμπλίτ εις Γαλλίαν και αποθανόντος ενταύθα ο Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε πάσαν την τούτου αρχήν, ιδρύσας ούτως εν Πελοποννήσω ηγεμονίαν φεουδαλικώς και στρατιωτικώς ωργανωμένην, διατηρηθείσαν μέχρι του τέλους του 14 αιώνος.

Ενώ δε εν Πελοποννήσω και εν τη Μέση Ελλάδι ιδρύοντο κράτη Φραγκικά οπωσούν βιώσιμα, έχοντα ιδίαν ιστορίαν, το εν Θεσσαλονίκη μετά τον θάνατον του υιού του Βονιφατίου Δημητρίου κατελύθη ταχέως, των αποτελουσών αυτό χωρών καταληφθεισών υπό του Δεσποτάτου της Ηπείρου και υπό του εν Ασία Ελληνικού κράτους. Διά τούτο δε η ιστορία της Ελληνικής Ανατολής περιστρέφεται νυν κυρίως περί τρία κράτη, το κράτος της Ρωμανίας, ήτοι την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ονόματι άρχουσαν πασών των Φραγκικών κτήσεων, πράγματι δε περιοριζομένην εις μέρος της Θράκης, το Ελληνικόν δεσποτάτον της Ηπείρου και το Ελληνικόν κράτος (την αυτοκρατορίαν) της Νικαίας.

4. Το Φραγκικόν κράτος επί του αυτοκράτορος Ερρίκου μέχρι της υπό των Ελλήνων καταλύσεως αυτού.

Ο Ερρίκος αναρρηθείς αυτοκράτωρ τω 1206 εβασίλευσε μέχρι του 1246 εν μέσω απαύστων σχεδόν πολέμων, εν Ασία μεν προς την εν Νικαία Ελληνικήν αυτοκρατορίαν, εν Ευρώπη δε προς τους Βουλγάρους και προς τους Έλληνας δεσπότας της Ηπείρου, έτι δε και διηνεκών πολιτικών ενεργειών προς εμπέδωσιν της κυριαρχίας αυτού εν τοις κατ' όνομα εις την κυριαρχίαν ταύτην υπαγομένοις εν Μακεδονία και τη κυρίως Ελλάδι Φραγκικοίς κράτεσιν. Υπήρξε δ' ομολογουμένως βασιλεύς ου μόνον εν πολέμοις γενναίος, αλλά και πολιτικώς συνετός και καθόλου αγαθός και προς τους Έλληνας υπηκόους αυτού πράος και ευμενής, μετά πατρικής ευμενείας προσφερόμενος αυτοίς, και αξιώματα και τιμάς απονέμων και προστατεύων την θρησκευτικήν αυτών ελευθερίαν εναντίον των επιβουλών και καταπιέσεων του εν Κωνσταντινουπόλει εγκαθιδρυθέντος Λατίνου πατριάρχου και του αυτόθι Λατινικού κλήρου. Και οι μεν πόλεμοι και οι πολιτικοί αυτού αγώνες δεν απέβησαν τελεσφόροι ως εκ της καθόλου δυσχερούς καταστάσεως των πραγμάτων• αλλ' ο Ερρίκος κατέλιπε μνήμην αγαθού βασιλέως. Ετελεύτησε δε τω 1216 έν τινι κατά του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου στρατεία.

Μετά τον άπαιδα θανόντα Ερρίκον οι ευγενείς της αυτοκρατορίας εξέλεξαν ως διάδοχον αυτού τον εν Γαλλία ευρισκόμενον επ' αδελφή (Ιολάνθη) γαμβρόν αυτού Πέτρον Κουρτεναίην (κόμητα Ναμούρ). Αλλ' ούτος ερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν διά της Ηπείρου και επιχειρήσας την κατάληψιν του Δυρραχίου ηχμαλωτίσθη υπό του δεσπότου Θεοδώρου και απέθανεν εν τη αιχμαλωσία (1219). Γνωσθέντος δε του θανάτου αυτού εν Κωνσταντινουπόλει, οι Φράγκοι ευγενείς εξέλεξαν ως αυτοκράτορα, τον πρεσβύτατον αδελφόν του Πέτρου Φίλιππον Ναμούρ τούτου δ' αποποιηθέντος, τον νεώτατον Ροβέρτον. Μόλις τω 1221 ο Ροβέρτος ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και εβασίλευσεν ενταύθα μέχρι του 1227 εν μέσω δεινοτάτων δυσχερειών εξωτερικών και εσωτερικών. Εξωτερικώς η θέσις του κράτους κατέστη δυσχερεστάτη ένεκα της υπό του δεσπότου της Ηπείρου καταλήψεως απάσης της Μακεδονίας και μεγάλου μέρους της Θράκης και αυτής της Αδριανουπόλεως, εσωτερικώς δε ένεκα της άκρας πενίας, εις ήν περιήλθε το κράτος (η Ρωμανία), το περιοριζόμενον κατ' ουσίαν εις την Κωνσταντινούπολιν και μικρόν μέρος της Θράκης, και ουδεμίαν σχεδόν λαμβάνον στρατιωτικήν ή χρηματικήν δύναμιν εκ των Φραγκικών κρατών της Ελλάδος ή εκ των εν τω Αιγαίω Βενετικών κτήσεων (αίτινες εθεωρούντο και αύται φέουδα του κράτους), ελάχιστα δε καρπούμενον και εξ αυτού του φεουδαλικώς ωργανωμένου, εκ μικρών φεούδων ήτοι βαρωνιών συγκειμένου ιδιαιτέρου αυτού κράτους (της Ρωμανίας), όπερ αποτελείτο, ως είρηται, νυν εκ της Κωνσταντινουπόλεως και μέρους της Θράκης. Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως βαρυνθείς την αρχήν μετέβη εις Ρώμην, καταλιπών το κράτος εις την τύχην αυτού• ότε δε τω 1228 επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν, συμβουλή του Πάπα, ετελεύτησε τω αυτώ έτει.

Διάδοχος αυτού άπαιδος θανόντος εξελέγη ο του Πέτρου Κουρτεναίη τρίτος υιός (ανεψιός του Ροβέρτου) ενδεκαετής Βαλδουίνος Β', διατελών υπό κηδεμονίαν και επιτροπείαν του Ιωάννου κόμητος Βριέννης, μέχρι του κατά το 1237 επελθόντος θανάτου του ανδρός τούτου. Επί της κυβερνήσεως του Ιωάννου Βριέννης η Κωνσταντινούπολις, ήτοι η των Φράγκων αυτοκρατορία, περιήλθεν εις τον έσχατον κίνδυνον υπό των συμμαχησάντων κατ' αυτής Ελλήνων (της Νικαίας) και Βουλγάρων υπό τους βασιλείς αυτών Ιωάννην Βατάτζην και Ιωάννην Ασάν. Η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη υπό των συμμάχων, αλλ' εσώθη διά της ηρωικής ανδρείας του Ιωάννου Βριέννης, αποκρούσαντος τους πολεμίους διά γενναιοτάτης αμύνης και τρέψαντος αυτούς εις φυγήν διά κρατεράς εξόδου.

Μετά τον θάνατον του Ιωάννου Βριέννης (1237) ο Βαλδουίνος Β' περιελθών εις εσχάτην αμηχανίαν ένεκα δεινοτάτης οικονομικής ενδείας και της παντελούς στρατιωτικής αδυναμίας του κράτους ως και της απειλητικής θέσεως, ήν ελάμβανε κατ' αυτού ιδίως το εν Νικαία Ελληνικόν κράτος, απήλθεν εις Δύσιν, ίνα επαιτήση παρά των ενταύθα ηγεμόνων χρήματα και στρατόν. Και επανήλθε μεν τω 1239 εις Κωνσταντινούπολιν μετά πολυαρίθμου μισθοφορικού στρατού, αλλ' ένεκα της οικονομικής ενδείας, υφ' ής επιέζετο πάντοτε, δεν ηδυνήθη να διατηρήση τους μισθοφόρους αυτού, οίτινες προθύμως μετέβαινον νυν εις υπηρεσίαν παρά τω αντιπάλω αυτού Έλληνι αυτοκράτορι της Νικαίας. Αφού δε περιήλθεν εις την εσχάτην ένδειαν, αναγκαζόμενος να πορίζηται τα προς το ζην εκ της υποθηκεύσεως των εκκλησιαστικών κτημάτων και εκ των ελεημοσυνών, άς εις αυτόν τε και την σύζυγον αυτού έδιδεν η βασίλισσα της Γαλλίας (γυνή του Λουδοβίκου Θ' του Αγίου), μετέβη μετά τινα χρόνον αύθις εις Ευρώπην χάριν επαιτείας• αλλ' ουδέν σπουδαίον κατορθώσας επανήλθεν εις το κράτος αυτού, εν εσχάτη νυν διατελών πενία ουχί απλώς ως άρχων, αλλά και ως ιδιώτης. Τοιαύτη ήτο η θέσις των πραγμάτων εν τω Φραγκικώ κράτει, ότε κατελύθη τούτο υπό των Ελλήνων του εν τη Μικρά Ασία Ελληνικού κράτους της Νικαίας.

5. Η Ελληνική αυτοκρατορία της Νικαίας και το δεσποτάτον της Ηπείρου.

Κατ' αντίθεσιν προς την Φραγκικήν αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως τα δύο Ελληνικά κράτη, τα ιδρυθέντα συγχρόνως μετά του Φραγκικού, εν Μικρά Ασία και εν Ηπείρω προέβαινον από της ημέρας της ιδρύσεως αυτών εις δύναμιν και ακμήν. {250} Εκ τούτων το της Νικαίας εθεωρείτο ως συνέχεια του υπό των Φράγκων καταλυθέντος μεγάλου Ελληνικού κράτους, διότι ο Θεόδωρος Λάσκαρις, ο ιδρυτής του κράτους τούτου, είχεν ήδη αναγορευθή αυτοκράτωρ εν Κωνσταντινουπόλει καθ' όν χρόνον η βασιλεύουσα κατελαμβάνετο υπό των Φράγκων και διά τούτο εκαλείτο και βασιλεύς και αυτοκράτωρ, εις την Νίκαιαν δε είχον καταφύγει και ο Πατριάρχης και πάντες οι ανώτατοι λειτουργοί και οι άλλοι λογάδες του κράτους. Το κράτος τούτο από της Νικαίας και Βιθυνίας εξετάθη επί του Θεοδώρου ήδη κατά τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας μέχρι Σμύρνης και μεσογείως μέχρι Λυδίας και Φρυγίας, περιλαμβάνον και τας παρακειμένας τη δυτική παραλία νήσους. Προς ανατολάς δε εκταθέν προς τον Πόντον κατέστη όμορον τω Ελληνικώ κράτει της Τραπεζούντος (ούτινος και αυτού ο άρχων εκαλείτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ, ως καταγόμενος από βασιλικής οικογενείας της Κωνσταντινουπόλεως). Και δεν κατέστη μεν δυνατόν τα δύο ταύτα Ελληνικά κράτη ενούμενα ή τουλάχιστον συμμαχούντα προς άλληλα ν' αποτελέσωσι μεγάλην δύναμιν ενιαίαν εν Μικρά Ασία, αλλά και ούτω το κράτος της Νικαίας ην εσωτερικώς ισχυρώς διωργανωμένον και εφάνη ισχυρόν απέναντι των Φράγκων και των Τούρκων της Μικράς Ασίας• πάσαι δ' αι στρατείαι των Φράγκων αι γενόμεναι επί του Βαλδουίνου Α' και του Ερρίκου προς κατάληψιν των χωρών των αποτελουσών το κράτος της Νικαίας απέβησαν ατυχείς. Η δύναμις δε του κράτους η τε πολιτική και ιδίως η στρατιωτική, η επί μισθοφόρων Φράγκων τα πλείστον στηριζομένη, ηυξήθη έτι μάλλον επί των διαδόχων του Θεοδώρου. Τούτον θανόντα τω 1222 διεδέξατο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Βατατζής (1222-1253), βασιλεύς συνετός και γενναίος, επιμεληθείς τελεσφόρως της στρατιωτικής δυνάμεως του κράτους και αυξήσας ταύτην διά συμμαχιών προς τους Βουλγάρους και προς τους κατά θάλασσαν αντιπάλους των Βενετών Γενουαίους, εργασάμενος δε επιτυχώς και περί της υλικής αναπτύξεως του κράτους διά της προαγωγής ιδίως της γεωργίας. Τον Ιωάννην διεδέξατο ο υιός αυτού Θεόδωρος Β' (1253-1259)• τούτον δε ο υιός αυτού Ιωάννης Α', ούτινος ανηλίκου όντος εγένετο κηδεμών και επίτροπος του κράτους, είτα δε και συμβασιλεύς ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εφ' ού κατελύθη το Φραγκικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως.

Το κράτος τούτο προ πολλού ήθελε καταλυθή υπό του ενός ή του ετέρου των δύο εν Ασία και εν Ευρώπη Ελληνικών κρατών, αν μη τα Ελληνικά ταύτα κράτη διετέλουν προς άλληλα εν διηνεκεί έριδι και πολέμω.

Το Ελληνικόν κράτος της Ευρώπης, ήτοι το δεσποτάτον της Ηπείρου, ήδη επί του ιδρυτού αυτού Μιχαήλ Α' εις μεγάλην προυχώρησε δύναμιν και ακμήν. Και προς νότον μεν η δύναμις αυτού κατελύθη εν Πελοποννήσω υπό του Σαμπλίτ και του Βιλλεαρδουίνου, αλλά προς ανατολάς και προς βορράν εξετάθη εις Μακεδονίαν και Ιλλυρίαν, μετά τας αιματηράς άς ήρατο κατά των Φράγκων επιτυχίας. Ο δε τω 1216 τον άτεκνον θανόντα Μιχαήλ διαδεξάμενος ετεροθαλής αυτού αδελφός Θεόδωρος έτι μείζονας ήρατο επιτυχίας εν Ιλλυρία και Μακεδονία και Θεσσαλία, καταλαβών το πλείστον των χωρών τούτων.

Κατά τούτου στρατεύων ο αυτοκράτωρ Ερρίκος ετελεύτησεν. ως είδομεν, εν Θεσσαλονίκη (1216) μικρόν μετά την εις τον θρόνον άνοδον του Θεοδώρου. Είδομεν δε ότι ο Θεόδωρος ηχμαλώτισε τον διάδοχον του Ερρίκου Πέτρον Κουρτεναίην, θανόντα εν τη αιχμαλωσία. Μετ' ολίγον δε κατέλυσεν οριστικώς το εν Μακεδονία και εν Θεσσαλία Φραγκικόν κράτος, καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εξέτεινε το κράτος αυτού και προς την Θράκην μέχρι Αδριανουπόλεως. Μετά τας επιτυχίας ταύτας ανηγόρευσεν εαυτόν _αυτοκράτορα_ και εστέφθη ως τοιούτος υπό του Έλληνος αρχιεπισκόπου «Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας», του περιφήμου Δημητρίου του Χωματιανού. Αλλά διά της πράξεως αυτού ταύτης κατέστησεν εαυτόν αδιάλλακτον πολέμιον ου μόνον προς τον Φράγκον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και προς τον Έλληνα αυτοκράτορα της Νικαίας. Στρατεύσας δε είτα (1230) και κατά των Βουλγάρων και ηττηθείς και αιχμαλωτισθείς επήνεγκε την διάλυσιν του κράτους αυτού, διότι πολλά μεν μέρη της Θράκης (και αυτήν την Αδριανούπολιν) και ικανά της Μακεδονίας κατέλαβον τότε οι Βούλγαροι, άλλας δε χώρας άλλοι εκ του οίκου των Αγγέλων συγγενείς του Θεοδώρου. Ούτω δε το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος διηρέθη εις δύο• α') εις την ασθενεστάτην πλέον καταστάσαν αυτοκρατορίαν της Θεσσαλονίκης, την συγκειμένην απλώς εκ χωρών τινων της Μακεδονίας, υπό τον αυτοκράτορα Μανουήλ, νεώτερον αδελφόν του Θεοδώρου, μεταβληθείσαν μετ' ολίγον επί του διαδόχου του Μανουήλ αυτοκράτορος Ιωάννου Αγγέλου (υιού του Θεοδώρου) εις υποτελές εις τον Έλληνα αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννην Βατάτζην δεσποτάτον (1242)• β') εις το νέον «δεσποτάτον της Ηπείρου» περιλαμβάνον (υπό τον Μιχαήλ Β' τον μη νόμιμον θεωρούμενον υιόν του Μιχαήλ Α' Αγγέλου Κομνηνού, ανεψιόν του Θεοδώρου) μέρος της Θεσσαλίας, την Ήπειρον, Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν. Τούτων δε το μεν δεσποτάτον της Θεσσαλονίκης κατελύθη οριστικώς τω 1246 υπό του τότε εναντίον των Βουλγάρων στρατεύσαντος Ιωάννου Βατατζή, το δε δεύτερον διετηρήθη μέχρι του 1318. Προς τον Μιχαήλ Β' τούτον του νέου δεσποτάτου της Ηπείρου επιχειρήσας πόλεμον ο μνημονευθείς αυτοκράτωρ του εν Ασία Ελληνικού κράτους Μιχαήλ Παλαιολόγος, εξ αφορμής του πολέμου ακριβώς τούτου κατέλυσε το Φραγκικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως (1261).

6. Κατάλυσις του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως. Ανάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Ελλήνων.