Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας
Part 20
Μετά τον κατά Ρώσων και Βουλγάρων πόλεμον ανέλαβεν ο Ιωάννης την συνέχισιν των κατά Αράβων της Συρίας και Μεσοποταμίας ενδόξων στρατειών του Νικηφόρου Β'. Και εν τοις πολέμοις δε τούτοις πολύν έδειξεν ο βασιλεύς ηρωισμόν άμα δε και στρατηγικήν δεξιότητα και πολλάς και λαμπράς ήρατο νίκας, πολλάς κυριεύσας πόλεις και φρούρια και καταλαβών προς τη υπό του Νικηφόρου ανακτηθείση ήδη καθ' ολοκληρίαν βορείω Συρία, και μέγα μέρος της νοτίου Συρίας και ιδίως την μεγάλην και περίφημον πόλιν Βηρυτόν. Μετά την άλωσιν της Βηρυτού επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν ίνα παρασκευασθή εις νέαν ερρωμενεστέραν έτι στρατείαν εν Ασία, σκοπών να εκτείνη τον πόλεμον εις την Παλαιστίνην, ν' ανακτήσηται την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και ν' αποδώση εις το κράτος εν Ασία τα σύνορα, άτινα είχεν επί του Ηρακλείου προ της μωαμεθανικής εισβολής. Αλλ', ενώ τοιαύτα μεγαλουργά μελετών σχέδια επέστρεφεν εις την βασιλεύουσαν, απέθανεν (976) κατά την εις την πρωτεύουσαν επάνοδον, δηλητηριασθείς καθ' οδόν υπό του αρχιθαλαμηπόλου Βασιλείου, ούτινος είχεν ανακαλύψει καθ' οδόν τας μεγάλας προς ζημίαν του κράτους οικονομικάς καταχρήσεις και σφετερισμούς.
13. Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος (976-1025).
Ο Βασίλειος Β', όστις επταετής ήδη είχεν αναγορευθή βασιλεύς μετά τον θάνατον του πατρός αυτού Ρωμανού Β', αλλά διετέλει ως και ο νεώτερος αδελφός αυτού και συμβασιλεύς υπό την κηδεμονίαν των συμβασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή, νυν μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, εικοσαετής ήδη ων, έμεινε μόνος κατ' ουσίαν κυβερνήτης του κράτους, έχων τιμητικώς και κατ' όνομα συμβασιλέα τον αδελφόν αυτού Κωνσταντίνον. Από της αρχής δε της νέας ταύτης περιόδου της βασιλείας αυτού περιεπλάκη ο Βασίλειος εις μέγαν και ατελεύτητον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, διαρκέσαντα μετά μικρών διαλειμμάτων 42 έτη. Οι Βούλγαροι, μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, καταλύσαντες το υπό του Ιωάννου επιβληθέν αυτοίς σύστημα κυβερνήσεως (αφού εδραπέτευσαν και οι εν Κωνσταντινουπόλει ως αιχμάλωτοι μένοντες Βόρις και Ρωμανός) ανηγόρευσαν ηγεμόνα, ήτοι τσάρον, τον τέταρτον υιόν ενός των υπό του Τσιμισκή διορισθέντων βοεβοδών (του Σίσμαν) καλούμενον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ εισβαλών ευθύς μετά την ανάρρησιν αυτού εις την δυτικήν Μακεδονίαν κατέστησεν έδραν του κράτους αυτού την Αχρίδα και δεινάς εντεύθεν επεχείρησεν επιδρομάς καθ' όλας τας χώρας της Ελληνικής χερσονήσου μέχρι Πελοποννήσου. Εσκόπει δε νυν ο Σαμουήλ ουδέν πλέον ουδέν έλαττον ή να καταλύση εντελώς το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος και να ιδρύση κράτος Βουλγαρικόν, περιλαμβάνον πάσαν την εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον. Εν τη εκτελέσει δε του σχεδίου τούτου ευρών ο Σαμουήλ τον Βασίλειον περισπώμενον εν Ασία υπό της επικινδυνωδεστάτης ενταύθα αποστασίας του στρατηγού Σκληρού, κατέλαβεν ευχερώς Μακεδονίαν, Ήπειρον την τε παλαιάν (την κυρίως Ήπειρον) και την νέαν (την νυν Αλβανίαν) και της Θεσσαλίας το πλείστον. Αι επιτυχίαι αύται του Σαμουήλ, η κατάληψις χωρών ακραιφνώς Ελληνικών και ο επιδιωκόμενος υπ' αυτού τελικός σκοπός του πολέμου έδοσαν εις τούτον χαρακτήρα φυλετικού ανταγωνισμού φανατικωτάτου και μακροχρονίου και πεισματωδεστάτης αιματηράς πάλης, ολεθριωτάτης αποβάσης τε τοις Βουλγάροις. Τας κατά τα πρώτα έτη του πολέμου επιτυχίας του Σαμουήλ διεδέξαντο ήτται και αποτυχίαι ευθύς ως ο Βασίλειος απαλλαγείς των εν Ασία περισπασμών έστρεψε την προσοχήν αυτού ολόκληρον επί τον Βουλγαρικόν πόλεμον, επιτιθέμενος πανταχού και αυτός, και διά των ικανωτάτων στρατηγών αυτού, εναντίον των Βουλγάρων και εν Βουλγαρία, και εν Μακεδονία, και εν Ηπείρω, και εν Θεσσαλία. Διότι ο πόλεμος λαβών ευρυτάτας διαστάσεις διεξήγετο καθ' απάσας τας από του Δανουβίου μέχρι της Αδριατικής θαλάσσης και του Αμβρακικού κόλπου και των Θερμοπυλών χώρας. Τέλος μετά πολλάς εκατέρωθεν νίκας και ήττας και αμφιρρόπους μάχας εγένετο τω 996, εικοστώ έτει του πολέμου, η μεγάλη περί τον Σπερχειόν μάχη, εν ή των Βουλγάρων μεν στρατηγούντος αυτού του Σαμουήλ, των δε Ελλήνων του γενναίου στρατηγού Νικηφόρου του Ουρανού, έπαθον πανωλεθρίαν οι Βούλγαροι, ετραυματίσθη δε και αυτός ο Σαμουήλ. Μετά την μάχην ταύτην αποχωρησάντων ολοσχερώς των Βουλγάρων από των νοτιωτέρων Ελληνικών χωρών Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο πόλεμος περιωρίσθη κυρίως εις την Μακεδονίαν, εις την Νέαν Ήπειρον και εις την Βουλγαρίαν (την μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου χώραν). Πολλαί πάλιν συνεκροτήθησαν μάχαι εν ταις χώραις ταύταις, αποβάσαι το πλείστον υπέρ των Ελλήνων, πολλά φρούρια υπό των Βουλγάρων κατεχόμενα μετά πεισματώδη και φανατικήν αντίστασιν εξεπορθήθησαν υπό των Ελλήνων, εωσού τω 1014, τριακοστώ ογδόω έτει του πολέμου, επήλθεν οριστική τροπή των πραγμάτων. Τω έτει τούτω ο Σαμουήλ ηγούμενος στρατού Βουλγαρικού πεντεκαίδεκα χιλιάδων ανδρών, εκυκλώθη υπό των Ελλήνων κατά την εν Μακεδονία θέσιν Κλειδίον• και αυτός μεν κατώρθωσε να φύγη έφιππος, αλλ' ο στρατός αυτού παρεδόθη ολόκληρος εις τον βασιλέα. Λέγεται δε ότι ο Βασίλειος, θέλων να δώση παράδειγμα αυστηρόν τοις Βουλγάροις, έπεμψεν εις τα ίδια τους Βουλγάρους τούτους αιχμαλώτους, αφού εξώρυξε τους οφθαλμούς πάντων, καταλιπών μόνον τον έτερον των οφθαλμών εις ένα επί εκάστης εκατοντάδος, ίνα χρησιμεύση ούτος ως οδηγός. Τη καταστροφή ταύτη επηκολούθησε ταχύς ο θάνατος του Σαμουήλ. Ο του Σαμουήλ υιός και διάδοχος Γαβριήλ εφάνη πρόθυμος να υποταχθή εις τον βασιλέα. Αλλ' ο βασιλεύς σκοπών να καταλύση ολοσχερώς και το νέον Βουλγαρικόν κράτος, ουδεμίαν δεχόμενος υποταγήν, εξηκολούθει τον πόλεμον μέχρι τελείας καταλήψεως πασών των υπό Βουλγάρων εν Βουλγαρία και εκτός αυτής κατεχομένων χωρών. Ούτω δε ο πόλεμος εξηκολούθησε μέχρι του 1019, ότε πάντες οι Βούλγαροι αρχηγοί ή εφονεύθησαν ή παρεδόθησαν, κατελύθη εντελώς το Βουλγαρικόν κράτος και η Βουλγαρία άπασα εγένετο απλώς επαρχία του Ελληνικού κράτους, κυβερνωμένη υπό διοικητών από Κωνσταντινουπόλεως πεμπομένων. Μέρος των αιχμαλωτισθέντων Βουλγάρων διεσπάρη εις τας Ασιατικάς κατά τα όρια της Μηδίας χώρας, οι δε λοιποί Βούλγαροι εγένοντο ειρηνικοί υπήκοοι του κράτους. Ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β' μετά την εντελή περάτωσιν του πολέμου μετέβη από Αχρίδος διά Μακεδονίας, πανταχού ευφημούμενος, εις τας νοτίους Ελληνικάς χώρας, ίνα επανέλθη εις την πρωτεύουσαν διά του εν Πειραιεί αναμένοντος αυτόν Ελληνικού στόλου. Εν Αθήναις γενόμενος ανήλθεν εις την Ακρόπολιν και εν τω Παρθενώνι, τω μεταποιηθέντι νυν εις ναόν χριστιανικόν της αειπαρθένου Μαρίας Θεοτόκου, προσήνεγκεν ευχαριστηρίους δεήσεις εις τον θεόν αναθείς και αναθήματα νικητήρια τη Θεοτόκω (159). Από του Πειραιώς ο βασιλεύς επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, ετέλεσε δε θρίαμβον λαμπρότατον, εν ώ ανευφημούμενος υπό του λαού προσηγορεύετο και Βουλγαροκτόνος, ως καταλύσας την δύναμιν και το κράτος των Βουλγάρων. Η εις το Ελληνικόν κράτος υποταγή των Βουλγάρων συνεπήγαγε την εμπέδωσιν της κυριαρχίας του κράτους και επί των ομόρων τοις Βουλγάροις Σλαυικών λαών, Σέρβων και Κροατών. Ούτω δε το κράτος εξετάθη νυν προς βορράν και προς δυσμάς μέχρι του κάτω και του άνω Δανουβίου, και εγένετο όμορον βορειοδυτικώς μεν τοις Ούγγροις, τοις πρότερον εναντίον των Βουλγάρων συμμάχοις των Ελλήνων, ών εν μέσω ήρξατο διαδιδόμενος ο Χριστιανισμός κατά τους χρόνους τούτους, βορειανατολικώς δε προς τους εν τη νυν Βλαχία και Μολδαυία οικούντας βαρβάρους, ειδωλολάτρας έτι το πλείστον, Τουρκικούς λαούς, Ούζους και Πατσινάκους.
14. Ελληνορρωσικαι σχέσεις επί του Βασιλείου Β'.
Εν αντιθέσει προς τα γενόμενα κατά τον επί Τσιμισκή Ελληνορρωσικόν πόλεμον, ότε Ρώσοι και Βούλγαροι επολέμουν ομού κατά των Ελλήνων, επί του Βασιλείου Β' κατά τον μέγαν και μακρότατον Ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον οι Ρώσοι ου μόνον ουδένα πόλεμον ή επιδρομήν εποιήσαντο εις το Ελληνικόν κράτος, αλλά και οικειότερον ηθικώς και θρησκευτικώς, πολιτικώς και δυναστικώς συνεδέθησαν προς αυτό. {215} Εν Ρωσία τον μετά το τέλος του Ελληνορρωσικού πολέμου κατά την οίκαδε επάνοδον φονευθέντα Σβετοσλαύον διεδέξατο (972) ο υιός αυτού Βλαδίμηρος Α' (φέρων και ούτος ως ο πατήρ αυτού όνομα καθαρώς Σλαυικόν. Ούτος στρατεύσας εναντίον των Χαζάρων αφήρεσε παρ' αυτών πάσας τας περί την Κριμαϊκήν χερσόνησον χώρας και αυτήν την Κριμαίαν. Τότε δε επήλθε και κατά της μόνης εν τη χερσονήσω ταύτη υφ' Ελλήνων έτι κατεχομένης πόλεως Χερσώνος και πολιορκήσας κατέλαβε την πόλιν (988). Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον ο ηγεμών και μετ' αυτού άπαν το των Ρώσων έθνος προσήλθεν εις την χριστιανικήν πίστιν, λαβόντες αυτήν παρά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Και εν αυτή ακριβώς τη Χερσώνι εβαπτίσθη ο Βλαδίμηρος ανάδοχον έχων τον αυτοκράτορα Βασίλειον Β', κληθείς δ' ένεκα τούτου και Βασίλειος. Ούτω δε της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως θυγάτηρ εγένετο και εκλήθη η νέα Εκκλησία της Ρωσίας, κέντρον και μητρόπολιν έχουσα το Κίεβον και _μητροπολίτην_ καθ' άπασαν την Ρωσίαν τον επίσκοπον Κιέβου. Και η πόλις αύτη εγένετο έκτοτε ιερά τοις Ρώσοις, διότι παρ' αυτήν εν τω Βορυσθένει (Δανάπρει) εβαπτίσθησαν τότε μυριάδες Ρώσων. Διά της χριστιανικής πίστεως συνεδέθησαν νυν οι Ρώσοι στενώς προς την Κωνσταντινούπολιν και τους Έλληνας ου μόνον απλώς ηθικώς και θρησκευτικώς, αλλά και ιεραρχικώς, διότι η εκκλησία του Ρωσικού κράτους διά της μητροπόλεως Κιέβου εξηρτήθη κανονικώς, ήτοι κατά εκκλησιαστικήν πολιτειακήν τάξιν, από της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήτις διώριζε τον Μητροπολίτην ή πρωθιεράρχην της Ρωσίας, πέμπουσα αυτόν συνήθως από Κωνσταντινουπόλεως. Συχνόταται δε νυν και ζωηρόταται συνήφθησαν σχέσεις εκκλησιαστικαί μεταξύ του Ελληνικού κράτους και της Ρωσίας. Αυτός δε ο Βλαδίμηρος γενόμενος χριστιανός εζήτησε να συνάψη αγχιστείαν προς τον βασιλικόν οίκον της Κωνσταντινουπόλεως και ητήσατο εις γάμον διά πρεσβείας την βασιλόπαιδα Άνναν, την νεωτέραν των δύο θυγατέρων του Ρωμανού Β' και αδελφών του Βασιλείου Β'. Και προς εκδήλωσιν ευγνωμοσύνης επί τη αποδοχή της αιτήσεως αυτού απέδωκε την Χερσώνα εις το Ελληνικόν κράτος (160).
Ο Βασίλειος Β', διαρκούντος του μεγάλου προς Βουλγάρους πολέμου, επετέλεσεν εν Ασία έργα και στρατιωτικώς και πολιτικώς σπουδαία. Τω δε 991 εν τη ακμή αυτή του βουλγαρικού πολέμου μεταβάς εις τον Καύκασον προσήρτησεν εις το κράτος την κατά την διαθήκην του άπαιδος βασιλέως της Ιβηρίας (Γεωργίας) Δαυίδ εις το Ελληνικόν κράτος κληροδοτηθείσαν Ιβηρικήν χώραν, εκτείνων ούτω τα εν Ασία ανατολικά όρια του κράτους μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.
Τω αυτώ δ' έτει περιέστειλεν ο βασιλεύς και τας εν Αρμενία εναντίον των χριστιανών Αρμενίων επιδρομάς των εν τη χώρα ταύτη Μωαμεθανών και διέταξε τα κατά την Αρμενίαν ως κυρίαρχος της χώρας. Περί τον αυτόν δε χρόνον στρατεύσας και κατά των Αβασγών του Καυκάσου υπήγαγε τον λαόν τούτον υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους. Και εν Συρία δε ημπέδωσε την νεωστί αποκατασταθείσαν ενταύθα δύναμιν του Κράτους ασφαλίσας την κατοχήν των υπό του Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου ανακτηθεισών ενταύθα Ελληνικών πόλεων.
Τοιαύτα εν Ασία διέπραττεν έργα ο ρέκτης βασιλεύς καθ' όν χρόνον εμαίνετο εν Ευρώπη ο βουλγαρικός πόλεμος. Αλλ' εν μέσω των δεινών περισπασμών του αυτού πολέμου ο Βασίλειος Β' ηνώρθου την δύναμιν του Ελληνικού κράτους και εν τη Κάτω Ιταλία. Ενταύθα ο πόλεμος εγίνετο κατ' αυτού του επ' αδελφή γαμβρού γενομένου αυτώ Όθωνος Β', του διαδεξαμένου τω 973 τον τότε τελευτήσαντα πατέρα αυτού Όθωνα Α'. Ο Όθων Β' εστράτευσε, στεφθείς εν Ρώμη αυτοκράτωρ, εις την Κάτω Ιταλίαν (881), ίνα καταλάβη την χώραν ταύτην ως δήθεν ανήκουσαν εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, θεωρών δε και άλλως αυτήν προίκα της γυναικός αυτού Θεοφανούς. Αλλ' εν τη στρατεία ταύτη ηττήθη ο Όθων Β' και μικρού δειν συνελαμβάνετο αιχμάλωτος υπό των Ελλήνων, ησφαλίσθη δε εν τη Κάτω Ιταλία επί του Βασιλείου Β' η Ελληνική κυριαρχία.
Ούτως επί του Βασιλείου Β' από της Κάτω Ιταλίας και από των μυχών του Αδρίου και των οχθών του άνω Δανουβίου μέχρι Καυκάσου και Κασπίας και Ευφράτου το Ελληνικόν κράτος ανεκτήσατο την προτέραν αυτού δύναμιν και κυριότητα, προ πάντων δε ανύψωσε την ηθικήν αυτού αίγλην και γοητείαν.
Τοιαύτη ήτο η δύναμις του κράτους καθ' όν χρόνον ετελεύτησε τον βίον ο Βασίλειος Β' (25 Δεκεμβρίου 1025 μ. Χ.).
15. Κωνσταντίνος Η'.
Ο Βασίλειος Β' απέθανεν άπαις (ή ως φαίνεται και άγαμος)• έμεινε δε μόνος νυν άρχων και κυβερνήτης του κράτους ο γηραιός ήδη αδελφός και συμβασιλεύς εκ παίδων, Κωνσταντίνος Η', βασιλεύσας μόνος έτη τρία μετά τον θάνατον του αδελφού και ουδέν άξιον λόγου εν τω χρόνω τούτω διαπράξας. Διάδοχος αυτού, μη έχοντος υιόν, εγένετο (1028) ο επί θυγατρί γαμβρός Ρωμανός (Γ') Αργυρός, νυμφευθείς την δευτέραν των τριών θυγατέρων αυτού Ζωήν (η πρώτη Ευδοκία εγένετο εκ νεότητος μοναχή). Ο Αργυρός ήτο ανήρ μετρίας ικανότητος. Και επεχείρησε μεν να συνεχίση τα εν Μεσοποταμία πολεμικά έργα των μεγάλων προκατόχων αυτού Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β', αλλ' απέτυχεν οικτρώς (1030)• έμελλε δε να επενέγκη ου σμικράς απωλείας εις το κράτος εν ταις χώραις εκείναις, αν μη ο γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης αποκαθίστα εν ταις περί τον Τίγρητα χώραις την ηθικήν δύναμιν του κράτους εμπνέων τρόμον τοις Μωαμεθανοίς. Τον Ρωμανόν Αργυρόν τελευτήσαντα τω 1034 διεδέξατο ο τέως τραπεζίτης της βασιλικής αυλής Μιχαήλ Δ' ο Παφλαγών, προς όν συνήψε δεύτερον γάμον η Ζωή. Επί του Μιχαήλ Δ' (1034-1041) οι εν Κωνσταντινουπόλει επεχείρησαν την από Αράβων ανάκτησιν της Σικελίας (σ. 185 και 189) πέμψαντες επί τούτω στόλον και στρατόν εις την νήσον. Και ο μεν εν τοις έμπροσθεν μνημονευθείς γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ανακληθείς από της Ασίας και γενόμενος αρχηγός του στρατού του αποβάντος εις την νήσον κατώρθωσε μετά πολλάς στρατιωτικάς επιτυχίας να καταλάβη σχεδόν άπασαν την νήσον. Αλλά τότε οι περί τον αρχηγόν του στόλου Στέφανον, γαμβρόν επ' αδελφή του Μιχαήλ Δ', υπό φθόνου καταληφθέντες προς τον μέγαν στρατηγόν ενήργησαν διά ραδιουργιών και επέτυχον να ανακληθή μεν ούτος, να ανατεθή δε η αρχιστρατηγία εις τον Στέφανον αυτόν. Αλλ' αποτέλεσμα της ανατεθείσης τω Στεφάνω αρχηγίας ήτο η εν βραχεί απώλεια συμπάσης της νήσου, περιελθούσης αύθις υπό το κράτος των Μωαμεθανών, πλην της πρωτευούσης Μεσσήνης, ήν διετήρησαν οι Έλληνες.
Τον Μιχαήλ Δ', αποχωρήσαντα της αρχής και γενόμενον μοναχόν, μετά μικρόν δε αποθανόντα (1041), διεδέξατο ο τούτου ανεψιός (υιός του μνημονευθέντος ανικάνου ναυάρχου και στρατηγού Στεφάνου) Μιχαήλ Ε', υιοθετηθείς υπό της Ζωής χάριν μείζονος νομιμοφροσύνης. Αλλ' ο Μιχαήλ Ε', ο επικαλούμενος υπό του λαού εμπαικτικώς _Καλαφάτης_, χάριτι της Ζωής προ πάντων ανελθών εις τον θρόνον, ήθελε νυν να μείνη μόνος βασιλεύς απαλλασσόμενος της συμβασιλείας της Ζωής. Αλλ', ότε επειράθη να πέμψη ταύτην εις μοναστήριον, ο λαός εξηγέρθη υπέρ της Ζωής και της αδελφής αυτής, αναγκάσας αυτόν τον Μιχαήλ να αποχωρήση της αρχής και να μεταβή εις μοναστήριον (1042).
Αι δύο αδελφαί έμειναν νυν μόναι κύριαι του κράτους. Αλλ' αύται, νοούσαι ότι το κράτος δεν ήτο δυνατόν να κυβερνηθή υπ' αυτών εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό πολλών κινδύνων, εξελέξαντο και τρίτον συνάρχοντα, τον συγγενή προς τον βασιλικον οίκον Κωνσταντίνον (Θ') τον Μονομάχον, όστις και ενυμφεύθη την παρήλικα ήδη γενομένην Ζωήν. Ούτω δε η πραγματική του κράτους κυβέρνησις περιήλθεν εις τον Κωνσταντίνον Θ', άνδρα μετρίας αξίας, έχοντα μέν τινας αρετάς, αλλά και πολλάς κακίας, μη επαρκούντα δε εν πάσιν εις τας απαιτήσεις της θέσεως, καθ' όν χρόνον τα του κράτους ήρξαντο αύθις δεινώς ταρασσόμενα και εσωτερικώς, αλλά προ πάντων εξωτερικώς και δη και εν τη Ανατολή και από Δύσεως και από βορρά. Επαναστάσεις εσωτερικαί σοβαραί ετάραττον το κράτος ήδη από της βασιλείας του Μιχαήλ Δ', ιδίως δ' επανάστασίς τις Βουλγαρική βιαίως κατασταλείσα. Επί δε του Κωνσταντίνου Θ' σοβαρωτάτη επανάστασις εγένετο υπό του γνωστού ημίν στρατηγού Γεωργίου Μανιάκη. Διορισθείς ούτος αρχιστράτηγος των εν τη Κάτω Ιταλία στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και παυθείς μετά μικρόν ανηγορεύθη βασιλεύς υπό του στρατού. Αλλ' οι περί τον Κωνσταντίνον Θ' κατώρθωσαν διά των από της βορείου Γαλλίας ελθόντων τότε εις την Κάτω Ιταλίαν Νορμανδών μισθοφόρων (σ. 158) να καταβάλωσι την στάσιν. Ο Μανιάκης όμως και μετά την ήτταν διαπεραιωθείς μετά του υπολειπομένου έτι αυτού στρατού από Υδρούντος εις Δυρράχιον εβάδιζεν εντεύθεν κατά της πρωτευούσης νικήσας τα κατ' αυτού πεμφθέντα στρατεύματα. Αλλ' έν τινι συμπλοκή πεσών από του ίππου αιφνιδίως απέθανε γενόμενος, ως φαίνεται, θύμα προδοτικής δολοφονίας. Δύο άλλαι κατά του Κωνσταντίνου Θ' στάσεις του Λέοντος Τορνικίου και του Θεοφίλου Ερωτικού ταχέως κατεβλήθησαν διά τε της τόλμης και της ανδρείας και της επιεικούς προς τους ηττηθέντας διαγωγής του βασιλέως.
Επί του Κωνσταντίνου Θ' τον Οικουμενικόν πατριαρχικόν θρόνον διέποντος του πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, τον δε παπικόν θρόνον της Ρώμης του Λέοντος Θ', επήλθε και το οριστικόν πλέον έκτοτε καταστάν μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας σχίσμα (1054), αναφυεισών νέων τότε μεταξύ των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης ερίδων, ών κατ' ακολουθίαν πάπας Ρώμης και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αφώρισαν αλλήλους. Πάσαι λοιπόν αι αυτοκέφαλοι εν Ανατολή ορθόδοξοι Εκκλησίαι και αυτή η νεοφώτιστος Ρωσική συνηνώθησαν μετά της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εν τη καταδίκη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ως αιρετικής, ούτω δε οριστικόν επήλθε Σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.
16. Βαρβαρικοί επιδρομαί και πόλεμοι επί του Κωνσταντίνου Θ'. Πατσινάκοι. Ο τελευταίος Ελληνορρωσικός πόλεμος.
Μεγάλαι βαρβαρικαί επιδρομαί εγένοντο εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους υπό των πέραν του Ίστρου οικούντων Πατσινάκων, διαρκέσασαι έξ έτη, καθ' ά μέρος των Πατσινάκων εδέξατο τον Χριστιανισμόν.
Σπουδαιότατον πολεμικόν γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ' είναι η του Ρώσου «μεγάλου ηγεμόνος» Ιαροσλαύου επί την Κωνσταντινούπολιν στρατεία. Οι Ρώσοι, αφού επί του Βλαδιμήρου προσήλθον εις την χριστιανικήν πίστιν, εις συχνάς και ζωηράς διετέλουν σχέσεις προς την Κωνσταντινούπολιν και εις αδιάλειπτον προς αυτήν πνευματικήν επικοινωνίαν. Εν τούτοις δεν έλειπον και εχθρικαί μεταξύ των δύο κρατών συγκρούσεις αναμιμνήσκουσαι την κατάστασιν την υφισταμένην μεταξύ των δύο κρατών πριν οι Ρώσοι προσέλθωσιν εις την χριστιανικήν πίστιν.
Αποθανόντος εν Ρωσία του Βλαδιμήρου τω 1015, το κράτος διενεμήθη μεταξύ των 8 υιών αυτού• αλλά μεταξύ τούτων την πρωτεύουσαν θέσιν ως _μέγας ηγεμών_ (σημ. 153) έλαβεν ο Σβετοπόλσκης, άρξας μέχρι του 1019• μετά τον θάνατον δε τούτου ο αδελφός αυτού Ιαροσλαύος (1019-1054) υπήγαγεν υπό την αρχήν αυτού πάντας τους άλλους ηγεμόνας, αδελφούς τε και ανεψιούς. Ο Ιαροσλαύος δε ούτος εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζητών εκδίκησιν διά τον φόνον Ρώσου τινός ευπατρίδου (βοϊάρου), φονευθέντος εν Κωνσταντινουπόλει έν τινι μεταξύ των Ελλήνων και των αυτόθι παροικούντων Ρώσων επελθούση έριδι. Επήλθε δε μετά στόλου εξ απείρου πλήθους τροχαντήρων συγκεκροτημένου και πολυαρίθμου στρατού συγκειμένου εξ εκατόν χιλιάδων ανδρών, Νορμανδών ή Βαράγγων, οίτινες δελεαζόμενοι από του ονόματος της Κωνσταντινουπόλεως και της προσδοκωμένης εκ της κατ' αυτής στρατείας απείρου λείας, πανταχόθεν έσπευσαν υπό τας σημαίας του Νορμανδοσλαύου «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας. Αλλ' η μεγάλη αύτη Ρωσική στρατεία απέτυχεν ολοσχερώς, ένεκα της μεγάλης τρικυμίας ήν έπαθεν ο Ρωσικός στόλος εν τω στομίω του Βοσπόρου και των καταστροφών άς επήνεγκεν εις αυτόν το Ελληνικόν πυρ, και ένεκα της κατά θάλασσαν υπερτέρας δεξιότητος των Ελλήνων ναυτών. Μέγα μέρος του στόλου διεσκορπίσθη υπό της θυέλλης, το δε λοιπόν κατέστρεψεν ο υπό τον ναύαρχον Βασίλειον Ελληνικός στόλος. Ολίγοι των μυριάδων μαχητών του Ιαροσλαύου εσώθησαν επί των τροχαντήρων• οι δε λοιποί αποβάντες εις την ξηράν υπεχώρουν διά της παρά τον Εύξεινον Θρακικής και Βουλγαρικής παραλίας. Αλλά και ούτοι γενόμενοι παρά το στόμιον του Δανουβίου προσεβλήθησαν υπό του εκ Βάρνης ορμήσαντος κατ' αυτών Έλληνος στρατηγού Κατακαλών, και εν μέρει μεν κατεστράφησαν, εν μέρει δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο Ιαροσλαύος διεσώθη εις Ρωσίαν μετ' ολίγον εκ των Ρώσων αυτού (161).
Η ατυχής αύτη επί το Βυζάντιον Ρωσική στρατεία ήτο η τελευταία εναντίον του Ελληνικού κράτους και της χριστιανικής Κωνσταντινουπόλεως Ρωσική στρατεία. Έκτοτε επήλθε και εν τω Ελληνικώ κράτει και εν Ρωσία και εν τη καθόλου Ανατολή κατάστασις πραγμάτων, ποιήσασα ήττον συχνάς και ζωηράς τας μεταξύ Ρωσίας και του Ελληνικού κράτους σχέσεις. Η Ρωσία μετά τον θάνατον του Ιαροσλαύου (1054) διηρέθη μεταξύ των τούτου υιών (162) και των εγγόνων εις πολλά κράτη και περιεπλάκη εις εμφυλίους πολέμους, κατά δε τας αρχάς του 13 αιώνος υπέκυψεν υπό το κράτος του εξ Ασίας φοβερού Μογγόλου επιδρομέως Δζεγγίς-χαν και των υιών αυτού.
Το δε Ελληνικόν κράτος, αφού περί τα τέλη του 10 και τας αρχάς του 11 αιώνος επί των μεγάλων βασιλέων Νικηφόρου Β', Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β' εξίκετο εις το ύψιστον, από των χρόνων του Ηρακλείου, σημείον της δυνάμεως και της δόξης αυτού, επί των διαδόχων του Βασιλείου Β' και ιδίως επί του Κωνσταντίνου Θ' ήρξατο διηνεκώς εξασθενούμενον και καταρρέον. Αιτία της νυν αρξαμένης ταύτης παρακμής και αδυναμίας του κράτους δεν ήτο μόνον η έλλειψις βασιλέων μεγάλων εφαμίλλων προς τους προειρημένους, αλλ' η νέα περί το κράτος δημιουργηθείσα κατάστασις των εξωτερικών πραγμάτων, περί ης ανάγκη να πραγματευθώμεν ειδικώτερον.
17. Οι νέοι πολέμιοι του κράτους.
Νέοι φοβεροί πολέμιοι προς Βορράν και Δυσμάς και Ανατολάς εγεννήθησαν κατά του κράτους, εργαζόμενοι δεινώς προς καταστροφήν αυτού.
Προς βορράν η κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους απήλλαξε μεν το Ελληνικόν κράτος πολεμίου οχληροτάτου και αγριοτάτου, αλλ' εξ άλλου ήγαγε το κράτος τούτο εις άμεσον επαφήν προς τους πέραν του Δανουβίου βαρβάρους πολεμικούς Τουρκικούς λαούς Ούγγρους, Πατσινάκους, Ούζους (ών μόνοι οι Ούγγροι κατά τους χρόνους του Κωνσταντίνου Θ' είχον προσέλθει εντελώς εις τον Χριστιανισμόν), αφ' ών τέως εχωρίζετο ως διά φραγμού διά του Βουλγαρικού κράτους. Και ενώ υφισταμένου του Βουλγαρικού κράτους οι ειρημένοι βάρβαροι ήσαν άμεσοι ή έμμεσοι, φανεροί ή λανθάνοντες, σύμμαχοι του Ελληνικού κράτους εναντίον των Βουλγάρων, νυν από συμμάχων εγίνοντο πολέμιοι και επιδρομείς επικίνδυνοι, ως μαρτυρεί και η τω 1048 γενομένη μεγάλη των Πατσινάκων επιδρομή. Αλλ' οι λαοί ούτοι ουδέ διενοήθησαν ουδέποτε ουδ' ηδύναντο να διανοηθώσι περί καταλύσεως του Ελληνικού κράτους, και διά τούτο οι εξ αυτών κίνδυνοι ήσαν πάντοτε παροδικοί.
Τουναντίον νέος κινδυνωδέστατος πολέμιος ηγέρθη εν τη Δύσει. Οι Νορμανδοί, οίτινες επί του Κωνσταντίνου Θ', καθά είπομεν, ως μισθοφόροι των Ελλήνων κατέστειλαν την κατά του βασιλέως τούτου στάσιν του Γεωργίου Μανιάκη, ου πολύ μετά το γεγονός τούτο, επί των διαδόχων του Κωνσταντίνου Θ', από μισθοφόρων εγένοντο κατακτηταί της Κάτω Ιταλίας, καταλύσαντες ολοσχερώς εν τη χώρα ταύτη το Ελληνικόν κράτος. Ο δ' αρχηγός αυτών ο πανουργότατος Ροβέρτος Γυσκάρδος, ήτοι Διάβολος, όμοιος ων εν πολλοίς κατά το πανούργον και πολύτροπον εν μέρει δε και κατά την βαρβαρότητα προς τον Βανδήλον Γεζέριχον (σελ. 52 και 61-62), είς των 12 υιών του Ταγκρέδου του εξ Ωτεβίλλης (Hauteville) της Γαλλικής Νορμανδίας και αδελφός Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρος επικαλουμένου (του ιδρυτού του εν Κάτω Ιταλία Νορμανδικού κράτους), ανεγνωρίσθη επισήμως υπό του Πάπα ηγεμών της Κάτω Ιταλίας. Αφού δε μετά μικρόν οι Νορμανδοί ούτοι υπέταξαν εαυτοίς και την Σικελίαν, αφαιρέσαντες αυτήν από των Αράβων, συνεκρότησαν μέγα κράτος εκ των τέως Ελληνικών τούτων εν τη Δύσει χωρών και διενοήθησαν να εκτείνωσι το κράτος τούτο προς ανατολάς, Ο μνημονευθείς Ροβέρτος Γυσκάρδος επεχείρησεν, ορμώμενος από Ιταλίας, να καταλύση ολοσχερώς το Ελληνικόν κράτος και επί τούτω δεινούς διεξήγαγε πολέμους εναντίον των Ελλήνων περί τα τέλη έτι του 11 αιώνος.
Ενώ δε τοιούτος φοβερός πολέμιος από Δυσμών επεβούλευε τω Ελληνικώ κράτει, άλλος κίνδυνος έτι δεινότερος ενέσκηψεν εξ Ανατολών. Ήτο δ' ούτος ο κίνδυνος η εν Ασία επελθούσα κατά τους χρόνους τούτους (τον 11 αιώνα μ. Χ.) αναζωογόνησις του Μωαμεθανισμού διά νέας πολεμικωτάτης φυλής, της των Τούρκων. Και η αναζωογόνησις ακριβώς αύτη του Μωαμεθανισμού και η εν τη σκηνή της ιστορίας εμφάνισις μωαμεθανών Τούρκων υπήρξεν ολεθριωτάτη εις το Ελληνικόν κράτος, αφαιρέσασα εν σμικρώ το πλείστον των Ασιατικών, των και καλλίστων και ζωτικωτάτων χωρών του Κράτους, και επενεγκούσα βραδύτερον την οριστικήν κατάλυσιν του κράτους τούτου.
18. Τουρκικός Μωαμεθανισμός. Άραβες, Πέρσαι, Τούρκοι.