Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Part 2

Chapter 277 wordsPublic domain

Αλλ' η καθόλου ανάγκη ιδρύσεως ιδιαιτέρων κεντρικών κυβερνήσεων εν πολλαίς χώραις του Ρωμαϊκού κράτους, ιδίως εν τη Ελληνική Ανατολή, καθίστατο υπό των πραγμάτων αυτών τοσούτο μεγάλη και ισχυρά, ώστε ο ουχί πολύ μετά τον Αυρηλιανόν καταλαβών την αυτοκρατορικήν αρχήν Διοκλητιανός (284 μ. Χ.) ενόμισεν ότι προς το συμφέρον αυτού του κράτους, αντί μιας μόνης αυτοκρατορικής αρχής, έδει να δημιουργηθώσι τέσσαρες, και αντί ενός αυτοκράτορος να κυβερνώσι το κράτος τέσσαρες αυτοκράτορες, ών οι μεν δύο ως πρώτοι κατά την τιμήν να καλώνται _Αύγουστοι_, οι δε δύο δευτερεύοντες κατά την τιμήν να καλώνται _Καίσαρες_. Των τεσσάρων τούτων αυτοκρατόρων, είς μεν Αύγουστος και είς Καίσαρ ανέλαβον την κυβέρνησιν του δυτικού τμήματος έχοντες, εννοείται, διαφόρους έδρας κυβερνήσεων, είς δε Αύγουστος και είς Καίσαρ ανέλαβον την Κυβέρνησιν του Ανατολικού τμήματος. Και Αύγουστος μεν εν Ανατολή ήτο αυτός ο Διοκλητιανός έχων την υψίστην επίβλεψιν επί την όλην κυβέρνησιν του κράτους και εκπροσωπών την εν τετράδι αυτοκρατόρων ενότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας και του κράτους• Καίσαρα δε υφ' εαυτόν είχε τον Γαλέριον (και Γαλέριον Μαξιμιανόν καλούμενον). Και ο μεν Διοκλητιανός έστησε την έδραν αυτού εν Μικρά Ασία (εν τη Ελληνική πόλει Νικομηδεία της Βιθυνίας) άρχων εντεύθεν άπαντος του ανατολικού τμήματος του κράτους, ήτοι απασών των εν Ασία Ρωμαϊκών χωρών και της Αιγύπτου και της Ελληνικής χερσονήσου, πλην της Θράκης και των παραδανουβίων χωρών, ο δε Γαλέριος εγένετο (τω 293 μ. Χ.) κυβερνήτης της Θράκης και των παραδανουβίων χωρών. Αύγουστος δε εν τη Δύσει εγένετο διορισθείς υπ' αυτού του Διοκλητιανού (286 μ. Χ.) ο παλαιός συναγωνιστής αυτού εν πολέμω Ουαλεριανός Μαξιμιανός κυβερνών την Ιταλίαν, την Αφρικήν (τας Βερβερικάς χώρας πλην της Μαυριτανίας ήτοι του νυν Μαρόκκου), {14} έχων δε υφ' εαυτόν ως καίσαρα (από του 293 μ. Χ.) τον Κωνστάντιον τον Χλωρόν άρχοντα της Βρεττανίας, Γαλατίας, Ιβηρίας και της εν Αφρική Μαυριτανίας. Ώστε επί του Διοκλητιανού ήδη η Ελληνική Ανατολή κατέστη ίδιον κράτος Ρωμαϊκόν έχον πρωτεύουσαν πόλιν ελληνικήν. Αλλά το σύστημα των τεσσάρων αυτοκρατοριών δεν διήρκεσε πολύ. Μετά την εκουσίαν ένεκα νόσου από της εξουσίας αποχώρησιν του Διοκλητιανού (305 μ. Χ.), ού το παράδειγμα ηκολούθησε και ο Μαξιμιανός, την τιμήν και την προσωνυμίαν του αυγούστου έλαβον εν μεν τη Ανατολή ο Γαλέριος, εν δε τη Δύσει ο Κωνστάντιος ο Χλωρός• καίσαρες δε εγένοντο εν Ανατολή μεν ο Μαξιμίνος λαβών την ιδιαιτέραν κυβέρνησιν της Συρίας και της Αιγύπτου υπό τον Γαλέριον, εν τη Δύσει δε ο Σεβήρος, λαβών την ιδιαιτέραν κυβέρνησιν της Ιταλίας και της Αφρικής (πλην της Μαυριτανίας, εννοείται). Αλλά το επόμενον έτος (306 μ. Χ.) αποθανόντος του Κωνσταντίου του Χλωρού εν Βρεττανία ο ενταύθα στρατός ανηγόρευσεν ως Καίσαρα τον υιόν του Κωνσταντίου Κωνσταντίνον. Τότε δε πρώτον ο Κωνσταντίνος εγένετο αυτοκράτωρ τέταρτος την τάξιν.

Δ'. Ο Κωνσταντίνος και οι συνάρχοντες αυτού.

Αλλά τότε οι Ρωμαίοι, οι πολίται δηλονότι της Ρώμης (η Σύγκλητος και ο Δήμος), βλέποντες ότι η κοσμοκράτειρα πόλις παρημελείτο εντελώς υπό των νέων αυτοκρατόρων, εκήρυξαν αυτοκράτορα αύγουστον τον εν Ρώμη ευρισκόμενον υιόν του παραιτηθέντος αυγούστου Μαξιμιανού, ούτος δε παρέλαβεν ως συνάρχοντα αυτού τον Μαξιμιανόν, αναλαμβάνοντα αύθις την προ μικρού παραιτηθείσαν αυτοκρατορικήν αρχήν. Ούτω δε ο αριθμός των αυτοκρατόρων ηυξήθη εις έξ. Αλλά νυν ο Καίσαρ Σεβήρος, εις όν ανήκεν η αρχή της Ιταλίας, επερχόμενος κατά του Μαξεντίνου ως σφετεριστού της αρχής εγκατελείφθη υπό των ιδίων αυτού στασιασάντων κατ' αυτού στρατιωτών και επολιορκήθη εν Ραβέννη υπό του πατρός και συνάρχοντος του Μαξεντίου Μαξιμιανού• και παρεδόθη μεν εις τούτον επί υποσχέσει της διασώσεως της ζωής αυτού, αλλά κατόπιν εφονεύθη κατά διαταγήν του Μαξιμιανού. Τότε αυτός ο Γαλέριος ήλθεν εις την Ιταλίαν ίνα τιμωρήση τους σφετεριστάς αυτοκράτορας, αλλά ηναγκάσθη να επιστρέψη άπρακτος εις την Ανατολήν, διότι οι στρατιώται αυτού δυσαρεστημένοι διά την άκραν αυτού αυστηρότητα ηυτομόλουν προς τον Μαξιμιανόν. Εν τω μεταξύ ο Μαξιμιανός μετέβη εις την Γαλατίαν, ένθα ευρίσκετο ο Κωνσταντίνος, ίνα συμμαχήση μετ' αυτού εναντίον του Γαλερίου• {15} και ίνα κατορθώση την συμμαχίαν ταύτην, έδωκε την θυγατέρα αυτού Φαύσταν εις γάμον προς τον Κωνσταντίνον, έδωκε δε εις τούτον, θεωρών εαυτόν νυν πρώτον αύγουστον, την προσωνυμίαν του αυγούστου. Αλλ' ο Κωνσταντίνος μεθ' όλα ταύτα δεν εθεώρησε φρόνιμον να περιπλακή εις πόλεμον προς τον Γαλέριον. Ο Μαξιμιανός αποτυχών ούτως εν ταις προς τον Κωνσταντίνον περί συμμαχίας ενεργείαις, ήλθεν εις ρήξιν και προς τον ίδιον υιόν Μαξέντιον, όστις ήθελε να άρχη μόνος• αποτυχούσης δε αύθις και της νέας αυτού προς τον Κωνσταντίνον προτάσεως απεφάσισε να συμμαχήση μετά του Γαλερίου. Αλλ' ότε ο Μαξιμιανός αφίκετο πλησίον του Γαλερίου, εύρε παρ' αυτώ εν Παννονία (τη νυν Ουγγαρία) και τον παρητημένον την εξουσίαν αυτοκράτορα Διοκλητιανόν, ενώπιον δε των τριών αυτοκρατόρων Γαλερίου, Μαξιμιανού και του πρώην αυτοκράτορος Διοκλητιανού ανηγορεύθη αύγουστος νυν, ενεργεία του Γαλερίου, ο παλαιός τούτου φίλος και συναγωνιστής Λικίνιος (307). Ο δε Μαξιμιανός αποτυχών και εν τοις προς τον Γαλέριον περί συμμαχίας διαβήμασιν αυτού, απαυδήσας παρητήθη αύθις την αρχήν και μετέβη ως ιδιώτης εις την Γαλατίαν προς τον γαμβρόν αυτού Κωνσταντίνον, όστις ανέθηκε νυν αυτώ στρατιωτικάς και πολιτικάς υπηρεσίας. Αλλ' ο υπό γήρατος νυν απημβλυμμένος τον νουν Μαξιμιανός εβουλήθη αύθις να επωφεληθή την παρά τω Κωνσταντίνω θέσιν αυτού ίνα εκβάλη αυτόν της αρχής. Αλλ' εν τη άφρονι ταύτη επιχειρήσει αυτού ταχέως καταβληθείς υπό του Κωνσταντίνου ηχμαλωτίσθη (308). Ότε δε μετά δύο έτη (310) προέβη και εις απόπειραν φόνου εναντίον του Κωνσταντίνου, εφονεύθη υπό τούτου. Ούτω δε εκ των έξ αυτοκρατόρων, οίτινες μετά την πτώσιν και τον θάνατον του Σεβήρου είχον μείνει πέντε, είτα δε μετά την ανάρρησιν του Λικινίου εγένοντο πάλιν έξ, εξέλιπεν είς• αλλ' εν τω μεταξύ και άλλος σφετεριστής αυτοκράτωρ είχεν ανακηρυχθή εν Αφρική, ο Αλέξανδρος (308). Αλλά και ούτος, αφού ήρξεν επί τρία έτη, ηττήθη και εφονεύθη (311), έν έτος μετά τον φόνον του Μαξιμιανού, υπό του εναντίον αυτού πεμφθέντος στρατού του Μαξεντίου. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον απέθανε κατ' ακολουθίαν του ακολάστου αυτού βίου και ο αύγουστος Γαλέριος. Ούτω δε κατά το 312 ο αριθμός των αυτοκρατόρων περιωρίσθη πάλιν εις τέσσαρας, ών οι τρεις (Κωνσταντίνος, Μαξέντιος, Λικίνιος) ήσαν αύγουστοι, είς δε μόνος (ο Μαξιμίνος) καίσαρ. Αλλά μετά της επανόδου της των αυτοκρατόρων τετράδος δεν ήτο δυνατόν να επανέλθη και ειρήνη ομοία προς την μεταξύ των πρώτων τεσσάρων αυτοκρατόρων (Διοκλητιανού, Μαξιμιανού, Γαλερίου και Κωνσταντίου του Χλωρού) επικρατήσασαν. Αι διαστάσεις και οι εμφύλιοι πόλεμοι εξηκολούθησαν, και κατ' ακολουθίαν τούτων η τετράς τω επομένω έτει (312) διά της υπό του Κωνσταντίνου καταστροφής του Μαξεντίου εγένετο τριάς, τω δε 313 διά της υπό Λικινίου καταστροφής του Μαξιμίνου περιωρίσθη εις την δυάδα Κωνσταντίνου και Λικινίου, εξ ής προήλθεν η μοναρχία του Κωνσταντίνου (323), του αναδειχθέντος τότε και επικληθέντος έπειτα Μεγάλου. Διά τούτο και από του έτους 312 το σπουδαιότατον πρόσωπον εν τη ιστορία, ήν αφηγούμεθα, είνε το του Κωνσταντίνου, και περί τούτου ανάγκη να είπωμεν τινα ιδιαιτέρως πριν αφηγηθώμεν τον προς τον Μαξέντιον πόλεμον αυτού, αφ' ού γεγονότος σύμπασα η ιστορία του κόσμου σπουδαιοτάτην λαμβάνει τροπήν και νέαν πορείαν.

Ε'. Κωνσταντίνος ο Μέγας μέχρι του προς τον Μαξέντιον πολέμου (274-312 μ. Χ.).

Ο Κωνσταντίνος (Γάιος, Φλάβιος, Ουαλέριος, Αυρήλιος, Κωνσταντίνος) εγεννήθη τω 274 μ. Χ. (24 Φεβρουαρίου) εν Ναϊσσώ της Άνω Μοισίας (τη σήμερον Νις καλουμένη πόλει@ της Σερβίας). Ο πατήρ αυτού ήτο ο γνωστός ημίν Κωνστάντιος ο Χλωρός ο τω 293 μ. Χ. διορισθείς υπό του Διοκλητιανού Καίσαρ εν τη Δύσει (ίδε σελ. 14), η δε μήτηρ αυτού Ελένη, γυνή ουχί επιφανούς γένους (5), κατήγετο από Νικομηδείας της Βιθυνίας και ήτο χριστιανή. Ο Κωνσταντίνος ανατραφείς και παιδευθείς εν τω στρατώ και τη πολεμική υπηρεσία, νεαρός έτι ων διεκρίθη ως γενναίος ιδίως εν τοις κατά των Περσών πολέμοις του Γαλερίου (293-298 μ. Χ.) τεταγμένος εν τω στρατώ τούτου. Ότε δε τω 305 παραιτηθέντων την αρχήν αμφοτέρων των αυγούστων, Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο Γαλέριος εγένετο πρώτος αύγουστος, ο Κωνσταντίνος μη θεωρών την θέσιν αυτού ασφαλή εν τω στρατώ του Γαλερίου κατέφυγε προς τον εν Βρεττανία πατέρα αυτού Κωνστάντιον, αποθανόντος δε τούτου το επόμενον έτος ο στρατός ανηγόρευσε (25 Ιουλίου 306) τον Κωνσταντίνον, καθά είδομεν, αυτοκράτορα καίσαρα εν Εβοράκω της Βρεττανίας (τη νυν Υόρκη). Ο Γαλέριος ηναγκάσθη να εγκρίνη το τετελεσμένον γεγονός και να αναγνωρίση τον Κωνσταντίνον ως δεύτερον καίσαρα (ίδε σελ. 14). Ούτω λαβών ο Κωνσταντίνος την κυβέρνησιν της Βρεττανίας, Γαλατίας, Ιβηρίας και Μαυριτανίας γενναίως υπερήσπισε την Βρεττανίαν και την Γαλατίαν εναντίον των επιδρομών των παρά τον Ρήνον βαρβάρων Γερμανικών λαών και ιδίως εναντίον του Γερμανικού έθνους των Φράγκων. Είδομεν δε οποία υπήρξεν η πολιτεία του Κωνσταντίνου, ότε τα μετά το 306 γεγονότα ηνέωξαν αυτώ ευρύτερον στάδιον ενεργείας.

Εν τη πολυαρχία των τότε το Ρωμαϊκόν κράτος κυβερνώντων αυτοκρατόρων ο μόνος όστις εξ αρχής έδειξεν αρετάς αληθούς ηγεμόνος ήτο ο Κωνσταντίνος. Μόνος αυτός εφρόντιζε περί της ευνομίας, της εσωτερικής τάξεως και πατρικής διοικήσεως του κράτους αυτού, ενώ των άλλων μόνη φροντίς και μέλημα ήτο στρατός, πόλεμος και στρατιωτική αυθαιρεσία. Προς τούτοις, ενώ εν τοις κράτεσι των άλλων αυτοκρατόρων διήρκει έτι ο από του 303 υπό του Διοκλητιανού κηρυχθείς και διαταχθείς και υπό των συναρχόντων αυτού μετ' αμειλίκτου αυστηρότητος εκτελούμενος κατά των Χριστιανών δεινότατος διωγμός, ο Κωνσταντίνος όπως πρότερον ο πατήρ αυτού Κωνστάντιος (όστις κατ' επιφάνειαν μόνον χάριν του Διοκλητιανού κατεδίωκε τους Χριστιανούς), προσεφέρετο μετ' ευμενείας προς τους Χριστιανούς. Καίπερ δε ων έτι κατά τους χρόνους τούτους εθνικός το θρήσκευμα, είχε περί εαυτόν εν τη ιδία αυτού οικογενεία πρόσωπα αφωσιωμένα εις την χριστιανικήν πίστιν. Τοιαύτα πρόσωπα ήσαν η γυνή αυτού Φαύστα (θυγάτηρ του Μαξιμιανού, ίδε σελ. 15), η ταύτης μήτηρ Ευτροπία, προ πάντων δε η του Κωνσταντίνου μήτηρ Ελένη, η τοσούτον ονομαστή εν τη ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας διά τον υπέρ της χριστιανικής πίστεως ζήλον αυτής. Ένεκα της τοιαύτης προς τους Χριστιανούς ευμενείας του Κωνσταντίνου μεγάλως είχεν αυξηθή ο αριθμός των εν τω κράτει αυτού Χριστιανών, οίτινες ήσαν πάντες αφωσιωμένοι εις τον αυτοκράτορα αυτών και ενίσχυον ηθικώς λίαν την τούτου αρχήν. Επειδή δε και εκτός του κράτους του Κωνσταντίνου πανταχού οι Χριστιανοί, μεθ' όλους τους φοβερούς κατ' αυτών διωγμούς, απετέλουν σπουδαίον πλήθος και δύναμιν εν τω Ρωμαϊκώ κράτει, και εν τω στρατώ και εν ταις πόλεσιν, η προς τους Χριστιανούς πολιτεία του Κωνσταντίνου εδημιούργει αυτώ δύναμιν ηθικήν πανταχού του Ρωμαϊκού κράτους. Ότι δε η δύναμις ταύτη δεν ήτο ευκαταφρόνητος, απέδειξαν τούτο τρανώς αυτοί οι νυν σφοδρότατοι πολέμιοι του Χριστιανισμού αυτοκράτορες (6). Τούτων ο μεν Διοκλητιανός παρητήθη την αρχήν τω 305 μ. Χ., καταληφθείς υπό νόσου και ηθικής ανίας και θλίψεως επί τη εγερθείση υπ' αυτού αιματηρά θυέλλη. Και ο Γαλέριος δε, ο πρωτουργός των διωγμών, μικρόν προ του θανάτου αυτού είχεν εκδώσει διάταγμα εν ονόματι εαυτού και των συναρχόντων αυτοκρατόρων παύον τους κατά Χριστιανών διωγμούς. Και ο Μαξέντιος δε είχεν απαγορεύσει εν Ρώμη τον διωγμόν τούτον. Αλλ' οι Χριστιανοί πανταχού του κράτους ως μόνον προστάτην αυτών έβλεπον τον Κωνσταντίνον, και τούτο απετέλει την μεγάλην ηθικήν δύναμιν του αυτοκράτορος τούτου. Ο Κωνσταντίνος εξ άλλου είχε νοήσει ότι ο Χριστιανισμός ου μόνον ήτο αδύνατον να καταργηθή διά διωγμών, αλλ' ότι απετέλει την υγιεστάτην ηθικήν δύναμιν εν τω κράτει και εφρόνει ότι επί τούτου μόνον ηδύνατο να στηρίξη την αρχήν αυτού. Εξ ενός λοιπόν η πίστις η εμφυτευθείσα εις την ψυχήν αυτού υπό της μητρός και των άλλων οικείων, εξ άλλου δε αυτή η υγιής ηθική και πολιτική φρόνησις υπηγόρευον εις αυτόν την προστασίαν των Χριστιανών. Ακριβώς δε το έτος εκείνο (312 μ. Χ.), καθ' ό ο αριθμός των αυτοκρατόρων περιωρίσθη εις τέσσαρας, εδόθη αφορμή ίνα ο Κωνσταντίνος δείξη φανεράν πλέον και επίσημον την προς τους Χριστιανούς εύνοιαν και την προς την Χριστιανικήν πίστιν αφοσίωσιν αυτού. Η αφορμή αύτη εδόθη εν τω κατά του Μαξεντίου πολέμου του Κωνσταντίνου τω γενομένω τω 312.

Στ'. Ο κατά Μαξεντίου πόλεμος του Κωνσταντίνου. Όλεθρος του Μαξιμίνου. Διαίρεσις του κράτους μεταξύ Κωνσταντίνου και Λικινίου.

Ο Μαξέντιος μετά την ευχερή κατά του Αλεξάνδρου της Αφρικής νίκην αυτού (σ. 15), ενόμισεν, εν τη επί τη νίκη υπερμέτρω επάρσει αυτού και οιήσει, ότι ηδύνατο να καταστή κύριος σύμπαντος του Ρωμαϊκού κράτους, τουλάχιστον της Δύσεως, καταβάλλων και τον Κωνσταντίνον, είτα δε και τους άλλους έτι μένοντας αυτοκράτορας, και διά τούτο παρεσκευάζετο να επέλθη κατά του Κωνσταντίνου. Αλλ' ο Κωνσταντίνος επήλθε νυν ραγδαίος εναντίον του πολεμίου και υπερβάς τας Άλπεις προήλασε ταχέως προς την Ρώμην. Ο Μαξέντιος, όστις εν τη άφρονι υπεροψία αυτού ουδεμίαν είχεν ενεργήσει σπουδαίαν πολεμικήν παρασκευήν, νυν διέπραξε και την μεγάλην αφροσύνην να μη αναμείνη τον Κωνσταντίνον εν τη Ρώμη, ής η πολιορκία ηδύνατο να παράσχη ικανάς δυσχερείας εις τούτον, αλλ' αντεπεξήλθε μετά του στρατού αυτού, ίνα έξωθι της πόλεως συγκροτήση μάχην εκ του συστάδην προς τον αντίπαλον. Αλλ' εν τη μάχη ταύτη, τη συγκροτηθείση πλησίον του Τιβέρεως ποταμού παρά την Μιλβίαν γέφυραν (27 Οκτωβρίου 312 μ. Χ.), ηττήθη κατά κράτος και εφονεύθη κατά την φυγήν. Ούτω δε ο Κωνσταντίνος εγένετο κύριος της Ρώμης και της Ιταλίας και απάσης της Δύσεως.

Η νίκη του Κωνσταντίνου προήλθε προ πάντων εκ του ενθουσιασμού, μεθ' ού εμάχοντο οι εν τω στρατώ αυτού πολυπληθείς Χριστιανοί, οίτινες νυν πρώτον κατά την στρατείαν ταύτην έβλεπον προπορευομένην του στρατού την σημαίαν (το λάβαρον) την φέρουσαν την εικόνα του σταυρού. Η αιτία, δι' ήν ο Κωνσταντίνος ύψωσε νυν εν τω στρατώ αυτού το σημείον του Σταυρού ως σημαίαν αυτού, ιστορείται ως εξής κατά την ιδίαν του Κωνσταντίνου ομολογίαν. Κατά την στρατείαν ταύτην εσπέραν τινα περί την δύσιν του ηλίου, είδε το σημείον του Σταυρού περίλαμπρον εν τω ουρανώ υπό τον ήλιον διά των τούτου ακτίνων εικαζόμενον και επιγραφήν επί τούτου λέγουσαν: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα». {20} Τότε δε ο αυτοκράτωρ λαμπρυνθείς εσωτερικώς την ψυχήν έτι μάλλον υπό του ηθικού φωτός του Χριστιανισμού και τελείως πεισθείς περί της αληθείας της Χριστιανικής πίστεως, κατέστησε τον Σταυρόν σύμβολον της πολεμικής αυτού σημαίας• διέταξε δε ίνα και επί των ασπίδων των στρατιωτών χαραχθώσι τα γράμματα I. Χ. Σ. (Ιησούς Χριστός Σωτήρ). Αληθώς δε επελθών νυν μετά της νέας σημαίας εναντίον του Μαξεντίου, κατενίκησεν αυτόν και κατέστη αναμφισβήτητος κύριος άπαντος του δυτικού τμήματος του Ρωμαϊκού κράτους. Από Ρώμης, εις ήν μετά την κατά Μαξεντίου νίκην εισήλθε θριαμβευτικώς, μετέβη ο Κωνσταντίνος εις Μεδιόλανον, ένθα ήλθεν εις συνέντευξιν αυτού ο της Ανατολής αύγουστος Λικίνιος. Ενταύθα ο Κωνσταντίνος συνήψε συγγένειαν προς τον Λικίνιον, δους αυτώ εις γάμον την αδελφήν αυτού Κωνσταντίαν. Συνεφώνησαν δε τότε οι δύο αυτοκράτορες ίνα αμφότεροι εις τα κράτη αυτών παράσχωσι τελείαν ελευθερίαν θρησκευτικήν εις τους οπαδούς αμφοτέρων των θρησκειών, και συμφώνως προς την συμφωνίαν ταύτην εξεδόθη το διάταγμα του Μεδιολάνου (Edictum Mediolani) του έτους 313 μ. Χ., το αναιρούν το διάταγμα της Νικομηδείας του 303 μ. Χ. (ίδ. σημ. 6). Από Μεδιολάνου ο Κωνσταντίνος επέστρεψεν επί μικρόν εις την Γαλατίαν ίνα εκδιώξη της χώρας ταύτης Γερμανικά τινα έθνη εισβαλόντα εις αυτήν.

Πριν ή δε ο Κωνσταντίνος επανέλθη εκ της Γαλατίας εις την Ιταλίαν, επήλθον γεγονότα εν Ανατολή, άτινα και ενταύθα πάσαν την αρχήν μετεβίβασαν εις τας χείρας του Λικινίου. Ο καίσαρ Μαξιμίνος, ο είς των τριών υπολειφθέντων αυτοκρατόρων, κατά την εν τη Δύσει απουσίαν του Λικινίου επήλθε κατά του κράτους αυτού από της Συρίας, ίνα αφαιρέση απ' αυτού τας χώρας, ών ήρχε, και καταστή αυτός μόνος κύριος της Ανατολής. Είχε δε καταλάβει ήδη τας πόλεις Βυζάντιον και Ηράκλειαν την παρά την Προποντίδα (την παλαιάν Πέρινθον), ότε ο Λικίνιος ενίκησεν αυτόν ολοσχερώς εν μάχη τινί παρά την Αδριανούπολιν (313) Ο Μαξιμίνος τραπείς εις φυγήν, ίνα μη αιχμαλωτισθή έλαβε δηλητήριον και απέθανε κατ' ακολουθίαν τούτου εν μέσω φρικτών βασάνων. Τότε δε ο Λικίνιος έμεινε μόνος κύριος εν τη Ανατολή, όπως ο Κωνσταντίνος εν τη Δύσει. Αλλά και μεταξύ των ούτω δύο μόνον υπολειφθέντων αυτοκρατόρων εξερράγη μετ' ολίγον νέος πόλεμος, καθ' όν ήτο πάλιν νικητής ο Κωνσταντίνος (314 μ. Χ.). Διά της νίκης δε ταύτης, μεθ' ήν ο Λικίνιος ηναγκάσθη να συνομολογήση ειρήνην, αφήρεσεν ο Κωνσταντίνος από του αντιπάλου την Παννονίαν (την νυν Ουγγαρίαν), την Δαλματίαν, Δακίαν (Μολδοβλαχίαν), Μακεδονίαν και Ελλάδα. Ώστε του Λικινίου η αρχή περιωρίσθη νυν μόνον εις τας Ασιατικάς χώρας και εν Ευρώπη εις την Θράκην και την κάτω Μοισίαν. Αλλά και η νέα ειρήνη διήρκεσεν ολίγον μόνον χρόνον. Επειδή ο Λικίνιος, εναντίον των εν Μεδιολάνω συμφωνηθέντων, κατεδίωκεν εν τω κράτει αυτού την Χριστιανικήν θρησκείαν, ο Κωνσταντίνος εκήρυξε κατ' αυτού αύθις τον πόλεμον (323 μ. Χ.) και ενίκησεν αυτόν δις κατά ξηράν (εν Αδριανουπόλει και εν Χρυσουπόλει) και κατά θάλασσαν καταστρέψας τον στόλον αυτού εν Ελλησπόντω (εν τη ναυμαχία ταύτη διεκρίθη ο από Μαμερτίνης γενναίος υιός του Κωνσταντίνου Κρίσπος). Ο Λικίνιος ηναγκάσθη να παραδοθή εν Νικομηδεία εις τον νικητήν, όστις, καθαιρέσας νυν αυτόν από της αυτοκρατορικής αρχής, εχαρίσατο αυτώ την ζωήν• αλλ' είτα ο Λικίνιος φωραθείς ως επιβουλεύων τω Κωνσταντίνω εφονεύθη κατά διαταγήν αυτού (324 μ. Χ.). Ο Κωνσταντίνος έμεινε νυν μόνος κύριος του Κράτους.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

ΑΡΧΑΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

1. Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας ως μόνος άρχων του Ρωμαϊκού Κράτους (323-337μ. Χ.).

Αφού ο Κωνσταντίνος εγένετο μόνος κύριος του Ρωμαϊκού κράτους εξετέλεσε το προ πολλού υπό των πραγμάτων και των περιστάσεων παρασκευασθέν και αναγκαίον κατασταθέν έργον της μεταθέσεως του κέντρου του Ρωμαϊκού κράτους από της Δύσεως εις την Ανατολήν. Ως είδομεν, ο Διοκλητιανός ήδη είχε στήσει την έδραν αυτού εν Ανατολή, εν Νικομηδεία, ένεκα λόγων στρατιωτικών και πολιτικών. Εις δε την απόφασιν του Κωνσταντίνου συνετέλεσαν, πλην των στρατιωτικών και πολιτικών λόγων, και εσωτερικοί λόγοι ηθικοί. Ο Κωνσταντίνος πεπεισμένος εν τη καρδία αυτού περί της αληθείας της χριστιανικής πίστεως, έχων δε πεποίθησιν, ότι πάσαι αι νίκαι και επιτυχίαι, άς ήρατο μέχρι νυν εναντίον των αντιπάλων και δι' ών κατέστη μόνος του σύμπαντος Ρωμαϊκού κράτους άρχων, ήσαν αποτελέσματα της προς τον Iησούν Χριστόν πίστεως, εξεδήλου διηνεκώς επί μάλλον την προς την νέαν θρησκείαν αφοσίωσιν αυτού. Μετά το μνημονευθέν διάταγμα του Μεδιολάνου το εκδοθέν τω 313 μ. Χ., δι' ού η χριστιανική θρησκεία απέλαυεν εν τω Ρωμαϊκώ κράτει τελείας ισότητος δικαιωμάτων προς την αρχαίαν των Ρωμαίων εθνικήν θρησκείαν, εξέδωκεν από του 315 μέχρι 323 μ. Χ. νέους νόμους, δι' ών ο Χριστιανισμός καθίστατο κατά μικρόν θρησκεία του κράτους, μειζόνων απολαύων νυν τιμών και προνομιών ή η παλαιά θρησκεία. Τέλος δε, αφού τω 323 εγένετο μόνος άρχων του κράτους, εξέδωκε νόμους, εν οίς αποκαλύπτεται και ομολογείται η τελεία προς την χριστιανικήν θρησκείαν πίστις και αφοσίωσις αυτού. Εν τοις νόμοις τούτοις ο Κωνσταντίνος ομολογεί διά θερμών εκφράσεων την προς τον Θεόν των Χριστιανών πίστιν αυτού, θεωρών αυτόν ως δοτήρα των νικών αυτού και πιστεύων ότι ο Θεός εξελέξατο αυτόν ίνα σώση το Ρωμαϊκόν κράτος από των εσωτερικών ταραχών και πολέμων και των κατά των Χριστιανών διωγμών («ταις σαις γαρ υφηγήσεσιν ενεστησάμην σωτηριώδη πράγματα και διήνυσα• την σην σφραγίδα πανταχού προβαλλόμενος καλλινίκου ηγησάμην στρατού»). Προς τούτοις εν τοις νόμοις τούτοις ο Κωνσταντίνος καλεί τους Χριστιανούς «πιστεύοντας», τους δε μη Χριστιανούς «πλανωμένους», αποκαλεί δε τους Χριστιανούς και Ανατολικούς, διότι εν Ανατολή ήσαν οι πλείστοι των Χριστιανών. Και υπέρ των Ανατολικών τούτων, ως συντριβέντων υπό των συμφορών, επικαλείται ιδιαιτέρως την χάριν του Θεού (7).

Η τοιαύτη λοιπόν προς την χριστιανικήν πίστιν αφοσίωσις και προς τους Χριστιανούς της Ανατολής ιδιαιτέρα αγάπη του Κωνσταντίνου υπήρξεν εν μέρει αιτία ίνα ούτος μεταβιβάση την έδραν του κράτους εις την Ανατολήν. Διότι υπήρχον μεν και εν Ρώμη Χριστιανοί, αλλ' η πόλις αύτη ήτο συνδεδεμένη έτι στενώτατα τυπικώς μετά των αρχαίων πολιτειακών αυτής θεσμών, οίτινες πάλιν ήσαν συνδεδεμένοι μετά των θεσμών της αρχαίας των Ρωμαίων εθνικής θρησκείας. Τουναντίον δε η Ελληνική Ανατολή, ένθα επί των προηγουμένων αυτοκρατόρων εγένοντο οι δεινότατοι διωγμοί, αυξήσαντες μάλλον ή ελαττώσαντες την ηθικήν δύναμιν της νέας πίστεως, ήτο ισχυρώς χριστιανική.

Ταύτα πάντα έπεισαν τον Κωνσταντίνον ίνα κτίση εν τη Ελληνική Ανατολή νέαν διαρκή πρωτεύουσαν του Ρωμαϊκού κράτους, προς τούτο δε εξελέξατο αυτήν την περί τον Θρακικόν Βόσπορον και τον Κεράτιον Κόλπον κειμένην αρχαίαν Ελληνικήν πόλιν Βυζάντιον (329). Της πόλεως ταύτης ευρύνας ο Κωνσταντίνος την περιφέρειαν και τα τείχη και περιλαβών εντός αυτής λόφους πέντε (εις τούτους προσετέθησαν έπειτα άλλοι δύο λόφοι, και εντεύθεν η νέα πόλις εκτισμένη επί 7 λόφων, ως η Ρώμη, εκλήθη Επτάλοφος) κατέστησεν αυτήν όλως νέαν και μεγάλην πόλιν και μεγαλοπρεπώς ετέλεσε τα εγκαίνια αυτής (τα γενέθλια της πόλεως) τη 11 Μαΐου 330 μ. Χ.

Η νέα αύτη πόλις, ής οι κάτοικοι, εκτός των ολίγων εκ Ρώμης νυν εις αυτήν μετοικησάντων αριστοκρατικών οίκων, ήσαν Έλληνες, ωνομάσθη βραδύτερον Κωνσταντινούπολις και Νέα _Ρώμη_, ως νέα πρωτεύουσα του Κράτους.

Προ της κτίσεως δ' έτι της Κωνσταντινουπόλεως ο Κωνσταντίνος απέδειξε και κατ' άλλον τρόπον το προς την Χριστιανικήν Εκκλησίαν μέγα διαφέρον και την προς τους Χριστιανούς Έλληνας στοργήν και αγάπην αυτού. Την Εκκλησίαν την Χριστιανικήν ετάραττε τότε, ιδίως εν Ανατολή, _αίρεσίς τις_ ήτοι _καινοτομία δογματική_, διδασκαλία τις δηλονότι νέα αντικειμένη προς τα μέχρι νυν παραδεδομένα δόγματα της Εκκλησίας, _αίρεσις_ καλουμένη Αρειανή από του ονόματος του αιρεσιάρχου Αρείου πρεσβυτέρου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας (8). Ο Κωνσταντίνος δε, ίνα καταπαύση την ταραχήν ταύτην και αποκαταστήση την θρησκευτικήν ειρήνην των εν Ανατολή ιδίως Χριστιανών, προσέφυγεν εις έργον μαρτυρούν το θερμόν αυτού υπέρ των Χριστιανών τούτων διαφέρον. Διότι, ενώ μέχρι τότε αι κατά τόπους αναφυόμεναι έριδες ελύοντο διά συνόδων εκκλησιαστικών τοπικών, ήτοι εν στεναίς τοπικαίς περιφερείαις ολίγων επαρχιών εκκλησιαστικών συγκροτουμένων, νυν πρώτον ο Κωνσταντίνος συνεκάλεσε Σύνοδον _Οικουμενικήν_, ήτοι σύνοδον επισκόπων και άλλων ανωτέρων κληρικών σύμπαντος του Ρωμαϊκού κράτους. Η πρώτη αύτη εν τη ιστορία της Εκκλησίας Οικουμενική Σύνοδος συνεκροτήθη τω 325 μ. Χ. (5 έτη προ της κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως) εν Νικαία της Βιθυνίας, ένθα συνήλθον 318 θεοφόροι πατέρες της Εκκλησίας• και εν ταύτη μετά πολλάς συζητήσεις κατεδικάσθη η αίρεσις του Αρείου, παρόντος και τούτου, και συνετάχθη το σύμβολον της Πίστεως, το καλούμενον σύμβολον της Νικαίας, όπερ συμπληρωθέν ύστερον εν τη δευτέρα Οικουμενική Συνόδω, τη εν Κωνσταντινουπόλει μετά 56 έτη συγκροτηθείση (381 μ. Χ.), αποτελεί το παρά τοις Ορθοδόξοις Χριστιανοίς ιερόν σύμβολον της Πίστεως, το αρχόμενον από του _Πιστεύω εις ένα Θεόν κλπ_. (9). Ο Κωνσταντίνος ου μόνον παρέστη εις την Σύνοδον, αλλά και των εν αυτή συζητήσεων μετέσχε μετά πολλού διαφέροντος.

Αλλ' ο Κωνσταντίνος τοσαύτην επιδαψιλεύων εύνοιαν εις τους Χριστιανούς δεν κατεδίωξεν ουδαμώς τους εθνικούς (10) . Τουναντίον δε θέλων να βασιλεύη η εσωτερική ειρήνη εν τω Κράτει επέτρεψε τελείαν ανεξιθρησκείαν «Ομοίαν τοις _πιστεύουσιν_ οι _πλανώμενοι_ χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας απόλαυσιν (έλεγον οι νόμοι του Κωνσταντίνου)• αύτη γαρ η της κοινωνίας επανόρθωσις, και προς την ευθείαν αγαγείν οδόν ισχύει. _Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω_• έκαστος, όπερ η ψυχή βούλεται, τούτο και πραττέτω».