Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 22

Chapter 2271 wordsPublic domain

Ο Μανουήλ Α' κατέλιπε τον θρόνον εις τον δευτερότοκον υιόν αυτού Αλέξιον διατελούντα υπό την κηδεμονίαν της Γαλλίδος μητρός αυτού Μαρίας, δευτέρας συζύγου του Μανουήλ (η πρώτη ήτο Γερμανίς γυναικαδέλφη του αυτοκράτορος Κορράδου Γ') θυγατρός του δουκός της Aντιοχείας Ραιμούνδου. Η κυβέρνησις της Μαρίας ως Γαλλίδος και καθολικής και περιστοιχιζομένης υπό πλήθους Γάλλων, και τα διαδιδόμενα περί του ηθικού μέρους του ιδιωτικού βίου αυτής ήγειραν δυσαρεσκείας μεγάλας εν τω λαώ της Κωνσταντινουπόλεως. Ταύτας δε επωφελήθη ανήρ τις εκ του οίκου του βασιλικού πολυτροπώτατος και κακοτροπώτατος, Ανδρόνικος ο Κομνηνός, εγγονός του Αλεξίου Α' (εκ του δευτέρου υιού αυτού Ισαακίου), ανεψιός του Ιωάννου Α' και εξάδελφος του Μανουήλ Α'. Ο Ανδρόνικος ήτο το τερατώδες μίγμα αρετών επιπλάστων και πονηρίας και μοχθηρίας μεγάλης, ακολαστότατον διάγων βίον, έχων μεν το εξωτερικώς και κατ' επιφάνειαν επαγωγόν και αξιαγάπητον του ήθους και σωματικόν κάλλος και παραβαλλόμενος υπό τινων προς τον Αλκιβιάδην, αλλά των μεν αρετών τούτου ουδαμώς ή κατ' επιφάνειαν μετέχων, των δε κακιών αυτού το ανυπέρβλητον μέγεθος εν τω βίω αυτού εικονίζων, τύπος ων καθόλου χαρακτήρος φαύλου και κιβδηλοτάτου και ανθρώπου ουδέν έχοντος όσιον και ιερόν και ουδεμίαν αρχήν ηθικήν. Μετά πολλάς περιπετείας του βίου και πλάνας, εν αίς πολλά έπραξε και εκακούργησε, πολλά δ' έπαθε, και μετά επιβουλάς γενομένας υπ' αυτού εναντίον αυτού του Μανουήλ, ο πολύτροπος ανήρ τυχών συγγνώμης είχε διορισθή διοικητής της εν Πόντω Οινόης και διέμενεν εκεί καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Μανουήλ. Ο Ανδρόνικος μαθών νυν την παρά τω πλήθει της Κωνσταντινουπόλεως επικρατούσαν κατά της Μαρίας δυσαρέσκειαν έσπευσεν εκ του Πόντου και ως πατήρ υπό του λαού της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος δεκτός κατέλαβε την αρχήν ως κηδεμών και επίτροπος του Αλεξίου και δεινότατον ήγειρε κατά των Λατίνων διωγμόν. Μετ' ολίγον εφόνευσε την Μαρίαν και αυτόν τον Αλέξιον και κατέλαβε την υπερτάτην αρχήν, λαβών βία ως γυναίκα και την του Αλεξίου νεαράν σύζυγον Αγνήν, την θυγατέρα του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'. Ως βασιλεύς εκυβέρνησεν ο Ανδρόνικος (1183-1185) φαυλότατα καταδιώκων απηνώς πάντα άνθρωπον, όν εθεώρει ως έχοντα αξίαν τινά, όμοιος κατά τούτο προς τον Ιουστινιανόν Β' τον Ρινότμητον, επιδιώκων δε δημοτικότητα δι' αισχράς δημαγωγίας και προστατεύων τα γράμματα και την παίδευσιν. Επί του τυράννου τούτου το κράτος έπαθε δεινήν συμφοράν. Όσοι των Λατίνων Κωνσταντινουπόλεως κατώρθωσαν να διαφύγωσι τας ενταύθα κατ' αυτών διαταχθείσας υπό του Ανδρονίκου και υπό του όχλου τελουμένας σφαγάς, συγκροτήσαντες στόλον δεινώς ελυμαίνοντο τας κατά την Προποντίδα και το Αιγαίον Ελληνικάς παραλίας, στίφη δε Νορμανδών πολυπληθή ορμήσαντα αύθις από Ιταλίας εις την Ήπειρον και καταλαβόντα αμαχητί το Δυρράχιον διηυθύνθησαν διά Μακεδονίας εις την Θεσσαλονίκην, καθ' όν χρόνον και στόλος 200 πλοίων κατελάμβανε τας Ιονίους νήσους και είτα έπλεεν εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης (1185). Η πόλις αύτη εκυριεύθη εξ εφόδου μετά ολιγοήμερον πολιορκίαν και έπαθε τα πάνδεινα υπό των καταλαβόντων αυτήν Λατίνων• φόνοι, αιχμαλωσίαι, αρπαγαί, λεηλασίαι και παντός είδους συμφοραί επλήρωσαν την μεγάλην ταύτην δευτέραν του κράτους πόλιν, όπως προ 300 περίπου ετών, ότε εκυριεύθη υπό του αρνησιθρήσκου αρχηγού των Σαρακηνών πειρατών Λέοντος του Τριπολίτου (σ. 198). Τότε δε συλληφθείς εκακώθη δεινώς υπό των Φράγκων και ο περίφημος αρχιεπίσκοπος ων τότε Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ο σοφός σχολιαστής του Ομήρου, όστις μετά πολλά παθήματα κάμψας διά της αγαθότητος αυτού και αυτούς τους βαρβάρους κατακτητάς αποκατέστη αύθις εις τον θρόνον αυτού.

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης εκινήθησαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως κατά γην και κατά θάλασσαν επερχόμενοι κατ' αυτής. Αλλ' εν τω μεταξύ επανάστασις εκραγείσα ενταύθα κατά του Ανδρονίκου επήνεγκε την πτώσιν και τον οίκτιστον [168] υπό του επαναστάντος λαού τελεσθέντα φόνον αυτού. Εις τον θρόνον ανήλθεν ο εκ του συγγενούς προς τους Κομνηνούς οίκου των Αγγέλων Ισαάκιος ο Άγγελος. Ούτος επωφελούμενος την εν τω λαώ και τω στρατώ εκ της πτώσεως του Ανδρονίκου επελθούσαν ηθικήν έξαρσιν κατενίκησε τους Νορμανδούς διά του γενναίου στρατηγού Βρανά κατά γην και κατά θάλασσαν και ηνάγκασεν αυτούς να αποχωρήσωσι πασών των υπ' αυτών καταληφθεισών Ελληνικών χωρών πλήν τινων Ιονίων νήσων.

Και ούτω μεν ο τω 1185 απειλήσας την ύπαρξιν του κράτους κίνδυνος απεσοβήθη. Αλλ' ο κίνδυνος ούτος ενέσκηψεν αύθις από Φράγκων μετά 18 έτη επενεγκών την κατάλυσιν του Κράτους. Επειδή δε το γεγονός τούτο συνδέεται μετά της λεγομένης Τετάρτης ή Λατινικής Σταυροφορίας, ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν περαιτέρω, να διαλάβωμεν ενταύθα διά βραχέων περί των Σταυροφοριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

ΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΙ

1. Πρώτη Σταυροφορία.

Σταυροφορίαι εν τη ιστορία εκλήθησαν, καθά είδομεν, στρατείαι γενόμεναι προς ελευθέρωσιν των αγίων τόπων εκ των Μωαμεθανών. Ως και αλλαχού είπομεν, ανέκαθεν εν τη Δύσει εθεωρείτο ευσεβεστάτη πράξις θρησκευτική η εις Παλαιστίνην χάριν προσκυνήσεως των Αγίων Τόπων αποδημία. Και ενόσω μεν της Παλαιστίνης ήρχον οι Ουμμεϊάδαι και μετ' αυτούς οι Αββασίδαι χαλίφαι, δεν παρενεβάλλοντο πολλά κωλύματα εις τους από Δύσεως προσκυνητάς. Αλλ' αφ' ού χρόνου οι Φατιμίδαι χαλίφαι της Αιγύπτου κατέλαβον την Παλαιστίνην (από των αρχών του 11 αιώνος), ιδίως επί του Φατιμίδου χαλίφου Χακήμ (996- 1021), σφοδρός εγένετο καταδιωγμός των χριστιανών• ο ναός της Αναστάσεως κατηδαφίσθη τότε, εκτίσθη δε ύστερον τω 1055 υπό του αυτοκράτορος του Ελληνικού κράτους δι' ιδιαιτέρας προς τον Φατιμίδην χαλίφην Μουστασίρ συνθήκης. Και αφ' ού δε περί το τέλος του 11 μ. Χ. αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι επί του σουλτάνου Μαλέκ-σαχ αφήρεσαν την Παλαιστίνην από των Φατιμιδών, εξηκολούθησαν οι κατά της χριστιανικής πίστεως εν τοις Αγίοις τόποις διωγμοί. Τούτους δε βλέποντες οι εκ Δύσεως προσκυνηταί μετά την εις Ευρώπην επάνοδον περιέγραφον τα γινόμενα κατά τρόπον εξεγείροντα την ιεράν αγανάκτησιν των χριστιανών. Εντεύθεν παρά πολλοίς των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της Δύσεως παρήχθη η ιδέα μεγάλης υπέρ των Αγίων Τόπων προς την Ανατολήν στρατείας. Οι πάπαι ασμένως υπέθαλπον την ιδέαν ταύτην, βλέποντες εν τη πραγματώσει αυτής την εις Ανατολήν επέκτασιν της ιδίας αυτών δυνάμεως και ροπής. Ότε δε τω έτει 1093-1094 μοναχός τις ερημίτης από Νορμανδίας (εξ Αμβιανού) της Γαλλίας καταγόμενος Πέτρος ή Κουκούπετρος, εν Παλαιστίνη γενόμενος, είδε τους ενταύθα εναντίον των χριστιανών και της Εκκλησίας αυτών διωγμούς, επιστρέψας εις την Ευρώπην εξέθηκε πάντα όσα είδε τω πάπα Ουρβανώ Β'. Ούτος δε προθύμως επελάβετο της ευκαιρίας ίνα διά του Πέτρου και δι' άλλων μοναχών και ιερέων και επισκόπων κηρύξη εν τοις Ευρωπαϊκοίς λαοίς μέγαν ιερόν πόλεμον υπέρ των τόπων, «ένθα έστησαν οι πόδες του Κυρίου». Το κήρυγμα επέτυχε λαμπρώς, και το επόμενον έτος 1095 συνεκροτήθη εν Κλερμών της Γαλλίας μεγάλη Εκκλησιαστική Συνέλευσις, εις ήν παρέστησαν χιλιάδες κληρικών και λαϊκών, αυτός δε ο πάπας ελθών τότε εις Κλερμών, αφού ετέλεσε μεγαλοπρεπή εκκλησιαστικήν τελετήν, ελάλησεν εις το μέγα πλήθος, ως ο Μωυσής, ανελθών εις το όρος, και ενέπνευσεν άρρητον τοις πάσιν ενθουσιασμόν και κοινή εγένετο νυν απόφασις περί ιερού πολέμου. Εντεύθεν ευθύς πολυπληθή στίφη υπό την αρχηγίαν διαφόρων μοναχών, και αυτού του Κουκουπέτρου, ή ιπποτών εξεχύθησαν εις τας ανατολικάς χώρας της Ευρώπης, μεταβαίνοντα εις την Παλαιστίνην. Αλλά τα πρώτα ταύτα άτακτα στίφη, παρεκτραπέντα εις πολλάς καθ' οδόν αταξίας, κατεστράφησαν άλλα μεν εν Ουγγαρία και εν Βουλγαρία υπό των κατοίκων των χωρών τούτων, άλλα δε (τα υπό τον Πέτρον), αφού διήλθον τας εν Ευρώπη Ελληνικάς επαρχίας και διεπεραιώθησαν τον Βόσπορον, εξωλοθρεύθησαν υπό του ξίφους των Σελτζούκων της Νικαίας. Το επόμενον έτος εξεκίνησαν εξ Ευρώπης τα κύρια σταυροφορικά στρατεύματα των ηγεμόνων και των ιπποτών, συγκείμενα το πλείστον εκ Γάλλων και Νορμανδών (της Γαλλίας και της Κάτω Ιταλίας). Ως σύμβολον οι στρατευόμενοι νυν υπέρ του Χριστού έφερον επί του δεξιού ώμου ερυθράν εικόνα του σταυρού, όθεν εκλήθησαν και σταυροφόροι. Οι ονομαστότατοι των αρχηγών της πρώτης ταύτης στρατείας ήσαν ο Λοθαρίγγιος Γοδεφρείδος ο Βουιλλώνος, ο Νέστωρ κληθείς της στρατείας (ένεκα της ηλικίας, της ανδρείας, της ευσεβείας και της πολιάς φρονήσεως), μετά των αδελφών αυτού Βαλδουίνου και Ευσταθίου, Ροβέρτος ο δουξ της εν Γαλλία Νορμανδίας, υιός του Γουλιέλμου του Κατακτητού (σελ. 154), Ροβέρτος ο κόμης Φλανδρίας, αδελφός του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου Α', Ραϊμούνδος ο κόμης Τολώσης, ο γνωστός ημίν εκ της Βυζαντινής ιστορίας Βοημούνδος ο υιός του Ροβέρτου Γυσκώρδου (σελ. 230) ως αρχηγός των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας και ο τούτου αδελφιδούς [169] Ταγκρέδος, ο Αχιλλεύς κληθείς της Σταυροφορίας ένεκα της ανδρείας αυτού, και ο επίσκοπος Αδείμαρος (έχων ως επισκοπήν την παρά τα Πυρηναία κειμένην Γαλλικήν πόλιν Puy), ο και πρώτος εκ των ηγεμόνων άρξας της στρατείας. Ούτος ως επίτροπος του Πάπα εθεωρείτο τιμητικώς αρχιστράτηγος• πράγματι δ' όμως ουδεμία υφίστατο αρχιστρατηγία. Ούτοι πάντες μετά των μαχητών αυτών εκ διαφόρων τόπων διά διαφόρων οδών διηυθύνθησαν εις Κωνσταντινούπολιν ως τόπον συνενώσεως. Ενταύθα δε, αφού υπεχρεώθησαν να δώσωσιν όρκον φεουδαλικής πίστεως εις τον Αλέξιον Α' (ωρκίσθησαν δηλονότι ότι των χωρών, άς έμελλον να κυριεύσωσιν από των Μωαμεθανών εν Ασία, ως ανηκουσών πρότερον εις το Ελληνικόν κράτος, υπέρτατον κυρίαρχον έμελλον να θεωρώσι τον Έλληνα αυτοκράτορα, αυτοί κυβερνώντες αυτάς ως φεουδαλικοί υποτελείς άρχοντες), διεπεραιώθησαν επί Ελληνικών πλοίων, ανερχόμενοι εις 400 περίπου χιλιάδας μαχητών, εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, και μετ' ολίγον επολιόρκησαν την πρωτεύουσαν του εν Μικρά Ασία Σελτζουκικού κράτους Νίκαιαν. Προχωρησάσης δε της πολιορκίας ο σουλτάνος του κράτους τούτου Κιλίτζ-αρσλάν Α' (υιός του Σουλεϊμάν, ίδε σελ. 226) παρέδωκε ταύτην ουχί εις τους Σταυροφόρους, αλλ' εις τον παρακολουθούντα μετά στρατού τους Σταυροφόρους αυτοκράτορα Αλέξιον (170). Τούτο δυσηρέστησε τοις αρχηγοίς των Σταυροφόρων, αλλ' ο Αλέξιος κατώρθωσε να εξευμενίση αυτούς δια δώρων. Οι δε Σταυροφόροι διέσχισαν νυν την Μικράν Ασίαν καθ' όλον το μήκος από της βορειοδυτικής άκρας προς την νοτιανατολικήν, πολλάς συγκροτούντες μάχας νικηφόρους προς τον Κιλίτζ-αρσλάν, αλλ' αποδεκατιζόμενοι και αυτοί. Εισελάσαντες δε (1087) εις την βόρειον Συρίαν κατέλαβον την Αντιόχειαν και εντεύθεν πορευόμενοι διά της παραλίας το πλείστον, εν μέσω πολλών ταλαιπωριών αφίκοντο (1098) εις την αγίαν πόλιν, την προ μικρού ανακτηθείσαν υπό του Φατιμίδου χαλίφου της Αιγύπτου, ήν και κατέλαβον εξ εφόδου και διέπραξαν δεινήν σφαγήν των Μωαμεθανών κατοίκων. Ίδρυσαν δε τότε και κράτος Χριστιανικόν καλέσαντες αυτό βασίλειον της Ιερουσαλήμ και βασιλέα εξέλεξαν τον Γοδεφρείδον Βουιλλώνος διανείμαντες εν εαυτοίς οι αρχηγοί τας κυριευθείσας χώρας ως φέουδα του βασιλείου. Το βασίλειον της Ιερουσαλήμ ιδρυθέν εν μέσω του μωαμεθανικού κόσμου και διατελούν εις πολέμους διηνεκείς προς τους μωαμεθανούς ηγεμόνας της Αιγύπτου και της Συρίας, διετηρήθη επί 100 περίπου έτη διά της διηνεκούς στρατιωτικής υπηρεσίας αυτών τούτων των εν Παλαιστίνη και Συρία Σταυροφόρων, και διά των εξ Ευρώπης διηνεκώς συρρεόντων νέων Σταυροφόρων, προ πάντων δε διά των εν Ιερουσαλήμ συγκροτηθέντων τότε μοναχικών ιπποτικών ταγμάτων των ενούντων τον βίον του Χριστιανού μοναχού προς τον του Χριστιανού ιππότου και μαχητού (σελ. 168). Τοιαύτα τάγματα μοναχικά συνεστάθησαν το των Ιωαννιτών (κληθέντων ούτως από του προστάτου του τάγματος αγίου Ιωάννου Προδρόμου) και το των Ναϊτών (κληθέντων ούτως εκ της κατοικίας αυτών, ούσης εγγύς του τόπου, ένθα ην το πάλαι ο ναός του Σολομώντος.

Αλλά ταύτα πάντα δεν ήρκουν ούτε εις την διατήρησιν του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ούτε εις την καθόλου προστασίαν του Χριστιανισμού εν Συρία και Παλαιστίνη. Και διά τούτο εγένοντο και άλλαι νέαι μεγάλαι σταυροφορίαι.

2. Δευτέρα Σταυροφορία.

Οι Σταυροφόροι πλην του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ίδρυσαν και άλλας εν Συρία ηγεμονίας, ιδίως την της Αντιοχείας (το δουκάτον κληθέν της Αντιοχείας), και της εν Μεσοποταμία Εδέσσης (ήν δεν αφήρεσαν από των Μωαμεθανών, αλλά κατέλαβον ούσαν Χριστιανικήν και αυτόνομον, την μόνην εν Μεσοποταμία μη υπό Μωαμεθανών κυριευθείσαν πόλιν). Αλλά την Έδεσσαν κατέλαβε και κατέστρεψε δεινώς (1144) ο Νουρεδδίν ηγεμών του Μοσούλ (Ασσυρίας), ενός των εν Μεσοποταμία και Συρία Σελτζουκικών φεουδαλικών κρατών (σελ. 226). Τούτο εξήγειρε μεγάλην αγανάκτησιν εν τη Ευρώπη, παρεσκευάσθησαν δε σταυροφορίαι γενόμεναι νυν υπό αρχηγίαν ουχί φεουδαρχών ηγεμόνων, ως η πρώτη σταυροφορία, αλλ' αυτού του αυτοκράτορος Κορράδου Γ', στρατεύσαντος μετά 70 χιλ. ιπποτών Γερμανών, και του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ', άγοντος και τούτου σημαντικόν στρατόν ιπποτών Γάλλων. Οι Σταυροφόροι ούτοι διελθόντες τας Ευρωπαϊκάς Ελληνικάς επαρχίας (1147) αφίκοντο εις Κωνσταντινούπολιν επί του βασιλέως Μανουήλ Α', προς όν περιήλθον και εις εχθρικάς σχέσεις, μη λαβούσας μείζονας διαστάσεις ιδίως ένεκα της φρονήσεως, ήν έδειξεν ο Λουδοβίκος Ζ'. Από Κωνσταντινουπόλεως μετέβησαν εις Ασίαν και μετά πολλάς κατά την οδόν ταλαιπωρίας, καθ' άς απώλετο μέγιστον μέρος ιδίως του Γερμανικού στρατού, μικρά μόνον λείψανα του στρατού αφίκοντο εις Συρίαν και επολιόρκησαν την Δαμασκόν άνευ αποτελέσματος. Ο Κορράδος Γ' και ο Λουδοβίκος επέστρεψαν μετ' ολίγον (τω 1149) εις την Ευρώπην ουδέν πράξαντες έργον άξιον λόγου.

3. Τρίτη Σταυροφορία.

{238} Εν τω μεταξύ εν Αιγύπτω η δυναστεία των Φατιμιδών χαλιφών κατελύθη υπό του γενναίου Κούρδου το γένος στρατηγού Σαλαδίνου. Ούτος γενόμενος κύριος του Αίγυπτιακού κράτους υπέταξε την χώραν υπό την πνευματικήν αρχήν του εν Βαγδατίω Αββασίδου χαλίφου, αυτός εν ονόματι αυτού ως σουλτάνος κυβερνών την χώραν (1175). Ο Σαλαδίνος εστράτευσεν είτα εναντίον του βασιλείου της Ιερουσαλήμ και μετά την νίκην, ήν ήρατο παρά την Τιβεριάδα λίμνην (1187), κατέλαβε την Ιερουσαλήμ• ούτω δε των Χριστιανών το κράτος περιωρίσθη μόνον εις την βόρειον Παλαιστίνην. {239} Το γεγονός τούτο ακουσθέν εν Ευρώπη προυκάλεσε την τρίτην Σταυροφορίαν, ής ηγέται εγένοντο ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, ο βασιλεύς της Γαλλίας Φίλιππος Β' ο Αύγουστος και ο βασιλεύς της Αγγλίας Ριχάρδος Α'. Και ο μεν Φρειδερίκος μετά στρατού 40 χιλ. περίπου μαχητών ήλθε διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον (1189) και διαπεραιωθείς εις την Ασίαν προήλασε νικηφόρως εις τα ένδον της μικράς Ασίας και νικήσας τους Σελτζούκους κατέλαβε την πρωτεύουσαν αυτών Ικόνιον. Αλλά γενόμενος είτα εν Κιλικία κατά την διάβασιν του ποταμού Καλυκάδνου (Σαλέφ) παρασυρθείς επνίγη. Το πλείστον του Γερμανικού στρατού επέστρεψε τότε οίκαδε• μικρόν δε μέρος μετέβη εις Συρίαν, ένθα ηνώθη προς τους άλλους Σταυροφόρους. Το μόνον άξιον λόγου αποτέλεσμα της στρατείας του Φρειδερίκου Α' υπήρξεν η κατά ταύτην συγκρότησις του Τευτονικού λεγομένου νέου μοναχικού ιπποτικού τάγματος, όπερ ειργάσθη υπέρ της διαδόσεως του Χριστιανισμού ουχί εν Παλαιστίνη, αλλ' εν τοις παρά την Βαλτικήν θάλασσαν Σλαυικαίς χώρας.

Ο δε ηνωμένος στρατός των Γάλλων και των Άγγλων ανερχόμενος εις 100 χιλ. μαχητών αποπλεύσας εκ Μασσαλίας και Γενούης αφίκετο εις Μεσσήνην της Σικελίας. Εντεύθεν δε έπλευσαν εις τα παράλια της Φοινίκης (οι Άγγλοι κατά τον πλουν τούτον αφήρεσαν από των Ελλήνων την Κύπρον, ής ο διοικητής Ισαάκιος είχεν αποστή από του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Ισαακίου Αγγέλου), ένθα επολιόρκησαν και εξεπόρθησαν το ισχυρόν φρούριον Πτολεμαΐδα. Μετά τούτο δε πολλάς συνεκρότησαν μάχας προς τον Σαλαδίνον και ικανάς ανεκτήσαντο πόλεις εν Παλαιστίνη, αλλά της Ιερουσαλήμ δεν κατώρθωσαν την ανάκτησιν. Τέλος δε συνωμολόγησαν ανακωχήν τριετή προς τον Σαλαδίνον, επιτρέπουσαν τοις Χριστιανοίς προσκυνηταίς την ειρηνικήν εις Ιερουσαλήμ μετάβασιν.

4. Αι λοιπαί Σταυροφορίαι.

Περί της τετάρτης ή Λατινικής καλουμένης Σταυροφορίας δεν ποιούμεθα λόγον ενταύθα, διότι αύτη παρεκτραπείσα του σκοπού εστράφη κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επήνεγκε την υπό των Φράγκων κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη ιστορία του Ελληνικού κράτους.

Εννέα έτη μετά την τετάρτην λεγομένην Σταυροφορίαν εγένετο τω 1212 η λεγομένη Σταυροφορία των παίδων.

Κατά ταύτην χιλιάδες παίδων από Γερμανίας και από Γαλλίας συναχθέντες υπό μοναχών απεδήμησαν εις την Αγίαν Γην. Αλλ' οι μεν πλείστοι τούτων ετελεύτησαν εκ των ταλαιπωριών της οδού, οι δε υπολειφθέντες άπρακτοι επέστρεψαν οίκαδε.

Τω 1217 εγένετο άλλη Σταυροφορία υπό τον βασιλέα των Ούγγρων Ανδρέαν Β'. Οι Σταυροφόροι ούτοι ενωθέντες μετά των εν Παλαιστίνη Σταυροφόρων εκυρίευσάν τινα φρούρια εν Γαλιλαία και ιδίως το επί του όρους Θαβώρ οχυρόν φρούριον, μεθ' ό επέστρεψαν οίκαδε τω 1218.

{240} Πάσαι αύται αι μικραί Σταυροφορίαι ως και η τω 1229 γενομένη εις Αίγυπτον άνευ αποτελέσματος διαρκούς σταυροφορία πολλών Βελγών και Ολλανδών δεν λογίζονται εν ταις μεγάλαις Σταυροφορίαις. Πέμπτη δε Σταυροφορία καλείται η τω 1229 υπό του αυτοκράτορος Φρειδερίκου Β' (εγγόνου του Φρειδερίκου Α', σελ. 239) γενομένη, καθ' ήν ο αυτοκράτωρ ούτος υπεχρέωσε τον Αιγύπτιον σουλτάνον Καμίλ (έγγονον του Σαλαδίνου) να παραδώση αυτώ την Ιερουσαλήμ, την Βηθλεέμ και τη Ναζαρέτ, εστέφθη δε (1229) και εν Ιερουσαλήμ ως βασιλεύς (του βασιλείου της Ιερουσαλήμ). Αλλ' η ανάκτησις αύτη της αγίας πόλεως δεν ενίσχυσε το κράτος των χριστιανών. Η Ιερουσαλήμ κατελήφθη αύθις τω 1244 υπό των Χοβαρεσμίων, έπειτα δε υπό Αιγυπτίων μωαμεθανών (ίδ. κατωτέρω).

Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ', ο επικαλούμενος Άγιος, επεχείρησε δυο Σταυροφορίας• την μεν τω 1248 εις Αίγυπτον (έκτην Σταυροφορίαν) ίνα εξαναγκάση τον Σουλτάνον της Αιγύπτου να παραδώση την Ιερουσαλήμ, την δε τω 1270 εις Τύνητα. Αλλ' εν μεν τη πρώτη μετά τινας επιτυχίας συνελήφθη αιχμάλωτος και ηλευθερώθη επί λύτροις, εν δε τη δευτέρα, ήτις εγένετο επί τη ελπίδι της εις τον Χριστιανισμόν προσαγωγής των Τυνησίων, απέθανεν υπό νόσου (1270).

Εν τω μεταξύ κατελύθη εν Αιγύπτω η δυναστεία του οίκου του Σαλαδίνου (των Εγιουβιδών Σουλτάνων, ως καλούνται ούτοι από του πατρός του Σαλαδίνου Εγιούπ) υπό των Μαμελούκων (171), οίτινες ίδρυσαν ιδίαν δυναστείαν Σουλτάνων. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι κατέλυσαν οριστικώς το εν Παλαιστίνη και Συρία χριστιανικόν Φραγκικόν κράτος καταλαβόντες αλλεπαλλήλως την Αντιόχειαν (1268), Τρίπολιν (1289), Τύρον και Πτολεμαΐδα (1291). Τω 1300 δεν υπήρχε κτήσις χριστιανική εν Συρία και Παλαιστίνη και αμφότεραι αύται αι χώραι ήσαν υποτεταγμέναι εξ ολοκλήρου εις τους Μαμελούκους μωαμεθανούς σουλτάνους της Αιγύπτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ. Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

1. Ο βασιλεύς Ισαάκιος (Β') Άγγελος (1185-1195). Αλέξιος Γ' (1195-1203).

Ο τω 1185 ανελθών εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως Ισαάκιος Β' ήτο ανήρ αδρανής και ανίκανος, το δε πρώτον ευτυχές γεγονός της βασιλείας αυτού, την ήτταν και την καταστροφήν των εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως στρατευσάντων Νορμανδών, την προελθούσαν εκ της ευνοίας μάλλον της τύχης (εκ της τρικυμίας) ή εκ της δυνάμεως και ενεργείας του βασιλέως, διεδέξαντο πολλά ατυχήματα.

Το δεύτερον έτος της βασιλείας αυτού (1186), οι Βούλγαροι, οι από 200 περίπου ετών διατελούντες υπήκοοι του κράτους, πιεζόμενοι υπό φόρων βαρέων επανέστησαν και ενωθέντες μετά των πέραν του Δανουβίου οικουσών Βλαχικών νομαδικών φυλών ίδρυσαν νέον φοβερόν Βουλγαροβλαχικόν κράτος, αποβάν κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος. Και άλλαι δε εγένοντο στάσεις και αποστασίαι εν άλλαις επαρχίαις του κράτους και ιδίως εν Κύπρω, επενεγκούσαι την απώλειαν της μεγάλης ταύτης νήσου. Την αδράνειαν δε της κυβερνήσεως του Ισαακίου Β' και την επικρατούσαν κατ' αυτού δυσαρέσκειαν επωφελούμενος ο του βασιλέως αδελφός Αλέξιος Άγγελος εξέβαλεν αυτόν του θρόνου διά συνωμοσίας και τυφλώσας ενέκλεισεν εν φυλακή (1195). Αλλά και ο Αλέξιος Γ', ο διά τοιαύτης ασεβούς πράξεως ανελθών εις τον θρόνον, ουδαμώς εφάνη κρείττων του αδελφού εν τη κυβερνήσει του κράτους και ουδέν έπραξεν υπέρ του κράτους, εξωτερικώς τουλάχιστον, δικαιολογούν τον τρόπον, καθ' όν κατέλαβε την αρχήν. Στάσεις εν ταις επαρχίαις και Βουλγάρων επιδρομαί εξηκολούθουν και επ' αυτού αυξάνουσαι την του κράτους ασθένειαν. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο του εκβληθέντος του θρόνου βασιλέως υιός και του Αλεξίου αδελφιδούς Αλέξιος (Δ') κατώρθωσε να φύγη από Κωνσταντινουπόλεως (1201), όπως ζητήση βοήθειαν εν Ευρώπη υπέρ του εκπτώτου πατρός και υπέρ εαυτού εναντίον του Αλεξίου Γ'. Μεταβάς δε εις Γερμανίαν προς τον επ' αδελφή γαμβρόν αυτού Φίλιππον τον δούκα Σουηβίας επέμφθη υπ' αυτού μετά συστάσεων προς τους Βενετούς (172), καθ' όν ακριβώς χρόνον συνωμολόγουν ούτοι συνθήκην μετά των Σταυροφόρων (της Δ' Σταυροφορίας) ίνα μεταβιβάσωσιν αυτούς επί πλοίων Βενετικών εις Παλαιστίνην (1203).

2. Στρατεία των Σταυροφόρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως.