Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 21

Chapter 2178 wordsPublic domain

Οι Άραβες, ών εν μέσω περί τας αρχάς του 7 μ. Χ. αιώνος εγεννήθη ο Μωαμεθανισμός, επί 2 αιώνας και επέκεινα υπήρξαν οι φοβεροί σημαιοφόροι της νέας θρησκείας. Δι' αυτών αύτη εξετάθη από των ερήμων της Πετραίας Αραβίας, ένθεν μεν διά της βορείου Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού και των Πυρηναίων, ένθεν δε διά Συρίας, Ασσυρίας, Μηδίας και Περσίας μέχρι του Ώξου και του Ινδού. Οι Άραβες κατέστρεψαν το Περσικόν κράτος, ηκρωτηρίασαν δεινώς το Ελληνικόν, και προσβαλόντες αυτό εν τη καρδία αυτού, δεν κατώρθωσαν να κατενέγκωσι θανάσιμον πληγήν. Και αφού επί των τεσσάρων πρώτων αιρετών Χαλιφών, είτα δε διά δύο αλλεπαλλήλους αρξάντων δυναστικών οίκων (Ουμμεϊαδών και Αββασιδών) ανέπτυξαν όλην την δύναμιν του Αραβικού Μωαμεθανισμού επί δύο ολοκλήρους αιώνας, από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος εισήλθον οριστικώς εις την περίοδον της παρακμής και αδυναμίας. Η αδυναμία αύτη προυχώρει αυξανομένη ακριβώς, καθ' ούς χρόνους το Ελληνικόν κράτος ετάσσετο υπό την ισχυράν Μακεδονικήν καλουμένην δυναστείαν, την αναδείξασαν τοσούτους μεγάλους βασιλείς και στρατηγούς. {222} Η από των μέσων δε του 8 μ. Χ. αιώνος αρξαμένη διαίρεσις του ενιαίου μεγάλου Χαλιφικού κράτους διά της ιδρύσεως χαλιφικού Ισπανικού κράτους (σελ. 177) έλαβεν ευρυτέρας διαστάσεις κατά τον επόμενον αιώνα, ότε ολόκληρος η βόρειος Αφρική απεχωρίσθη του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών διά της εν ταις χώραις ταύταις ιδρύσεως νέας δυναστείας χαλιφικής, της των Φατιμιδών, δυναστείας δηλονότι απ' αυτού του Προφήτου καταγομένης. Η νέα χαλιφεία επί αιώνα ήνθησεν εν Αιγύπτω, εκείθεν άρχουσα της Β. Αφρικής.

Το κράτος των Αββασιδών χαλιφών του Βαγδατίου, των εκπροσωπούντων κυρίως την δύναμιν του Ισλάμ περιωρίσθη εις Ασίαν. Αλλά και ενταύθα από των αρχών του 10 αιώνος η εξουσία του Χαλίφου και η ενότης του κράτους κατέστησαν εικονικαί. Οι διοικηταί, ήτοι Αμίραι (ή Αμηράδες), των επαρχιών κατέστησαν κατ' ουσίαν ανεξάρτητοι, και το χαλιφικόν κράτος κατεκερματίσθη εις πλήθος μικρών κρατών, ών οι Αμίραι κατά τύπον και κατ' όνομα ανεγνώριζον την αρχήν του Χαλίφου• ιδρύθησαν δε και κράτη πειρατικά ανεξάρτητα εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω, ως το της Κρήτης. Ταύτην δε την κατάστασιν ακριβώς επωφελούμενοι οι μεγάλοι Έλληνες βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας ανεκτήσαντο από των μωαμεθανών τοσαύτας εν Μεσοποταμία, Συρία, Αρμενία και παρά τον Καύκασον χώρας• και περί τας αρχάς δε του 11 αιώνος εφαίνετο το Ελληνικόν κράτος αναλαμβάνον σχεδόν τα επί του Ηρακλείου προ της εμφανίσεως του Ισλάμ εν Ασία όρια αυτού εν μέσω του προς εαυτό διηρημένου και τεταπεινωμένου χαλιφικού κράτους. Αλλ' ακριβώς κατά τους χρόνους εκείνους επήλθεν απότομος και ριζική μεταβολή πραγμάτων, επενεγκούσα εντός βραχυτάτου χρόνου την ολοσχερή σχεδόν εν Ασία κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους και την εκ νέου φοβεράν κραταίωσιν του Ισλάμ εν τη ηπείρω ταύτη. Η τοιαύτη απότομος μεταβολή δεν προήλθεν απλώς εκ του ότι μετά τον Βασίλειον Β' δεν εφάνησαν επί τινα χρόνον εν τω Ελληνικώ κράτει μεγάλοι βασιλείς και στρατηλάται, ουδ' εκ του ότι το χαλιφικόν κράτος ανέδειξε τοιούτους άνδρας, αλλ' εκ νέας όλως νεωστί παραχθείσης εν τω Ασιατικώ Ισλάμ και κόσμω μεταβολής. Το Αραβικόν μωαμεθανικόν κράτος παρήκμασε και εξησθένησεν, αλλά δεν εξησθένησε μετ' αυτού και το Ισλάμ. Τουναντίον, όπως ο από του 4 αιώνος εν τη Δυτική Ευρώπη πολιτικώς και στρατιωτικώς εξασθενήσας Λατινικός Χριστιανισμός ανεζωογονήθη υπ' αμφοτέρας τας επόψεις διά των βαρβάρων Γερμανικών φυλών, αίτινες έμπλεοι σφρίγους ενεφανίζοντο εν τη ιστορία• ούτω και εν Ασία από του 11 αιώνος ο Μωαμεθανισμός, ο εν τοις Άραψι στρατιωτικώς και πολιτικώς παρακμάσας και εξασθενήσας, ανεβίω εν άλλοις Ασιατικοίς λαοίς και διά των λαών τούτων. Δύο δε λαοί εν Ασία, πλην των Αράβων, εδέξαντο το Ισλάμ οι Πέρσαι και οι Τούρκοι.

Τούτων οι μεν Πέρσαι, όντες σπουδαίος οπωσδήποτε ιστορικός λαός και ίδιον έχοντες πολιτισμόν δι' αιώνων αναπτυχθέντα, ετήρησαν απέναντι του Ισλάμ εν αρχή θέσιν όλως παθητικήν, αναγκασθέντες ούτω ν' αποβάλωσι την αρχαίαν αυτών θρησκείαν και μέρος του αρχαίου βίου. Αλλά χρόνου προϊόντος ο Περσικός βίος ανεγεννήθη εν τω Ισλάμ διατηρών μεν την μωαμεθανικήν θρησκείαν, αλλ' αναζωογονήσας και την εθνικήν συνείδησιν, και εν ταύτη ίδιον αναπτύξας βίον εθνικόν, ιδίαν φιλολογίαν, τέχνην και ποίησιν. Η τοιαύτη εν τω Ισλάμ αναβίωσις του Περσικού βίου εξετάθη και επί τον χώρον τον πολιτικόν, και από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε ήρξατο η εξασθένησις της κεντρικής εξουσίας της Χαλιφείας, ιδρύθησαν εν ταις αρχαίαις Περσικαίς χώραις πολλαί μωαμεθανικαί Περσικαί δυναστείαι και κράτη, μεγάλως προαγαγόντα τον μωαμεθανικόν πολιτισμόν. Αλλ' η καθόλου πολιτική ανάπτυξις των Περσών υπήρξε περιορισμένη. Ουδέν των μωαμεθανικών Περσικών κρατών συνέλαβε την μεγάλην μωαμεθανικήν ιδέαν του υποτάξαι τον κόσμον εις το Ισλάμ η δε κατακτητική αυτών ορμή υπήρξεν ασθενής. Και αυτά δε τα Περσικά μωαμεθανικά κράτη, άτινα υπήρξαν εν μέρει κατακτητικά, είχον δυναστείαν ηγεμονικήν Τουρκικήν. {224} Τοιούτον λ. χ. κράτος υπήρξε το κατά τον 10 αιώνα ιδρυθέν και κατά τον 11 αιώνα σφόδρα ακμάσαν κράτος των _Γασναυιδών_, όπερ ιδρυθέν εν τω νυν Αφγανιστάν εξετάθη εκείθεν επί του μεγάλου _σουλτάνου_ Μαχμούτ Γασναυή επί μέγα μέρος της Ινδικής και διέδωκεν εν τη χώρα ταύτη, τον Μωαμεθανισμόν. Καθόλου όμως ο Περσικός Μωαμεθανισμός δεν εμεγαλούργησε πολιτικώς, αλλά πνευματικώς, παραγαγών ιδίως ποίησιν πλουσιωτάτην και μεγάλους ποιητάς και αριστουργήματα επικής και λυρικής ποιήσεως. Ο μέγας Πέρσης επικός ποιητής Φερδουσί (ακμάσας κατά τον 11 αιώνα), ο Όμηρος των Περσών, και ο μέγας λυρικός Σααδί (ακμάσας κατά τας αρχάς του 13 αιώνος) εισίν οι μεγάλοι αντιπρόσωποι της τοιαύτης ακμής της Περσικής ποιήσεως. Αλλά το έργον της πολιτικής και στρατιωτικής αναζωογονήσεως και νέας κοσμοκρατορικής ορμής και κινήσεως του Ισλάμ έλαχεν εις άλλην φυλήν Ασιατικήν ήττον πεπολιτισμένην, αλλά και νεαρωτέραν, και υπό ισχυροτέρου σφρίγους κατεχομένην, και φύσει πολεμικωτέραν και αρχικωτέραν. Ήτο δε η φυλή αύτη η Τουρκική.

Οι Τουρκικοί ή, ως λέγονται συνηθέστερον εν τη εθνολογία και τη γλωσσική, Τουρανικοί λαοί, αποτελούντες γλωσσικήν ενότητα εκτεινομένην από των ακτών της Βαλτικής μέχρι των ακτών της Σινικής θαλάσσης, διαιρούνται ανθρωπολογικώς εις λευκούς, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τούρκους, τους οικούντας εν τη Μέση και τη Δυτική Ασία και εν τη βορείω και τη ανατολική Ευρώπη, και κιτρίνους, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τα(ρ)τάρους και Μογγόλους, τους οικούντας εν τη βορειανατολική Ασία. Ονομαστότεροι εν τη ιστορία απέβησαν ανέκαθεν οι Τούρκοι.

Εν Ευρώπη ώκουν Τουρκικοί λαοί προ αμνημονεύτων χρόνων εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, καλούμενοι Φίννοι (ίδε σημ. 117) και σποράδην εν ταις νυν Ρωσικαίς Ευρωπαϊκαίς χώραις• εν Ασία δε ιδίως εν ταις προς ανατολάς της Κασπίας χώραις. Πολλοί δε των λαών τούτων, ως είδομεν, μετενάστευσαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους εις Ευρώπην. Πάντες δε οι εν Ευρώπη Τουρκικοί λαοί, οι τε αρχαίοι ιθαγενείς Φίννοι και οι εξ Ασίας μεταναστάντες Βούλγαροι, Χάζαροι, Μαγιάροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, Κουμάνοι, όντες εν αρχή βάρβαροι κτισματολάτραι ή έχοντες την θρησκείαν των μάγων, εγένοντο χριστιανοί. Οι δε εν Ασία, οίτινες, ως είδομεν, ίδρυσαν μέγα κράτος κατά τον 6 μ. Χ. διαλυθέν κατά τον 9 αιώνα, έμενον μέχρι του 10 αιώνος κτισματολάτραι ή οπαδοί της θρησκείας των μάγων. Χριστιανισμός εισεχώρησεν εις αυτούς από του 6 μ. Χ. αιώνος, ιδίως ο Νεστοριανός Χριστιανισμός από των εν Περσία Νεστοριανών μεταδοθείς, και ικαναί φυλαί Τουρκικαί από του 6 μέχρι του 11 αιώνος είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν. Αλλ' η από του 7 μ. Χ. αιώνος εν ταις Περσικαίς χώραις διαδοθείσα και εμπεδωθείσα μωαμεθανική θρησκεία διεδόθη κατά τους επομένους αιώνας και εν ταις Τουρκικαίς χώραις. Μία δε των Τουρκικών φυλών, η δεξαμένη τον Μωαμεθανισμόν κατά τον 11 αιώνα, είναι η ισχυρά φυλή των Σελτζούκων, ούτω κληθείσα υπό του γενάρχου Σελτζούκου. Η φυλή αύτη προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και ίδρυσεν ισχυρόν μωαμεθανικόν κράτος, καλούμενον Σελτζουκικόν, καταστάν ονομαστότατον εν τη ιστορία του τε Ισλάμ και του Ελληνικού κράτους.

19. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι.

Πρώτος ονομαστός ηγεμών των επί Σελτζούκου ήδη ή βραδύτερον εις τον Μωαμεθανισμόν προσελθόντων Σελτζούκων είναι ο του Σελτζούκου εγγονός Τογρούλ βέης (163). Επί τούτου οι Σελτζούκοι μεταβάντες εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις τας εντεύθεν του ποταμού τούτου Ιρανικάς ή Περσικάς χώρας ίδρυσαν εν Περσία κράτος Τουρκικόν ισχυρόν υπό ηγεμόνας καλουμένους Σουλτάνους (164), καταλύσαντες τας εν ταις Περσικαίς χώραις Περσικάς μωαμεθανικάς δυναστείας. Ο χαλίφης του Βαγδατίου ανέθηκεν εις τον Τογρούλ βέην την διοίκησιν του όλου χαλιφικού κράτους, ονομάσας αυτόν «βασιλέα Ανατολής και Δύσεως» και επίτροπον του Χαλίφου. {226} Επί του Τογρούλ βέη, συγχρόνου του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου, εγένοντο αι πρώται μεταξύ των Σελτζούκων και των Ελλήνων εν Αρμενία πολεμικαί συγκρούσεις, καθ' άς οι Έλληνες απώλεσαν μέρος των Αρμενικών αυτών κτήσεων. Τον Τογρούλ βέην θανόντα τω 1063 διεδέξατο ο γενναίος ανεψιός αυτού Αλπ-αρσλάν (1063-1075). Επί τούτου δε τα πολυπληθή των μωαμεθανών Σελτζούκων στίφη μετά φανατισμού νεοφωτίστων μωαμεθανών εισέβαλον ως κατακτηταί από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν και εκυρίευσαν άπαν το ανατολικόν τμήμα της Ελληνικής ταύτης χερσονήσου μεθ' όλην την γενναίαν αντίστασιν, ήν αντέταξεν αυτοίς ο γενναίος βασιλεύς Ρωμανός Δ' ο Διογένης. Ταυτοχρόνως δε οι Σελτζούκοι κατέλαβον πάσαν την Μεσοποταμίαν (πλην της Εδέσσης) και πάσαν την προ ενός αιώνος υπό των Ελλήνων ανακτηθείσαν Συρίαν (μετά της Αντιοχείας). Και η Παλαιστίνη, ήν είχον προ μικρού προσαρτήσει εις το κράτος αυτών οι Φατιμίδαι της Αιγύπτου (σελ. 222-223), κατελήφθη νυν υπό των Σελτζούκων. Επί του υιού και διαδόχου του Αλπ-αρσλάν Μαλέκ-σαχ οι Σελτζούκοι εξέτειναν τας εν Μικρά Ασία κατακτήσεις μέχρι Βιθυνίας και των ακτών της Προποντίδος και του Αιγαίου, το δε κράτος των Σελτζούκων ανήλθεν εις το ύψιστον σημείον της δυνάμεως αυτού, εκτεινόμενον από του Ώξου και του Ινδού μέχρι Αιγύπτου και των Ασιατικών ακτών της Προποντίδος, των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μαλέκ-σαχ άρχων αυτός εν Περσία τας μεμακρυσμένας χώρας του κράτους Μικράν Ασίαν, Μεσοποταμίαν και Συρίαν κατέστησεν ίδια φεουδαλικά κράτη (σελ. 164) κυβερνώμενα κληρονομικώς υπό των συγγενών αυτού. Τότε δε και αι εν Μικρά Ασία από των Ελλήνων κυριευθείσαι χώραι απετέλεσαν ίδιον κράτος υποτελές τω Σελτζούκω σουλτάνω, δοθέν ως φέουδον εις τον συγγενή του Μαλέκ-σαχ Σουλεϊμάν τον Σελτζούκον. Ο Σουλεϊμάν κατέστησε πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την περίφημον Νίκαιαν της Βιθυνίας (1080)• διά τούτο δε και το κράτος το Σελτζουκικόν εκλήθη εν αρχή κράτος της Νικαίας. Ούτω περί τα τέλη του 11 αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι έστησαν την έδραν του κράτους αυτών εις ολίγων ωρών από του Βοσπόρου και της Κωνσταντινουπόλεως απόστασιν, τα δε ύδατα της ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου πελάγους διεσχίζοντο υπό πειρατικών πλοίων Τουρκικών. Αλλ' είναι ήδη ανάγκη να επανέλθωμεν εις την Βυζαντινήν ιστορίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ

1. Το τέλος της Μακεδονικής δυναστείας.

Ο Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος εβασίλευσε μέχρι του 1054. Επειδή δε η Ζωή είχε τελευτήσει πρότερον, μόνη κληρονόμος της αρχής έμεινε νυν η Θεοδώρα, ήτις και μέχρι νυν ήτο συνάρχουσα τη τε Ζωή και τω Κωνσταντίνω. Εκυβέρνησε δε το κράτος η Θεοδώρα μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Θ' μόνον δύο έτη, καθ' ά ουδέν ιδιαίτερον συνέβη άξιον λόγου. Μετά της Θεοδώρας δε αποθανούσης τω 1056 εξέλιπε και η Μακεδονική δυναστεία.

2. Μιχαήλ ΣΤ' ο Στρατιωτικός (1056-1057). Ισαάκιος ο Κομνηνός (1057-1059). Κωνσταντίνος Ι' ο Δούκας (1059-1067). Διογένης Ρωμανός Δ' (1068-1071) και Μιχαήλ Ζ' (1071-1078).

Μετά τον θάνατον της Θεοδώρας και την έκλειψιν του Μακεδονικού οίκου, δύο μερίδες ήριζον περί της αρχής, η των πολιτικών και η των στρατιωτικών. Η πρώτη μερίς, ήτις ήρχεν επί της Θεοδώρας, ανεβίβασεν επί τέλους εις τον θρόνον τον γηραιόν και αδρανή Μιχαήλ ΣΤ', τον επικαλούμενον Στρατιωτικόν. Αλλ' η μερίς η στρατιωτική θεωρούσα τούτον όλως ανίκανον εν μέσω της σοβαράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και ιδίως του από Τούρκων κινδύνου, απεμάκρυνεν αυτόν μετ' ολίγους μήνας και ανεβίβασεν εις τον θρόνον τον γενναίον στρατιωτικόν άνδρα Ισαάκιον τον Κομνηνόν (1057). Ο Ισαάκιος εβασίλευσε δύο μόνον έτη, καθ' ά επολέμησεν επιτυχώς εναντίον των Ούγγρων και των Πατσινάκων και υπεχρέωσεν αμφοτέρους να διάγωσιν εν ειρήνη προς το κράτος. {227} Συνέστησε δε ως διάδοχον αυτού επί του θρόνου τον άνδρα, όν εθεώρει άριστον προς τας περιστάσεις, τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Ούτος μετά τον θάνατον του Ισαακίου γενόμενος βασιλεύς έδειξε μεν αρετάς πολιτικώς, αλλά στρατιωτικώς εφάνη ανίκανος να υπερασπίση το κράτος ιδίως εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, οίτινες υπό τον μέγαν Σουλτάνον αυτών Αλπ-αρσλάν ήρξαντο τότε να εισβάλλωσιν εις την Μικράν Ασίαν. Διέπραξε δε ο Κωνσταντίνος Ι' και το μέγιστον σφάλμα να καταλίπη διά διαθήκης την βασιλικήν αρχήν εις τους τρεις υιούς αυτού και να καταστήση κηδεμόνα αυτών και επίτροπον της αρχής την λογίαν γυναίκα αυτού βασίλισσαν Ευδοκίαν, καθ' όν χρόνον το κράτος είχεν ανάγκην κυβερνητών γενναίων στρατιωτικών ανδρών. Αλλά προς ευτυχίαν του κράτους μικρόν μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Ι' (1067) ο γενναίος στρατιωτικός Ρωμανός Διογένης κατηγορηθείς επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας, καθ' όν χρόνον εδικάζετο εφείλκυσε την προσοχήν της Ευδοκίας διά του ανδρικού παραστήματος και του αρρενωπού κάλλους αυτού ως και διά του τρόπου, καθ' όν ανέμνησε τους δικαστάς τα υπ' αυτού υπέρ του κράτους πεπραγμένα• ούτω δε από κατηγορουμένου και υποδίκου υψώθη εις τον θρόνον υπ' αυτής της Ευδοκίας, καταστησάσης αυτόν σύζυγον και συμβασιλέα παρά την ένορκον υπόσχεσιν ήν είχε δώσει αύτη τω Κωνσταντίνω Ι', ότι δεν έμελλε να έλθη προς ουδένα εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν.

Ο Διογένης κατά τα τρία έτη της βασιλείας αυτού εφάνη αληθής ήρως αγωνισάμενος γενναιότατα μετά σμικρών στρατιωτικών δυνάμεων, και τούτων από μισθοφόρων Νορμανδών και άλλων βαρβάρων συγκειμένων (165), εναντίον των πολυπληθών και άριστα συγκεκροτημένων και πολεμικωτάτων στρατιών του Αλπ-αρσλάν. Διά δύο μεγάλων στρατειών, άς επεχείρησεν εναντίον του Αλπ-αρσλάν, υπερήσπισε τας εν Ασία ελληνικάς κτήσεις και απώθησε σχεδόν τους Τούρκους πέραν των ορίων της Μικράς Ασίας. Αλλ' εν τω τρίτω πολέμω, εισβαλών επιθετικός εις την Αρμενίαν, ηττήθη εν μάχη τινί και ηρωικώς μαχόμενος και τραυματισθείς συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο μεγάθυμος σουλτάνος των Σελτζούκων Αλπ-αρσλάν, θαυμάσας την γενναιότητα του ανδρός και επαξίως τιμών αυτήν ηξίωσε τον Διογένην βασιλικών τιμών και συνωμολόγησε προς αυτόν ειρήνην, αποδούς πάσαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν, αρκεσθείς δε μόνον εις υπόσχεσιν χρηματικής αποζημιώσεως (ή λύτρων του βασιλέως), και ταύτης διδομένης απλώς διά του βασιλικού λόγου του Ρωμανού. Έδωκε δε τω βασιλεί Διογένει και στολήν και φρουράν βασιλικήν. Αλλ', ενώ ο Ρωμανός επέστρεφεν ούτω διά της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, οι ενταύθα συγγενείς του οίκου Δούκα, ο του Κωνσταντίνου Ι' αδελφός Ιωάννης Δούκας και οι περί αυτόν, επωφεληθέντες την περί αιχμαλωσίας του βασιλέως είδησιν, εκήρυξαν αυτόν έκπτωτον και ανεβίβασαν εις τον θρόνον τον πρεσβύτατον του Κωνσταντίνου Ι' υιόν Μιχαήλ Ζ', πέμψαντες δε στρατόν κατά του Διογένους ηνάγκασαν αυτόν να παραιτηθή την βασιλικήν αρχήν επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής αυτού. Αλλ' ο Ρωμανός Διογένης συλληφθείς είτα παρανόμως εξωρύχθη τους οφθαλμούς και απέθανεν οικτρώς εκ της από του παθήματος τούτου επελθούσης φρικτής νόσου, γενναίως μέχρι τέλους τα πάντα υπομείνας.

Η βασιλεία του Μιχαήλ Ζ', του επικληθέντος Παραπινακίου (166), υπήρξε και εσωτερικώς και εξωτερικώς λίαν ασθενής. Και ενώ αυτός ο βασιλεύς έχων πρωθυπουργόν τον σοφώτατον εν τοις γράμμασιν άνδρα των τότε χρόνων Μιχαήλ τον Ψελλόν, τον και διδάσκαλον αυτού γενόμενον, ησχολείτο μόνον εις ανάγνωσιν βιβλίων και εις σύνθεσιν στίχων εμμέτρων, οι Τούρκοι συνεπλήρουν την κατάκτησιν της Μικράς Ασίας. Οι Σελτζούκοι του Αλπ-αρσλάν, μετά την καθαίρεσιν του Ρωμανού, ώρμησαν αύθις εις την Μικράν Ασίαν, απαλλαγέντες της συνομολογηθείσης προς τον βασιλέα εκείνον ειρήνης. Αποθανόντος δε τω 1072 του Αλπ-αρσλάν, επί του υιού και διαδόχου αυτού Μαλέκ-σαχ (σελ. 226) ο τούτου συγγενής Σουλεϊμάν κατελάμβανε το πλείστον της Μικράς Ασίας, καθιστών την Νίκαιαν πρωτεύουσαν του ενταύθα Σελτζουκικού κράτους.

Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως επαναστάσεις εξερράγησαν εναντίον του Μιχαήλ Ζ', όστις τω 1078 αποθέσας το στέμμα απεχώρησεν εις μοναστήριον. Τότε δε οι επιφανέστατοι των στρατηγών ήρισαν προς αλλήλους περί του βασιλικού θρόνου, μεχρισού τω 1081 κατέλαβε τούτον οριστικώς ο του προμνημονευθέντος βασιλέως Ισαακίου του Κομνηνού ανεψιός Αλέξιος ο Κομνηνός, γενόμενος ο πραγματικός ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών.

3. Η δυναστεία των Κομνηνών.

Οι μεγάλοι Κομνηνοί βασιλείς Αλέξιος Α' (1081-1118), Ιωάννης (1118-1143) και Μανουήλ (1143-1180 μ. Χ.) επί αιώνα ολόκληρον ηγωνίσαντο γενναιότατα ίνα αποτρέψωσι τους απ' ανατολών και δυσμών επικρεμαμένους τω Κράτει δεινοτάτους κινδύνους και έδοσαν εις το κράτος τούτο την τελευταίαν αυτού εν τη ιστορία πολιτικήν και στρατιωτικήν αίγλην.

{230} Καθ' όν χρόνον ο Αλέξιος ανήλθεν εις τον θρόνον (1081), οι Σελτζούκοι είχον στήσει, καθά είρηται, ου μακράν των Ασιατικών οχθών του Βοσπόρου, εν Νικαία, την έδραν του κράτους αυτών του περιλαμβάνοντος ήδη σχεδόν άπασαν την Μικράν Ασίαν πλην των δυτικών παραλίων. Αλλά μείζων κίνδυνος ηπείλει το κράτος κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον από δυσμών. Ο γνωστός ημίν Ροβέρτος Γυσκάρδος ορμηθείς από της Ιταλίας και καταλαβών την Κέρκυραν ώρμησεν εις την κατάκτησιν της όλης Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου, νικήσας λαμπρώς τον Αλέξιον περί το Δυρράχιον εν μεγάλη μάχη το αυτό έτος της αναρρήσεως του βασιλέως• κατέλαβε δε πάσαν σχεδόν την Ήπειρον και μέρος της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, απειλών και την Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' ο Αλέξιος, μη καταβαλλόμενος ευκόλως υπό των συμφορών του πολέμου, κατώρθωσε διά της επιμονής, καρτερίας και δραστηριότητος αυτού να συγκροτήση νέον στρατόν και να εκδιώξη των Ελληνικών χωρών τους Νορμανδούς, νικήσας τον του Ροβέρτου υιόν και επίτροπον Βοημούνδον (1083). Μετά την εκδίωξιν δε των Νορμανδών εστράφη και κατά των Σελτζούκων Τούρκων της Μικράς Ασίας• αλλ' ενταύθα μικράς μόνον ήρατο επιτυχίας, ανακτησάμενος την απέναντι σχεδόν της Κωνσταντινουπόλεως υπό Τούρκων κατεχομένην Νικομήδειαν και την Σινώπην (1087). Εξ άλλου δε οι Τούρκοι νέας κατέλαβον εν τη Μικρά Ασία χώρας, προχωρήσαντες μέχρι των δυτικών παραλίων, ένθα συγκροτούντες στόλους πειρατικούς ελυμαίνοντο τας Ελληνικάς νήσους και τας ακτάς του Αιγαίου.

Ενώ δε ο Αλέξιος εν μέσω τοιούτων δυσχερειών εξωτερικών ηγωνίζετο υπέρ της εξωτερικής αμύνης του κράτους και υπέρ της εσωτερικής διοικητικής και οικονομικής ανορθώσεως αυτού, νέοι από δυσμών επήλθον επικίνδυνοι πολεμισταί, οι λεγόμενοι Σταυροφόροι.

Οι Σταυροφόροι, ήτοι οι πολυπληθείς χριστιανοί ιππόται μαχηταί, οι κατά τους χρόνους τούτους εξ Ευρώπης μεταβαίνοντες εις τους Αγίους τόπους των χριστιανών (εις Παλαιστίνην), ίνα ελευθερώσωσιν αυτούς από των Μωαμεθανών, δεν ήσαν απ' ευθείας πολέμιοι του Ελληνικού κράτους, αλλ' οπωσδήποτε απετέλουν στρατόν πολυπληθή, διερχόμενον διά των χωρών του Κράτους άνευ πολλής τάξεως και πειθαρχίας, περιέχοντα δε και πολλά άτακτα στοιχεία ταχέως παρεκτρεπόμενα εις ληστείας. Προς τούτοις τινές των αρχηγών εφάνησαν θρασείς και αλαζόνες προς τους Έλληνας και προυκάλεσαν ρήξεις. Πλην τούτων μίσος αμοιβαίον εχώριζε τους Ευρωπαίους τούτους από των Ελλήνων, διότι οι μεν Έλληνες εθεώρουν αυτούς βαρβάρους, ως ήσαν οι κατά τον 4, 5 και 6 μ. Χ. πρόγονοι αυτών• ούτοι δε τουναντίον επαιρόμενοι εκ της στρατιωτικής αυτών δυνάμεως και ανδρείας περιεφρόνουν τους Έλληνας ως ανάνδρους. Εις πάντα δε ταύτα προσετίθετο και το εκ του Εκκλησιαστικού σχίσματος προερχόμενον μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών αμοιβαίον θρησκευτικόν μίσος. Μεθ' όλα ταύτα ο Αλέξιος μετά σπανίας συνέσεως κατώρθωσε ν' αποτρέψη πάντα κίνδυνον εκ μέρους των Σταυροφόρων και να επωφεληθή μάλιστα τους τούτων κατά των Τούρκων εν Ασία πολέμους ίνα ανακτήσηται την Νίκαιαν και πολλάς Ελληνικάς εν Ασία χώρας.

Τον Αλέξιον τελευτήσαντα τω 1118 διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης, ο επικληθείς, ένεκα της αγαθότητος του χαρακτήρος αυτού, Καλοϊωάννης. Ο Ιωάννης Κομνηνός και εν τοις έργοις της ειρήνης εφάνη ηγεμών και κυβερνήτης άριστος και εν τοις πολέμοις ανδρείος μαχητής και στρατηγός. Πολεμήσας εν Μικρά Ασία κατά των Σελτζούκων αφήρεσεν απ' αυτών αξιόλογον μέρος εν Μικρά Ασία και ιδίως εν Παφλαγονία, ένθα ανακτησάμενος την Κασταμώνα, ήτις ην κοιτίς του οίκου των Κομνηνών, ετέλεσε θρίαμβον κατά την εις την βασιλεύουσαν επάνοδον αυτού. Στρατεύσας δε και εις την Συρίαν, ένθα ικανάς πόλεις κατείχαν οι Φράγκοι (167) Σταυροφόροι, ενέπνευσε σεβασμόν άμα και φόβον τοις τε Μωαμεθανοίς και τοις Φράγκοις και ηνάγκασε τους εν Συρία Φράγκους ηγεμόνας να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν του Έλληνος βασιλέως. Ο Ιωάννης ετελεύτησε τω 1143, καταλιπών την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Μανουήλ Α'.

Ο Μανουήλ Α' (1143-1180) κατά την γενναιότητα και ιδίως την προσωπικήν ανδρείαν ήτο πολλώ υπέρτερος του τε πάππου και του πατρός, ίσως μάλιστα ην ο ανδρειότατος πάντων των εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως ανελθόντων αυτοκρατόρων αλλά κατά την σύνεσιν την πολιτικήν υπελείπετο αμφοτέρων των ενδόξων προγόνων αυτού. Ο βασιλεύς ούτος και υπό της όλης περί το κράτος καταστάσεως των πραγμάτων αναγκαζόμενος, αλλά και υπό της ιδίας αυτού ακαθέκτου πολεμικής ορμής ελαυνόμενος, διεξήγαγε δι' όλης της μακράς αυτού βασιλείας πολέμους κατά πάσας τας διευθύνσεις. Προς βορράν επολέμησεν εναντίον των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων και ιδίως των Πατσινάκων, έτι δε και εναντίον των Ούγγρων, οίτινες εις στενωτέρας νυν περιήλθον σχέσεις προς το Ελληνικόν κράτος, και Σέρβων και Δαλματών, των αποστάντων κατά τους χρόνους τούτους από της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προς δυσμάς εναντίον των από Ιταλίας και Σικελίας Νορμανδών, οίτινες αύθις υπό τον ηγεμόνα αυτών Ρογήρον Β' (ανεψιόν του Ροβέρτου Γυσκάρδου) επετέθησαν εναντίον των Ευρωπαϊκών επαρχιών του κράτους καταλαβόντες την Κέρκυραν και είτα προχωρήσαντες μέχρι Κορίνθου και Θηβών (1147), εξεβλήθησαν δε του κράτους υπό του Μανουήλ διά δυσχερών αγώνων, των συγκροτηθέντων ιδίως περί την Κέρκυραν, ήν ανεκτήσατο αύθις ο γενναίος βασιλεύς. Δεν περιωρίσθη δε ο Μανουήλ απλώς εις απόκρουσιν των πολεμίων, αλλά και επιθετικός γενόμενος ικανάς αφήρεσε πόλεις και φρούρια εν Ιταλία από του κράτους των Νορμανδών, άτινα απολέσας μετά νέας αποτυχίας πολεμικάς συνωμολόγησεν επί τέλους ειρήνην προς τον εν τω μεταξύ διαδεξάμενον τον πατέρα αυτού ηγεμόνα των Νορμανδών Γουλιέλμον Α' (1155 ή 1158). Ο Μανουήλ εταπείνωσε προς τούτοις τον αρνούμενον εις αυτόν υποταγήν Φράγκον δούκα της Αντιοχείας Ρενάλδον και κατέστησεν αυτόν ευπειθέστατον υποτελή.

Αλλ' οι πλείστοι και επιτυχέστατοι των πολέμων του Μανουήλ εγένοντο εναντίον των εν Μικρά Ασία Σελτζούκων Τούρκων, όντων νυν διηρημένων εις πολλά μικρά κράτη, και πολλάς αξιολόγους ανεκτήσατο εν Μικρά Ασία χώρας, κατεσκεύασε δε ενταύθα χάριν των πολέμων και στρατιωτικήν οδόν αξιόλογον, παραβαλλομένην προς τα μέγιστα των τοιούτων αρχαίων δημοσίων έργων των Ρωμαίων.

Εν μέσω δε των ατελευτήτων τούτων πολέμων περιεσπάτο ο Μανουήλ και υπό των εκ δυσμών, ιδίως από Γαλλίας και Γερμανίας, σταυροφόρων. Οι ηγεμόνες της δευτέρας σταυροφορίας Λουδοβίκος Β' της Γαλλίας και Κορράδος Γ' της Γερμανίας, κατά το 1149 διερχόμενοι δι' Ελληνικών χωρών, περιήλθαν εις εχθρικάς σχέσεις προς τους Έλληνας και πολλάς παρεσκεύασαν δυσχερείας εις τον Μανουήλ, αλλά ταύτας υπερενίκησεν ο Μανουήλ διά τε της τόλμης και της φρονήσεως αυτού. Επί τέλους όμως αποφασίσας να ταπεινώση εντελώς το εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, επεχείρησε στρατείαν μεγάλην (1174), ήτις μετά τας πρώτας επιτυχίας απέληξεν (1176) εις μεγάλην ήτταν και την απώλειαν πολλών διά των προηγουμένων πολέμων του Μανουήλ ανακτηθεισών χωρών. Αλλά και μετά τας ατυχίας ταύτας εξηκολούθησεν ο Μανουήλ τον κατά Τούρκων πόλεμον, περιορίζων τας επιδρομάς αυτών, εωσού ο κατά το 1180 επελθών θάνατος του βασιλέως έθηκε τέρμα εις τον πόλεμον τούτον.

4. Αλέξιος Β' και Ανδρόνικος Α'.